Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Β' ΜΕΡΟΣ



  Το ημερονύκτιο, το νυχθήμερον για τους αρχαίους Αθηναίους, άρχιζε από τη δύση του Ηλίου, ενώ την εποχή του Ομήρου άρχιζε με την αυγή (ηώς) (Ιλιάς, Φ, 80-82).
   Από τον Όμηρο μέχρι τους Αλεξανδρινούς συγγραφείς, η μέρα δεν διαιρούνταν σε ώρες, αλλά οριζόταν ο χρόνος κατά την πρόοδο του λυκαυγούς (χαραυγή=το ημίφως πριν την αυγή) και της πορείας του Ήλιου. Διακρινόταν στα μέρη: "ηώς, πρωΐ, πρώ της ημέρας". Έπειτα: "μέσον ήμαρ" ή "μεσημβρία" και τελικά "δείλη", που διαιρείτο σε "δείλην πρωΐαν" και "δείλην οψίαν" ή δείελον ήμαρ" (Οδύσ. Ι', 54 και Ιλιάς Φ', 111: "έσσεται ή ηώς ή δείλη ή μέσον ήμαρ"). Αλλά και η νύχτα διαιρούνταν σε τρία μέρη: "τον έσπερον, τον νυκρός αμολγόν (μεσάνυχτα) και την αμφιλύκην νύκταν (ξημερώματα)" (Ιλιάς Η', 433 και Ιλιάς Κ', 252).
   Στους χρόνους μετά τον Μέγα Αλέξανδρον οι Έλληνες  μετρούσαν το ημερονύκτιο με αρχή την ανατολή του Ήλιου, όπως οι Βαβυλώνιοι.
   Με την ανακάλυψη, όμως, του γνώμονα και την τελειωποίηση των ηλιακών ρολογιών (500 π.Χ.), η μέρα διαιρέθηκε σε 12 ώρες, των οποίων η διάρκεια διέφερε κατά τις διάφορες κλιματολογικές εποχές του έτους.
   Το ημερονύκτιο, λοιπόν, το διαιρούσαν οι αρχαίοι Έλληνες σε δύο δωδεκάωρα, έτσι ώστε το μεσημέρι να ταυτίζεται με την 6η ώρα της μέρας, ενώ τα μεσάνυχτα να συμπίπτουν με την 6η ώρα της νύχτας, αφού με την ανακάλυψη της κλεψύδρας και η νύχτα διαιρέθηκε σε 12 άνισες ώρες.
   Γενικά το ημερονύκτιο το διαιρούσαν σε έξι μέρη: πρωΐ, μεσημβρία, δείλη (για τη μέρα), εσπέρα, μέση νύξ και έως (για τη νύχτα).
   Η διάρκεια των ωρών εποίκιλλε ανάλογα με τις κλιματολογικές εποχές του έτους, επειδή εξαρτιόταν από τη διάρκεια της μέρας ή της νύχτας στην αντίστοιχη κλιματολογική εποχή του έτους, επειδή εξαρτιόταν από τη διάρκεια της μέρας ή της νύχτας στην αντίστοιχη κλιματολογική εποχή. Έτσι, η διάρκεια της ώρας κυμαίνονταν από 45 μέχρι 75 σημερινά πρώτα λεπτά, ανάλογα με την κλιματολογική εποχή του έτους.
   Στο αττικό ημερολόγιο ως αρχή του έτους εθεωρείτο αρχικά η φθινοπωρινή ισημερία κατά τον μήνα Βοηδρομιώνα. Κατόπιν, η αρχή του μετατέθηκε στο θερινό ηλιοστάσιο ή ακριβέστερα στην πρώτη νουμηνία μετά από αυτό, δηλαδή στον αττικό μήνα Εκατομβαιώνα.
   Είναι επίσης πιθανόν πρώτος ο Σόλωνας (594 π.Χ.) να εισήγαγε τους κοίλους μήνες των 29 ημερών και τους πλήρεις μήνες των 30 ημερών. Η διάρκεια, λοιπόν, του έτους ήταν ίση με 354 ημέρες. Για την εναρμόνισή του με την κίνηση του Ηλίου και με το τροπικό έτος, προστίθετο μετά τον μήνα Ποσειδεώνα ο 13ος εμβόλιμος μήνας, που ονομαζόταν Ποσειδεών δεύτερος με διάρκεια 30 ημερών.
   Αυτό γινόταν σε περιόδους 8 πλήρων ετών, τις λεγόμενες οκταετηρίδες ή εννεατηρίδες, ανακάλυψη του Τενέδιου αστρονόμου Κλεοστράτους. Στην οκταετηρίδα ο Ποσειδεών δεύτερος, έμπαινε στο 3ο, στο 5ο και στο 8ο έτος της, που μ'αυτόν τον τρόπο περιείχαν 13 μήνες.
   Έτσι, από το πρωτογενές σεληνιακό ημερολόγιο οι Αθηναίοι πέρασαν στο λεγόμενο σεληνοηλιακό με τους εμβόλιμους μήνες, οι οποίοι εναρμόνιζαν το έτος τους με το ηλιακό-τροπικό έτος.
   Γενικά, για όλες τις ελληνικές πόλεις το σεληνιακό έτος των 12 μηνών, με τις 354 περίπου ημέρες, έπρεπε να εναρμονίζεται με το αντίστοιχο ηλιακό-τροπικό έτος, γεγονός που επραγματοποιείτο μόνο με την εισαγωγή, ανά διετία, παρ'όλο που οι 25 σεληνιακοί μήνες -ανά δύο διαδοχικά έτη- αριθμούσαν 737 ημέρες περίπου, ενώ αντίστοιχα δύο ηλιακά έτη διαρκούσαν σχεδόν 730 ημέρες.
   Τελικά, όπως φανερώνουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, από το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα, τα ημερολόγια των ελληνικών πόλεων είχαν αρχίσει να αποδεσμεύονται από τον χρονικό κύκλο των σεληνιακών φάσεων.
   Γεγονός πάντως παραμένει ότι κάθε ελληνική πόλη πραγματοποιούσε η ίδια την παρεμβολή των εμβολίμων μηνών, κατά το δικό της σκεπτικό. Παράλληλα, πρόσθετε ή αφαιρούσε ημέρες από το ημερολόγιό της, για να το προσαρμόσει στην ετήσια πορεία του Ήλιου, ενώ ταυτόχρονα οι θρησκευτικοί ή οι πολιτικοί άρχοντες μερακινούσαν ή ανέβαλλαν ορισμένες γιορτές, ώστε να μην αλλάζει η παραδοσιακή ιερή ημερομηνία πραγματοποίησής τους. Η ημερολογιακή νέα Σελήνη, πολλές φορές, διέφερε κατά αρκετές ημέρες από την πραγματική νέα Σελήνη, γι'αυτό και κατά τον 2ο π.Χ., αιώνα τα έγγραφα που προέρχονταν από την Αθήνα παρέθεταν τόσο την ημερολογιακή, όσο και την αστρονομική ημερομηνία, που προσδιοριζόταν με βάζση τον κύκλο των σεληνιακών φάσεων.
   Έτσι, οι σεληνιακοί μήνες, αν και έπρεπε να είναι οι ίδιοι για όλες τις ελληνικές πόλεις, εντούτοις πολλές φορές απόκλιναν σημαντικά από πόλη σε πόλη.
   Οι σπουδαίοι Έλληνες αστρονόμοι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, υπολόγισαν σεληνοηλιακούς κύκλους, αλλά συχνά δεν εισακούγονταν από τους πολιτικούς αρχηγούς, οι οποίοι επέβαλαν τη γνώμη τους σύμφωνα με τα πολιτικά, κοινωνικά και άλλα κριτήριά τους για τη σύνταξη και τη ρύθμιση των ημερολογίων.
   Οι αστρονόμοι της εποχής γνώριζαν, όπως φαίνεται, με θαυμαστή ακρίβεια τη διάρκεια του ηλιακού τροπικού έτους. Στα μαθηματικά της εποχής, όμως, δεν υπήρχε συμβολισμός για τους αντίστοιχους δεκαδικούς αριθμούς και έτσι δεν μπορούσε να εκφραστεί το μικρό ετήσιο σφάλμα του ημερολογίου. Για να υπερπηδηθεί αυτό το ουσιαστικό πρόβλημα, οι Έλληνες σοφοί-αστρονόμοι χρησιμοποιούσαν ένα απλό μαθηματικό τέχνασμα. Σκέφτηκαν ότι το σφάλμα που θα συσσωρεύεται μετά από ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, εάν αθροιστεί, τότε γίνεται μετρήσιμη ποσότητα που μπορεί πια να καταγραφεί και να χρησιμοποιηθεί κατάλληλα για τη διόρθωση των αντίστοιχων υπολογισμών.
   Έτσι, από τον 6ο π.Χ. αιώνα και μετέπειτα, εφευρέθηκε από τους Έλληνες αστρονόμους ένας αριθμός χρονικών περιόδων για να εξισώνεται ο σεληνιακός με τον ηλιακό κύκλο, μέσω σταθερών πια κανόνων, αντί για τις μέχρι τότε χρησιμοποιούμενες αυθαίρετες παρεμβολές. Μεταξύ αυτών ήταν ο χρονικός κύκλος του Κλεοστράτους, του Μέτωνος, του Καλλίππου και του Ιππάρχου, που εχρησιμοποιούντο από τους αστρονόμους για να ορίζουν τις ημερομηνίες των παρατηρήσεών τους. Οι κύκλοι αυτοί εχρησιμοποιούντο για μια περίοδο αρκετών αιώνων, προκειμένου να υπολογίζονται οι ημερομηνίες της νέας Σελήνης για θρησκευτικούς σκοπούς κυρίως.
   Ειδικά ο κύκλος του Μέτωνος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στο εβραϊκό ημερολόγιο, αλλά και από την ορθόδοξη Εκκλησία, για τον υπολογισμό του Ορθόδοξου χριστιανικού Πάσχα.


ΠΗΓΗ: Η Οδύσσεια των Ημερολογίων Α τόμος. Στράτος Θεοδοσίου,   Μάνος Δανέζης (εκδόσεις Δίαυλος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου