Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ (ΜΑΡΤΙΟΣ-ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1821) Α' ΜΕΡΟΣ





Δεκαετίες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, οι Τούρκοι είχαν ήδη επιβληθεί στη Μακεδονία. Ο Ελληνικός πληθυσμός της δεινοπάθησε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Εφαρμόστηκαν σε βάρος του σκληρά μέτρα όπως το παιδομάζωμα, οι βίαιοι εξισλαμισμοί και η εξοντωτική φορολογία. Συμπαγείς πληθυσμοί Τουρκομάνων εποίκων (Γιουρούκοι) τρομοκρατούσαν τους χριστιανούς με βιαιοπραγίες και ληστρικές επιδρομές. Παρόλα αυτά ο ελληνισμός της Μακεδονίας επιβίωσε και άρχισε να ανακάμπτει οικονομικά και πολιτιστικά. Παράλληλα ο πόθος για ελευθερία παρέμεινε άσβεστος. Κατά τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης πολυάριθμοι Μακεδόνες είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ηγέτης της Εταιρείας, διέβη τον ποταμό Προύθο, σηματοδοτώντας την έναρξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Το Έθνος είχε ανάγκη από εμπνευσμένους ηγέτες.


ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

Προτομή του Εμμανουήλ Παπά στη γενέτειρά του

Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε το 1773 στο χωριό Δοβίστα (σημ. Εμμανουήλ Παπάς)(1), 16 χιλιόμετρα από την πόλη των Σερρών. Οι γονείς του, Δημήτριος και Βασιλική, κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες. Ο πατέρας του χειροτονήθηκε ιερέας και έλαβε το εκκλησιαστικό αξίωμα του οικονόμου. Έτσι προέκυψε το οικογενειακό όνομα Παπάς. Ο Εμμανουήλ σε νεαρή ηλικία εισήχθη στη Σχολή των Σερρών, σπουδαίο εκπαιδευτήριο που λειτουργούσε από το 1735. Αργότερα νυμφεύθηκε μια συντοπίτισσά του, τη Φαίδρα, με την οποία απέκτησε δώδεκα παιδιά, εννέα γιους και τρεις κόρες. Ο Παπάς δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στον τομέα του εμπορίου. Την εποχή εκείνη οι Σέρρες αποτελούσαν εμπορικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας. Καθημερινά στην πόλη πραγματοποιούντο συναλλαγές μεγάλης ποικιλίας προϊόντων μεταξύ εκπροσώπων ευρωπαϊκών οίκων και Ελλήνων και Τούρκων εμπόρων. Εκτός αυτού στις Σέρρες ήταν σημαντική η αγροτική παραγωγή, κυρίως του βαμβακιού. Ο Παπάς, χάρη στο εμπορικό του δαιμόνιο, κατόρθωσε να γίνει ο πιο πετυχημένος επιχειρηματίας στην ακμάζουσα πόλη. Μάλιστα ίδρυσε καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και στη Βιέννη. Τα κέρδη από τις επιχειρήσεις του χάρισαν μια μυθική περιουσία. Έτσι εξελίχθηκε στον δανειστή των τοπικών Ελλήνων αρχόντων και Τούρκων μπέηδων, μεταξύ αυτών και του ίδιου του διοικητή των Σερρών, Ισμαήλ μπέη. Εκτός από τις προσωπικές του επιτυχίες ο Παπάς ενδιαφερόταν πολύ για το καλό των συμπατριωτών του. Εξελέγη πολλές φορές στο συμβούλιο της δημογεροντίας των Σερρών. Κατόρθωσε, χάρη στον πλούτο και στην επιρροή του στους Τούρκους, να εκδικάζονται οι διαφορές μεταξύ χριστιανών από τον μητροπολίτη των Σερρών και όχι από τον Τούρκο καδή. Επίσης πολλές ήταν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Παπάς επενέβη και έσωσε συντοπίτες του από τη θανατική καταδίκη. Ξεχωριστό ήταν το φιλανθρωπικό του έργο. Διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τη λειτουργία κοινωφελών ιδρυμάτων. Η επιτυχής πορεία του Παπά στις Σέρρες διακόπηκε μετά τον θάνατο του Ισμαήλ μπέη. Ο γιος και διάδοχος αυτού στη διοίκηση της πόλης, Γιουσούφ μπέης, αρνήθηκε να εξοφλήσει το τεράστιο χρέος του στον Παπά. Ο τελευταίος το 1816 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και πέτυχε να εκδοθεί φιρμάνι το οποίο υποχρέωνε τον Γιουσούφ μπέη να του αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους. Εκείνος, εξοργισμένος, έκαψε το σπίτι του Παπά και απείλησε τη ζωή του ιδίου και της οικογενείας του. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Παπάς υποχρεώθηκε να θέσει την οικογένεια του υπό την προστασία του μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθου και να παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τον Δεκέμβριο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο. Μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε επιστολή του προς τον Παπά, εξήρε τον πατριωτισμό του τελευταίου και τον καλούσε να βρίσκεται σε εγρήγορση για τον ιερό σκοπό της επανάστασης του Έθνους. Η στιγμή της δράσης δεν θα αργούσε να φθάσει.

Η ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ


Επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Εμμανουήλ Παπά με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 1820.

Τον Μάρτιο του 1821 η Κωνσταντινούπολη άρχισε να κατακλύζεται από ειδήσεις για την προέλαση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Ο Παπάς δεν δίστασε να αναλάβει πρωτοβουλία. Κάτω από τα βλέμματα των ανυποψίαστων Τούρκων φόρτωσε το πλοίο του Λήμνιου φιλικού Χατζηβισβίζη με όπλα και πολεμοφόδια. Στις 23 Μαρτίου απέπλευσε με τη συνοδεία του υπασπιστή του, Χατζηπέτρου, τού γραμματέα του, Δημητρίου Οικονόμου, και του μεγαλύτερου γιου του, Ιωάννη, για το ¶γιο Όρος. Το ¶γιο Όρος, με τα 20 μοναστήρια και τους 10.000 περίπου μοναχούς την εποχή εκείνη, αποτελούσε τον πνευματικό φάρο του υπόδουλου Ελληνισμού. Οι Αγιορείτες με τα κηρύγματα τους κρατούσαν υψηλό το φρόνημα των χριστιανών. Επίσης εκεί φυλάσσονταν βιβλία και άλλα κειμήλια πολύτιμα για την εθνική ιστορική μνήμη. Η ακτινοβολία του Όρους απλωνόταν στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Η ενίσχυση του από τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας και τους τσάρους ήταν γενναία. Παρόλα αυτά οι κατασχέσεις και οι δυσβάστακτοι φόροι των Τούρκων έφερναν συχνά τα μοναστήρια σε οικονομικό αδιέξοδο. Ο Εμμανουήλ Παπάς αποβιβάστηκε στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Τον υποδέχθηκε θερμά ο ηγούμενος της, Ιωακείμ, ο οποίος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Καθώς το κύμα του ενθουσιασμού επεκτάθηκε σε ολόκληρη την ιερή κοινότητα, ο Παπάς συναντήθηκε και με τους ηγουμένους των υπόλοιπων μονών. Παράλληλα εγκαινίασε δι' αλληλογραφίας επικοινωνία με φιλικούς και οπλαρχηγούς της Χαλκιδικής και των Σερρών. Στο ¶γιο Όρος η παραγωγή φυσιγγίων και άλλες πυρετώδεις προετοιμασίες εκτελούντο υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Ο Παπάς προχωρούσε με προσεκτικά βήματα και ανάλωσε ολόκληρο τον Απρίλιο για την προπαρασκευή του αγώνα. Είχε επίγνωση της δυσκολίας λόγω της γεωγραφικής θέσης της Μακεδονίας, κοντά στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περιβαλλόμενης από εχθρικά στρατεύματα γειτονικών περιοχών. Ο κίνδυνος εγκλωβισμού των επαναστατών ήταν ορατός. Ο Παπάς επέλεξε να αναμείνει την κάθοδο του Υψηλάντη από τη Μολδοβλαχία(2) και την επέκταση της επανάστασης βόρεια της Στερεάς Ελλάδας. Οι εξελίξεις, όμως, τον έφεραν προ τετελεσμένων.Ο Γιουσούφ μπέης(3), διοικητής της Θεσσαλονίκης, θορυβημένος από τις ειδήσεις σχετικά με τις επαναστάσεις των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία και στη νότια Ελλάδα, αποφάσισε τη διενέργεια προληπτικών πληγμάτων. Έστειλε διαταγή σε πολλούς προκρίτους της Μακεδονίας να παρουσιαστούν μπροστά του, με απώτερο σκοπό να τους κρατήσει ομήρους. Εκείνοι όμως, υποψιασμένοι, φρόντισαν να αποστείλουν άλλα πρόσωπα στη θέση τους. Ο Γιουσούφ μπέης αντιλήφθηκε την πλάνη, πράγμα το οποίο ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες του. Φυλάκισε τους αντιπροσώπους των προκρίτων και απέστειλε στρατιωτική δύναμη στην Ιερισσό, για να επιθεωρεί το Άγιο Όρος. Επίσης διέταξε τους στρατιωτικούς διοικητές της Παζαρούδας (σημ. Απολλωνία), Τσιρίμπαση αγά, και των Χασικοχωρίων(4), Χασάν αγά, να κινηθούν κατά της κωμόπολης του Πολυγύρου, που κατείχε κεντρική θέση στη Χαλκιδική. Εκεί όφειλαν να αφοπλίσουν τους κατοίκους και να συλλάβουν τους προεστούς της. Στις 16 Μαΐου, μια ημέρα πριν από την ορισθείσα ημερομηνία της επίθεσης, η τοπική φρουρά του Πολυγύρου, εκτοξεύοντας απειλές για γενική σφαγή, άρχισε βιαιοπραγίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν και εξόντωσαν τη φρουρά. Στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον των προελαυνόντων τουρκικών δυνάμεων της Παζαρούδας και των Χασικοχωρίων, που αριθμούσαν 1.000 άνδρες, και τις απώθησαν. Η εξέγερση του Πολυγύρου είχε σοβαρό αντίκτυπο. Την ίδια ημέρα συγκλήθηκε έκτακτη σύνοδος με τη συμμετοχή λαϊκών και μοναχών στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, η οποία αποφάσισε την άμεση κήρυξη της επανάστασης και τη σύλληψη του ζαμπίτη (διοικητή του Ορους), Χασεκή Χαλήλ μπέη. Επίσης συγκροτήθηκε εφορεία με αντιπροσώπους από όλες τις μονές για τη διοικητική μέριμνα του αγώνα. Ακολούθησε εκκλησιαστική τελετή χοροστατούντος του μητροπολίτη Μαρώνειας Κωνσταντίου, κατά την οποία, μέσα σε κλίμα φορτισμένο από συγκίνηση και ενθουσιασμό, ο Εμμανουήλ Παπάς αναγορεύθηκε αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας. Στη Θεσσαλονίκη τα νέα από τον Πολύγυρο προκάλεσαν την οργή του Γιουσούφ μπέη και ένα κύμα τρομοκρατίας. Οι όμηροι ανασκολοπίσθηκαν, ενώ σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο μητροπολίτης Κίτρους Ιωσήφ και οι πρόκριτοι Χριστόδουλος Μπαλάνος και Αναστάσιος Κυδωνιάτης, αποκεφαλίσθηκαν. Επιπλέον, 2.000 Έλληνες της Θεσσαλονίκης τέθηκαν υπό κράτηση στην αυλή του μητροπολιτικού ναού και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
&
Όπλα από τη συλλογή της Επανάστασης του 1821 στην κοινότητα Εμμανουήλ Παπάς

Ο Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη. Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά».Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα. Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο. Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.


ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΠΡΟΕΛΑΥΝΟΥΝ

Ο πύργος του Αγίου Παύλου στη Νέα Φώκαια. Ο Παπάς τον χρησιμοποίησε ως παρατηρητήριο (από το βιβλίο του Αντώνη Ιορδάνογλου: Ανεξερεύνητη Κεντρική Μακεδονία, Road Editions)

Ο Παπάς εγκαινίασε την εκστρατεία με ένα σώμα που περιελάμβανε 2.000 ένοπλους μοναχούς. Πρώτος στόχος του θα ήταν η Ιερισσός. Την 1η Ιουνίου οι κάτοικοι αυτής ενώθηκαν με τους επαναστάτες και εκδίωξαν τους Τούρκους. Σε επιστολή του ο μητροπολίτης Ιερισσού, Ιγνάτιος, απέστειλε θερμές ευχαριστίες στον «ευγενέστατο και ορθοδοξότατο κύριο Εμμανουήλ Πάπα» και του ευχόταν να προελάσει νικηφόρος μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα εξεγέρθηκαν η Κασσάνδρα, η Σιθωνία και τα Χασικοχώρια. Ηγετική μορφή στις περιοχές εκείνες αναδείχθηκε ο καπετάν Χάψας.

Οι επαναστάτες κινήθηκαν πάνω σε δύο άξονες. Στα ανατολικά ο Εμμανουήλ Παπάς, μετά την Ιερισσό, προχώρησε προς τα Μαδεμοχώρια. Εκείνα ήταν μία αυτόνομη ομοσπονδία δώδεκα κοινοτήτων γύρω από μεταλλεία αργύρου, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την Υψηλή Πύλη. Οι κάτοικοι τους, όμως, στο όνομα της ελευθερίας δεν δίστασαν να προσχωρήσουν στον Παπά. Εκείνος ενισχυμένος προχώρησε βόρεια και συγκεκριμένα με κατεύθυνση τα στενά της Ρεντίνας, τα οποία κατείχαν στρατηγική θέση πάνω στην οδό Καβάλας-Θεσσαλονίκης. Εκεί ο Παπάς θα μπορούσε να αποτρέψει πιθανή απόπειρα τουρκικής ενίσχυσης από την πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Όσον αφορά τον δυτικό άξονα επίθεσης, ο καπετάν Χάψας, με ιδιαίτερη ορμητικότητα, κατέφθασε στην επαναστατημένη κωμόπολη των Βασιλικών και έπειτα κατεδίωξε τουρκική δύναμη υπό τον Αγκούς αγά μέχρι το χωριό Σέδες, μόλις τρεις ώρες από τη Θεσσαλονίκη. Ο Γιουσούφ μπέης ένιωθε τον κλοιό να σφίγγει απειλητικά γύρω από την πόλη. Τρο­μοκρατημένος απηύθυνε εκκλήσεις για βοήθεια σε διοικητές γειτονικών περιοχών.

Ωστόσο η επανάσταση έπασχε από σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού, τα ο­ποία απειλούσαν τη συνέχιση της πορείας της. Ο Παπάς, αξιοποιώντας την προ­σωπική του περιουσία, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να καλύψει τις μεγάλες ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια. Παράλληλα με επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη(5) ζήτησε εφόδια και πλοία. Επίσης στράφηκε προς τους οπλαρχηγούς της περιοχής του Ολύμπου, που είχε μακρά παράδοση αρματολισμού. Οι τελευταίοι ήταν εμπειροπόλεμοι και θα ενίσχυαν σημαντικά την επανάσταση στη Χαλκιδική. Όμως η ανταπόκριση τους ήταν ισχνή. Δίσταζαν να απομακρυνθούν από τις βάσεις τους. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Διαμαντής Νικολάου, ο οποίος υποσχέθηκε αποστολή σώματος. Στο αντίπαλο στρατόπεδο οι εκκλήσεις του Γιουσούφ μπέη συνάντησαν προσφορότερο έδαφος. Ο Μπαϊράμ πασάς, που είχε συγκεντρώσει ισχυρή δύναμη από την ανατολική Θράκη και την Καλλίπολη για την καταστολή της επανάστασης στη νότια Ελλάδα, έσπευσε προς βοήθεια του. Οι συνθήκες γίνονταν πλέον κρίσιμες για τους επαναστάτες.




 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Στην κοινότητα Εμμανουήλ Παπάς λειτουργεί Μουσείο της Επανάστασης του 1821 με πλούσια συλλογή όπλων.

(2) Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από τη Μολδοβλαχία είχε το φιλόδοξο σχέδιο να διασχίσει τα Βαλκάνια, να υποκινήσει σε επανάσταση τους Σέρβους και τους Βουλγάρους και να καταλήξει στην Ελλάδα.

(3) Συνωνυμία με τον Γιουσούφ μπέη των Σερρών.

(4) Τα Χασικοχώρια εντοπίζονταν στην κεντρική Χαλκιδική, περιφερειακά του Πολυγύρου.

(5) Ο Δημήτριος Υψηλάντης εστάλη στην Πελοπόννησο από τον αδελφό του Αλέξανδρο, ως πληρεξούσιος του.

(6) Ο Νικόλαος Κασομούλης, με καταγωγή από την Κοζάνη, είχε πλούσια στρατιωτική δράση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, στην εξέγερση του Ολύμπου, στην πολιορκία του Μεσολογγίου και στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στον Πειραιά. Αποτύπωσε τις εμπειρίες του στο έργο «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», ένα από τα σημαντικότερα απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821.






ΠΗΓΗ                          http://www.serrelib.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου