Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β' (958 -1025)







Όταν οι Έλληνες ανέκτησαν την Πόλη από τους Λατίνους το 1261, βρήκαν στο νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στον οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπαικτικά στο στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στον σκελετό, ήταν παραβιασμένος και συλημένος ένας τάφος με μία επιγραφή πού έγραφε: «Βασίλειος Πιστός Εν Χριστώ Τω Θεώ Βασιλεύς Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε να δώσει στο Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος την μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τα βαθιά του γεράματα, έσωσε την Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, πού απώθησε τούς Άραβες και τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία και τούς Σαρακηνούς από την Καλαβρία και εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα την παντοδύναμη αριστοκρατία προς όφελος των ακτημόνων και των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τα ταμεία του κράτους.
Το κράτος του ήταν οικονομικά παντοδύναμο, με εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τις εισαγωγές. Αναφέρεται δε, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τα εμπορικά πλοία κατά την έξοδό τους από τα στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τον φόρο πού πλήρωναν κατά την είσοδό τους στα στενά. Ο Βασίλειος ο Μακεδών ήταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσους θέτοντας έτσι τα θεμέλια του πολιτισμού τους. Βασανιζόταν από το στίγμα της μητέρας του (η Θεοφανώ σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς πιθανόν γνώριζε, ή συμμετείχε στη δολοφονία του πεθερού της και του πρώτου συζύγου της) γεγονός το οποίο τον συγκράτησε από την πολυτέλεια, την χλιδή, την επίδειξη και τον εμπόδισε να εμπιστευθεί γυναίκα ως σύντροφο στον αυτοκρατορικό θρόνο. Έζησε όλη του την ζωή ως απλός στρατιώτης και ετάφη χωρίς πομπές και επισημότητες.
Το ελληνικό κράτος μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου, περιελάμβανε περιοχές πού κατοικούνταν από Έλληνες, αρκετές χιλιετίες πριν. Ανατολικά από την Σικελία του Αρχιμήδη, μέχρι δυτικά τον Πόντο τού Διογένη και του Στράβωνα και την Καισάρεια του Μεγάλου Βασιλείου και βόρεια από την Μακεδονία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι την Κύπρο και την Κρήτη του Μίνωος. H Ελληνική γλώσσα, ακουγόταν όπως και στην αρχαιότητα, από τον Δούναβη μέχρι τον Ευφράτη και από την Βάρη της Ιταλίας μέχρι την Χερσώνα της Κριμαίας. Κατά τον Schlumberger, τον επιφανέστερο βυζαντινολόγο πού συνέγραψε χιλιάδες σελίδες για τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο «η βασιλεία του υπήρξε μακροτάτη καθ’ όλην την ύπαρξιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μία των πλέον μακροχρονίων της παγκοσμίου Ιστορίας. Με τον θάνατο του εξέλιπεν η μεγαλυτέρα και ενδοξοτέρα φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Ελληνισμού». 
Χάρτης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τον θάνατο του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου_πηγή wikipedia
Χάρτης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τον θάνατο του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου_πηγή wikipedia
Ο Βασίλειος Β’ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 958 ανήκε στην δυναστεία των Μακεδόνων και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς, η οποία ήταν Ελληνίδα, γεννημένη στη Λακωνία. Το 960, όταν ο Βασίλειος ήταν δύο ετών, ο πατέρας του τον έκανε συναυτοκράτορα. Όμως το 963 ο πατέρας του πέθανε ενώ ο Βασίλειος ήταν μόλις 5 ετών. Επειδή ο Βασίλειος και ο αδελφός του, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η’ (βασίλεψε από το 1025 έως το 1028), ήταν πολύ μικροί για να βασιλέψουν, η μητέρα τους Θεοφανώ παντρεύτηκε έναν από τους κορυφαίους στρατηγούς του Ρωμανού, τον Νικηφόρο Β’ Φωκά, ο οποίος στέφθηκε αυτοκράτορας το ίδιο έτος. Το 969 ο Νικηφόρος Φωκάς δολοφονήθηκε από τον ανηψιό του, Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας και βασίλεψε για 7 χρόνια πεθαίνοντας στις 10 Ιανουαρίου του 976.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του άτεκνου Ιωάννη Τσιμισκή, ο θρόνος περιήλθε στους δύο νόμιμους κληρονόμους της Μακεδονικής Δυναστείας, Βασίλειο και Κωνσταντίνο, οι οποίοι ήταν έφηβοι 18 και 16 ετών αντιστοίχως. Ενώ ο Βασίλειος υπήρξε άνθρωπος εγκρατής, καρτερικός, αυστηρός με αδάμαστη θέληση, σπάνια αίσθηση του καθήκοντος και εξαιρετικές ικανότητες, ο αδελφός του ήταν αδιάφορος για τα κοινά, ακόλαστος και επιρρεπής στις διασκεδάσεις, στα κυνήγια και στα συμπόσια. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας και συγκεκριμένα από το 976 μέχρι το 985, την διοίκηση ουσιαστικά την ασκούσε ο πρόεδρος της Συγκλήτου, ο πολυμήχανος ευνούχος Βασίλειος Λεκαπηνός. Το έτος 985 ο νεαρός αυτοκράτορας απομάκρυνε επιτέλους τον παρακοιμώμενο Βασίλειο και ανέλαβε και ουσιαστικά την διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Πρόλαβε μάλιστα και την συνωμοσία πού ετοίμαζε ο παρακοιμώμενος, δήμευσε την περιουσία του και τον περιόρισε σε μοναστήρι όπου μετά από λίγο πέθανε.
Στέψη Βασιλείου Β' ως συναυτοκράτωρ του πατέρα του Ρωμανού ΙΙ από τον Πατριάρχη Πολύευκτο
Στέψη Βασιλείου Β’ ως συναυτοκράτωρ του πατέρα του Ρωμανού ΙΙ από τον Πατριάρχη Πολύευκτο το 960
Ο νεαρός αυτοκράτορας εκτός από τον ικανότατο βασιλέα των Βουλγάρων, Σαμουήλ, είχε να αντιμετωπίσει την ανταρσία του “ισχυρού” Βάρδα Σκληρού και του στρατηγού Βάρδα Φωκά οι οποίοι διεκδικούσαν ο καθένας για λογαριασμό του τον θρόνο από τον άπειρο αυτοκράτορα ενώ ταυτόχρονα είχαν την υποστήριξη των μεγάλων γαιοκτημόνων της Μ. Ασίας και των αριστοκρατικών οικογενειών, πού απαριθμούσαν πολλούς ικανούς στρατιωτικούς. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βασιλείου δεν μπορούσαν να είναι χειρότερα. Οι Βούλγαροι υπό τον αρχηγό τους Σαμουήλ είχαν τον πλήρη έλεγχο της Μακεδονίας ενώ με συχνές επιδρομές λεηλατούσαν και τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς και της Πελοποννήσου.
Η Λάρισα πού κατελήφθη το 986 ισοπεδώθηκε και ολόκληρος ο πληθυσμός της σκλαβώθηκε και μεταφέρθηκε στην Πρέσπα. Ακολουθεί το ποίημα του Ιωάννου του Γεωμέτρου πού περιγράφει τις συμφορές των ελληνικών θεμάτων από τούς βάρβαρους εισβολείς: Σκυθών (Βουλγάρων) μεν πλήθος διατρέχουσι τας επαρχίας ταύτας απανταχού διασπειρόμενοι, ωσεί ήσαν εν τη ιδία αυτών πατρίδι. Πρόρριζον δ’ εκτέμνουσιν αυτής την ευγενή βλάστησιν ανδρών ακάμπτων και σιδηρών την φύσιν και το ξίφος θερίζει τας γενεάς των νηπίων. Και κρατούσι μεν ταύτα εν ταίς αγκάλαις αυτών αι μητέρες, αλλ’ εξαρπάζουσιν αυτα οι πολέμιοι διά των βελών θανατούντες. Κόνις λεπτή νυν κείνται αι το πρίν οχυρώταται πόλεις. Και τα κτηνη νέμονται σήμερον το έδαφος, εν ώ άλλοτε άνθρωποι έζων. Ταύτα βλέπων οίμοι! πώς νύν θά παύσω δακρύων; ούτω πυρπολούνται οι αγροί ημών και αι πόλεις!
Ο τσάρος Σαμουήλ της Βουλγαρίας με βυζαντινή εμφάνιση
Ο τσάρος Σαμουήλ της Βουλγαρίας με βυζαντινή εμφάνιση
Το 986 ο αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης τέθηκε επικεφαλής ισχυρού στρατού και αποφάσισε να κτυπήσει τον εχθρό στην πρωτεύουσά του την Τριαδίτσα (αρχαία Σαρδική, σημερινή Σόφια). Άφησε τον Λέοντα Μελισσηνό με φρουρά στην Φιλιππούπολη, να φυλά τα νώτα του και αφού διέσχισε την κοιλάδα του Έβρου και τα δύσβατα μονοπάτια της Ροδόπης έφτασε στην Τριαδίτσα την οποία πολιόρκησε ανεπιτυχώς. Κατα την υποχώρησή του παγιδεύτηκε από τούς Βούλγαρους σε μία βαθιά χαράδρα, και στις 16 Αυγούστου 986, ο Ελληνικός στρατός υπέστη πανωλεθρία. Ο ίδιος ο Βασίλειος σώθηκε την τελευταία στιγμή, χάρις την βοήθεια των πιστών στρατηγών του Νικηφόρου Ουρανού και Νικήτα Χρυσολωρά. Σημαντικό ρόλο στην αποτυχία της εκστρατείας έπαιξε και ο στρατηγός Κοντοστέφανος, ο οποίος εξυπηρετώντας τούς σφετεριστές του θρόνου, τον πληροφόρησε ψευδώς πώς ο Λέων Μελισσηνός είχε εγκαταλείψει την θέση του στην Φιλιππούπολη. Ο Κοντοστέφανος τιμωρήθηκε για την προδοσία του, αλλά τα θέματα της αυτοκρατορίας ήσαν πάλι στο έλεος του Σαμουήλ, ο οποίος διεύρυνε τα σύνορα του κράτους του από το Αδριατικό Πέλαγος μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Αργότερα κατέλαβε και το ισχυρό κάστρο της Βέροιας.
Πόλεμοι και διπλωματία του Βασίλειου Β’
Η τρομερή ήττα από τούς Βούλγαρους έφερε στο προσκήνιο τούς εσωτερικούς εχθρούς πού προαναφέραμε, τον Βάρδα Φωκά και τον Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη και στρατοπέδευσε με το στρατό του στην Χρυσούπολη, στην ασιατική ακτή της Μ. Ασίας απέναντι από την Πόλη, ενώ ένα άλλο τμήμα του στρατού του το απέστειλε στην Άβυδο, για να επιχειρήσει συνδυασμένη επίθεση από ξηρά και θάλασσα κατα της πρωτεύουσας. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες για τον Βασίλειο. Όμως ο αυτοκράτορας δεν ήταν πλέον ο νεαρός άνδρας πού ανέβηκε στον θρόνο άπειρος και χωρίς ερείσματα. Η παρουσία του στον θρόνο επί μία δεκαετία σχεδόν, τον είχε πλουτίσει με αρκετή εμπειρία, ενώ και ο ίδιος ο χαρακτήρας του ήταν εκ φύσεως επίμονος και ανυποχώρητος.
Με 6.000 Ρώσσους μισθοφόρους και με τα εναπομείναντα πιστά στο πρόσωπο του στρατεύματα, ο Βασίλειος κινήθηκε εναντίον του Φωκά, ο οποίος καθυστερώντας αδικαιολόγητα, έδωσε την ευκαιρία στον αντίπαλο του να οργανωθεί και να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αφού νίκησε στην Χρυσόπολη (απέναντι από την Κων/πολη) και κατέστρεψε τον στόλο του Φωκά, ο Βασίλειος μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, στρατοπέδευσε στην Άβυδο του Ελλήσποντου, για να επιφέρει το τελειωτικό πλήγμα κατά του Φωκά. Μετά από κάποιες ημέρες ηρεμίας, κατά τις οποίες τα δύο στρατεύματα αντιπαρατάσσονταν χωρίς να αποφασίζουν να επιτεθεί κάποιο από τα δύο, ο Φωκάς αποφάσισε να κινηθεί πρώτος. Μόλις όμως ξεκίνησε την έφοδο, ο Βάρδας Φωκάς έπεσε νεκρός κεραυνοβολημένος. Αν και είναι πιθανόν να υπέστη καρδιακή συγκοπή, κάποιοι άλλοι ιστορικοί ισχυρίστηκαν πως δηλητηριάστηκε. Το στράτευμα του Φωκά παραδόθηκε και οι άμεσοι συνεργάτες του θανατώθηκαν.
Το 989, οπότε έχουμε την εμφάνιση ενός πολύ φωτεινού κομήτη και την πτώση του Τρούλου της Αγίας Σοφίας από ισχυρότατο σεισμό, ο έτερος αντίπαλος, ο Σκληρός αποδεχόμενος τις προτάσεις του Βασίλειου ο οποίος Κορέσθητι χύνων αίμα χριστιανών“, συνθηκολόγησε. Ο νεαρός βασιλεύς όχι μόνο δεν τιμώρησε τον διεκδικητή του θρόνου, αλλά τον χρησιμοποίησε και ως σύμβουλό του. O Gustave Schlumberger μας παραθέτει ακριβώς και τις συμβουλές πού έδωσε ο γέροντας Σκληρός: Συνεβούλευσε τω βασιλεί να μήν ανεχθή αντί οίασδήποτε θυσίας εν τη αυτοκρατορία λειτουργούς υπεράγαν ισχυρούς, μηδενί δε των πρωτευόντων στρατηγών να επιτρέψη να κατέχη μεγάλα πλούτη, να βαρύνη πάντας ακαταπαύστως δι’ως μάλιστα αυθαιρέτων εισπράξεων αναγκάζων αυτούς ούτω να αφιερώσιν εξ’ολοκλήρου χρόνον και προσοχήν εις τας ιδιωτικάς αυτών υποθέσεις και εμποδίζων αυτούς να καταστώσιν ισχυροί ή επικίνδυνοι, να μή υπομείνη μηδεμίαν γυναικείαν εν τω Ιερώ Παλάτιω επίδρασιν, πρός ουδενα δε οίον δήποτε να φαίνηται ηγεμών επιεικής και επί πάσι τούτοις να μή ανακοινώνη τα μυστικότατα των σχεδίων του ή εις ελάχιστον αριθμόν“. 
Την εποχή αυτή έλαβε χώρα και ο εκχριστιανισμός των Ρώσσων, ενός λαού σκανδιναβικής προέλευσης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Κίεβο τον 9ο αιώνα, και συγχωνεύτηκαν με τούς κατοίκους της περιοχής πού ήταν Σλαβικής καταγωγής. Οι Ρώς με αυτόν τον τρόπο άφησαν το σκότος της ειδωλολατρείας και εκπολιτίζονταν, ενώ ταυτόχρονα το Βυζάντιο εξασφάλιζε ένα απέραντο χώρο πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ακτινοβολίας θέτοντας υπό την πνευματική του χειραγωγία το νέο χριστιανικό Ρωσσικό κράτος και τη Ρωσσική Εκκλησία.
Η βάπτιση του Βλαδίμηρου
Η βάπτιση του Βλαδίμηρου
Ο Βασίλειος λοιπόν, τις δύσκολες ώρες του 988 – 989, χωρίς στρατό και ικανούς αξιωματικούς, στράφηκε προς τον ηγέτη των Ρως, πρίγκηπα του Κιέβου Βλαδίμηρου (αρχικό όνομα Βάλνταμαρ Σβάιναλντσον). Αποστέλλοντας αντιπροσωπεία στην αυλή του Βλαδίμηρου στο Κίεβο, ζήτησε την συνδρομή του τελευταίου, υποσχόμενος πλούτη και σπουδαία δώρα. Ο Βλαδίμηρος συναίνεσε στο αίτημα του Βασίλειου, αλλά ζήτησε και κάτι παραπάνω, το χέρι της Άννας……πορφυρογέννητης αδελφής του Βασίλειου. Η επιλογή για τον αυτοκράτορα ήταν πολύ δύσκολη, διότι πανάρχαια παράδοση απαγόρευε να δίνονται ως σύζυγοι σε βάρβαρους ηγεμόνες πορφυρογέννητες πριγκίπισσες. Όμως η ανάγκη ήταν μεγάλη και τελικά ο Βασίλειος, παρά τις αντιρρήσεις της αδελφής του, αποδέχθηκε την απαίτηση του Βλαδίμηρου, θέτοντας με την σειρά του ως όρο να βαπτισθούν χριστιανοί ο Βλαδίμηρος και ο λαός του. Μόλις ο Ρώσσος πρίγκιπας συναίνεσε στον όρο του Βασιλείου, η συμφωνία κλείστηκε και στην Κωνσταντινούπολη έφτασαν στρατεύματα από την Ρωσία, οι Βάραγγοι, ένα φύλο σκανδιναβικής καταγωγής, σκληροτράχηλοι και πιστοί στρατιώτες, οι οποίοι έμελλε να γίνονταν σωματοφύλακες του εκάστοτε βασιλιά του Βυζαντίου.
Βάραγγοι πολεμιστές
Βάραγγοι πολεμιστές
Ο Βασίλειος όμως καθυστερούσε να στείλει την αδελφή του και ο Βλαδίμηρος κατέλαβε την Χερσώνα, της Κριμαίας. Ο αυτοκράτορας θορυβημένος αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τούς όρους της συμφωνίας και να επιτρέψει την αναχώρηση της αδελφής του, μαζί με αρκετούς επισκόπους πού ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το έργο του εκχριστιανισμού των Ρωσσων. Το 989, ο Βλαδίμηρος και ο λαός του βαπτίσθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου στην Χερσώνα και μετά την βάπτιση τελέστηκαν οι γάμοι του με την πριγκίπισσα Άννα.
Το απόγειον της δόξας
Μετά την εδραίωση της κυριαρχίας του στο εσωτερικό, ο Βασίλειος αφοσιώθηκε στον αγώνα εναντίον των εξωτερικών εχθρών του Βυζαντίου. Για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, δεν σταμάτησε να πολεμά σε διάφορα μέτωπα, αν και έγινε ευρύτερα γνωστός για την συντριβή των Βουλγάρων. Όμως οι επιτυχίες του μεγάλου στρατηλάτη αυτοκράτορα δεν περιορίστηκαν μόνο στο μέτωπο αυτό, αλλά σχεδόν σε όλες τις εκστρατείες του κατάφερε να έχει θετικά αποτελέσματα. Με υπομονή και επιμονή, με θάρρος και προσωπικές θυσίες, περνώντας όλη την ζωή του στα στρατόπεδα σαν απλός στρατιώτης, πέτυχε να διαλύσει το ισχυρό βουλγαρικό κράτος και να ενισχύσει τις βυζαντινές θέσεις σε όλη την γραμμή των συνόρων, στα ανατολικά και τα δυτικά. Στις αρχές του 991 επανήλθε στο μέτωπο της Βαλκανικής, αφού πέρασε από την Θεσσαλονίκη για να αποδώσει ευχαριστήρια στον μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο. Αποκατέστησε διπλωματικές επαφές με τούς άρχοντες της Κροατίας και της Σερβίας, ώστε να αποκλείσει από τα βόρεια τον Σαμουήλ. Η εκστρατεία αυτή του Βασιλείου διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ο Βασίλειος γνώριζε πώς ο στρατός των Βουλγάρων, ήταν ισχυρότερος από τον Ελληνικό γι’ αυτό επισκέπτονταν ο ίδιος τα Ελληνικά φρούρια και οχυρά στην Βαλκανική, έδινε προσωπικά οδηγίες στους διοικητές τους, τούς εμψύχωνε και τούς κατεύθυνε ως προς το είδος του πολέμου πού έπρεπε να διαλέξουν απέναντι στους αντιπάλους. Αυτός ο πόλεμος βασιζόταν σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αναδιπλώσεις στα οχυρά, σε συνεχείς παρενοχλήσεις των βουλγαρικών στρατευμάτων χωρίς να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους οι ίδιοι. Μέχρι το 995, ο Βασίλειος συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο του μη δίνοντας στον Σαμουήλ την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σε ανοικτό πεδίο.
Την χρονιά αυτή, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε εναντίον της Συρίας, όπου ο διοικητής της Αντιόχειας είχε ηττηθεί από τους σουλτάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες και το Χαλέπιον κινδύνευε να πέσει στα χέρια τους. Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν τρομερή για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις ημέρες ένας στρατός 40000 αντρών διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας. Αλλά ας αφήσουμε τον Schlumberger να μάς περιγράψει τις αντιδράσεις των Αιγυπτίων πού πολιορκούσαν το Χαλέπιον της Συρίας. Η της αφίξεως του βασιλέως φοβερά αγγελία ούτω αιφνιδίως επισκήψαντος υπήρξε κεραυνός διά τον Αιγύπτιον στρατηγό. Ούτω δέ εταράχθη εκ της τρομεράς από Βορρά περιελθούσης αυτώ ειδήσεως αυτός ο πιστεύων ότι ωρών μόνον εσκέφθη πλέον, να φύγη. Διότι κατέπληξεν αυτόν ο μέγας ούτος των Ρούμ αυτοκράτωρ, όστις διασχίσας εν καλπασμώ ως εκ θαύματος μετά του στρατού αυτού ολόκληρον την αυτοκρατορίαν του ευρίσκετο ήδη εν αποστάσει πορείας ολίγων μόνο ωρών και δή, ότε επίστευεν ότι διετέλει ων εν μέση Βουλγαρία. Πιθανώς δέ εν τη καταπτοήσει επί τοις πρώτοις αγγέλμασι το πλήθος του Ελληνικού στρατού εμεγαλύνθη υπερμετρως. Αυθωρεί λύσας την πολιορκίαν της πόλεως, ης επί τοσούτους μήνας αντεποιείτο και δι’ ην τοσούτους είχε θυσιάσει στρατιώτας“. Η παρουσία και μόνον του Ελληνα βασιλέα έτρεψε σε φυγή όλους τούς εχθρούς πού απειλούσαν τα νοτιοανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Αφού όρισε διοικητή της Αντιόχειας τον Δαμιανόν Δαλασσηνόν, αντί του Μιχαήλ Βούρτζη, ο Βασίλειος επανήλθε στην πρωτεύουσα. 
Ο Σαμουήλ όμως επωφελήθηκε και άρχισε να λεηλατεί την Μακεδονία. Κατέλαβε πάλι την Βέροια και πολιόρκησε την συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη, όπου φόνευσε τον διοικητή της Γρηγόριο Ταρωνίτη και αιχμαλώτισε τον γιό του. Αργότερα (997) κατέβηκε νοτιώτερα, μέχρι την Πελοπόννησο, προκαλώντας τρομερές καταστροφές και διαπράττοντας ανήκουστες βιαιοπραγίες. Σοβαρή αντίσταση βρήκε μόνο στο Γαλαξείδι, όπου οι κάτοικοι πολέμησαν με μεγάλη ανδρεία και επρώτευσε κάποιος Γαλαξειδιώτης ονόματι Χαραλάμπης. Επιστρέφοντας όμως ο τσάρος των Βουλγάρων προς την Βουλγαρία, με την λεία του πού την αποτελούσαν χιλιάδες αιχμάλωτοι και πλήθος από πολύτιμα σκεύη, συναντήθηκε στον Σπερχειό ποταμό με τον στρατηγό του Βασιλείου, Νικηφόρο Ουρανό. Οι δύο στρατοί στρατοπέδευσαν στις απέναντι όχθες του ποταμού ο οποίος ήταν πλημμυρισμένος λόγω των συνεχών βροχοπτώσεων. Οι Βούλγαροι, μεθυσμένοι από την χαρά, το κρασί και τα πλούσια λάφυρα, υποτίμησαν τούς αντιπάλους και αιφνιδιάστηκαν όταν οι Έλληνες κατάφεραν να διέλθουν από ένα διαβατό σημείο του ποταμού κατά την διάρκεια της νύκτας και επέδραμαν κατά του στρατοπέδου τους. Επακολούθησε τρομερή σφαγή των Βουλγάρων οι οποίοι μισοκοιμισμένοι δεν αντιστάθηκαν καθόλου και χάθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Σαμουήλ με τον γιό του προσποιήθηκαν τούς νεκρούς και τραυματισμένοι κατόρθωσαν να γλυτώσουν. Αφού περιπλανήθηκαν στα βουνά για δέκα ήμερες έφτασαν τελικά στην Αχρίδα. Η μάχη του Σπερχειού, το 997, είναι μία σπουδαία καμπή στον πόλεμο μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων και σημαδεύει την απαρχή της νικηφόρας πορείας των Ελληνικών στρατευμάτων.

Μάχη του Σπερχειού_απεικόνιση από το χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη_Μαδρίτη
O Σαμουήλ γρήγορα κατάφερε να αναδιοργανώσει τον στρατό του και να αρχίσει μία σειρά επιθέσεων σε διάφορα φρούρια και πόλεις της δυτικής Βαλκανικής. Το 998, κατέλαβε το Δυρράχιο και την Διόκλεια. Ο Βασίλειος κατελάμβανε φρούρια και κλεισούρες στην ανατολική Μακεδονία. Ο γιός του Ταρωνίτη, Ασώτιος, εγλύτωσε την ζωή του, χάρις την αγάπη της κόρης του Σαμουήλ, η οποία έπεισε τον πατέρα της να τούς παντρέψει. Πράγματι παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν οι δύο νέοι στο Δυρράχιο (αρχαία Επίδαμνος). Στην πρώτη ευκαιρία δραπέτευσαν και έφτασαν στην Βασιλεύουσα όπου πληροφόρησαν τον Βασίλειο για την πρόθεση του άρχοντα του Δυρραχίου, Χρυσηλίου, να παραδώσει την πόλη στον αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος απέστειλε τον Ευστάθιο Δαφνομήλη, ο οποίος παρέλαβε το μεγάλο λιμάνι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τον Σαμουήλ, ο οποίος έβλεπε την αυτοκρατορία του να κλονίζεται. Όμως ο Έλληνας αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει όπως θα ήθελε, διότι το 999 αναγκάσθηκε να εκστρατεύσει και πάλι στην Συρία, όπου οι Αιγύπτιοι είχαν ξαναγίνει απειλητικοί.
Στην Απάμεια της Συρίας ο Δαμιανός Δαλασσηνός είχε σκοτωθεί μαζί με έξι χιλιάδες στρατιώτες. Το θέαμα των νεκρών Ρωμιών κλόνισε τον Βασίλειο ο οποίος διέταξε την ταφή τους και έκτισε εκκλησία για να τιμήσει την μνήμη τους. Στις 28 Οκτωβρίου 999, οι Έλληνες πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Καισάρεια (Χαϊζάρ) της Συρίας και αργότερα την Έμεσα (Χόμς), και την Ηλιούπολη τις οποίες και ισοπέδωσαν. Αφού απέτυχε ο Βασίλειος να καταλάβει την Τρίπολη του Λιβάνου, εγκατέλειψε την πολιορκία και την 1η Ιανουαρίου 1000, έφτασε στην Αντιόχεια όπου γιόρτασε την έλευση του νέου έτους. Αφού ενίσχυσε τις βυζαντινές θέσεις, ο βασιλέας των Ελλήνων στράφηκε βόρεια προς την Αρμενία και την Γεωργία (Ιβηρία) οι οποίες πιεζόμενες από διάφορες τουρκμενικές και σελτζουκικές φυλές ζήτησαν την βοήθεια του.
Από τα κράτη αυτά, ο Βασίλειος απέσπασε κάποια σημαντικά συνοριακά εδάφη, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας, Δαυΐδ παραχώρησε το βασίλειο του οικειοθελώς στον Βασίλειο, ενώ ο αυτοκράτορας συνήψε συμφωνία με τούς πρίγκιπες του Ανί και του Βασπουραχάν πώς μετά τον θάνατο τους τα βασίλεια τους θα περιέρχονταν στην βυζαντινή εξουσία. Πράγματι, το Βασπουραχάν έγινε μέρος της βυζαντινής επικράτειας το 1021, ενώ το Ανί ακολούθησε το 1045. Θά παραμείνουν στή βυζαντινή εξουσία μέχρι την καταστροφική μάχη του Μαντζικέρτ (Μαναζκέρδης) το 1071, μετά την οποία θα περιέλθουν στα χέρια των Σελτζούκων. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος από την επιτυχημένη εκστρατεία του στην Γεωργία και Αρμενία, σταμάτησε στην Καππαδοκία, στο Θέμα του Χαρσιανού, όπου τον υποδέχτηκε ο πολύ πλούσιος άρχοντας, ονόματι Ευστάθιος Μαλεϊνός. Η τόσο πλούσια φιλοξενία και γεμάτη χλιδή περιποίηση του Μαλεϊνού προβλημάτισε τον Βασιλέα, ο οποίος δεν είχε ξεχάσει τις συμβουλές του γέροντα Σκληρού. Εξανάγκασε λοιπόν τον πλούσιο άρχοντα να τον συνοδεύσει στην Βασιλεύουσα όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο διακανονισμός των ζητημάτων πού αφορούσαν στην Αρμενία, Γεωργία και Συρία, γύρω στα 1000, επέτρεψε στον αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης να στρέψει απερίσπαστος την προσοχή του στην αντιμετώπιση του Σαμουήλ. Με μεθοδικές κινήσεις, με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ξεκίνησε μία εκστρατεία που διήρκεσε 14 ολόκληρα χρόνια, χειμώνα και καλοκαίρι, μην δίνοντας στον αντίπαλο την ευκαιρία να αναπνεύσει ούτε στιγμή, περικυκλώνοντας τον και χτυπώντας τον στα αδύνατα σημεία του, μεχρι την ολοκληρωτική συντριβή του και την τελική του παράδοση. Τον Μάρτιο του 1001 με τον Πρωτοσπαθάριο Νικηφόρο Ξιφία και τον Πατρίκιο Θεοδωροκάνο, στράφηκε στις δυτικές επαρχίες του βουλγαρικού κράτους και κατέλαβε την Πρεθσλαύα. Στρεφόμενος νότια, κατέλαβε την Βέροια, την Καστοριά και τα Σέρβια. Τα Σέρβια ήταν πανίσχυρο κάστρο και την άμυνα είχε αναλάβει ο προδότης Νικολιτζάς, ο οποίος ήταν πιστος στον Σαμουήλ και τον είχε βοηθήσει να καταλάβει την Λάρισα. Ύστερα από εικοσαήμερη πολιορκία, έπεσαν τα Σέρβια, και Βασίλειος χάρισε την ζωή του προδότη. Ο Νικολιτζάς έμελλε όμως να δραπετεύσει και να τρέξει να επανασυνδεθεί με τον στρατό του Σαμουήλ. Η Θεσσαλία όμως, είχε απαλλαγεί από τον βουλγαρικό κίνδυνο και ο Ελληνικός στρατός φαινόταν ότι είχε ξεπεράσει σε αξία και ισχύ τον Βουλγαρικό.
Τα Βοδενά, η σημερινή Έδεσσα, υποτάχθηκε στους Έλληνες, ύστερα από πολιορκία πού κράτησε πολλές εβδομάδες, στο έτος 1002. Η ιαχή “Βασίλειε σύ νικάς“, αντηχούσε πλέον σε ολόκληρη την Μακεδονία. Αφού κατέλυσε τον χειμώνα στην Θεσσαλονίκη, τον Μάϊο κατέλαβε το Δορύστολο ή Σιλιστρία και ύστερα από πολυήμερη πολιορκία το Βιδύνιο, στον Δούναβη ποταμό. Ο Σαμουήλ όμως ήταν άξιος και πείσμων αντίπαλος. Σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, την ημέρα τής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου επιτέθηκε στην Αδριανούπολη (Ανδριανού Πόλις) την λεηλάτησε και αιχμαλώτισε το σύνολο του πληθυσμού της. Ο Βασίλειος αναγκάστηκε να κινηθεί νότια. Το 1004 συναντώνται οι δύο στρατοί έξω από τα Σκόπια στις δύο όχθες του ποταμού Αξιού. Επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό του Σπερχειού ποταμού. Οι Βούλγαροι πιο ανοργάνωτοι, θεώρησαν τούς εαυτούς τους ασφαλείς λόγω του πλημμυρισμένου ποταμού. Ο Βασίλειος όμως είχε δώσει εντολή να βρεθεί πόρος διαβατός. Κάποιος στρατιώτης ονόματι Αλέξιος κατόρθωσε να βρει πέρασμα, και κατά την διάρκεια της νύκτας, ο Ελληνικός στρατός πέρασε κρυφά το πλημμυρισμένο ποτάμι, και έπεσε ως κεραυνός στο εχθρικό στρατόπεδο. Οι Βούλγαροι υπέστησαν δεινή ήττα, και υποχώρησαν. Ήταν η σειρά του Έλληνα Βασιλιά να μπει στην σκηνή του Σαμουήλ και να καθίσει στον θρόνο του, μετά την ήττα του 986. Το μόνο πού τον στεναχώρησε ήταν ο θάνατος του παλληκαριού πού είχε ψάξει και είχε βρει το πέρασμα. Τα Σκόπια, η πρωτεύουσα της αρχαίας Δαρδανίας, παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση.
Ιούλιος 1014, στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος νικά τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ.
Ιούλιος 1014, στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος νικά τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ.
Κάθε χρόνο ο Βασίλειος επανερχόταν στην Μακεδονία πιέζοντας αφόρητα τον Σαμουήλ, έχοντας ως σκοπό του την τελειωτική νίκη. Η μάχη που σημάδεψε την αρχή του τέλους έγινε στις 29 Ιουλίου του 1014, στα στενά του Κλειδίου (Κίμβα Λόγγου), μεταξύ των Σερρών και του Μελενίκου. Ο Σαμουήλ είχε καταλάβει τα στενά εμποδίζοντας την διάβαση των βυζαντινών, χρησιμοποιώντας ολόκληρο τον όγκο των στρατευμάτων του στην επιχείρηση αυτή. Η πρώτη μερα της μάχης ήταν νικηφόρα για τα εχθρικά στρατεύματα. Ο Νικηφόρος Ξιφίας όμως, ένας ακόμη ικανότατος στρατηγός του αυτοκράτορα, κατά την διάρκεια της νύκτας, βρήκε κάποιο πέρασμα και βρέθηκε αναπάντεχα στις πλάτες του Σαμουήλ. Η καταστροφή του βουλγαρικού στρατού ήταν ολοκληρωτική. Ο τσάρος των βουλγάρων διέφυγε με άτακτη υποχώρηση, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος των βουλγάρων στρατιωτών συνελήφθη αιχμάλωτος. Θέλοντας να τελειώσει μια για πάντα με τούς εχθρούς του, ο Βασίλειος έδωσε τότε μία τρομερή και απάνθρωπη διαταγή. Αποφάσισε να τυφλωθούν και οι 15.000 αιχμάλωτοι, αφήνοντας ανά εκατοντάδα ένα μονόφθαλμο, ο οποίος θα οδηγούσε στον Σαμουήλ τούς τυφλούς του στρατιώτες. Στην Πρίλαπο, όπου είχε καταφύγει ο Σαμουήλ, αντίκρισε το τρομερό θέαμα των τυφλών στρατιωτών του και σύμφωνα με τούς Κεδρηνό και Σκυλίτζη, μετά από δύο ημέρες ο τσάρος των Βουλγάρων πέθανε από την λύπη του. Ο Έλληνας βασιλιάς δικαιώθηκε με την ενέργειά του αυτή και απαλλάχθηκε από τον άνθρωπο πού είχε απειλήσει την ακεραιότητα του κράτους του. Πολλοί κατακρίνουν και όχι αδίκως την ενέργεια του αυτοκράτορα. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι Βούλγαροι πλησίασαν να καταστρέψουν ολοσχερώς τον Μεσαιωνικό Ελληνισμό και έπρεπε αυτή η απειλή να εκλείψει διά παντός. Εάν οι Παλαιολόγοι είχαν αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο τούς Οθωμανούς, σίγουρα η κατάσταση της χώρας μας θα ήταν διαφορετική σήμερα. Οι Βούλγαροι όμως συνέχισαν πεισματικά τον πόλεμο. Λίγο μετά την μάχη του Κλειδίου αποδεκάτισαν, στην κοιλάδα της Στρουμνίτζας, απόσπασμα του ελληνικού στρατού μαζί με τον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη.
Τον Σαμουήλ διαδέχθηκε ο γιός του Γαβριήλ, ο οποίος προσπάθησε να συνθηκολογήσει με τον αυτοκράτορα, αλλά δολοφονήθηκε από τον εξάδελφο του Βλαδισλάβο, το 1016. Ο τελευταίος άρχισε ειρηνευτικές συνομιλίες, με κύριο στόχο του να αναδιοργανώσει τα κατάλοιπα του βουλγαρικού στρατού. Όμως ο ακαταπόνητος Βασίλειος δεν πίστεψε τις ψεύτικες υποσχέσεις του Βλασιδισλάβου και συνέχισε να κατακτά την μία πόλη μετά την άλλη. Κατέκτησε τα Βιτώλια (Μοναστήριον), το Πρίλαπο, το Στυπείον, το Μελενίκο τα Μογλενα και τα Βοδενά (Έδεσσα) πού είχαν ανακαταλάβει οι Βούλγαροι. Κατά την διάρκεια άλλης εκστρατείας ο Ιβάτζης παγίδευσε απόσπασμα του αυτοκρατορικού στρατού και το κατέσφαξε μαζί με τούς αρχηγούς του Γεώργιο Γονιτζιάτη και Ορέστη. Το 1017 οι μάχες συνεχίζονται ακατάπαυστα. Για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του Βουλγαροκτόνου, παραθέτουμε το παρακάτω περιστατικό πού περιγράφει ο Σκυλίτζης: Σε μία ένεδρα του Βλαδισλάβου, παγιδεύεται η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη. Ο Βασίλειος πού ακολουθούσε και ο οποίος ήταν γύρω στα εξήντα, πήδηξε στο άλογό του, ανεφώνησε “Οστις πολεμιστής, ακολουθείτω μοι” και χωρίς να κοιτάξει πίσω του, κάλπασε προς τα εμπρός. Ο Διογένης διεσώθηκε, οι Βούλγαροι διασκορπίστηκαν και όλες οι αποσκευές του Βούλγαρου Τσάρου περιήλθαν στα χέρια του αυτοκρατορικού στρατεύματος. Ο Βλαδισλάβος σκοτώθηκε πολιορκώντας το Δυρράχιο το 1018 του οποίου την άμυνα είχε αναλάβει ο Νικήτας Πηγωνίτης. Αμέσως μετά ο Βασίλειος μπήκε θριαμβευτικά στην Αχρίδα, με την κατάκτηση της οποίας τελείωσε ο πόλεμος πού είχε αρχίσει το 986 και διήρκεσε 32 ολόκληρα χρόνια. Τα κάστρα παραδίδονταν στον βασιλέα, το ένα μετά το άλλο. Ο μόνος πού συνέχιζε πεισματικά να μάχεται ήταν ο Ιβάτζης. Και πάλι ο Σκυλίτζης μας αναφέρει αναλυτικά την περιπετειώδη σύλληψη του βογιάρου. «Ο Ιβάτζης ήταν οχυρωμένος στο απάτητο κάστρο του Βροχωτού, όταν μόνος με δύο συντρόφους, ο Κατεπάνω Ευστάθιος Δαφνομήλης κατέφθασε, προφασιζόμενος να μιλήσει με τον Ιβάτζη. Οι Βούλγαροι όταν είδαν τον Έλληνα στρατηγό μόνο του, φυσικά δεν ανησύχησαν και τον δέχθηκαν περίεργοι για τούς σκοπούς της επίσκεψεώς του. Μετά από το δείπνο, ο Δαφνομήλης εζήτησε κατ’ ιδίαν συνδιάλεξιν προς τον Ιβάτζην. Αφού απομακρύνθηκαν σε γειτονικό άλσος, ο πελώριος Έλληνας στρατηγός, τον ακινητοποίησε και με την βοήθεια των συντρόφων του πού ήταν κρυμμένοι, τον ετύφλωσαν. Φέροντας σε άθλια κατάσταση μπροστά από τούς Βούλγαρους στρατιώτες τον αρχηγό τους, με βροντερή φωνή τούς έπεισε ότι κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη, γιατί σε λίγο κατέφθανε ο αυτοκράτορας. Αυτό ήταν το τέλος και της τελευταίας εστίας αντίστασης των Βουλγάρων.
Basilios_II
Ο Βασίλειος μετά την πλήρη κυριαρχία του στην Μακεδονία, περιόδευσε στις νότιες επαρχίες, όπου τα πλήθη συνέρρεαν να τον συναντήσουν και να τον επευφημήσουν. Επισκέφθηκε τις Θερμοπύλες πού είχαν γραφτεί σελίδες αντάξιας δόξας από τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, πέρασε από την Θήβα πού ήταν το κέντρο της παραγωγής μεταξιού όλης της αυτοκρατορίας, με πολυάριθμες βιοτεχνίες και εξαγωγές προς την Δύση. Στο τέλος δε έφτασε στην πατρίδα των μαχητών του Μαραθώνος και της Σαλαμίνας, την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς. Εκεί ανέβηκε στον Παρθενώνα, πού είχε στο εσωτερικό του κτισμένο ναό προς τιμήν της Θεοτόκου. Παραθέτουμε αφήγηση του σοφού ερευνητού Γάλλου Σλουμβερζέ: “Ενώ δέ χρόνω ο σεπτός νικητής των Βουλγάρων γονυκλινής ηυχαρίστει την Παναγίαν την Αθηνιώτισσαν, οι θεοί και οι ήρωες του Φειδίου εν τη μεγαλοπρεπεί αυτών πομπή εθεώντο τον γηραιόν αυτοκράτορα άνωθεν από των σεπτών ζωφόρων. Διότι οι των θαυμασίων συληταί Τούρκοι, Ενετοί και Άγγλοι δεν είχον παρέλθει επί τον ιερόν βράχον.” Αξίζει να αναφέρουμε μία λεπτομέρεια. Ο Ενετός Μοροζίνι το 1688, έκλεψε από τον Πειραιά ένα κολοσσιαίο αρχαίο άγαλμα που παρίστανε Λέοντα. Εξ’ ού και οι Βενετοί ονόμαζαν το λιμάνι Πόρτο Λεόνε. Τα λιοντάρια όπως γνωρίζουμε έμελλε να αποτελέσουν σύμβολο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στο άγαλμα αυτό ήταν χαραγμένες επιγραφές άγνωστης γλώσσας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η γλώσσα ήταν σκανδιναβική και οι επιγραφές ήταν χαραγμένες από τούς μισθοφόρους Ρως του Αυτοκράτορα, ο οποίος το 1018 επέστρεψε ακτοπλοϊκώς στην Θεοφύλακτη Κωνσταντινούπολη και φυσικά για κάποιες ώρες είχε καταλύσει και στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά. Ο Βασίλειος είχε αποτρέψει την κλοπή έργων των προγόνων του. Η αίγλη της Ρωμιοσύνης τότε ήταν στο υψηλότερο σημείο πού είχε βρεθεί ποτέ.
Ο Βασίλειος δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τις υποθέσεις πού αφορούσαν στις δυτικές επαρχίες του κράτους. Προσπάθησε να δημιουργήσει διπλωματικές σχέσεις με την Γερμανική αυτοκρατορία η οποία διεκδικούσε με αξιώσεις την Κάτω Ιταλία, παραχωρώντας την αδελφή του Θεοφανώ, ως σύζυγο του Όθωνα Β’. Παραθέτω κρίσεις του Schlumberger για την επίδραση της Ελληνίδος πριγκίπισσας στο Γερμανικό κράτος: “… μεγάλη υπήρξεν η ροπή, ήν ήσκησεν επί του γερμανικού λαού η Ελληνίς αύτη ηγεμονίς, η εγγονή του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου …. ου μόνον η Σικελία και η Ιταλία, αλλά και η Γερμανία απέβη κατα τούς χρόνους τούτους υποτελής εις τούς καλλιτέχνας της Κωνσταντινουπόλεως. Τα μνημεία περί της επιδράσεως, ην ήσκησαν εν Γερμανία οι αντιπρόσωποι της βυζαντιακής τέχνης, εναργεστάτας περί τούτου παρέχουσιν αποδείξεις ….. Οι Ελληνες δικάιως υπερηφανεύονται επί τω ότι έδωκαν τω γερμανικώ λαώ ηγεμονίδα τοσούτον λαμπραίς περικοσμουμενην βασιλικαις αρεταίς……“. Η Θεοφανώ ανέθρεψε τον γιό της Οθωνα Γ’ με ελληνική παιδεία ορίζοντας ως παιδαγωγό τον ιερέα Ιωάννη Φιλάγαθο από το Ρωσσανό της Καλαβρίας. Ο Βασίλειος προσπάθησε επίσης να τοποθετήσει στον παπικό θρόνο τον πιο πάνω ιερέα, αλλά απέτυχε.
Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε την λησμονημένη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή την Κάτω Ιταλία, η οποία κατά τούς χρόνους του Βασίλειου Β’ σημείωσε μεγίστη ακμή. Το κείμενο του ιστορικού Λένορμαν πού παρατίθεται παρακάτω επιβεβαιώνει την ελληνικότητα της Καλαβρίας, η οποία αποτελούταν από συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς με πλήθος βυζαντινών εκκλησιών και μοναστηριών. Ο μέγας ιεράρχης Άγιος Νείλος ήταν εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής, και κάθε ημέρα αφιέρωνε τρείς ώρες στην αντιγραφή κειμένων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Με την βοήθεια του Γρηγορίου Τραχανιώτη, του βασιλικού πρωτοσπαθάριου και κατεπάνω της Ιταλίας, της οποίας πρωτεύουσα ήταν η Βάρη, μπόρεσε να εδραιώσει την βυζαντινή εξουσία στην περιοχή αυτή, απωθώντας τους Άραβες επιδρομείς από την Σικελία και τούς Ιταλολομβαρδούς από το βορρά. Δυστυχώς και αυτή η ελληνική περιοχή έμελλε να χαθεί για πάντα, μετά τις επιδρομές των Νορμανδών, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε παρά την προσπάθεια του Βατικανού, διασώζονται ακόμα και σήμερα Ελληνικά ήθη, θρησκεία και γλώσσα. Ανεξάντλητος, αν και σε προχωρημένη ηλικία πλέον, ο Βασίλειος σχεδίαζε να επιτεθεί κατά της Σικελίας για να την επαναφέρει στην βυζαντινή επικράτεια, αμέσως μόλις τελείωσε με την βουλγαρική απειλή. Όμως ο θάνατος τον πρόλαβε στις 15 Δεκεμβρίου του 1025. Ο μεγάλος στρατηλάτης αυτοκράτορας ετάφη σύμφωνα με τις επιθυμίες του στην μονή της Θεοτόκου, στο προάστιο Έβδομον, κοντά στα τείχη για να παρακολουθεί τούς στρατιώτες του όταν αναχωρούν για τις εκστρατείες τους.
basil_konstant_976
Όπως έχει αναφερθεί στο εσωτερικό μέτωπο ο κυριότερος στόχος του Βασιλείου ήταν η μεγάλοι γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας και οι παντοδύναμοι αριστοκράτες. Γι’ αυτό εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα με τα οποία επιχειρούσε να πλήξει αυτά τα αρπακτικά. Έτσι το 996, με ένα διάταγμα του το Αλληλέγγυον, απαιτούσε την επιστροφή των εδαφών που είχαν αφαιρεθεί, με διάφορες μεθόδους, από το 922 και μετά στους προηγούμενους κατόχους τους, που συνήθως ήταν μικροϊδιοκτήτες. Επαναφέροντας σε ισχύ ένα παλιό νόμο του Νικηφόρου Α΄, καθόριζε πώς η πληρωμή του φόρου, θά γινόταν από τον πλησιέστερο πλούσιο κάτοχο γης, όταν κάποιος μικροϊδιοκτήτης αδυνατούσε να τον πληρώσει. Έτσι πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς γη, η οποία κατήσχετο ή διαμοιραζόταν σε ακτήμονες γεωργούς. Το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γέμισε από τις πωλήσεις της κατασχόμενης γης και από τούς φόρους και οι φτωχοί καλλιεργητές ανακουφίστηκαν. Η δυσαρέσκεια της τάξης των πλουσίων θα εκδηλωθεί ανοικτά μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου και η πορεία προς τον φεουδαλισμό και την συγκέντρωση και πάλι μεγάλων εκτάσεων γης σε λίγα χέρια θα καταστεί ανεξέλεγκτη από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι φτωχοί αγρότες πού αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού να εξαθλιωθούν και η Μικρά Ασία να πέσει λίγα χρόνια αργότερα στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων.
Ο Βασίλειος διέπραξε το ίδιο λάθος με τον Μέγα Αλέξανδρο. Δεν επέλεξε ικανό διάδοχο πού θα συνέχιζε το έργο του. Αυτό το λάθος είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του από την ανικανότητα του διαδόχου και αδελφού του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων ανίκανων βασιλέων, πού σε λίγα χρόνια θα φέρουν το Βυζάντιο στο χείλος της καταστροφής, μέχρι την σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού. Ολοκληρώνουμε την αναφορά στον μέγιστο της Ρωμιοσύνης με την κρίση των Ψελλού και Ζωναρά. “ο ηγεμών ούτος αφ’ ου και τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε την δέ αριστοκρατία καθαιρέσας ισότιμον πρός τας άλλας κοινωνικάς ταξεις κατέστησε και εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών το κράτος ετύγχανεν….. δαπανούσε μόνον τα αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέ προσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τα ταμεία των ανακτορων……. αλλ’ ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τον πλείστον της αρχής αυτού χρόνον….“.
Δεν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων την πορφύραν, ίνα διακρίνηται, ότε εις τας θρησκευτικάς τελετας παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ήσαν εις τα ταμεία αποτεθειμενοι….“.
**********************************
Ο Alexander Kiossev (καθηγητής πολιτισμικής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Σόφιας) γράφει χαρακτηριστικά για τον Βασίλειο Β’……Ο ήρωας ενός έθνους μπορεί να είναι ο κακός………του γείτονά του……Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, σημαντική προσωπικότητα στο ελληνικό πάνθεον των ηρώων, δεν είναι λιγότερο σημαντικός ως αντικείμενο μίσους για τη δική μας εθνική μυθολογία.


Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΑΝΗΣ : Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ


21 Ιουλίου 1974. Μόλις ένα 24ωρο μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο ο Ελληνισμός ζει δύσκολες στιγμές. Από την εθνική τραγωδία δεν έμεινε αλώβητος και ο αθλητισμός. Η οικογένεια του Ηρακλή Θεσσαλονίκης θρηνεί ένα δικό της παιδί, τον παλιό σπρίντερ, Γιώργο Κατσάνη, ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχόμενος στον Άγιο Ιλαρίωνα, ως διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών.
Ως ελάχιστη ένδειξη τιμής στον ηρωισμό που επέδειξε ο παλιός αθλητής του, ο Ηρακλής χάρισε το όνομά του στο κλειστό γυμναστήριο το οποίο χρησιμοποιεί ως έδρα η ομάδα του βόλεϊ, στις εγκαταστάσεις των Χορτάτζηδων. Το γνωστό μας, πλέον, "Κατσάνειο" οφείλει την ονομασία της σ' αυτόν τον ήρωα του ελληνικού έθνους, ο οποίος δεν δίστασε να δώσει τη ζωή του για τα ιδανικά της πατρίδας, σαν σήμερα πριν από 40 χρόνια.
Γεννημένος το 1934 στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, ο Κατσάνης εντάχθηκε στο τμήμα στίβου του Ηρακλή το 1948. Το καλό του αγώνισμα ήταν τα 100 μέτρα, αλλά διακρινόταν τόσο στα 200 μέτρα όσο και στο άλμα εις μήκος. Η ταχύτητα και η αλτικότητά του τον βοήθησαν στη νέα καριέρα που άρχισε στα 18 του, όταν εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων και κατετάγη στο σώμα των καταδρομέων. Το 1973, ταγματάρχης πια, ζήτησε μόνος του να μετατεθεί στην Κύπρο και τοποθετήθηκε διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών της Εθνικής Φρουράς. Όταν ο "Αττίλας" εισέβαλε στην Κύπρο, ο Κατσάνης αντιστάθηκε ηρωικά μαζί με τη μονάδα του και έπεσε στο καθήκον στον Άγιο Ιλαρίωνα, στις παρυφές του όρους Πενταδάκτυλος, έχοντας ταχθεί επικεφαλής της ομάδας διοίκησης χωρίς να έχει δίπλα του κανέναν αξιωματικό για να τον αντικαταστήσει ή να τον στηρίξει (μια και άπαντες ήταν ή τραυματίες ή κάλυπταν άλλες θέσεις).

 Ο υποδιοικητής του, Ευάγγελος Μαντζουράτος, σημειώνει: "Καταλάβαμε τον αντικειμενικό μας στόχο, που ήταν στις παρυφές του Αγίου Ιλαρίωνα, στα Πετρομούθια. Η κατάσταση που επικρατούσε το πρωί της 21ης Ιουλίου είχε ως εξής: Οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ενισχυθεί από αλεξιπτωτιστές και καταδρομείς. Τα πυρομαχικά μας έφταναν στο τέλος -υπ' όψιν ότι είχαμε πυρομαχικά για να ε­κτε­λέ­σου­με την βρα­δι­νή διείσ­δυ­ση, να προ­σβά­λου­με τον ε­χθρό, να καταλάβουμε το έδαφος και εν συνεχεία έπρεπε να απαγκιστρωθούμε μέχρι το άλλο φως από άλλες δυνάμεις που θα έρχονταν στην περιοχή. Κά­τι το ο­ποί­ο δεν έγινε".
Και συνεχίζει: "Αναγκα­ζό­μα­σταν έτσι, κα­τό­πιν δια­τα­γών, να εκτελούμε βο­λές μό­νο α­πό κο­ντι­νές α­πο­στά­σεις και μό­νο εφόσον κινδυνεύαμε άμεσα. Οι επιθέσεις των Τούρ­κων αποκρούονταν α­πό μικρές το­πι­κές δυνάμεις των λό­χων. Σε μια τέ­τοια αντεπίθεση, ό­που ο Κα­τσά­νης σήκωσε μια διμοιρία για να διώξει από τον χώρο του τον ε­χθρό που είχε διεισδύσει, τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι στρατιώτες του προσπάθησαν να πάρουν το πτώμα του, έδωσαν μάχη, αλλά δεν τα κατάφεραν".

ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΥΠΟΠΟΛΥΒΟΛΟ STEYR-SOLOTHURN MP34





 Α. ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΥΠΟΠΟΛΥΒΟΛΟΥ STEYR-SOLOTHURN.

      ΣΤΟΙΧΕΙΑ                              ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
01. Διαμέτρημα                                      9 χιλ.
02. Σύστημα λειτουργίας            Οπισθόκρουση (blowback)
03. Τροφοδοσία                      Οριζόντιος γεμιστήρας 32 φυσ.
04. Μήκος όπλου                                  0.85 μ.
05. Μήκος κάνης                          0.196 - 0.20 μ.
06. Βάρος όπλου                           3.9 - 4.4 Kg
07. Ραβδώσεις                               6 δεξιόστροφες 
08. Κλισιοσκόπιο                               500 μ.
09. Αρχική ταχύτητα                      381- 418 μ/δ
10. Ταχυβολία                                400-500 β/λ    
 












Γενικά επί του υποπολυβόλου Steyr-Solothurn.

   Το 1924, ο διάσημος σχεδιαστής όπλων Louis Stange της γερμανικής εταιρίας Rheinmetall είχε αρχίσει τη σχεδίαση ενός αυτομάτου, την οποία ολοκλήρωσε το 1929 και τα σχέδια αυτά τα έδωσε η Reinmetall στη θυγατρική, ελβετική εταιρία Solothurn για ανάπτυξη. Η εταιρία αυτή (Waffenfabrik Solothurn AG, Solothurn) είχε ιδρυθεί από το 1929 από την εταιρία Reninmetall, για να μπορεί η δεύτερη να ασχολείται με την ανάπτυξη και την πώληση οπλισμού, μέσω της πρώτης, παρακάμπτοντας έτσι τις δεσμεύσεις που είχε επιβάλει στη Γερμανία η συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών του 1919. Μετά την ανάπτυξη του αυτομάτου αυτού από την Solothurn, δόθηκε η παραγγελία κατασκευής του στην αυστριακή εταιρία Steyr, η οποία, την εποχή εκείνη είχε δημιουργήσει συνεταιρισμό με την Solothurn, ως Steyr-Solothurn Waffen AG. Έτσι, το 1934 ήταν έτοιμο το αυτόματο Steyr-Solothurn. S1-100 ή Rheinmetall MP 34.

   Το αυτόματο αυτό λειτουργούσε με το σύστημα οπισθοκρούσεως (blowback), έχει επιλογέα βολής και ετροφοδοτείτο από γεμιστήρα των 32 φυσιγγίων. Κατασκευάστηκε σε δύο παραλλαγές, μια με βραχεία κάνη και μια με μακρά κάνη, ορισμένα δε της δεύτερης παραλλαγής έφεραν και τόρμο εγκαθίσεως ξιφολόγχης. Παρουσιάσθηκε σε ποικιλία διαμετρημάτων, ανάλογα με τις επιθυμίες των αγοραστών του και θεωρήθηκε ως ένα από τα καλύτερα αυτόματα που κατασκευάστηκαν ποτέ, δεδομένου ότι ήταν αξιόπιστο, καλοκατασκευασμένο και άριστης αποδόσεως. Αυτά τα προσόντα του χάρισαν τον χαρακτηρισμό ως η "Rolls-Royce" των αυτομάτων.
   Το αυτόματο αυτό έγινε παραδεκτό από τον Αυστριακό Στρατό το 1934 με διαμέτρημα των 9 χιλ. Mauser Export (9x25) και από την Αυστριακή Αστυνομία σε 9 χιλ. Steyr (9x23). Το αυτόματο Steyr-Solothurn. πουλήθηκε σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ιαπωνία, χώρες την Ν. Αμερικής, η Ελλάδα κλπ. Μετά το Anschluss το 1983, έγινε παραδεκτό και από τις γερμανικές δυνάμεις, κυρίως από τη Γερμανική Στρ/κή Αστυνομία (9 χιλ. Para) και την Luftwaffe (9 χιλ. Steyr)

Η πορεία του υποπολυβόλου Steyr-Solothurn στην Ελλάδα.

   Το αυτόματο Steyr-Solothurn ήταν το πρώτο αυτόματο που έγινε παραδεκτό στην Ελλάδα, όχι, όμως, για στρ/κή, αλλά για αστυνομική χρήση. Ειδικώτερα, το 1937, το Υφυπουργείο Δημόσιας Ασφαλείας (υφυπουργός Κων/νος Μανιαδάκης) παρήγγειλε στην αυστριακή εταιρία Steyr ανεξακρίβωτο αριθμός τέτοιων αυτομάτων, για τον εξοπλισμό των ειδικών τμημάτων Χωρ/κής και της ΑΠ. Τα αυτόματα αυτά ήταν διαμετρήματος των 9 χιλ. Steyr (9x23) και έφεραν στο κοντάκι τους σφραγίδα από το ελληνικό εθνόσημο και την επιγραφή "Υφυπουργείον Δημόσιας Ασφαλείας", ενώ στην αριστερή πλευρά της βάσεως του κλείστρου, δίπλα στην υποδοχή του γεμιστήρα ήταν παραδόξως χαραγμένα τα γράμματα ΕΣ, αντί για ΕΧ.
   Πράγματι, το 1938 η Χωρ/κή συγκρότησε το μοναδικό τότε Μ/Κ τμήμα αμέσου επεμβάσεως, δυνάμεως 350 ανδρών, με 250 δίκυκλα και τρίκυκλα, δύο δε μήνες μετά την κήρυξη του Πολέμου το 1940, το τμήμα αυτό πήρε άλλα 600 δίκυκλα Norton. Οι άνδρες του τμήματος αυτού είχαν εξοπλισθεί με αυτόματα Steyr-Solothurn, η πρώτη δε δημόσια εμφάνισή τους με τον νέο οπλισμό έγινε στην παρέλαση των Αθηνών στις 25.3.1938. Τέτοια αυτόματα δόθηκαν και στο αντίστοιχο τμήμα ΑΠ, καθώς και στην Ειδική Ασφάλεια των δύο Σωμάτων.
   Μετά την έναρξη του Πολέμου του 1940-41, με την υπ.αριθμ. 6/4/14/29.10.1930 διαταγή του Υφυπουργείου Δημόσιας Ασφαλείας "περί συγκροτήσεως στρατονομικών αποσπασμάτων", διατάχθηκε η δημιουργία τέτοιων αποσπασμάτων και παραχωρήθηκαν από το Τάγμα Χωρ/κής σε καθένα από αυτά 1 τρίκυκλο και 2 οπλ/λα (εννοείται αυτόματα) με 3.000 φυσίγγια. Συνολικά διατέθηκαν για τα αποσπάσματα αυτά 59 αξ/κοί της Χωρ/κής, 24 πεζοί υπαξ/κοί, 302 πεζοί χωρ/κες, 36 έφιππι υπαξ/κοί και 222 έφιπποι χωρ/κες. Επίσης, με αυτόματα S-S εξοπλίστηκαν και 20 μοτοσυκλετιστές του Μ/Κ τμήματος της ΑΠ, που στάλθηκαν και αυτόι στο μέτωπο για να εκτελέσουν στρατονομικά καθήκοντα. Τέλος, μικρό αριθμό τέτοιων αυτομάτων (περίπου 44) διέθετε και η ΣΟΧ, η οποία μεταφέρθηκε στην Κρήτη το Μάρτιο του 1941 και έλαβε μέρος στην απόκρουση της γερμανικής εισβολής τον Μάιο του ίδιου χρόνου.
   Στην Αθήνα, όταν μπήκαν οι Γερμανοί αφαίρεσαν τον οπλισμό, τόσο της Χωρ/κής, όσο και της ΑΠ, αλλά στην τελευταία άφησαν 20 αυτόματα και 50 τυφέκια, κυρίως για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Κατά την Κατοχή, αυτόματα Steyr-Solothurn χρησιμοποιήθηκαν και από τους αντάρτες, σε περιορισμένη, όμως, έκταση, τα περισσότερα δε απ' αυτά προέρχονταν εκ λαφύρων, που είχαν διαμέτρημα των 9 χιλ. Para και έβαλλαν φυσίγγιο, το οποίο υπήρχε σε αφθονία. Δεν αποκλείεται αριθμός τέτοιων αυτομάτων να χρησιμοποιήθηκε και κατά τον Ανταρτοπόλεμο, τόσο από τους αντάρτες, όσο και από τις μονάδες MAY και τη Χωρ/κή. Γεγονός, πάντως, αναμφισβήτητο είναι ότι μετά το 1950, ο Στρατός διέθετε τέτοια λάφυρα, για αυτό και στον κανονισμό που εξέδωσε η Δ/σις ΤΕΣ/ΓΕΣ το 1954, αναφερόταν το αυτόματο αυτό στον εκ λαφύρων οπλισμό, ως μη συντηρούμενο όπλο. Σήμερα, ένα τέτοιο αυτόματο της ελληνικής παραγγελίας του 1937 υπάρχει στο Μουσείο ΣΣΕ με αυξ. αριθμ. 13.857,  δεν αποκλείεται δε να υπάρχουν και άλλα τέτοια αυτόματα στα άλλα μουσεία της χώρας.

ΠΗΓΗ  ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.   

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΜΑΤΑΓΩΓΟΥ " ΛΕΣΒΟΣ " ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 1974


γράφει ο Μιχάλης Βάρδας, έφεδρος σημαιοφόρος του Π. Ν.

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ, με Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Ε.Χανδρινό, απέπλευσε την 22:00 από τις Κεχριές για την Αμμόχωστο της Κύπρου, στις 13 Ιουλίου 1974, μεταφέροντας προσωπικό και υλικά της ΕΛΔΥΚ σε εκτέλεση προγραμματισμένου πλού . Η ώρα που υπολογιζόταν να φθάσει στην Κύπρο ήταν 7 το πρωί της 17ης Ιουλίου. Την 09:00 της 15/7 και ενώ το πλοίο ευρίσκετο εν πλώ, ο Κυβερνήτης επληροφορήθη από το ραδιόφωνο, την εκδήλωση πραξικοπήματος εναντίον του Μακαρίου και ότι ο Αρχιεπίσκοπος ήταν νεκρός. Ο Χανδρινός συνέχισε τον πλούν του προς την Κύπρο, με σύμφωνη γνώμη του Αρχηγείου Ναυτικού (ΑΝ), το οποίο ενέκρινε τις προθέσεις του. Το μεσημέρι της 16/7 και ενώ το Α/Γ ευρίσκετο νοτίως της Λεμεσού, έλαβε διαταγή από το ΑΝ να κινηθεί προς τον όρμο Λάρδο (Λίνδος) της Ρόδου. Η διαταγή αυτή ακυρώθηκε την επομένη και εδόθη νέα διαταγή να κατευθυνθεί αμέσως προς στην Αμμόχωστο .

Το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ έφθασε στο λιμάνι της Αμμοχώστου την 19η Ιουλίου, 5 το απόγευμα, αλλά δεν εκφόρτωσε πυρομαχικά, γιατί όπως ανέφερε ο αρμόδιος Αξιωματικός της ΕΛΔΥΚ δεν ήταν απαραίτητα, επειδή από πρόσφατες επιχειρήσεις είχε περισυλλέγει μεγάλη ποσότητα όπλων και πυρομαχικών. Εν τω μεταξύ, δύο Αξιωματικοί της Ειρηνευτικής Δυνάμεως, είχαν τοποθετηθεί, -για πρώτη φορά- στον καταπέλτη του πλοίου προς έλεγχο του εκφορτούμενου υλικού..!  Την ίδια ημέρα, 19/7/1974, στις 6 το απόγευμα, το αρματαγωγό ΛΕΣΒΟΣ απέπλευσε από την Αμμόχωστο με 450 άνδρες οπλίτες και αξιωματικούς της ΕΛΔΥΚ, για επαναπατρισμό.

ΤΟ Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ ΚΑΙ Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ

Στις 20/7/1974 το πρωί ο Κυβερνήτης έμαθε από την Κυπριακή ραδιοφωνία την Τουρκική επιθετική ενέργεια και την αποβάση όπως και την κήρυξη γενικής επιστρατεύσεως, από την Κυπριακή και την Ελληνική Κυβέρνηση.

Το πλοίο, στις 9 και 20 το πρωί, και ενώ έπλεε προς την Ελλάδα , διετάχθη με απόρρητο σήμα του ΑΝ να κατευθυνθεί στη Λεμεσσό, για να αποβιβάσει την δύναμη της ΕΛΔΥΚ που επαναπατριζόταν. Το πλοίο την ώρα αυτή ήταν 40 ναυτικά μίλλια νοτιοδυτικά από την Πάφο, και γιά τον λόγο αυτό, η διαταγή αυτή άλλαξε και εδόθη νέα, να πλεύσει στην Πάφο και να αποβιβάσει το προσωπικό της ΕΛΔΥΚ εκεί . Έτσι στις 2 το μεσημέρι το πλοίο αποβίβασε τους οπλίτες της ΕΛΔΥΚ ,που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η Κύπρος, στο λιμάνι της Πάφου.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο ήρωας Πλωτάρχης (τότε) Ελευθέριος Χανδρινός, Κυβερνήτης του Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ , που με τις ευφυείς κινήσεις και ενέργειές του, προκάλεσε μεγάλες ζημιές στον Τούρκικο Στόλο, στην Τουρκική Αεροπορία και διέσωσε με τα εύστοχα πυρά του αρματαγωγού του την πόλη της Πάφου από τους Τούρκους εισβολείς.

Ο έφεδρος λοχίας Δ. Πλέσσας θυμάται: "O επικεφαλής αξιωματικός μας, αντισυνταγματάρχης Στραυρουλόπουλος, μας ζήτησε όταν αποβιβαστούμε στη Πάφο, για το ηθικό των Κυπρίων να τους πούμε ότι είμαστε ελληνικός στρατός που δήθεν ήρθε από την Ελλάδα. Πράγματι, κάναμε μια θεαματική απόβαση με σχοινιά και ΑΒΑΚ, ενώ τα πυροβόλα του αρματαγωγού κατέρριψαν τον μιναρέ του Τζαμιού στον τουρκοκυπριακό θύλακα". Ο Διοικητής της Εθνοφρουράς Πάφου στις 2 και 15, ζήτησε από τον Κυβερνήτη του αρματαγωγού Ελευθέριο Χανδρινό , να προσβάλει με το πυροβολικό του πλοίου, το φρούριο της Πάφου τον θύλακα Μούτταλου, στον οποίο ήταν συγκεντρωμένες μεγάλες Τουρκικές δυνάμεις (δύο τάγματα), με άριστο εξοπλισμό καθώς και άτακτοι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι της Πάφου, βαριά εξοπλισμένοι.. Ο Ε.Χανδρινός δεν γνώριζε, λόγω σιγής ασυρμάτου, αν ήδη υπήρχε εμπλοκή της Ελλάδος με την Τουρκία και φαινότανε να σκέπτεται τι έπρεπε να πράξει.

Μετά από μία σύντομη εκτίμηση της καταστάσεως αποφάσισε την προσβολή των στόχων που του υπεδείχθησαν, με τον διαθέσιμο οπλισμό του πλοίου (πυροβόλα Bofors 40L70 των 40mm), τον οποίον είχαν επανδρώσει και οπλίτες της ΕΛΔΥΚ, γιά την πληρέστερη προετοιμασία και εκτέλεση του βομβαρδισμού. Επί δύο συνεχείς ώρες, το πυροβόλα του Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ σφυροκόπησαν με επιτυχία τον θύλακα (με περίπου 900-950 βλήματα των 40 ΜΜ), ενώ είχε ξεκινήσει και η επίθεση από ξηράς με αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί πλήρως ο τουρκικός θύλακας (οι Τούρκοι ύψωσαν λευκές σημαίες). Η πόλη της Πάφου είχε διασωθεί !

Όπως αναφέρει ο κυβερνήτης πλωτάρχης Ελ. Χανδρινός , στο πολεμικό ημερολόγιο του αρματαγωγού (ημερομηνία. 23.12.1974) :

«Επί του θέματος της εκτελέσεως βολής εναντίον των τουρκοκυπριακών θέσεων, πλέον των όσων αναφέρθησαν, έχω να προσθέσω ότι από την στιγμήν που διετάχθην όπως αναστρέψω δια Πάφον, εθεώρησα ότι το πλοίον συμμετείχεν, αδιακρίτως εάν έφερε Ελληνικήν Σημαίαν, ενεργώς εις οιονδήποτε είδος επιχειρήσεων, είτε αμυντικών, είτε επιθετικών, ελάμβανον χώραν επί της νήσου ή πέριξ αυτής» .
«..Περαίνων την εν λόγω έκθεσιν, επιθυμώ να αναφέρω ότι, ως διαπίστωσα, το ηθικόν του Έλληνος, η ψυχραιμία και η τόλμη αυτού, ευρίσκεται εις υψηλόν βαθμόν. Δεν θα ήτο υπερβολή να αναφέρω ότι άπαντες οι επιβαίνοντες του πλοίου Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και Οπλίται εν ουδεμία περιπτώσει απώλεσαν το θάρρος των και την πίστιν των προς τα ιδεώδη της φυλής. Ιδιαιτέρως εσημείωσα το θάρρος των επαναπατριζομένων οπλιτών του Σ.Ξ, οίτινες καίτοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι επέστρεφον εις τας οικίας των, με έξαλλον ενθουσιασμόν και αλλαλαγμούς χαράς, εδέχθησαν την, απο του στόματός μου, πληροφορίαν περί της επανόδου των εις την Κύπρον, προς ενίσχυσιν των μαχομένων αδελφών των, εναντίον των εχθρών του γένους».


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ, μετά τον βομβαρδισμόν, απέπλευσε από την Πάφο ,με προορισμό τον Ναύσταθμον Σαλαμίνος. Ο Κυβερνήτης, Πλωτάρχης Ε. Χανδρινός , ορθώς εκτιμήσας τον κίνδυνο προσβολής από την Τουρκική Αεροπορία ,ακολούθησε νότια-νοτιοδυτική πορεία προς τις Αιγυπτιακές ακτές, αντί προς δυσμάς προς την Ρόδον, παραπλανώντας τους Τούρκους που είχαν ήδη εξέλθει προς αναζήτησή του.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τα πυροβόλα του Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ βάλλουν κατά του Τ/Κ θύλακος Πάφου. Η συμμετοχή του πλοίου στην εκκαθάριση του θύλακος ήταν πέραν του δέοντος σημαντική, διότι έγινε και η αιτία οι Τούρκοι να βυθίσουν μόνοι τους ένα αντιτορπιλλικό τους, να προκαλέσουν βαριές ζημιές σε άλλα δύο δικά τους αντιτορπιλλικά και να καταρρίψουν πάλι μόνοι τους τέσσερα (κατ' άλλους πέντε) μαχητικά αεροσκάφη F-102 της πολεμικής αεροπορίας τους !


Την πορεία αυτή ετήρησε επί 6-ωρο περίπου και τα μεσάνυχτα, όταν το πλοίο ευρίσκετο 60 ν.μ νότια της Κύπρου, έστρεψε επί πορείας 270 μοιρών(δυτικά). Το πλοίο συνέχισε την τακτική τήρησης σιγής ασυρμάτου μέχρι την 03:30 ώραν, όταν λόγω αιφνίδιου θανάτου του μοναδικού επιβαίνοντος πολιτικού υπαλλήλου Δαμιανού Μιχαήλ, οδηγού περονοφόρου οχήματος του ΝΣ, απαιτήθηκε η αναφορά του συμβάντος στο ΑΝ. Από εκείνη την ώρα, το πλοίο ανέφερε τακτικά το στίγμα του στο ΑΝ. Το Α/Γ ΛΕΣΒΟΣ κατέπλευσε στη Σητεία Κρήτης και μετά σύντομον παραμονήν εκεί ,απέπλευσε για τον Ναύσταθμόν Σαλαμίνος ( ΝΣ ).

Η ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΑΝΤIΤΟΡΠΙΛΛΙΚΟΥ KOCATEPE (D 354)

Τις πρωινές ώρες της Κυριακής 21 Ιουλίου 1974, τρία τουρκικά αντιτορπιλλικά, το «Κοτσάτεπε» (τύπου Γκίρινγκ-Φραμ ΙΙ, Κυβερνήτης Αντιπλοίαρχος Γκιουβέν Ερκαγιά ) και δύο ,τύπου Γκίρινγκ-Φραμ Ι, το «Μ.Φεβζί Τσακμάκ» και το «Αντάτεπε» (Κυβερνήτης Αντιπλοίαρχος Ριζά Νουρ Οντζού ), εβομβάρδιζαν στόχους της ακτής, προστατεύοντας τα αποβατικά σκάφη και παρέχοντας πυρά υποστηρίξεως στα αποβατικά τμήματα πεζικού που επιχειρούσαν ήδη στην ακτή ,στην περιοχή της Κυρήνειας, στη βόρεια ακτή της Κύπρου.

Στις 10.00 ,το Τουρκικό Επιτελείο στην Άγκυρα σήμανε προς τα τρία Αντιτορπιλλικά τις γεωγραφικές συντεταγμένες μίας Ελληνικής νηοπομπής, η οποία έπλεε κατευθυνόμενη προς Κύπρο! Η Ελληνική νηοπομπή αυτή ,κατά τους τούρκους ,αποτελείτο από 8 έως 9 μεταγωγικά γεμάτα στρατό και υλικό και συνοδεύονταν από πολεμικά πλοία. Το σήμα έλεγε προς τα τουρκικά Αντιτορπιλλικά ότι «μπορούσαν να επιτεθούν».Τα τρία Αντιτορπιλικά με διοικητή τον Πλοίαρχο Ιρφάν Τινάζ , ο οποίος επέβαινε στο «Αντάτεπε», σταμάτησαν τον επάκτιο βομβαρδισμό και κατευθύνθηκαν προς τα δυτικά, κατά μήκος της βόρειας Κυπριακής ακτής. Τα τουρκικά Αντιτορπιλλικά θα έπρεπε να επιτεθούν και να καταστρέψουν μόνο πλοία πού έφεραν την Κυπριακή σημαία. Ενώ τα πλοία της νηοπομπής, εάν έφεραν την Ελληνική σημαία, έπρεπε πρώτα να διαταχθούν να αναστρέψουν και να εγκαταλείψουν την περιοχή. Βύθισή τους θα γινόταν μόνο αν δεν συμμορφώνονταν με την διαταγή αυτή. Οι κανόνες αυτοί δεν τηρήθηκαν και με νεώτερη διαταγή διετάσσοντο να ανοίξουν πυρ κατά παντός πλοίου (Ελληνικού ή Κυπριακού) που έπλεε στην απαγορευμένη περιοχή, χωρίς προειδοποίηση !



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το αντιτορπιλλικό D-354 Kocatepe ,θύμα της αποφασιστικότητας του Πλωτάρχου Χανδρινού και του ...φαροφύλακος της Αλικαρνασσού που είχε δώσει τις ...σχετικές πληροφορίες.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τα αεροσκάφη αναγνωρίσεως, η Ελληνική νηοπομπή απετελείτο από 11 εμπορικά πλοία συνοδευόμενα από 9 πολεμικά πλοία εκ των οποίων 5 είναι βαρέα αντιτορπιλλικά κλάσεως Fletcher , τύπου "ΛΟΓΧΗ" ...Λίγο αργότερα, νέα περιγραφή της νηοπομπής θα αναφέρει ότι αποτελείται από 9 αποβατικά σκάφη και 5 συνοδά πολεμικά, χωρίς αναφορά του είδους τους.
Τα 3 τουρκικά αντιτορπιλικά έφθασαν στις 12 στο ακρωτήριο Αρβανίτης, το δυτικώτερο σημείο της Βόρειας Κυπριακής ακτής και έστρεψαν προς νότο για να έλθουν σε οπτική επαφή με την υποτιθέμενη Ελληνική νηοπομπή.

Οι τούρκοι αξιωματικοί ανέφεραν επίθεση από τρία ελληνικά περιπολικά και ότι βύθισαν δύο! Βέβαια δεν υπήρχαν περιπολικά στην περιοχή . Η δε μόνη ναυτική απώλεια που είχε αναφερθεί μέχρι στιγμής ήταν της κυπριακής τορπιλλακάτου Τ3 του ήρωος υποπλοιάρχου Ε.Τσομάκη που είχε βυθισθεί αύτανδρη τα ξημερώματα της προηγουμένης ,από αεροσκάφη έξω από το λιμάνι της Κυρήνειας - δηλαδή περισσότερο από 60 μίλλια ανατολικά από το αναφερόμενο σημείο επιθέσεως και 31 ώρες ενωρίτερα - όταν προσπάθησε να επιτεθεί στα σκάφη της αποβάσεως. Παραλλάσσοντας το ακρωτήριο Αρβανίτης και παίρνοντας πορεία προς το νότο ούτε τα ραντάρ των Αντιτορπιλλικών ούτε οι οπτήρες στις γέφυρές τους μπόρεσαν να διακρίνουν κάποια νηοπομπή. Μόνο μετά από επίμονη έρευνα εντόπισαν 3 εμπορικά πλοία.

Το τουρκικό επιτελείο διέταξε τα αντιτορπιλλικά του να διατάξουν την «ελληνική νηοπομπή»! να αναστρέψει και σε περίπτωση μη συμμορφώσεως να την βυθίσουν. Τα αντιτορπιλλικά ζήτησαν από τα αναγνωριστικά αεροσκάφη να εκτελέσουν άλλη μία πτήση επάνω από την περιοχή και να αναφέρουν ό,τι έβλεπαν. Τα αναγνωριστικά διεπίστωσαν ότι ήταν εμπορικά που δεν είχαν καμμιά σχέση με νηοπομπή. Η Άγκυρα όμως ήθελε επειγόντως μία σημαντική ναυτική επιτυχία και αποφάσισε να επιτεθεί με την αεροπορία της.

Στις 13.30, η ανύπαρκτη «ελληνική νηοπομπή»! , ανύποπτη έπλεε προς τα ανατολικά.
Στις 14.15, τρία σμήνη της τουρκικής αεροπορίας, από συνολικά 48 αεροσκάφη, οπλισμένα με βλήματα ΑSM και βόμβες είχαν απογειωθεί . Ήταν τα σμήνη 181 από την Αττάλεια, 141 από το Μουρτενέ και 111 από το Εσκί Σεχήρ. Και θα επετίθεντο κατά της «ελληνική νηοπομπής» !
Στις 15.00 το πρώτο σμήνος εντόπισε 3 πολεμικά πλοία Τα τρία τουρκικά αντιτορπιλλικά, δηλαδή.
Στις 15.05 τα αεροσκάφη επετέθησαν με ρουκέτες. Τα πολεμικά πλοία ανταπάντησαν με σφοδρά αντιαεροπορικά πυρά. Η κατάσταση θαλάσσης και αέρος ήταν σχετικά μέτρια ζωηρεύοντας λίγο, σιγά-σιγά. Πρώτο το «Κοτσάτεπε» δέχθηκε πλήγμα από ρουκέτα που κατέστρεψε το ΚΠΜ (κέντρο πληροφοριών μάχης).Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διακρίνεις τα χαρακτηριστικά σήματα ενός αεροσκάφους που κινείται με 900 χλμ. την ώρα. Και βέβαια ακόμη δυσκολώτερο, σχεδόν αδύνατο θα έλεγε κανείς, όταν αυτό εφορμά εναντίον σου εκτοξεύοντας ρουκέτες. Πάντως, αυτά τα επιτιθέμενα αεροσκάφη ήταν τύπων με τους οποίους οι ΗΠΑ εξόπλιζαν όλους τους συμμάχους των περιλαμβανομένης και της Ελλάδας. Ανεξάρτητα όμως, από όλα αυτά οι οπτήρες του «Αντάτεπε» κατόρθωσαν να δουν και να επαληθεύσουν τα τουρκικά σήματα των αεροσκαφών. Η Άγκυρα ειδοποιήθηκε με ραδιοτηλέφωνο, ότι τα επιτιθέμενα αεροσκάφη ήταν, πιθανώς, τουρκικά.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το Ελληνικό Αρματαγωγό ΛΕΣΒΟΣ

Η μελετημένη κίνηση του Πλωτάρχου Ε.Χανδρινού ΠΝ, να κινηθεί, όπως περιγράψαμε, έξω από την περιοχή επιχειρήσεων, διέσωσε το πλοίο του, δημιούργησε, τέτοια σύγχυση στο Τουρκικό Γενικό Επιτελείο και στο πολεμικό ναυτικό των Τούρκων και στην αεροπορία, ώστε να βυθισθεί από τουρκικά πυρά το Α/Τ KOCATEPE D 354, με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Giuven Erkayia και να χαθούν 13 Αξιωματικοί και 64 άνδρες του πληρώματός του. Αλλά και τα δύο άλλα τουρκικά αντιτορπιλλικά, το "Adatepe" (Κυβερνήτης Αντιπλοίαρχος Rizah Nur Ontzu και το "M.Fevzi Cakmak" υπέστησαν σοβαρές και μικρότερες ζημιές, αντίστοιχα και ετέθησαν εκτός υπηρεσίας
γιά πολλούς μήνες !

Οι επιθέσεις των τουρκικών αεροσκαφών δεν σταμάτησαν παρά τις τουρκικές σημαίες που είχαν τα πλοία (πίστευαν ότι ήταν ένα φθηνό τέχνασμα των Ελλήνων). Εν τω μεταξύ , το αντιτορπιλλικό "Τσακμάκ" είχε ανασύρει από τη περιοχή της αποβάσεως, κοντά στην Κυρήνεια, ένα νεαρό τούρκο πιλότο που το αεροπλάνο του είχε καταρριφθεί από αντιαεροπορικά πυρά της ΕΛΔΥΚ. Αυτός, κατόρθωσε να μιλήσει από το ραδιοτηλέφωνο με τα αεροσκάφη. Τους έδωσε τα στοιχεία του και τους είπε ότι επετίθεντο εναντίον τουρκικών πολεμικών πλοίων !

Οι πιλότοι ζήτησαν να τους πει το σύνθημα. Ο νεαρός δεν είχε ιδέα διότι είχε καταρριφθεί πριν από την τελευταία αλλαγή συνθήματος. Έτσι τα λόγια του συνάντησαν γέλια και κοροϊδίες, οι πιλότοι έλεγαν: «Άκου τι ωραία τουρκικά μιλάει.».Το «Κοτσάτεπε» επλήττετο από ρουκέτες. Τα αεροσκάφη, βλέποντας ότι το «Κοτσάτεπε» φλεγόταν και ήταν σχεδόν τελείως ανυπεράσπιστο, εστράφησαν με κάποια κωμική σπουδή, στο να το αποτελειώσουν ,αντί να επιδιώξουν να επιτύχουν περισσότερα πλήγματα αχρηστεύοντας τελείως τα άλλα δύο αντιτορπιλλικά τους, προφανώς διότι αυτά συνέχιζαν να απαντούν ακόμη με σφοδρά αντιαεροπορικά πυρά στις επιθέσεις των. Το Αντιτορπιλλικό "Κοτσάτεπε" εβυθίσθη στις 22.00 περίπου της 21ης Ιουλίου 1974Τα σμήνη ανέφεραν στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας στην Άγκυρα ότι η «η τουρκική αεροπορία επετέθη στα πλοία που μετέφεραν ενισχύσεις στην Πάφο και βύθισαν το ένα από αυτά». «Στο γραφείο του πρωθυπουργού στην Άγκυρα, ενθουσιασμένοι οι άνθρωποι αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο φωνάζοντας «Ζήτω, τα αγόρια μας, πετύχαμε». Η πρωτεύουσα πήρε βαθιές αναπνοές.Η νηοπομπή είχε αναγκασθεί να σταματήσει».

Το γραφείο δημοσίων σχέσεων και τύπου, του γενικού επιτελείου (Εθνικής Αμύνης) στην Άγκυρα, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
«Παρόλες τις φιλικές προειδοποιήσεις οι οποίες συνεχώς εκδίδονταν μέχρι σήμερα το απόγευμα, μία μεγάλη Ελληνική αποβατική νηοπομπή, συνοδευόμενη από ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη, κατόρθωσε να διεισδύσει στη περιοχή η οποία είχε κηρυχθεί «Απαγορευμένη» από της εσπέρας της 20ης Ιουλίου, και να καταπλεύσει στις 16.00, στα ανοικτά της Πάφου. Η νηοπομπή απήντησε με πυκνά πυρά στις προειδοποιήσεις της αεροπορίας μας και του ναυτικού μας και άρχισε να αποβιβάζει στρατεύματα στη Πάφο. Η αποβίβασις απετράπη μετά από επιθέσεις της τουρκικής αεροπορίας στον λιμένα της Πάφου. Οι επιθέσεις της αεροπορίας μας προξένησαν βαριές απώλειες στα πολεμικά και τα αποβατικά μέσα των Ελλήνων.

Ο Αντιναύαρχος Χανδρινός έφυγε από την ζωή το 1994 χωρίς ποτέ να παραπονεθεί για την απίστευτη συνωμοσία σιωπής εναντίον του ,για τις επιτυχίες του Αρματαγωγού "ΛΕΣΒΟΣ" κατά το 1974, αλλά και για τον παραγκωνισμό του. Το Ελληνικό κράτος ποτέ δεν ετίμησε ούτε ανεγνώρισε τα πολεμικά επιτεύγματα του Ελευθερίου Χανδρινού και του πληρώματος του Αρματαγωγού "ΛΕΣΒΟΣ" .

Μιχάλης Σ. Βάρδας Έφεδρος (εξ εφέδρων) Σημ/ρος Π.Ν., Αθήνα.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΤΡΙΗΡΗΣ : ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ναυτικός
Μέλος Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.)


ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΕΛΛΗΣ
Η τριήρης υπήρξε το πλοίο που πρωταγωνίστησε στις ναυμαχίες κατά την κλασσική περίοδο και υμνήθηκε τόσο για την ομορφιά όσο και για την πολεμική του ισχύ.  Ναυπηγήθηκε περί τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. από τον περίφημο Κορίνθιο ναυπηγό Αμεινοκλή. Η εμφάνιση της τριήρους σηματοδότησε την ουσιαστική εξέλιξη του πολεμικού ναυτικού στην Αρχαία Ελλάδα δημιουργώντας μια νέα κλάση πέραν της πεντηκοντόρου και της διήρους. Ο εξελιγμένος αυτός τύπος επέφερε μικρή αύξηση στις διαστάσεις (μήκος, ύψος και πλάτος) του σκάφους. Η σημαντικότερη καινοτομία σημειώθηκε στην κινητήρια δύναμη προωθήσεως (οι 50 κωπηλάτες που διέθετε η πεντηκόντορος τριπλασιάσθηκαν φθάνοντας τους 170).
Αν και οι πρώτοι που ναυπήγησαν τριήρεις ήταν οι Κορίνθιοι, εντούτοις, ήταν οι Αθηναίοι εκείνοι που έφθασαν στο αποκορύφωμα της ναυπηγικής τους τέχνης, σε συνδυασμό με την αισθητική, ώστε να θεωρούνται οι αθηναϊκές τριήρεις ως οι πιο όμορφες [1].
 
ΠΛΗΡΩΜΑ
Η τυπική οργανική σύνθεση του πληρώματος στα πλοία της αρχαίας Ελλάδος αποτελείτο από τον κυβερνήτη, τον πρωρέα (δηλαδή τον υποπλοίαρχο), τους ναύτες και τους κωπηλάτες. Πολλές φορές εν πλω επέβαιναν οι πλοιοκτήτες ή οι ναυλωτές. Στα πολεμικά σκάφη υπήρχαν επίσης και αξιωματικοί, υπαξιωματικοί,  καθώς και μάχιμα πληρώματα, ενώ σε μεταγενέστερα χρόνια, σε σκάφη αναψυχής, υπηρετούσαν κι έτερα πληρώματα όπως μάγειροι, θαλαμηπόλοι, αλιείς, δύτες κ.λπ.
Το πλήρωμα της τριήρους αποτελείτο από 200 άτομα ήτοι τους ερέτες, το πλήρωμα καταστρώματος και την στρατιωτική δύναμη που επέβαινε σε αυτήν.
Το κυρίως πλήρωμα καθώς και την κινητήρια δύναμή της τριήρους αποτελούσαν οι 170 κωπηλάτες της (από κάθε πλευρά: 27 θαλαμίτες, 27 ζυγίτες και 31 θρανίτες).
Οι κωπηλάτες, αλλιώς ονομάζονταν κι ερέτες από το ρήμα ερέσσω =κωπηλατώ (εξ ου και ειρεσία = κωπηλασία), ήταν ελεύθεροι πολίτες οι οποίοι με άριστο συντονισμό κατάφερναν να κάνουν απίθανους ελιγμούς.
Διάταξη των ερετών της τριήρους. Σχέδιο John F. Coates. Πηγή: Trireme Trials 1998
Διαιρούντο σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με τις θέσεις στις οποίες κάθονταν. Οι ερέτες στο κατώτατο διάζωμα ονομάζονταν θαλαμίτες (εκ του θάλαμος) και ήταν 27 από κάθε πλευρά. Χειρίζονταν τις θαλάμιες κώπες οι οποίες απείχαν 40 εκατοστά πάνω από την ίσαλο γραμμή [2]. Στο μέσο διάζωμα, στα «ζυγά» του σκάφους, ονομάζονταν ζυγίτες και ήταν επίσης 27. Χειρίζονταν τις ζύγιες κώπες οι οποίες ήταν υψηλότερα από την επιφάνεια της θαλάσσης (1 μέτρο πάνω από την ίσαλο γραμμή). Τέλος, οι θρανίτες (εκ του θράνος/θρανίο) που ήταν 31, χειρίζονταν τις θρανίτιδες κώπες οι οποίες απείχαν 1,60 μ. από την ίσαλο γραμμή.
Τα πιο μακριά και βαριά κουπιά ήταν προς το κέντρο του πλοίου (4.65μ) σε αντίθεση με εκείνα που βρίσκονταν στην πλώρη και στην πρύμνη (4.41 μ.) [3].
Η διάταξη των κουπιών σε σχέση με τα σέλματα των κωπηλατών, ήταν  κλιμακωτή τόσο κατά το μήκος των πλευρών όσο και κατά το πλάτος.
Επικεφαλής ήταν ο τριήραρχος, ο οποίος είχε το γενικό πρόσταγμα και κάλυπτε τα έξοδα της συντηρήσεως του πλοίου. Ακολουθούσε ο κυβερνήτης ο οποίος ασκούσε καθήκοντα συγχρόνου πλοιάρχου, δηλαδή ήταν υπεύθυνος για την καλή διοίκηση του πλοίου και την ασφάλεια αυτού, του φορτίου, των επιβαινόντων, καθώς και για την τήρηση της τάξεως. Είχε ιδιαίτερη μόρφωση και γνώσεις ώστε να κυβερνά αυτοπροσώπως το σκάφος.  Ο πρωρεύς, ή πρωράτης, ήταν αξιωματικός της πλώρης, όπως ο σύγχρονος υποπλοίαρχος. Ήταν επίσης  ο άμεσος συνεργάτης του πλοιάρχου για κάθε τι που αφορούσε το πλοίο, τους επιβαίνοντες και το φορτίο.
Ο κελευστής [4] ήταν ο προγυμναστής των πληρωμάτων και ο υπεύθυνος για την πειθαρχία τους. Έδιδε τον ρυθμό της ειρεσίας, της κωπηλασίας, συνήθως τραγουδιστά, ενώ υπήρχε και ο τριηραύλης, ο οποίος συνόδευε τον κελευστή με τον αυλό του. Σε περιόδους ειρήνης τα τραγούδια των ερετών ήταν πολύ μελωδικά με αποτέλεσμα ένα κωπήλατο σκάφος να δημιουργεί κατά το πέρασμά του ευχάριστα συναισθήματα σε όσους τα άκουγαν. Αντίθετα σε περιπτώσεις ναυμαχίας, όπου ο θόρυβος από τις κραυγές και τα χτυπήματα δεν επέτρεπε στους κελευστές να ακούγονται, οι εντολές, πολλές φορές, δίδονταν με στριγκλιές ή κραυγές [5]. 
Ο πεντηκόνταρχος ήταν επικεφαλής των πληρωμάτων την εποχή της πεντηκοντόρου. Αργότερα  ανέλαβε καθήκοντα ταμία.
Ο τοίχαρχος (τοίχος [6] + άρχω) ήταν ο αξιωματικός ο οποίος ήταν επίσης υπεύθυνος για την ειρεσία. Συγκεκριμένα  επόπτευε τους άνδρες μιας συγκεκριμένης τοιχαρχίας, αριστερής ή της δεξιάς.
Οι επιβάτες στην αρχαιότητα ήσαν  τοξότες, οπλίτες, πελταστές, ακοντιστές και γενικά όσοι δεν ασκούσαν υπηρεσία κωπηλάτου ή ναύτου. 
«ο μη κωπηλάτης αλλά πλέων μαχητής» [7].
Οι τοξότες αποτελούσαν την σωματοφυλακή του τριηράρχου και του κυβερνήτου κατά την διάρκεια της ναυμαχίας.
Οι ναύτες ήταν επιφορτισμένοι με τις εργασίες συντηρήσεως και καθαρισμού σκάφους, με τον χειρισμό των ιστίων ενώ βοηθούσαν σε πολλές υπηρεσίες και πολλές φορές έκαναν χρήση όπλων. Οι ναύτες επίσης γνώριζαν και την τέχνη του πλεξίματος των σχοινιών. Ναύτες ή ναυτιλλόμενους ή και ναυτίλους [8] αποκαλούσαν πολλές φορές με μια γενική έννοια όλους τους ναυτικούς συμπεριλαμβανομένων και των κωπηλατών.
Η Θέση του πηδαλιούχου, μπροστά από τον τριήραρχο ή τον κυβερνήτη. Σχέδιο John F. Coates ΠΗΓΗ: 1st International Symposium oh Ship Constrauction in Antiquity 1985
Δούλοι δεν ναυτολογούνταν υπό κανονικές συνθήκες. Σε περιόδους  εκστρατειών ή αναγκών, προκειμένου να καλύψουν τον απαιτούμενο αριθμό των πληρωμάτων, ο δούλος τύγχανε ιδίας αντιμετωπίσεως με το υπόλοιπο πλήρωμα (εκπαιδευόταν κι έπαιρνε κανονικό μισθό ).
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ
Οι εκπαιδεύσεις δεν περιορίζονταν στις ακριβείς αρμοδιότητες του κάθε μέλους του πληρώματος, αλλά υπήρχε μία ευρύτερη γνώση. Έτσι πολλές φορές συναντούμε σε κείμενα ερέτες, οι οποίοι είχαν την ικανότητα επίσης να πολεμούν με όπλα [9].
Ο μισθός [10] και η μισθοδοσία είναι λέξεις αρχαίες ελληνικές και το πλήρωμα πληρώνονταν για τις υπηρεσίες του [11]. Ο μισθός παρείχετο από το κράτος και ήταν ανάλογος με την θέση, τον βαθμό που είχε ο ναυτικός [12]. Εάν τα πράγματα δεν ήταν έτσι τότε ο ναυτικός με την σειρά του  αντιδρούσε, είτε με στάσεις είτε με λιποταξία. Όπως και σήμερα το φαινόμενο διασκορπίσεως των πληρωμάτων λόγω μη κανονικής καταβολής μισθοδοσίας αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για την εποχή μας, το ίδιο συνέβαινε τότε:

[Διότι είναι αποδεδειγμένο ότι η διασκόρπιση του πληρώματος ενός πλοίου οφείλεται πρώτον στο να μην  καταβάλλεται ο μισθός…]
«Τριήρους γαρ ομολογείται κατάλυσις είναι, πρώτον μεν, εάν  μη μισθόν τις διδώ…» [13].
Άποψη Τριήρους "Ολυμπιάς". ΦΩΤΟ: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Ε. Ιωαννίδου)
 
Η τριήρης ως όπλο
Η κωπηλασία στην τριήρη, παρά την όμορφη εικόνα στα μάτια του παρατηρητού, ήταν έργο επίπονο που απαιτούσε μυϊκή δύναμη, μεγάλη αντοχή και εξαιρετικό συντονισμό. Για τον ανακουφισμό των γλουτών, υπήρχε το υπηρέσιον, ένα ατομικό μαξιλάρι πάνω στο οποίο κάθονταν οι ερέτες. Το υπηρέσιον , το κουπί και ο τροπός (δερμάτινος ιμάντας ο οποίος στήριζε την κώπη επάνω στο σκαλμό) ήταν συνήθως ατομικά εξαρτήματα του κάθε ερέτου, ο οποίος είχε την ευθύνη να τα φυλάττει στην οικία του και να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση [14].
Η τριήρης έδειχνε την υπεροχή της στην ναυμαχία κυρίως γιατί ως σκάφος ήταν ελαφρύ, γεγονός που επέτρεπε να εκτελεί θαυμάσιους ελιγμούς [15], αλλά και να διευκολύνει την γρήγορη ανέλκυση και καθέλκυσή του [16], όπως και γιατί ήταν ταχύτατο [17].
Όμως, εκείνο το επιχειρησιακό γνώρισμα που χάρισε την ιδιότητα να θεωρείται το ίδιο το πλοίο ως όπλο, ήταν το έμβολο. Πρόκειται για μια μυτερή προεξοχή επενδεδυμένη με χαλκό, η οποία βρισκόταν στην πλώρη, λίγο πιο κάτω από την ίσαλο γραμμή. Με αυτό η τριήρης εμβόλιζε το εχθρικό πλοίο, τρυπώντας τη γάστρα, προκαλώντας σοβαρές ζημιές. Θα πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι το έμβολο δεν ήταν εξάρτημα αλλά οργανικό τμήμα του σκάφους το οποίο δεν κινδύνευε να αποσπασθεί κατά την ανάκρουση. Για να σχηματίσουν οι ναυπηγοί το έμβολο, προέκτειναν την στείρα στο κάτω μέρος με χονδρά οριζόντια δοκάρια, στο επίπεδο της ισάλου δημιουργώντας έτσι μια αιχμή. Αυτό βοηθούσε και στον κλονισμό, κατά τον εμβολισμό, ο οποίος μοιραζόταν πάνω στο πλοίο ακτινωτά  και κατά το διάμηκες. Έτσι το πλοίο, κατά τον εμβολισμό υπέφερε λιγότερο και δεν κινδύνευε να διαλυθεί [18].
Ο εμβολισμός δεν ήταν τυχαία κίνηση. Απαιτούσε δεξιοτεχνία. Αν εκτελείτο με μεγάλη ταχύτητα και ορμή τότε το σκάφος που επιτίθετο κινδύνευε να κολλήσει στο εχθρικό και στην ουσία να αχρηστευτούν και τα δύο σκάφη. Σε αυτήν την περίπτωση το μόνο που μπορούσε να συμβεί – αν δεν βυθίζονταν τα σκάφη -  ήταν η πεζομαχία. Για τον λόγο αυτό το ενδεχόμενο να «κολλήσουν» δύο σκάφη μετά από εμβολισμό, καταλογιζόταν ως αποτέλεσμα αδεξιότητας των κυβερνητών και υπήρχαν σαφείς εντολές αποφυγής της.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι η κατασκευή της τριήρους ήταν τέτοια, ώστε να επιτρέπει την αλλαγή ρόλου σε βοηθητικό πλοίο, κατά τη διάρκεια μιας ναυτικής εκστρατείας. Για παράδειγμα μπορούσε να μετατραπεί σε οπλιταγωγό και να μεταφέρει 160 οπλίτες ή να γίνει ιππαγωγό σκάφος [19] ικανό να μεταφέρει 30 ίππους με τους ιππείς τους και τις εξαρτήσεις τους.
Άποψη Τριήρους "Ολυμπιάς". ΦΩΤΟ: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Ε. Ιωαννίδου)

Επίλογος
Η τριήρης υπήρξε το βασικότερο πολεμικό πλοίο στην Μεσόγειο μέχρι την τελική καταστροφή της Αθηναϊκής ναυτικής ισχύος στην ναυμαχία της Αμοργού (322 π.Χ.) ενώ από την εποχή της εν λόγω ναυμαχίας μέχρι την ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.) σταδιακά επεκράτησε η πεντήρης.
Η εφεύρεση της πεντήρους υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ναυπηγική εξέλιξη πλοίων τεραστίου για την εποχή μεγέθους και εκτοπίσματος. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους αφορούσε πλέον τον χειρισμό ενός μεγάλου κουπιού από πολλούς ερέτες. Ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο, μεγαλύτερα και βαρύτερα σκάφη έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά ύδατα. Η ταχύτητα και η δεξιοτεχνία είχαν αποκτήσει μικρότερη σημασία. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε απόρροια της αλλαγής του επιχειρησιακού ρόλου (λόγω των αναγκών της εποχής) διότι πλέον το κύριο όπλο για τη διεξαγωγή μιας ναυμαχίας δεν ήταν πια το ίδιο το σκάφος (με το έμβολο), αλλά τα διάφορα όπλα (μηχανήματα λιθοβολίας, σιδερένιες αρπάγες, καταπέλτες κ.ο.κ.) που μετέφερε για την προσβολή του αντιπάλου από απόσταση. Σταδιακά με τον ναυτικό ανταγωνισμό ένα σκάφος έφθασε να ξεπερνά τα κλασσικά ναυπηγικά δεδομένα και εξελίχθηκε σε μια ογκώδη και πλωτή πολύ-πολιορκητική μηχανή [20]. Τη συγκεκριμένη περίοδο η ναυτική τακτική έμπαινε διακριτικά στο περιθώριο, αφού η τέχνη του να τάσσονται τα πλοία προς μάχη με κύριο όπλο το ίδιο το πλοίο δεν λάμβανε χώρα. Τα σκήπτρα έπαιρναν τα διάφορα «τεχνάσματα», που αφορούσαν στην χρήση εκηβόλων όπλων προσβολής, τα οποία απλώς μετέφερε επάνω του το ίδιο το πλοίο.

Ναυμαχία Σαλαμίνος ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΕΛΛΗΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Αριστοφάνους, Όρνιθες, 108-111
[2] Οι μετρήσεις είναι σύμφωνα με τις μελέτες του John Morrison, «The Age of the Galley», Chapter 3 “The Trireme”.
[3] John Morrison, «The Age of the Galley», Chapter 3 “The Trireme”
[4] Η λέξη κελευστής προέρχεται από τα αρχαία ρήματα : α) κέλλω = πλέω προς την ξηρά,  κατευθύνω το πλοίο προς την ακτή,  β) κέλομαι = ωθώ προς τα εμπρός, παρακινώ, διατάσσω, γ) κελεύω = κινώ, ωθώ προς τα εμπρός, δίδω το πρόσταγμα στους κωπηλάτες προς τήρηση του ρυθμού κωπηλασίας (Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης Ι. Σταματάκου).
[5] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ 70
[6] Τοίχο ή σελίδα καλούσαν την πλευρά του σκάφους (αριστερή ή δεξιά).
[7] Λεξικόν Ησυχίου Αλεξανδρέως στο λήμμα επιβάτης.
[8] Βλ. λήμμα στο Λεξικόν Σούδα και Λεξικόν Ησυχίου Αλεξανδρέως
[9] Ομήρου: Ιλιάς, Β 719
[10] Περισσότερα για την μισθοδοσία στην αρχαία Ελλάδα όρα: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2008): «Η μισθοδοσία των αρχαίων Ελλήνων Ναυτικών», «Ναυτική Ελλάς», <έκδοση της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης>,  τεύχος 896, (Απρίλιος),  σελ. 63
[11] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Γ, 17
[12] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ 31
[13] Δημοσθένους, Προς Πολυκλέα, 11
[14] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Β 93
[15] Σχετική μελέτη περί ελιγμών όρα: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2009): «Ο παράγων ελιγμός κατά τις ναυμαχίες των αρχαίων Ελλήνων», Ναυτική Επιθεώρηση, <εκδ. ΓΕΝ /Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού>, τεύχος 568, σελ. 87. Επίσης στο διαδίκτυο όρα:  Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2011), «Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ». Περί Αλός http://perialos.blogspot.com/2011/04/blog-post_13.html
[16] Η τριήρης είχε την ανάγκη να ανελκύεται στην ξηρά και να στεγνώνει καθώς η μεγάλη παραμονή της στο νερό δημιουργούσε προβλήματα στα ξύλα (υγρασία και εν συνεχεία σήψη). (Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ, 12)
[17] Από το Γ βιβλίο των Ιστοριών του Θουκυδίδου γνωρίζουμε την καταγραφή πλου 184 ναυτικών μιλίων σε 24 ώρες. Αυτό δίχως στάση και δίχως την χρήση ιστίων. Έτσι προκύπτει ότι η μέση ταχύτητά της κυμαινόταν στους 7,5 κόμβους. Διασαφηνίζουμε ότι οι μεγάλες ταχύτητες στις τριήρεις διατηρούνταν για λίγο χρονικό διάστημα λόγω της κοπώσεως του ανθρωπίνου δυναμικού.
[18] Αντιπλοίαρχος (Μ) Θεόδωρος Μπέτσος Π.Ν. «Η ναυπηγική τέχνη στην αρχαία Ελλάδα» περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση» τεύχος 562, σελ.349-350)
[19] Θουκυδίδου, Ιστοριών Ζ 43. Συνήθως τις τριήρεις που δεν προόριζαν για ναυμαχία (λόγω μικρο-προβλημάτων κυρίως γιατί υστερούσαν σε ταχύτητα) τις μετέτρεπαν ώστε να μπορούν να φιλοξενούν τους ίππους, τους αναβάτες και τα εξαρτήματά τους. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί ο τρόπος που μετέτρεπαν μια τριήρη σε ιππαγωγό αλλά υπάρχουν πολλές αναφορές για την ύπαρξή τους.   
[20] Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η τεσσαρακοντήρις του Πτολεμαίου του Φιλοπάτωρος η οποία είχε μήκος 280 πήχες (0,46 Χ 280 = 128,8 μέτρα) και ύψος (εξάλων) 48 πήχες (0,46 Χ 48 = 22,8 μέτρα) μέχρι την κορυφή της πρύμνης. Διέθετε 400 ναύτες, 4.000 κωπηλάτες, 3.000 οπλίτες. Όπως ακριβώς αναφέρει ο Πλούταρχος «Τούτο το πλοίο ήταν μόνο για επίδειξη, και, καθώς λίγο διέφερε από στερεό οικοδόμημα, ήταν μόνο για να το βλέπουν κι όχι να το χρησιμοποιούν, κινούνταν με δυσκολία κι επικίνδυνα.» (Πλουτάρχου, Δημήτριος, 43, 5)