Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

"ΔΡΟΜΩΝ" ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου

Συγγραφεύς –Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας
Μέλος Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.)

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΔΡΟΜΩΝ. ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η παρούσα μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Περίπλους της Ναυτικής Ιστορίας", τ.78, σελ.48,
εκδ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, ΙΑΝ.- ΜΑΡΤ.2012


Ο Δρόμων, απόγονος της ρωμαϊκής λιβυρνίδος (1), υπήρξε το πλοίο το οποίο «αποτέλεσε την κατεξοχήν μονάδα μάχης του Βυζαντινού Ναυτικού». Η πρώτη πολεμική του εμφάνιση αναφέρεται επί Ιουστινιανού στην Β΄ ναυτική επιχείρηση κατά των Βανδάλων της Αφρικής (533 μ.Χ.). Ο στόλος, με επικεφαλής τον στρατηγό Βελισσάριο, αποτελείτο από 500 οπλιταγωγά και ιππαγωγά πλοία (με συνολικό πλήρωμα 20.000) και από 92 δρόμωνες υπό τον ναύαρχο Καλώνυμο. Ο ιστορικός Προκόπιος, ο οποίος συμμετείχε της εκστρατείας ως γραμματεύς του Βελισσαρίου, παρέχει για τους δρόμωνες τις πληροφορίες ότι ήταν μονήρεις (με μία σειρά κωπηλατών), με κατάστρωμα πάνω από τους κωπηλάτες, ώστε να προστατεύονται από τα εχθρικά βλήματα, και ονομάστηκαν έτσι λόγω της μεγάλης ταχύτητας που μπορούσαν να αναπτύξουν(2).

Δρόμων κατά το πρώτο μισό του 7ου αιώνος. Ακουαρέλα Αντώνη Μιλάνου. Μιλάνιο Ναυτικό Μουσείο. Τσιλιβί, Ζάκυνθος.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ – ΤΥΠΟΙ  ΔΡΟΜΩΝΟΣ
Ήδη από τον 10ο αιώνα μ.Χ. διακρίνονται τρείς τύποι Δρομώνων. Ο μικρός (ελάσσων), ο μέσος και ο μεγάλος (μείζων). Οι μικροί είχαν από 25 κουπιά σε κάθε πλευρά. Ήταν ελαφριά, ταχύτατα πλοία, τα οποία χρησιμοποιούνταν σε αποστολές ή καταδιώξεις. Οι μέσοι διέθεταν από 50 κουπιά σε κάθε πλευρά σε δύο επάλληλες σειρές, δηλαδή 25 ανά σειρά. Οι ερέτες της άνω ελασίας, αποτελούσαν τους επίλεκτους ερέτες, οι οποίοι ήταν ικανοί και για μάχη σώμα με σώμα κατά τις συμπλοκές (3).  Οι μεγάλοι είχαν 200 ερέτες σε δύο επάλληλες σειρές (2 ερέτες σε κάθε κουπί). Επίσης ο βαρύς τύπος δρόμωνος περιελάμβανε 230 ερέτες και 70 πολεμιστές.
Το μέγεθος του δρόμωνα υπολογίζεται περίπου στα 35 μ., μπορούσε να φθάσει μέχρι τα 50μ., ενώ η ταχύτητα με κωπηλασία κυμαινόταν στα 6-7 ναυτικά μίλια την ώρα.

Για την ιστιοφορία του γινόταν χρήση τουλάχιστον ενός μεγάλου τετραγώνου ή τραπεζοειδούς ιστίου και μικρότερων βοηθητικών (δόλωνες). Εκ παραλλήλου υπήρχαν και τα τριγωνικά ιστία (λατίνια) των οποίων το όνομά τους προέρχεται εκ παραφθοράς της λατινικής ονομασίας «alla trina» (σε αντίθεση με τα τετράγωνα «alla quadra») και όχι εκ του «Λατίνος» όπως έχει εσφαλμένως κατά καιρούς εννοηθεί (4). Τριγωνικά ιστία ήταν ήδη σε χρήση στα Ρωμαϊκά πλοία από την εποχή του Αυγούστου.
Στους μεγάλους δρόμωνες, στο μεσαίο ιστό, υπήρχε θωράκιο  κατασκευασμένο από ξύλο, το «ξυλόκαστρον», το οποίο χρησίμευε εκτός από παρατηρητήριο και ως μέσο για να εξακοντίζουν οι στρατιώτες διάφορα όπλα(5).



Ανακατασκευή Δρόμωνος από τον  John H. Pryor. ΦΩΤΟ: Wikipedia



ΕΠΑΝΔΡΩΣΗ
Η σύνθεση του πληρώματος δεν διέφερε πολύ από εκείνην της αρχαίας τριήρους παρά μόνο στις ονομασίες.
Ο «στρατηγός των Καραβησιάνων» ήταν ο αρχηγός του Ναυτικού όπου μετά τον Θ΄ αιώνα το αξίωμα αυτό μετονομάσθηκε σε «Δρουγγάριος των πλωίμων».
Μεταξύ άλλων, ο  πρωρεύς και ο κελευστής διατηρούν την αρχαία ονομασία τους ως έχει, ενώ ο τριήραρχος ή ναύαρχος καλείτο κένταρχος. Στην υπηρεσία του κεντάρχου υπήρχαν και οι δύο πρωτοκάραβοι (κυβερνήτες) που χειρίζονταν τα πηδάλια. Στην πρύμνη υπήρχε ο κράβατος, ο θάλαμος του κεντάρχου απ’ όπου μπορούσε να παρατηρεί και αναλόγως να δίδει εντολές. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το επίστεγο της πρύμνης είχε από την αρχαιότητα ιερό χαρακτήρα. Εκεί στους αρχαίους χρόνους φυλάσσετο το ομοίωμα της θεότητος στην οποία ήταν αφιερωμένο το πλοίο. Κατά το ίδιο έθιμο, στους Βυζαντινούς χρόνους εκεί υπήρχαν τα εικονίσματα των Αγίων που προστάτευαν το πλοίο και τους επιβαίνοντας. Ο σεβασμός διατηρήθηκε ως τις μέρες μας. Ο κανονισμός των Βρετανικού Πολεμικού Ναυτικού ορίζει ότι όποιος πατεί για πρώτη φορά επί του πρυμναίου καταστρώματος οφείλει να αποδίδει στρατιωτικό χαιρετισμό (6). Το ίδιο αποδίδουμε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό (στη σημαία)

Άπαντες, όπως και στα αρχαία ελληνικά σκάφη, ήταν ελεύθεροι πολίτες σε αντίθεση με τις γαλέρες της Δύσης όπου, από τον 14ο αι. και μετέπειτα το ερετικό αποτελούνταν από σκλάβους ή καταδίκους με αποτέλεσμα η κωπηλασία να μεταβληθεί ως έργο τιμωρίας(7). Για τον λόγο αυτό και προς διαχώριση της ελληνικής νοοτροπίας, οι Βυζαντινοί ονόμασαν τις γαλέρες της Δύσης «κάτεργον» και τους επί αυτών ερέτες «κατεργάρηδες(8)». Επιπροσθέτως στα «τσιούρμα» (ιταλ. πληρώματα) των γαλερών υπήρχαν και Ιταλοί τρόφιμοι αποσπασθέντες από τις φυλακές οι οποίοι ήταν αλυσοδεμένοι στους πάγους των γαλέρων καθώς και άλλοι, εθελοντές (κοινωνικά αποβράσματα), οι οποίοι κινούνταν δίχως αλυσίδες. Κατά την στιγμή της ναυμαχίας έσπευδαν και οι ελεύθεροι κωπηλάτες στα σέλματά τους για να κωπηλατήσουν μαζί με τους υπόλοιπους καταδίκους αλυσοδεμένους κατόπιν κελεύσματος του αξιωματικού. Οι Έλληνες αιχμάλωτοι μετέφρασαν το κέλευσμα «κάθε ερέτης στο σέλμα του» ως «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» (9).

Δρόμων (περί τον 10ο αιώνα). Ακουαρέλα Αντώνη Μιλάνου.
Μιλάνιο Ναυτικό Μουσείο. Τσιλιβί, Ζάκυνθος.

Οι στρατιώτες ήταν οπλισμένοι με κλιβάνια (θώρακες από μεταλλικό δίκτυ), σκουτάρια (ασπίδες), κασσίδες (περικεφαλαίες), κοντάρια, μέναυλα (ακόντια) λογχοδρέπανα κ.α. Παρετάσσοντο άλλοι προς την πλώρη, στο ψευδοπάτιο (σανιδένιο ψευδοδάπεδο, εξέδρα, πάνω από τον σίφωνα), άλλοι κατά μήκος της μαχόμενης πλευράς του ανωτέρου καταστρώματος (καταπατητόν).

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ –ΤΑΚΤΙΚΗ
Σε γενικές γραμμές η τακτική του Δρόμωνος κατά την επικείμενη ναυμαχία δεν παρουσίαζε ουσιώδεις διαφορές με εκείνην της τριήρους στην αρχαιότητα.  Ο σύνηθες σχηματισμός ήταν γραμμή μετώπου σε ευθεία παράταξη ή μηνοειδή.  Σε απόσταση κοντινή (ανάλογη με το βεληνεκές των βλητικών όπλων της εποχής) το πλοίο που εξαπέλυε επίθεση έβαλλε κατά του αντιπάλου. Σε αντιπαράθεση με την τριήρη δεν ήταν ευέλικτο σκάφος όπως εκείνη και το έμβολο που έφερε δεν ήταν στην ίσαλο γραμμή αλλά υπεράνω από αυτήν, μεταβάλλοντας έτσι την κύρια τακτική, όχι πλέον στον εμβολισμό του εχθρικού πλοίου αλλά στην εμβολή (abordage) με σκοπό το ρεσάλτο και εν συνεχεία τη σύρραξη μεταξύ επιβατών (πεζοναυτών) και στρατιωτών. Επιπροσθέτως, ομαδικοί ελιγμοί τύπου «περίπλου» και «διέκπλου»  δεν φαίνεται να πραγματοποιούνται ενώ αντιθέτως ατομικοί ελιγμοί ήταν στα πλαίσια των κανόνων της τακτικής.
Ο Δρόμων ήταν εξοπλισμένος με ποικίλα εκηβόλα όπλα όπως καταπέλτες, γερανούς και τοξοβαλίστρες(10). Εκ παραλλήλου, εκσφενδονίζονταν στα εχθρικά πλοία χύτρες με δηλητηριώδη ερπετά και σκορπιούς, χύτρες με ασβέστη, σιδερένιοι τρίβολοι, ξύλινες χειροβομβίδες, στουπιά εμποτισμένα με εμπρηστικές ύλες κλπ.(11)

[Εμείς συμβουλεύουμε να εκσφενδονίζονται τσουκάλια γεμάτα μείγματα υγρού πυρός μέσα στα εχθρικά πλοία, διότι όταν σπάσουν οι χύτρες, τα πλοία εύκολα κατακαίονται]
«Ημείς δε τζυκάλια κελεύομεν γέμοντα πυρός σκευαστού ίνα ρίπτωνται έσωθεν των πολεμικών πλοίων κλωμένων γαρ των τζυκαλίων, ευκόλως κατακαίονται τα πλοία» (Νικηφόρου Ουρανού, Ναυμαχικά, ΝΔ’ Περί Θαλασσομαχίας, 60)

Ελαφρύς πολεμικός Δρόμωνας που φέρει και μηχανή εκτόξευσης υγρού πυρός.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας, Mικροναυπηγός, Μηχανολόγος Μηχανικός M.Sc.

Τα περισσότερα τεχνάσματα ήταν ήδη γνωστά από την αρχαιότητα καθώς οι αρχαίοι Έλληνες διακρίθηκαν και στον τομέα αυτό (12).
Από τον 7ο αιώνα μ.Χ. την επαναστατική καινοτομία στα οπλικά συστήματα για την καταστροφή των εχθρικών πλοίων σε ναυμαχίες έφερε η επινόηση του Έλληνα μηχανικού Καλλινίκου, το υγρό πυρ. Πρόκειται για ένα καυστικό μείγμα (άγνωστη μέχρι σήμερα η ακριβής σύνθεσή του) από θειάφι νίτρο και νάφθα, το οποίο είχε την ιδιότητα να μην σβήνει στο νερό. Το σύστημα εκτόξευσης του υγρού πυρός αποτελείτο κυρίως από ένα χάλκινο σωλήνα τοποθετημένο στην πλώρη του δρόμωνος, τον σίφωνα, ο οποίος αντλούσε το εμπρηστικό μείγμα στοχεύοντας το εχθρικό πλοίο.  Υπήρχαν επίσης και δύο σίφωνες στα πλάγια οι οποίοι ενεργοποιούνταν όταν τα πλοία επιτίθονταν από τα πλάγια(13).
Αργότερα εμφανίστηκαν και οι χειροσίφωνες, χειροκίνητοι σίφωνες που κρατούσαν οι  στρατιώτες (όχι οι σιφωνάτορες) τοποθετημένοι στα πλευρά του σκάφους και προστατευμένοι από τις σιδερένιες ασπίδες τους (σκουτάρια). Πρώτη χρήση του υγρού πυρός αναφέρεται στην ναυμαχία της Κυζίκου (680 μ.Χ.) όπου οι Βυζαντινοί κατέκαψαν τον μουσουλμανικό στόλο, ο οποίος επί 7 έτη πολιορκούσε την Κωνσταντινούπολη.
Σχέδιο λειτουργίας Υγρού Πυρός υπό των:J. H Haldon, M. Byrne ΦΩΤΟ: wikipedia

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

ΣΤΑΪΚΟΣ ΣΤΑΪΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΗΔΙΟΥ

Γράφει ο  Πάνος Λιαλιάτσης
(Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.)


Εισαγωγή
Ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος, ο ήρωας του Παλαμηδιού, γεννήθηκε το 1798 στη Ζάτουνα της Αρκαδίας. Ο πατέρας του Παναγιωτάκης ήταν κρεοπώλης ενώ ο ίδιος δερματέμπορος.  Ο Σταϊκούλης, όπως τον έλεγαν στο χωριό, μαζί με τον αδελφό του Αθανάσιο, έφυγε από τη Ζάτουνα και πήγε στην Ύδρα το 1818, όπου το ναυτεμπόριο ήκμαζε. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το Δημητσανίτη Ν. Σπηλιωτόπουλο, φίλο του Παπαφλέσσα. Όταν ξεκίνησε η επανάσταση πήρε πρώτος τα όπλα και επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έσπευσε στο Άργος και έλαβε μέρος στην αντίσταση κατά του Κεχαγιάμπεη.  Ο μεγάλος γιος, ο Κωσταντής, έσφαξε πάνω σε καβγά έναν Τούρκο στη Ζάτουνα και μίσεψε στη Βλα­χιά, όπου έπεσε στον αγώνα του Ιερού Λόχου. 


Στάϊκος Σταϊκόπουλος
 








Η επανάσταση του 1821 και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος
Τον βρίσκουμε στην Αργολίδα να στρατοπεδεύει με τους άντρες του στο Άργος, στο Βιβάρι, στο Κατσίγκρι, στον Αχλαδόκαμπο, στην Άρια. Ο Φωτάκος γράφει χαρακτηριστικά: «Πολιορκητής του Ναυπλίου ήτο παντοτινός ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος», ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί άλλαζαν θέσεις. Ο Στ. Σταϊκόπουλος «κυβερνούσε με σιδερένιο χέρι», γράφει ο Κωστούρος. Δείγμα της πειθαρχίας που είχε επιβάλει στους άντρες του, είναι το περιστατικό στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, στο Άργος. Ένας στρατιώτης του έκλεψε ένα ελάφι του μοναστηριού αυτού και ο καπετάν Στάϊκος ετοιμαζόταν να του πάρει το κεφάλι. Παρενέβη, όμως, ο ανηψιός του λέγοντας ψέματα, ότι αυτός σκότωσε το ελάφι, για να σώσει το φταίχτη. Και ο Στάϊκος δε δίστασε, σκότωσε το ανήψι του! Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, σκότωσε και τον υπαίτιο. Έκτοτε ο Σταϊκούλης είχε τύψεις, που τον αναστάτωναν, καθώς περνούσαν τα δύσκολα χρόνια του Αγώνα. Διηγούνταν οι σύγχρονοι του, ότι ξύπναγε τη νύχτα, σηκωνόταν, έζωνε τ’ άρματα του και με το γιαταγάνι του μάχονταν επιθετικά τους τοίχους του δωματίου του.

Μετά, έπεφτε κάτω στο πάτωμα σφαδάζοντας, χτυπούσε το κεφάλι του και έκλαιγε. Όταν του πέρναγε η κρίση, συνερχόταν. Αγωνιζόταν πάντα με ορμή. Στην πολιορκία της Κορίνθου πληγώθηκε. Ο «μινίστρος» του πολέμου Ιω. Κωλέττης πρότεινε στον πρόεδρο του Εκτελεστικού: «Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη, δια τούτο το Μινιστέριον του πολέμου φροντίζον ίνα ανταμείβεται επαξίως η στρατιωτική αρετή των τοιούτων, εισαγγέλλει ώστε η υπέρτατη Διοίκησις να ανταμείψη τας εκδουλεύσεις και ανδραγαθίας του ρηθέντος Σταϊκόπουλου με τον στρατιωτικόν βαθμόν του πεντακοσιάρχου, επιτάττουσα εις το Μινιστέριον του πολέμου ν’ αποστείλη προς αυ­τόν τα κυρωτικά περί τούτου έγγραφα.
Εν Κορίνθω, τη 12η Μαρτίου 1822» (Μαίρης Ν. Βέη, οπ.π. σ. 21-22).

Η Κυβέρνηση τον προήγαγε στον «βαθμόν του ταξιάρχου μόνον και όχι πεντακοσιάρχου», την επομένη ημέρα. Τούτο ήταν μια δικαίωση των αγώνων του. Στο βαθμό του χιλίαρχου προβιβάστηκε στις 13 Οκτωβρίου του χρόνου αυτού κατά πολιορκία του Ναυπλίου, «επειδή ελπίζει η πατρίς πολλά παρ’ αυτού».

Η τρίτη πολιορκία του Ναυπλίου από τους Έλληνες επαναστάτες




Για τρίτη φορά, ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού, με αρχηγό τώρα το Νικηταρά, στις 15 Μαΐου του 21. 0 Νικηταράς τοποθέτησε στο Μερζέ τον Παπαρσένη Κρέστα, στο Κατσίγκρι το Σταϊκόπουλο και τους άλλους ντόπιους καπεταναίους σε άλλες επίκαιρες θέσεις. Οι οπλισμένοι Έλληνες έφταναν τους χίλιους, που έσφιγγαν τους Οθωμανούς τ’ Αναπλιού. Το δεύτερο 15ήμερο του Μαΐου συγκεντρώθηκαν οι πρόκριτοι στο μοναστήρι των Καλτεζών και σχημάτισαν την “Πελοποννησιακή Γερουσία” για τη διοίκηση του Μοριά. Από αντίθεση προς τον Κολοκοτρώνη, η Γερουσία θεώρησε αναγκαίο να αφαιρέσει την αρχηγία από το Νικηταρά και στη θέση του να τοποθετήσει το Μανιάτη Κωνσταντή Μαυρομιχάλη. Η πείνα άρχισε να ταλαιπωρεί τους Οθωμανούς του Ναυπλίου. Ένα εμπορικό πλοίο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να κομίσει σ’ αυτούς τροφές. Τώρα οι πολιορκητές πολλαπλασίασαν τα καράβια τους από 4 σε 8. Όμως και άλλο πλοίο, μαλτέζικο, με αγγλική σημαία, κατάφερε να επισιτίσει τους πολιορκημένους με 8.000 κιλά σιτάρι. Ωστόσο, πείνα και αρρώστιες τους θέριζαν. Αυτό φαίνεται στην απελπισμένη επιστολή τους στον Γιουσούφ πασά που βρισκόταν στην Πάτρα, ο οποίος είχε κατορθώσει να διαλύσει την πολιορκία της. Αλλά οι πολιορκητές του Ναυπλίου συνέλαβαν τους κομιστές της επιστολής έξω από τ’ Ανάπλι.

Η πολιορκία αυτού συνεχιζόταν με πείσμα. Γενικός αρχηγός της ήταν τώρα ο Δημήτριος Υψηλάντης. Το σχέδιο του Γάλλου συνταγματάρχη Βουτιέ να καταλάβει το Μπούρτζι απέτυχε. Στο μεταξύ, πολλοί φιλέλληνες έρχονταν στο Ναύπλιο. Λεπτομέρειες μας δίνει Γερμανός γιατρός Ερρίκος Τράϊμπερ στο ημερολόγιο του, που μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1960. Ο σηκωμός των Ελλήνων είχε συγκινήσει όλη την Ευρώπη. Ειδικότερα, για τη δράση των Γερμανών φιλελλήνων στην Πελοπόννησο και Ναύπλιο, μας δίνουν οι μελέτες της συμπολίτιδας κυρίας Ρεγγίνας QUACK-Μανουσάκη, διδάκτορος Φιλολογίας του πανεπιστημίου του Βερολίνου, οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στα διάφορα Πρακτικά των Πελοποννησιακών Μελετών, ιδιαίτερα στο Α’ Διεθνές Συνέδριο (1975) και στο περιοδικό «Μνημοσύνη» (τόμος 14ος). Βλέποντας οι πολιορκητές ότι ο επισιτισμός αυτός θα ενίσχυε για πολύ τους Οθω­μανούς του Ναυπλίου, αποφάσισαν να το καταλάβουν με έφοδο. Το σχέδιο το μελέτησε ο Ιταλός φιλέλληνας ίλαρχος Δανία και το παρουσίασε στους Γενικούς Αρχηγούς Δ. Υψηλάντη και Θ. Κολοκοτρώνη που το δέχτηκαν. Περιελάμβανε επτά σημεία, μεταξύ των οποίων και στρατήγημα προδοσίας δήθεν των Ελλήνων, για να ορμήσουν αυτοί έπειτα από στεριά και θάλασσα και να καταλάβουν την πόλη.

Οι πολιορκητές του Ναυπλίου, ενθαρρυμένοι από την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβρης 1821) συνεχώς ήλπιζαν στην εκπόρθηση κι αυτού. Από την πτώση της Τριπολιτσάς οι Μοραΐτες είχαν προμηθευτεί πολλά τουρκικά όπλα. Στρατός από 4.000 παλικάρια συγκεντρώθηκε, τέλη Νοεμβρίου του 1821, έξω από την πόλη, η αναγκαία ναυτική μοίρα κατέπλευσε στο μυχό του Αργολικού και ετοιμάσθηκαν πολλές ξύλινες σκάλες. Ο Δ. Υψηλάντης επιθεώρησε τους στρατιώτες και τους μίλησε, για να προλάβει τα ατοπήματα των Ελλήνων στην Τριπολιτσά. Μαζί του πήρε το Θ. Κολοκοτρώνη και τους Μαυρομιχαλέους, Πέτρο και Κυριακούλη. Οι αρματωμένοι παπάδες Θ. Μπούσκος και Γ. Βελίνης έκαναν κατανυκτική δέηση για την επιτυχία της επιχείρησης. Αλλά και το τόσο φιλόδοξο αυτό σχέδιο απέτυχε. Σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες και 17 Φιλέλληνες. Τα αίτια της αποτυχίας περιέγραψε, αργότερα, στα Απομνημονεύματά του ο Βουτιέ και τα παραθέτει σε μετάφραση ο Μιχ. Λαμπρυνίδης.

Η πολιορκία ύστερα χαλάρωσε ως το Μάιο του 1822. Τότε οι πολιορκούμενοι, αφού εξαντλήσανε και πάλι τις τροφές, και έχασαν κάθε ελπίδα βοήθειας από αλλού, αποφάσισαν να ζητήσουν τη βοήθεια του ίδιου του Σουλτάνου. Για το σκοπό αυτό διάλεξαν το συμπολίτη τους Γιουσούφ Τσιάπαρη, γνωστό σ’ όλους τους Έλληνες του Μοριά, που αναχώρησε νύχτα από τ’ Ανάπλι για την Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο. Αλλά τον συνέλαβαν στην Τήνο οι Έλληνες και τον έστειλαν στην Κόρινθο, όπου βρισκόταν η Ελληνική Κυβέρνηση. Εκεί ο Γιουσούφ Τσιάπαρης, βλέποντας την υπεροχή των ελληνικών δυνάμεων στην ξηρά και στη θάλασσα, κατάλαβε πως ήταν αδύνατο ν’ αντέξουν οι Ναυπλιώτες πολιορκημένοι. Δέχτηκε να μεσολαβήσει σ’ αυτούς για την παράδοσή τους. Τον έστειλαν στο Ναύπλιο με τη συνοδεία του φρουράρχου της Κορίνθου Νικ. Πονηρόπουλου, για να ζητήσει την παράδοση της πόλης εντός δέκα ημερών, με τους εξής όρους: Οι πολιορκούμενοι να παραδώσουν τα φρούρια, τα όπλα τους και τα πράγ­ματά τους. Όσοι θέλουν, να μεταφερθούν στη Σμύρνη. Να δοθεί σε όλους ασφάλεια της ζωής και της τιμής τους.

Η έλευση και η τελική συντριβή του Δράμαλη

Ο Τσιάπαρης έπεισε τους πολιορκούμενους να παραδώσουν την πόλη. Στις 18 Ιουνίου του 1822 υπεγράφη η συνθήκη με τους όρους που έθετε η ελληνική πλευρά. Εκατό οπλισμένοι Έλληνες μπήκαν στ’ Ανάπλι. Πενήντα κατέλαβαν το Μπούρτζι, από το οποίο έφυγαν οι Τούρκοι φρουροί. Αλλά τότε έφτασε στην Πελοπόννησο ο Μαχμούτ Δράμαλης με 30.000 άντρες. Έτσι, οι πολιορκημένοι παρασπόνδησαν και δεν παραδόθηκε η πόλη. Ο Δράμαλης στρατοπέδευσε στη Γλυκιά και διέλυσε την πολιορκία, στις 12 Ιουλίου. Ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Αλή Πασάς κήρυξε άκυρη τη συμφωνία και η ελληνική Επιτροπή παραδόσεως, με επικεφαλής τον επίσκοπο Βρεσθένης θεοδώρητο, φυλακίσθηκε. Ακολούθησε η “νίλα” του Δράμαλη στα Δερβενάκια και το Αγιονόρι, όπου το στρατηγικό πνεύμα του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και των άλλων καπετανέων έδωσε την περίλαμπρη νίκη. Έτσι, μετά απ’ αυτή, με περισσότερη ορμή ξανάρχισε η πολιορκία τ’ Αναπλιού.



Οι αποκλεισμένοι Οθωμανοί πεινούσαν. Στις 8 του Σεπτέμβρη η Αρμάδα του Μεχμέτ Πασά ηττήθηκε από τον υδροσπετσιώτικο στόλο ανάμεσα στην Ερμιονίδα και την Ύδρα. Δεν μπήκε στον Αργολικό κόλπο τουρκικό καράβι να φέρει τροφές στους αποκλεισμένους. Αυτοί απελπίστηκαν. Έτρωγαν ακάθαρτα ζώα και όταν τελείωσαν κι αυτά, πτώματα. Η ανθρωποφαγία, όπως με ωμότητα μας την περιγράφει ο Φωτάκος, είναι αποκρουστική. Ο Δράμαλης που μαράζωνε στην Κόρινθο, έστειλε με τον έμπιστο του Δελήμπαση, τροφές στ’ Ανάπλι. Ο Κολοκοτρώνης φρόντισε για την ενίσχυση της πολιορκίας. Οι πολιορκούμενοι, ολότελα απελπισμένοι, πρότειναν στους Έλληνες να τους αφήσουν ελεύθερους και να πάνε με τις οικογένειές τους στην Κόρινθο. Αλλά η Κυβέρνηση και ο Κολοκοτρώνης δεν δέχτηκαν την πρόταση.

Λίγο αργότερα, οι Τούρκοι τ’ Αναπλιού έστειλαν 150 άντρες οπλισμένους στην Κόρινθο. Ήξεραν καλά τα Ελληνικά και ήταν ντυμένοι με φουστανέλλες. Έτσι, πέρασαν τα Στενά των Δερβενακίων που τα φρουρούσαν οι Έλληνες, και ζήτησαν βοήθεια. Στις 28 Νοεμβρίου 7.000 οπλισμένοι Τούρκοι από την Κόρινθο κόμιζαν τροφές για τ’ Ανάπλι. Στον Άγιο Σώστη έγινε η φονική συμπλοκή. Εδώ σκοτώθηκε ο Παπαρσένης Κρέστας, που είχε προμαντεύσει ότι «το κεφάλι του θα πέσει, αλλά σπειρί στάρι δεν θα φτάσει στ’ Ανάπλι». Στις 27 του Νοέμβρη οι Τούρκοι του Ναυπλίου ζήτησαν από το Σταϊκόπουλο που διηύθυνε την πολιορκία, να μηνύσει στον Κολοκοτρώνη να κάνουν «τρατάτο». Ο Αρχιστράτηγος παράγγειλε στο Στάϊκο την εξής απάντηση: «Σεις ζητάτε τρατά­το. Η δική μου θέληση είναι να παραδώσετε όλα τα φρούρια και να αφήσετε και το βιό σας και να σας μπαρκάρω στα ελληνικά καράβια και να σας στείλω όπου θέλετε, αφού μας δώσετε το ενέχυρο. Και αν δεν ακούσετε τη θέληση μου, θα σας πάρουμε με ρεσάλτο και θα σας περάσουμε όλους από το σπαθί».

Οι στρατιωτικοί αρχηγοί τ’ Αναπλιού, όταν άκουσαν από το χιλίαρχο Σταϊ­κόπουλο τούτη την απάντηση, κάλεσαν αμέσως τον τσιδάραγα και τους άλλους αγάδες του Παλαμηδιού να κατέβουν στην πόλη για ν’ αποφασίσουν τι θα κάμουν. Ο φρούραρχος του Ναυπλίου Αλή πασάς και ο προηγούμενος φρούραρχος, τρέμοντας την οργή του Σουλτάνου, προσπαθούσαν να αναβάλουν την παράδοση. Σκέ­φθηκαν ν’ αποσυρθούν στο Παλαμήδι με ανάλογη στρατιωτική δύναμη και ν’ αφήσουν τους κατοίκους της πόλης στο έλεος του Θεού και των πολιορκητών. Το σχέδιο τούτο ο Αλή πασάς φοβήθηκε να το εμπιστευθεί στους αγάδες του Ναυπλίου, που δεν θα δέχονταν να διακινδυνεύσουν οι οικογένειές τους. Αποφάσισε να το ανακοινώσει στους φρουρούς του Παλαμηδιού. Η συνέλευση των τριών φρουράρχων τ’ Αναπλιού και των άλλων επιτελών, αν και κράτησε μέχρι το βράδυ της 29ης Νοεμβρίου, δεν κατέληξε σε καμιά απόφαση. Κρίθηκε αναγκαίο να διανυκτερεύσουν οι αγάδες του Παλαμηδιού στην πόλη, για να πάρουν απόφαση το πρωί, γιατί ο λαός είχε εξαγριωθεί εναντίον τους.

Η πτώση του Παλαμηδίου από τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο

Οι Τούρκοι του Παλαμηδιού, βλέποντας πως οι αγάδες του φρουρίου δεν γύρισαν το βράδυ, ανησύχησαν και κατέβηκαν στην πόλη. Αποφάσισαν ν’ αφήσουν για τη φρούρησή του 100 άντρες, περίπου. Από αυτούς οι 70 είχαν πιάσει την Μπεζιριάν ντάπια, όπου έκλεισαν, για μεγαλύτερη ασφάλεια, τις οικογένειες των αξιωματικών του φρουρίου. Οι υπόλοιποι μοιράστηκαν 5-10 στις υπόλοιπες ντάπιες. Στην Γιουρούς ντάπια, που ήταν πιο εκτεθειμένη, πήραν θέση 12 άντρες, ανάμεσα τους και δύο Αρβανίτες. Οι δύο Αρβανίτες που φρουρούσαν τη Γιουρούς ντάπια, όπως παραδίδει ο Μιχ. Λαμπρυνίδης, είχαν βγει κρυφά από το Παλαμήδι και είχαν έρθει σε συνεννόηση με τον αρχηγό της πολιορκίας Στ. Σταϊκόπουλο που στρατοπέδευε στην Άρια και πριν από 15 ημέρες, ζητώντας ν’ αφήσουν οι πολιορκητές όλους τους Αρβανίτες ελεύθερους. Βγήκαν και πάλι, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 29ης Νοεμβρίου του 1822, μαζί με μια γυναίκα, για να μαζέψουν δήθεν χόρτα.

Ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης που περιπολούσε την ώρα εκείνη στο στρατόπεδο, έπιασε τους δύο Αρβανίτες και τους οδήγησε στον καπετάν Στάϊκο. Ο Σταϊκόπουλος έμαθε απ’ αυτούς ότι στο Παλαμήδι είχαν μείνει λίγοι άντρες και ότι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες είχαν κατέβει στην πόλη και δεν ξαναγύρισαν. Κάλεσε και τους άλλους καπεταναίους και αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία. Ο Δ. Μοσχονησιώτης, σίγουρος ότι οι Αρβανίτες είπαν την αλήθεια, παρακίνησε το Σταϊκόπουλο να πάρει τούτη την απόφαση για το ρεσάλτο. Για να πείσει αυτόν και τους άλλους καπεταναίους ότι οι πληροφοριοδότες είπαν την αλήθεια, δέχθηκε πρώτος αυτός ν’ ανεβεί με σκάλα στα τείχη της Γιουρούς ντάπιας και, αν οι στρατιώτες που ήταν κοντά της ακούσουν πυροβολισμό, να καταλάβουν ότι σκοτώθηκε. Αν ακούσουν μόνο φωνές, να καταλάβουν ότι πιάστηκε, οπότε να φύγουν και να τιμωρήσουν αυστηρά τους δύο Αρβανίτες που τους κρατούσαν στην Άρια. Στην περίπτωση όμως που θα βρει τον προμαχώνα αυτόν αφρούρητο, αμέσως θα τους ειδοποιήσει ν’ ανεβούν κι αυτοί στα τείχη.

Ο Σταϊκόπουλος δέχτηκε την πρόταση. Αφού πήρε μαζί του από τα παλικάρια τον αδελφό του Αθανάσιο, το Νικόλαο Μοσχονησιώτη και άλλους 350 γεροδεμένους άντρες, μαζί με τον Γκουμπερνάντι και λίγους άλλους φιλέλληνες, ξεκίνησε αθόρυβα από το στρατόπεδο της Άριας μέσα στη βροχερή νύχτα και βάδισε προς το Παλαμήδι. Στο στρατιωτικό αυτό σώμα ακολουθούσαν ο αγιορείτης μοναχός Παφνούτιος και ο Αργείτης βιολιτζής Πορτοκάλης, κουβαλώντας την 5μετρη ξύλινη σκάλα για την ανάβαση. Ο Σταϊκόπουλος, κατά τις μαρτυρίες του Μιχ. Λαμπρυνίδη, εμψυχώνει τα παλικάρια του με τούτα τα λόγια: «Στρατιώτες του Χριστού και της πατρίδας, η ημέρα τ’ Αγιαντρέα πρέπει να φωτίσει τους Έλληνες λεύτερους. Αλλά το Ανάπλι, που το μολεύει η πατούσα των αγαρηνών, αντιστέκεται ακόμα και φαίνεται να ξαστοχάει την παλικαριά σας. Οι αγαρηνοί που το κατέχουν, αφού δείξανε τη μπαμπεσιά τους και γράψανε στα τσαρούχια τους τη γραφή του Γέρου που τους έλεγε να παραδοθούνε και να τους έστελνε στη Μικρασία ζωντανούς, ξαναπήρανε την πρώτη τους αυθάδεια. Θα το αντέξετε το λοιπόν, ακόμα, τούτοι οι βάρβαροι να παίζουνε μαζί μας; Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουν στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουν πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι». (Μεταγραφή Θεόδωρου Κ. Κωστούρου).

Μετά ο καπετάν Στάϊκος, αφού άφησε ως οπισθοφυλακή τον αδελφό του επικεφαλής 270 αντρών, μαζί με τον Νικ. Μοσχονησιώτη και 80 παλικάρια, προχωρεί προς την Γιουρούς ντάπια. Ησυχία παντού. Φέρνουν την ξύλινη σκάλα και την τοποθετούν στο χαμηλότερο μέρος του τείχους. Και τότε ο Δημ. Μοσχονησιώτης, όπως το είχε υποσχεθεί, κάνει το σημείο του Σταυρού και πηδάει μέσα στην ντάπια. Διέκρινε ένα αμυδρό φως στο βάθος και κάνοντας πάλι το σημείο του Σταυρού, πλησιάζει στο φυλάκιο. Βλέπει έναν Τούρκο να τρώει φύλλο φραγκοσυκιάς. Κρατώντας στο ένα του χέρι το ξίφος και στο άλλο το πιστόλι του, κάνει νόημα στον Τούρκο να μην κινηθεί. Ξαφνιασμένος εκείνος, πέφτει στα πόδια του και ζητεί έλεος. Ο Δ. Μοσχονη­σιώτης του έδεσε τα χέρια και του έκλεισε το στόμα. Μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε στο φυλάκιο και κάλεσε τα παλικάρια που περίμεναν ανυπόμονα ν’ ανέβουν γρήγορα πάνω στο τείχος χωρίς φόβο. Ο καπετάν Στάϊκος με τους 80 στρατιώτες του ανεβαίνει τη σκάλα παίρνοντας μαζί του και έναν Κρανιδιώτη γέροντα χτίστη, το Μανώλη Σκρεπετό, που είχε δουλέψει στο Παλαμήδι και το γνώριζε καλά.

Πήδησε μέσα και μετά ακολούθησαν οι 80 στρατιώτες που με λοστάρια άνοιξαν τη σιδερένια πόρτα του προμαχώνα. Απ’ αυτήν μπήκαν και οι υπόλοιποι 270 άντρες με τον Αθανάσιο Σταϊκό­πουλο. Ο Δημ. Μοσχονησιώτης τοποθέτησε σε λίγο τη σκάλα στη διπλανή Τοβίλ ντάπια. Τα παλικάρια ανέβηκαν στην Καρά ντάπια, αλλά το τείχος της ήταν ψηλότερο από τη σκάλα. Αναγκάστηκαν, έτσι, να κρατήσουν ψηλά με τα χέρια τους τη σκάλα, για να μπορέσει ο Δ. Μοσχονησιώτης να φτάσει στο τείχος. Στο ανέβασμα αυτής της ντάπιας, ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Βυζάντιος γλίστρησε και έσπασε το πόδι του. Με τον ίδιο τρόπο, τα παλικάρια κυρίευσαν και τον προμαχώνα του φρουραρχείου (Τζιδάρ ντάπια). Οι Τούρκοι, βλέποντας πως οι Έλληνες κυρίευσαν το Παλα­μήδι, κατέβαιναν τα 999 σκαλιά και έμπαιναν στην πόλη, ξυπνώντας τους εδώ Τούρ­κους. Βγήκαν όλοι στους δρόμους με τις γυναίκες και τα παιδιά κλαίγοντας. Είχε πια φωτίσει: 30 Νοεμβρίου του 1822. Οι πορθητές γύρισαν τα πυροβόλα και άρχισαν να κανονιοβολούν την πόλη και το Ιτς-Καλέ.


Οι Τούρκοι που ήταν κλεισμένοι στην Μπαζιριάν ντάπια, τη μόνη από τις οκτώ που δεν είχαν κυριεύσει οι πολιορκητές, σκέπτονταν να βάλουν φωτιά στην μπαρουταποθήκη και να την ανατινάξουν. Τούτο πληροφορήθηκε ο καπετάν Στάϊκος από τον υποφρούραρχο Αμπτούλ-αγά που ήταν γνωστός του, μίλησε με τους Τούρκους αυτού του προμαχώνα και τους έπεισε να κατέβουν στην πόλη ανενόχλητοι. Τους έδωσε, μάλιστα, την εντολή να πείσουν και τους άλλους κατοίκους τ’ Αναπλιού να παραδοθούν χωρίς όρους. Ο πορθητής Στ. Σταϊκόπουλος, μόλις έγινε κύριος του Παλαμηδιού, έστειλε καβαλάρηδες ταχυδρόμους στην Κυβέρνηση που ήταν στην Ερμιόνη και στον Αρχηγό Θ. Κολοκοτρώνη που βρισκόταν στα Δερβενάκια, να αναγγείλουν τα νέα. Ο Γέρος άκουσε στα Δερβενάκια τους πυροβολισμούς από το Παλαμήδι και έτρεχε στ’ Ανάπλι. Στο δρόμο συνάντησε τον ταχυδρόμο και πληροφορήθηκε την άλωση του Παλαμηδιού. Έφτασε στο Παλαμήδι νωρίς το πρωί. Διέταξε να πυροβολήσουν την πόλη, για ν’ αναγκάσει τη φρουρά να παραδοθεί γρήγορα.

Αφού τα παλικάρια έριξαν πενήντα μπάλες, έστειλε με τον υπασπιστή του τούτο το γράμμα προς τους Τούρκους του Ναυπλίου: «Σας προσφέρομεν το χαιρετισμόν μας. Ιδού ο Θεός του Παντός μας έδωσε το Παλαμήδιον υπό την κυριαρχίαν μας και σας προσκαλούμεν εις τρεις ώρας να μας παραδώσετε το φρούριον και τον “Ιτς-Καλέν”. Τουναντίον θέλετε γίνει ανάλωμα του πυρός και των κανονιών και δεν το επιθυμούμεν. 1822 Νοεμβρίου 30, 2 ώρας της ημέρας. Θ. Κολοκοτρώνης και λοιποί».

Η προσωρινή ανάδειξη του Σταϊκόπουλου και η μετέπειτα κατάπτωση του

Την επομένη της αλώσεως μετά από πρό­ταση του Εκτελεστικού, η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος, που είχε έδρα την Ερμιόνη, τον αναγόρευσε στρατηγό, γιατί «ο χιλίαρχος Στάϊκος Στάϊκόπουλος εξ εφόδου χθες εκυρίευσε το τρομερό Παλαμίδι. Την αρετήν του ανδρός αγέραστον να αφήση η Διοίκησις δεν φαίνεται εύλογον. Το Εκτελεστικόν σώμα κρίνει εύλογον εις τον βαθμόν της στρατηγίας να προβιβαστή ο τροπαιούχος Στάϊκος Σταϊκόπουλος, και καθυποβάλλεται τούτο εις του Βουλευτικού την επίκρισιν». (οπ.π. σελ. 23).

Την ίδια ημέρα, «εγκρίνει και το Βουλευτικόν αξιώτατον τοιούτου βαθμού περί τε των άλλων εκδουλεύσεών του προς την πατρίδα, και τροπαίων κατά των εχθρών, και περί της δι’ εφόδου καταπορθήσεως του δυσπορθήτου Παλαμιδίου» (όπ.π.).

Έτσι, ο Στ. Σταϊκόπουλος ονομάστηκε στρατηγός, σε ηλικία 24 ετών, και με το βαθμό αυτό συνέχισε τον Αγώνα. Αλλά λόγω του ευερέθιστου χαρακτήρα του, δεν έγινε αργότερα φρούραρχος του Παλαμηδίου ούτε του Ιτς-Καλέ, όπως επιθυμούσε, και είχε μόνιμο οικονομικό πρόβλημα. Αλλά και πρόβλημα κοινωνικής προσαρμογής. Κατά τον μετέπειτα εμφύλιο σπαραγμό, υπέφερε τα δεινά μεταξύ των αντι­μαχομένων παρατάξεων. Όπως σημειώνει ο Γ. Χώρας, δύο ήταν τα μόνιμα αιτήματά του: Το χρηματικό και το στεγαστικό. Τον βρίσκουμε αργότερα ως «ενοικιαστή των εθνικών προσόδων» σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου. Το 1825, χωρίς μισθό και χωρίς σπίτι, «ξεσήκωσε τ’ Ανάπλι». Έτσι, έμενε μόνον με τις δάφνες του και τον τίτλο του στρατηγού, χωρίς σχεδόν κανένα υλικό αντίκρυσμα. Ο ψυχικός του βρασμός είναι προφανής και εξεκενώθη, γράφει ο πιο πάνω ιστορικός και παρα­θέτει σχετική πρόταση του Βουλευτικού προς το Εκτελεστικό:

«Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος εσήκωσε την ησυχία όλων των κατοίκων του Ναυπλίου, έδειρε πολίτας, εβίασε την φυλακήν της Αστυνομίας, εκτύπησε τον βουλευτήν κύριον Ιωάννη Πάγκαλον μέσα εις την οικίαν του περί τας 6 ώρας της νυκτός και τέλος κάνει έργα μαινόμενου. Όθεν, δια να μην ταράττεται η κοινή ησυχία και μάλιστα υπ’ όψιν της Διοικήσεως, το Βουλευτικόν κρίνει εύλογον να συλληφθή χωρίς αναβολής καιρού και να ριφθή εις το καστέλλον (Μπούρτζι). Όθεν το Σ. εκτελεστικόν ας δώση τας ανάλογους διαταγάς». (Γεωργ. Αθ. Χώρα, οπ.π. σ. 349-350).
Μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Αργολίδα (καλοκαίρι του 1825), ο Σταϊκόπουλος ζήτησε από την Κυβέρνηση όπλα και χρήματα, για να εκστρατεύσει εναντίον του. Δεν πολέμησε στους Μύλους αλλά στα «Κατζιωτέικα αμπέλια, όπου εφόνευσε πλείστους Άραβας και συνέλαβε 30 εξ αυτών αιχμαλώτους, τους οποίους απέστειλε εις Ναύπλιον» (Μαίρη Ν. Βέη, οπ. π. σ. 47).

Κατά την περίοδο του Κυβερνήτη Καποδίστρια, ο Στ. Σταϊκόπουλος ήταν μεταξύ των δυσαρεστημένων άτακτων στρατιωτικών και «εφώναζε» εναντίον του. Σκληρότερη ήταν η τύχη των άτακτων βαθμοφόρων επί Αντιβασιλείας του Όθωνα. Τότε ο Στ. Σταϊκόπουλος αναγνωρίσθηκε με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη της Εθνοφυλακής, χωρίς να του χορηγηθεί το επίσημο δίπλωμα, γιατί περιέπεσε σε δυσμένεια λόγω αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του. Το σώμα της Εθνοφυλακής καταργήθηκε το 1835, έτος του θανάτου του ήρωα, χωρίς να έχει εισπράξει τις αποδοχές του βαθμού του, όπως ζητούσε αυτός και μετέπειτα η θυγατέρα του Ζαχαρούλα και αργότερα τα εγγόνια του.
Λίγο αργότερα, μετά από προτροπή του φίλου και συμπατριώτη του Σπηλιωτόπουλου, παντρεύτηκε την κόρη του προέδρου της Αλωνίσταινας, Παν. Δημητρακόπουλου την Κατερίνα, όπου μαζί της απέκτησε μια κόρη, δίνοντάς της το όνομα της μητέρας του Ζαχαρούλας. Την πάντρεψε με τον Νικόλαο Ζατζηπανάγου από την Πρόνοια. Η Κυβέρνηση, το 1842 τη  προίκισε με γη αξίας  3.500 δραχμών. Μετά την άφιξη του Όθωνα, ο Σταϊκόπουλος παρέμεινε στο στράτευμα με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Τα τελευταία χρόνια και ο τραγικός θάνατος του Στάϊκου Σταϊκόπουλου



 Ο Στ. Σταϊκόπουλος, διαμένοντας στο Άργος ή στην Πρόνοια Ναυπλίου, ασκούσε δριμεία κριτική κατά των κρατούντων και είχε γίνει πολύ προκλητικός στους Βαυαρούς του Όθωνα. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί οι ελευθερωτές της Πατρίδας έχασαν τώρα την πολιτική εξουσία. Επί κυβερνήσεως του Ιω. Καποδίστρια οι ιθύνοντες του έδειχναν επιείκεια λόγω της αρρώστιας του. Αλλά η κυβέρνηση, επί Αντιβασιλείας, τον έκλεισε στη φυλακή του Λεονάρδου. Έτσι, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Χώρας, «από την πιο ψηλή κορυφή του Παλαμηδίου έπεσε στο χαμόγειο της φυλακής του Ναυπλίου». Τότε από έλλειψη νοσοκομείων για τους «φρενοβλαβείς», οι πάσχοντες ασφαλίζονταν στις φυλακές. Οι κακουχίες και η έλλειψη στοιχειώδους επιμέλειας και φροντίδας, έφθειραν την υγεία του αγωνιστή και την 21 Φεβρουαρίου του 1835 πέθανε, φέροντας τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη.

Επειδή πέθανε πάμπτωχος, φίλοι και συγγενείς έκαναν έρανο για να καλυφθούν τα έξοδα της κηδείας. Αλλά οι Προεστοί της πόλης του Ναυπλίου, ανέλαβαν αυτοί κάθε δαπάνη με αποτέλεσμα ο άτυχος ήρωας να κηδευτεί με μεγαλοπρέπεια, παρουσία όλων των στρατιωτικών και πολιτικών αρχών του τόπου. Ο δε διάκονος και λόγιος Ευγένιος Διογενίδης τον αποχαιρέτισε με ένα συγκινητικό αποχαιρετιστήριο λόγο.


ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ο ΑΛΛΟΣ ‘ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ’: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΔΩΡΙΕΩΝ (1000 πΧ)

File written by Adobe Photoshop¨ 4.0Απεικόνιση  μαχίμων  από  το  περίφημο  «Αγγείο  των  Πολεμιστών»  της  Υστερομυκηναϊκής  ή  Υπομυκηναϊκής  περιόδου.  Φαίνεται  πως  οι  πλήρως  εξοπλισμένοι  Αττικοί/Αθηναίοι  πολεμιστές  αλλά  και  οι  Δωριείς  αντίπαλοι  τους  ήταν  οπλισμένοι  σχεδόν   όπως  οι  εικονιζόμενοι. 
-
 attica1
            Κατά  το  πρώτο  μισό  της  2ης  προχριστιανικής  χιλιετίας,  η  Αττική  ήταν  διηρημένη  σε  αρκετές  ανεξάρτητες  κοινότητες.  Η  Αθήνα  (ταυτιζόμενη  ουσιαστικά  με  την  Ακρόπολη)  ήταν  μία  από  τις  ισχυρότερες  κοινότητες,  πιθανώς  κυβερνώμενη  από  Δαναούς  ηγεμόνες.  Η  κομβική  θέση  της  στο  μέσο  σχεδόν  της  απόστασης  από  την  Ερένεια  έως  το  Σούνιο  (ακραία  σημεία  της  Αττικής  προς  τα  βορειοδυτικά  και  τα  νοτιοανατολικά  αντιστοίχως),  η  σχετικά  εύφορη  γη  που  την  περιέβαλε  και  η  δυσπρόσβλητη  θέση  της  Ακρόπολης,  ήταν  μερικές  παράμετροι  οι  οποίες  έδωσαν  στην  Αθήνα  κάποιο  προβάδισμα  έναντι  των  ανταγωνιστικών  της  κοινοτήτων-κρατιδίων  για  την  τελική  επικράτηση  στην  Αττική,  κυρίως  έναντι  της  Ελευσίνας  και  της  Παλλήνης.  Η  Αθήνα  ήταν  η  τελική  νικήτρια  στον  ενδο-αττικό    αγώνα.
Attica2
Φαίνεται  πως  κατά  τον  ύστερο  16ο  αι.  π.Χ.,  οι  Δαναοί  της  Αθήνας  ανατράπηκαν  από  μία  δυναστεία  Λαπιθών  (μάλλον  του  μυθικού  Εριχθόνιου),  καταγόμενη  από  τη  Θεσσαλία.  Η  λαπιθική  καταγωγή  της  είναι  εμφανής  από  τη  λίγο  μεταγενέστερη  διακυβέρνηση  της  Αθήνας  από  τους  αναμφίβολα  Λαπίθες  ήρωες  Αιγέα  και  Θησέα,  ή  ορθότερα  τους  βασιλείς-πολεμιστές  που  εκείνοι  αντιπροσωπεύουν.  Η  λαπιθική  δυναστεία  έφθασε  στο  απόγειο  της  κατά  τη  βασιλεία  του  μυθολογικού  ήρωα  Θησέα,  μάλλον  σε  κάποιο  απροσδιόριστο  διάστημα  του  14ου  αι.,  όταν  εκείνος  (ή  ορθότερα  οι  Αιγειίδες-Θησείδες  βασιλείς  που  αντιπροσωπεύει)  κατόρθωσε  να  ενώσει  τα  αττικά  κρατίδια  σε  ένα  ανακτορικό  κράτος.  Ο  αναφερόμενος  Συνοικισμός  της  Αττικής,  αν  δεν  είναι  μυθικός,  σήμανε  την  ουσιαστική  ίδρυση  του  Αττικού/Αθηναϊκού  κράτους  και  κατ’  επέκταση  του  αθηναϊκού  στρατού.  Εκτός  από  την  ισχυρή  Ελευσίνα,  είναι  άγνωστο  αν  στους  αιώνες  που  ακολούθησαν,  οι  αττικές  κοινότητες  κατόρθωναν  να  ανακτούν  την  ανεξαρτησία  τους  από  την  Αθήνα  για  κάποια  χρονικά  διαστήματα.  Θεωρείται  πιθανό  ότι  αυτό  συνέβαινε  κατά  τα  Τρωικά.  Η  απουσία  των  πόλεων  της  Αττικής  εκτός  της  Αθήνας,  από  τον  Κατάλογο  Νηών  των  Αχαιών,  της  Ιλιάδας  δεν  έχει  ιδιαίτερη  σημασία,  επειδή  ίσως  οφείλεται  σε  μεταγενέστερη  αθηναϊκή  παρέμβαση  στο  κείμενο  του.  Ο  αττικός  στρατός  του  14ου  αι.  π.Χ.  ακολουθούσε  τα  πρώιμα  μυκηναϊκά  ανακτορικά  πρότυπα  οργάνωσης,  εξοπλισμού  και  τακτικών.  Τον  13ο  αι.,  η  μυκηναϊκή  πολεμική  τέχνη  μεταβλήθηκε  δραματικά,  σύμφωνα  με  τις  νέες  απαιτήσεις  των  καιρών,  αν  και  κάποια  κράτη  όπως  η  Πύλος,  η  Κνωσός  και  η  Σαλαμίνα,  μάλλον  διατήρησαν  τα  πρωτομυκηναϊκά  στρατιωτικά  πρότυπα.  Δεν  μπορεί  να  εξακριβωθεί  αν  οι  Μυκηναίοι  της  Αττικής  ακολούθησαν  τις  υστερομυκηναϊκές  στρατιωτικές  καινοτομίες,  όμως  αυτό  είναι  το  πιθανότερο.  Πρέπει  να  θεωρείται  βέβαιο  πως  οι  Αττικοί/Αθηναίοι  διέθεταν  πολεμικά  άρματα  λόγω  της  ανακτορικής  οργάνωσης  τους.  Οι  Αττικοί  συμμετείχαν  στον  Τρωικό  πόλεμο  (περίπου  μέσα  13ου  αι.)  υπό  τον  ήρωα  Μενεσθέα.
shield
Μικρογραφία  οκτώσχημης  ασπίδας  (από  ελεφαντόδοντο)  η  οποία  συνέχισε  να  χρησιμοποιείται  τη  συγκεκριμένη  περίοδο  αλλά  σε  αρκετά  μικρότερο  μέγεθος.  Λίγο  αργότερα  μετεξελίχθηκε  στην  ασπίδα  Διπύλου  της  Γεωμετρικής  εποχής  και  στις  βοιωτικές  ασπίδες  της  Αρχαϊκής  (Αθήνα,  Εθνικό  Αρχαιολογικό  Μουσείο).
-
            Μετά  τη  μυκηναϊκή  κατάρρευση,  οι  Αθηναίοι/Αττικοί  αντιμετώπισαν  την  επίθεση  των  Βορειοδυτικών  Ελλήνων  (γνωστών  γενικά  ως  «Δωριέων»).  Η  ανατολική  Αττική  ήταν  σχεδόν  η  μόνη  νοτιοελλαδική  ηπειρωτική  περιοχή  (μαζί  με  την  Αρκαδία)  στην  οποία  αποκρούσθηκαν  οι  νεοφερμένοι,  χαρακτηριζόμενη  από  τους  αρχαιολόγους  ως  η  «Κιβωτός  όλης  της  Ελλάδας».  Τότε  ο  πληθυσμός  της  ενισχύθηκε  σημαντικά  από  τους  Ιωνες  πρόσφυγες  από  τη  βόρεια  Πελοπόννησο,  οι  οποίοι  συνέστησαν  ένα  ποσοστό  του  πληθυσμού  της  (και  όχι  την  πλειοψηφία  του,  όπως  θεωρείται  συνήθως  και  εσφαλμένα).
Η  απόκρουση  της  δωρικής  εισβολής  μάλλον  λίγο  μετά  το  1000  π.Χ.  είναι  μία  μεγάλη  και  ευρέως  λησμονημένη  νίκη  του  αθηναϊκού/αττικού  στρατού,  ο  οποίος  είχε  ενισχυθεί  με  Ιωνες,  Αχαιούς,  Μινύες,  Τροιζήνιους  και  άλλους  μάχιμους  πρόσφυγες.  Οι  Δωριείς  που  επιτέθηκαν  στην  Αττική  (προερχόμενοι  από  τις  Κορινθία,  Μεγαρίδα,  Αργολίδα  και  Μεσσηνία)  κατέλαβαν  το  Θριάσιο  πεδίο  και  κατέστρεψαν  την  Ελευσίνα,  αλλά  αποκρούσθηκαν  από  τους  Αθηναίους  και  εκκένωσαν  την  Αττική  καταλήγοντας  αργότερα  στην  Κρήτη.
Η  εισβολή  των  Πελοποννήσιων  Δωριέων  στην  Αττική  (λίγο  μετά  το  1.000  π.Χ.)  κατέστρεψε  την  Ελευσίνα,  μία  παράδοση  που  επιβεβαιώνεται  από  την  αρχαιολογία.  Το  Θριάσιο  πεδίο,  η  πολιτική  χώρα  της  Ελευσίνας,  έμεινε  ακατοίκητο  για  μεγάλο  διάστημα  ενώ  οι  κάτοικοι  του  είναι  βέβαιο  πως  είχαν  καταφύγει  στην  ανατολική  Αττική.  Η  ανατολική  Αττική  είχε  καταστεί  το  προπύργιο  της  αντίστασης  στους  Δωριείς  και  πριν  την  έλευση  τους,  υπήρξε  η  «Κιβωτός  όλης  της  Ελλάδας»  όπως  έχει  χαρακτηρισθεί  από  τους  αρχαιολόγους,  όντας  το  μόνο  σχεδόν  ασφαλές  έδαφος  στην  ηπειρωτική  χώρα  εν  μέσω  των  αναστατώσεων  που  επέφερε  η  πολιτικοοικονομική  κατάρρευση  του  Ανατολικομεσογειακού  κόσμου  (12ος  αι.).  Η  δυτική  Αττική  (το  Θριάσιο  και  τα  λίγα  περιβάλλοντα  εδάφη)  εκκενώθηκε  επειδή  γεωστρατηγικά  δεν  μπορεί  να  προστατευθεί  αποτελεσματικά  έναντι  εχθρών  που  προωθούνται  από  τα  δυτικά  (οι  Δωριείς  εν  προκειμένω)  λόγω  της  γεωμορφολογίας  της.  Η  μόνη  υπερασπίσιμη  γραμμή  άμυνας  είναι  εκείνη  που  διατρέχει  την  Πάρνηθα  και  το  όρος  Αιγάλεω  (σύνορα  ανατολικής  και  δυτικής  Αττικής),  όπως  απέδειξε  και  η  μεταγενέστερη  κατασκευή  ενός  αμυντικού  τειχίσματος  κοντά  στο  σύγχρονο  Δαφνί  από  τους  Κλασικούς  Αθηναίους.  Όταν  οι  Αττικοί  και  οι  πρόσφυγες  (Ιωνες,  Αχαιοί,  Τροιζήνιοι  κ.ά.)  που  είχαν  καταφύγει  στην  Αττική  νίκησαν  τους  Δωριείς  εισβολείς,  οι  Ελευσίνιοι  επέστρεψαν  στο  Θριάσιο  ενώ  οι  περισσότεροι  πρόσφυγες  προωθήθηκαν  στα  νησιά  του  Αιγαίου  και  στη  Μικρά  Ασία.  Τότε  η  Ελευσίνα  ανέκτησε  την  ανεξαρτησία  της,  προφανώς  λόγω  της  αθηναϊκής  εξασθένησης  από  τη  δωρική  επίθεση.  Η  Ελευσίνα  παρέμεινε  ανεξάρτητη  έως  τον  7ο  αι.  π.Χ.,  όταν  προσαρτήθηκε  οριστικά  στο  αθηναϊκό  κράτος  (με  εξαίρεση  ένα  μικρό  διάστημα  κατά  την  Κλασική  εποχή).  Η  επίθεση  των  Δωριέων  εναντίον  της  Αττικής  αντικατοπτρίζεται  στον  μύθο  του  βασιλιά  Κόδρου.
Marathon
Πρόσφατη  ακριβής  αναπαράσταση  της  γνωστής  μάχης  του Μαραθώνα  του  τέλους  της  Αρχαϊκής  περιόδου  από  τον  Αυστραλιανό  Ιστορικό  Σύλλογο  Ancient Hoplitikon .  Ωστόσο  η  άλλη  μεγάλη  νίκη  των  Αθηναίων/Αττικών,  ο  “άλλος  Μαραθώνας”  500  χρόνια  νωρίτερα,  το  1000  π.Χ.,  παραμένει  λησμονημένη.
-
  Η  σημασία  της  απόκρουσης  της  δωρικής  εισβολής  είχε  το  ίδιο  ειδικό  βάρος  για  την  Ιστορία  της  Αθήνας,  με  εκείνο  της  αθηναϊκής  νίκης  στον  Μαραθώνα  (490  π.Χ.),  επειδή  απέτρεψε  οριστικά  το  ενδεχόμενο  να  καταστεί  η  Αττική  δωρικό  έδαφος.  Η  πολιτική,  κοινωνική,  οικονομική,  πνευματική  και  τεχνολογική  εξέλιξη  μίας  υποθετικής  δωρικής  Αθήνας,  θα  ήταν  πιθανώς  πολύ  διαφορετική  από  τη  γνωστή,  με  προφανείς  κοσμοϊστορικές  συνέπειες  για  την  ανθρώπινη  Ιστορία  (κυρίως  για  τον  παγκόσμιο  πολιτισμό).  Μία  δωρική  Αθήνα  μάλλον  θα  εξελισσόταν  σε  μία  πόλη  περιορισμένης  σημασίας,  στην  περιφέρεια  του  δωρικού  κόσμου,  που  θα  ζούσε  στη  σκιά  των  μεγάλων  δωρικών  δυνάμεων  Αργους,  Σπάρτης,  Κορίνθου  και  της  συγγενικής  τους  εθνολογικά  Θήβας.  Επίσης  το  πιθανότερο  είναι  ότι  θα  ιδρύονταν  περισσότερα  από  ένα,  δύο  ή  περισσότερα  δωρικά  κράτη  στην  Αττική,  επειδή  έχουμε  τα  ιστορικά  παράλληλα  της  Αργολίδας, της Λακωνίας (όπου αρχικά  υπήρχαν δύο δωρικά κράτη) και  της  Βοιωτίας.  Ετσι  η  Αθήνα  θα  ήταν  ακόμη  πιο  αποδυναμωμένη.  Το πιθανότερο είναι  ότι  οι  υποθετικοί  Δωριείς κατακτητές της  Ελευσίνας,  της  Παλλήνης, του  Μαραθωνα,  της  Βραυρωνας  και  ίσως  μερικών  ακόμη  πόλεων  θα  ήταν  ανεξάρτητοι  από  τη Δωρική  Αθήνα. Μία  σημαντική  διαφορά  ανάμεσα  στις  δύο  μεγάλες  αθηναϊκές  νίκες  του  1000  π.Χ.  και  του  490  π.Χ.  (με  χρονική  διαφορά  πέντε  αιώνων)  ήταν  ότι  οι  Δωριείς  εισβολείς  στο  Θριάσιο  ήταν  Ελληνες,  ενώ  οι  εισβολείς  στον  Μαραθώνα  ήταν  βάρβαροι.  Οι  Δωριείς  ανέπτυξαν  κατά  την  Κλασσική  περίοδο  έναν  σπουδαίο  πολιτισμό,  ο  οποίος  όμως  υστερούσε  έναντι  του  κλασσικού  Αθηναϊκού  σύμφωνα  με  την  άποψη  των  περισσοτέρων  ερευνητών  και  ιστορικών,  Ελλήνων  και  μη-Ελλήνων.  Ωστόσο  η  άποψη  του  συγγραφέα  αυτού  του  άρθρου  σχετικά  με  αυτή  την  «υστέρηση»  είναι  τελείως  διαφορετική  αλλά  αυτό  είναι  ένα  άλλο  ζήτημα  με  το  οποίο  θα  ασχοληθώ  σε  μελλοντικό  άρθρο.
Από  τα  προαναφερόμενα  διαφαίνεται  η  αποφασιστική  σημασία  της  αθηναϊκής  νίκης  επί  των  Δωριέων  όχι  μόνο για την  Ελληνική  αλλά  για  την  Παγκόσμια  Ιστορία.  Πρόκειται  πραγματικά  για  έναν  “άλλο  Μαραθώνα”  πέντε  αιώνες  πριν  τη  γνωστή  μάχη  του Μαραθώνα,  αλλά αυτή  τη  φορά  στη  Δυτική  Αττική.  Και  όμως  προς  έκπληξη  του γράφοντος  και  υποθέτω  και  αρκετών  ακόμη  ασχολουμένων  με  την  Ελληνική  ιστορία,  αυτή  η  ιστορική  νίκη  παραμένει  λησμονημένη  και  περνά  σχεδόν  απαρατήρητη.
Σχετικά  με  την  τοποθεσία  της  μάχης,  το  πιθανότερο  είναι  ότι  δώθηκε  είτε  στο  γεωφυσικό  στενό  κοντά  στο  σύγχρονο  Δαφνί ή  στο  Θριάσιο  Πεδίο  αν  οι  Αττικοί/Αθηναίοι  αποφάσισαν  να  αντιμετωπίσουν  τους  εισβολείς  σε  ανοικτό  χώρο.
Τέλος, σχετικά  με  τον  αθηναϊκό  στρατό  της  ευρύτερης  Γεωμετρικής  περιόδου  (11ος-8ος  αι.  π.Χ.)  ο  οποίος  στις  Αρχές  της  πέτυχε  τη  νίκη  επί  των  Δωριέων,  εκείνος  ακολουθούσε  τα  κοινά  νοτιοελλαδικά  πρότυπα  οπλοσκευής,  με  τη  χρήση  υστερομυκηναϊκών  κωδωνοειδών  θωράκων,  κωνόσχημων  περικεφαλαίων  «Κέγκελ»  (Kegelhelm),  πρωτοκορινθιακών  κ.ά.  Οι  ασπίδες  ήταν  συνηθως  Υστερου  οκτώσχημου  τύπου  μικρού  μεγέθους,  τύπου  Διπύλου  (ονοματισμένος  από  την  ομώνυμη  αθηναϊκή  πύλη),  «Χέρτσπρουνγκ»  (Herzsprung,  κυρίως  για  τους  ευγενείς)  κ.ά.,  τα  ξίφη  και  τα  δόρατα  ανήκαν  σε  διάφορους  τύπους  της  Γεωμετρικής,  κτλ.  Το  άρμα  δεν  ήταν  πλέον  Οπλο  κρούσης  αλλά  κυρίως  ένα  μεταφορικό  μέσο  για  τους  ευγενείς.  Παρόμοια  ήταν  η  οπλοσκευή  των  Δωριέων  αντιπάλων  του.



ΠΗΓΗ 

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

ΤΡΑΠΕΖΕΣ, ΤΡΑΠΕΖΙΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΓΥΡΑΜΟΙΒΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Πάνος Παναγιώτου
  χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής

Στην αρχαία Ελλάδα του 5ου αιώνα π.Χ. το επάγγελμα του τραπεζίτη δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης και συχνά ταυτιζόταν με αυτό του τοκογλύφου. Οι τράπεζες σχετίζονταν με δάνεια και σύμφωνα με τα πάτρια ήθη «όπου υπήρχε δάνειο δεν υπήρχε φίλος», μια και όταν «ένας άνθρωπος είναι φίλος δεν δανείζει αλλά δίνει». Και σε μια τέτοια περίπτωση τόκος ήταν η ευγνωμοσύνη του δανειζομένου προς τον δανειστή του. Ο Πλάτων στους Νόμους του ρητά ζητά να απαγορευτούν τα έντοκα δάνεια.
Ο ελληνικός πολιτισμός δεν ήταν “πλουτοκεντρικός” αλλά ανθρωποκεντρικός. Η ελληνική φιλοσοφία θεωρούσε το χρήμα ως μέσο για την απόκτηση αγαθών αλλά τίποτε περισσότερο. Εφόσον το κέντρο της ελληνικής φιλοσοφίας είναι ο άνθρωπος και καθώς η τοκογλυφία οδηγεί στον εξευτελισμό του ανθρώπου, ήταν λογικό να θεωρείτο ανήθικη. Η πρακτική χρέωσης τόκων είχε αποκηρυχτεί από πολλούς Έλληνες και ξένους φιλοσόφους και ηγέτες, όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Κικέρων, ο Μουχάμαντ κλπ. Ο Κάτων, όταν ρωτήθηκε “τί γνώμη έχεις για τη τη χρέωση τόκων;” απάντησε “τί γνώμη έχεις για τη δολοφονία;”
Ο κυρίαρχος τότε θεσμός της πόλης-κράτους είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανεξαρτήτων κρατών, πολλά από τα οποία έκοβαν δικά τους νομίσματα, ποικίλης πραγματικής, ονομαστικής και εμπορικής αξίας. Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές και αποτέλεσε την αιτία ανάπτυξης μίας αγοράς νομισματικών ισοτιμιών, όπου γινόταν ο υπολογισμός της αξίας κάθε νομίσματος σε σχέση με τα υπόλοιπα. Η διαδικασία αυτή έδωσε λαβή για τη δημιουργία του επαγγέλματος του αργυραμοιβού - ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα επί αμοιβής. Μεταξύ άλλων, οι αργυραμοιβοί έπρεπε να γνωρίζουν τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Έπρεπε να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα και να εντοπίζουν τα ελλιποβαρής.

Η αναγνώριση της ανάγκης για την αγορά συναλλάγματος ήταν ελληνική αλλά η εκμετάλλευση της νεοσυσταθείσας αγοράς νομισματικών ισοτιμιών δεν ενδιέφερε του Έλληνες και έμεινε στα χέρια των εμπόρων του χρήματος. Οι ιδιώτες τραπεζίτες επεκτάθηκαν και σε αυτόν τον τομέα τον οποίο συμπεριέλαβαν στις δραστηριότητες τους. Ακόμη, τα νομίσματα, εκτός από τη χρήση τους ως μέσο για τον υπολογισμό της αξίας των προϊόντων και τη διευκόλυνση των συναλλαγών, λειτουργούν τα ίδια ως εμπορεύματα στις περιοχές εκείνες που δεν διαθέτουν τα απαραίτητα πολύτιμα μέταλλα. Οι τραπεζίτες βρήκαν και άλλον έναν τομέα εμπορίας χρήματος, πουλώντας χρήμα στις περιοχές που δεν είχαν και παίρνοντας ως αντάλλαγμα γη και αγαθά.
Έτσι, οι τραπεζικές εργασίες, σε εκείνη τη φάση χωρίζονταν στις εξής κατηγορίες:
  • στη δοκιμασία και στην ανταλλαγή νομισμάτων
  • τις καταθέσεις
  • τις χορηγήσεις δανείων
  • την εκτέλεση εντολών προς τρίτους.
Σύντομα, στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια, συγκαταλέγονταν και άλλες.
Ανάμεσά τους:
  • η διαχείριση περιουσιών
  • η συγκατάθεση σε δάνειο, η αποδοχή παρακαταθηκών
  • η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή.
Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα. Για την ανταλλαγή και τη «δοκιμασία» των νομισμάτων, εργασίες που έκαναν και οι αργυραμοιβοί, η προμήθεια ήταν συνήθως γύρω στο 5%-6% επί της αξίας των νομισμάτων, με μια πρόσθετη επιβάρυνση αν η ανταλλαγή γινόταν ανάμεσα σε νομίσματα κατασκευασμένα από διαφορετικά μέταλλα. Για τις παρακαταθήκες, τη φύλαξη δηλαδή χρημάτων, πολύτιμων αντικειμένων κ.ά., οι ιερές τράπεζες δεν εισέπρατταν «φύλακτρα». αλλά και δεν έδιναν τόκο για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις. Για καταθέσεις μεγάλης διάρκειας ξέρουμε πχ. ότι στην Αθήνα του 4ου αιώνα. π.Χ. το επιτόκιο ήταν γύρω στο 10%. Ρόλο τραπεζών και μάλιστα ανταγωνιστικό αυτού των ιδιωτικών τραπεζών έπαιξαν και τα ιερά. Όσον αφορά στις ιδιωτικές τράπεζες, ωστόσο, κατά κανόνα τα επιτόκια ήταν πολύ υψηλότερα αυτών των ιερών ενώ στα λεγόμενα ναυτοδάνεια, τα επιτόκια έφταναν ακόμη και στο 100% όταν, σε περίπτωση απώλειας του πλοίου μαζί με το φορτίο του, ο δανειστής δεν είχε καμία αξίωση από τον δανειζόμενο.
 
Σταδιακά, οι ιδιωτικές τράπεζες απέκτησαν αρκετά μεγάλη δύναμη ώστε να μπορούν να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες ολόκληρων πόλεων. Επειδή στην αρχαία Ελλάδα, όμως, οι πόλεις αποταμίευαν κατά κανόνα χρήματα κατά τις περιόδους ειρήνης οι περιπτώσεις που χρειάζονταν δάνεια ήταν, κυρίως, στις περιόδους πολέμων. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα οι ιδιωτικές τράπεζες να αυξάνουν τον κύκλο εργασιών του σε περιόδους πολέμου και γι΄ αυτές οι πόλεμοι να αποτελούν πηγή πλούτου. Επιπλέον, μπορούσαν να επηρεάσουν την έκβαση πολέμων ανάλογα με τον ποιον από τους αντιπάλους θα επέλεγαν να δανειοδοτήσουν και με τι κόστος. Τελικά, οι τραπεζίτες κατάφεραν μέσω του ελέγχου του εμπορίου χρήματος να επηρεάσουν τόσο την οικονομική, όσο και την κοινωνικοπολιτική ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

Η επιρροή αυτή αποτυπώνεται και στην τέχνη καθώς μια σειρά έργων αντλούν θεματολογία από Έλληνες που έφτασαν στην πτώχευση και την εξαθλίωση χρωστώντας σε τραπεζίτες. Αν και η Ελλάδα άκμασε στο πραγματικό εμπόριο, στη ναυτιλία, στον πολιτισμό και στις τέχνες και παρά το γεγονός πως έφτασε να γίνει κυρίαρχος οικονομική και στρατιωτική δύναμη για αιώνες, δεν κατάφερε ποτέ, πιθανώς γιατί ήταν αντίθετο στη φιλοσοφία της, να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο εμπόριο του χρήματος και αυτό τελικά της κόστισε καθώς το κενό στην αγορά καλύφθηκε από τραπεζίτες συχνά όχι με τον καλύτερο και πιο ηθικό τρόπο.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

GP 10, ΤΟ ΥΠΟΠΟΛΥΒΟΛΟ ΤΗΣ ΧΡΩ.ΠΕΙ.


   Η ΧΡΩΠΕΙ (Χρωματουργία Πειραιώς) ιδρύθηκε το 1883 από τον Σπήλιο Οικονομίδη και κατά τη δεκαετία του 1970 έφθασε να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια της παρήγε χρώματα, μεγάλες ποσότητες των οποίων εξήγε. Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1920 άρχισε να παρασκευάζει φάρμακα. Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο η ΧΡΩΠΕΙ επεδίωξε να κατασκευάσει φορητά όπλα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

   Το 1974 κατείχε τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου της εταιρίας ο Σωτήρης Σοφιανόπουλος, με την ιδιότητα του χημικού. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ο κ. Σοφιανόπουλος δέχθηκε στο γραφείο του επίσκεψη από τον πρόεδρο της Σκοπευτικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, ο οποίος συνοδευόταν από κάποιον Κύπριο σκοπευτή. Ο τελευταίος ανέφερε πως στην ιδιαίτερη πατρίδα του είχε δημιουργήσει ένα μικρό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, το οποίο πλέον είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Διαβλέποντας έναν τρόπο για να συμβάλει στην ανεξαρτησία των Ελληνικών Ένοπλων Δυνάμεων από τις πολεμικές βιομηχανίες του εξωτερικού (που συχνά εξυπηρετούσαν συμφέροντα διαφορετικά από τα επιχειρηματικά) ο διευθύνων σύμβουλος της ΧΡΩΠΕΙ αποφάσισε άμεσα να αξιοποιήσει την εμπειρία του συνομιλητή του, στον οποίο πρότεινε μια θέση στην εταιρία.
   Στη σύσκεψη που ακολούθησε σύντομα και στην οποία συμμετείχαν οι επτά μηχανολόγοι που ήδη εργάζονταν στην εταιρία, ελήφθη η απόφαση να αξιοποιηθούν οι εγκαταστάσεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός της ΧΡΩΠΕΙ σε συνδυασμό με την εμπειρία του νέου Κύπριου συνεργάτη, προκειμένου να παραχθούν όπλα. Η κατασκευή ενός πρωτοτύπου όπλου, στο διαμέτρημα των 9 mm, είχε επιτευχθεί σε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός μήνα. Η πρώτη αυτή επιτυχία έπεισε τη ΧΡΩΠΕΙ  να προχωρήσει στην προμήθεια εξειδικευμένου εξοπλισμού για την κατασκευή όπλων, με υψηλότατο κόστος. Ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίστηκαν ήταν η εξεύρεση τρόπου ώστε ο εξοπλισμός αυτός να φθάσει στην Ελλάδα και ταυτόχρονα η όλη προσπάθεια να παραμείνει, για λίγο ακόμη, μυστική. Έτσι επιχειρήθηκε η μεταφορά του μέσω τρίτων χωρών, προκειμένου να "χαθούν" στην πορεία τα ίχνη του. Με την ολοκλήρωση των προμηθειών αυτών η ΧΡΩΠΕΙ είχε αποκτήσει τη δυνατότητα παραγωγής 19 όπλων την ώρα.
   Κατά τη δεκαετία 1976-1977 ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας επεδίωξε να έλθει σε επαφή με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς, προκειμένου να αξιολογηθεί ο οπλισμός που είχε κατασκευασθεί και να προταθούν οι απαιτούμενες βελτιώσεις. Το ελληνικό κράτος δεν έδειξε ενδιαφέρον, αρνούμενο ακόμη και να "ακούσει" τις προτάσεις της ΧΡΩΠΕΙ. Μετά από αρκετές προσπάθειες και τη μεσολάβηση κυβερνητικού βουλευτή της εποχής, ο οποίος αποτελούσε προσωπικό φίλο του Σ. Σοφιανόπουλου, ο υπουργός Άμυνας, Ευάγγελος Αβέρωφ δέχθηκε τον εκπρόσωπο της ΧΡΩΠΕΙ για να εκθέσει την εξέλιξη και τα αποτελέσματα των προσπαθειών για την κατασκευή φορητών όπλων. Όταν αποφασίστηκε η πρώτη δοκιμή των όπλων στις εγκαταστάσεις του Μποδοσάκη, οι πρωτεργάτες της προσπάθειας άρχισαν να ελπίζουν πως οι κόποι τους δε θα πήγαιναν χαμένοι. Οι δοκιμές εξελίχθηκαν ικανοποιητικά, αποφασίστηκε όμως η κατασκευή κάποιων από τα όπλα -προφανώς των υποπολυβόλων- στο διαμέτρημα των 0,45 in, προκειμένου να μπορούν να χρησιμοποιούνται τα πιο διαδεδομένα φυσίγγια στον Ελληνικό Στρατό. Έκτοτε και παρά τις συνεχείς οχλήσεις εκ μέρους της ΧΡΩΠΕΙ, δεν υπήρξε κάποια εξέλιξη. Η αδιαφορία αυτή, σε συνδυασμό με την προηγηθείσα υιοθέτηση, από τον Ελληνικό Στρατό, των βελγικών FN και την ακόλουθη επιλογή των γερμανικών G3, οδηγήθηκαν στο άδοξο τέλος των προσπαθειών της ΧΡΩΠΕΙ.
   Η συνολική παραγωγή της εταιρίας ανήλθε σε 100 όπλα, σε δύο διαφορετικές διαμορφώσεις. Δεν κατέστη δυνατό να μελετήσουμε τα ακριβή στοιχεία της παραγωγής του οπλισμού αυτού. Εκτιμούμε ότι παρήχθησαν τυφέκια στο διαμέτρημα των 0,62 mm και υποπολυβόλα στα διαμετρήματα των 9 mm και των 0,45 in. Όλα σχεδόν τα όπλα που κατασκευάστηκαν, όταν τα σχέδια των εμπνευστών ναυάγησαν παραδόθηκαν στο κράτος. Σήμερα σώζονται ελάχιστα. Ένα τουλάχιστον βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή και δύο, ένα τυφέκιο και ένα υποπολυβόλο, στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, όπου μας δόθηκε η δυνατότητα να το εξετάσουμε.



ΤΟ ΥΠΟΠΟΛΥΒΟΛΟ GP10

Υποπολυβόλο GP10
   Το GP 10 (όπως είναι η ονομασία του) αποτελείται από τον κορμό, τον ξυστό, την κάννη, το περικάννιο, τον φορέα του κλείστρου και το κλείστρο με το επανατατικό ελατήριό του. Στον κορμό του όπλου στηρίζεται με κοχλία η ξύλινη πιστολοειδής λαβή, ενώ στο εσωτερικό του βρίσκονται ο μηχανισμός της σκανδάλης και η διάταξη ασφάλειας. Τα τελευταία μένουν ακάλυπτα μετά τη λύση του όπλου, καθιστώντας τόσο τον καθαρισμό όσο και την επισκευή του ιδιαίτερα απλές εργασίες. Η ύπαρξη κοίλης προεξοχής στο εμπρός τμήμα του κορμού, μέσα στην οποία τοποθετείται ο γεμιστήρας του όπλου, αποτελεί ένα από τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά του όπλου. Πίσω από αυτή βρίσκεται ο μοχλός απελευθέρωσης του γεμιστήρα. Πάνω από τη σκανδάλη υπάρχει ο μοχλός πυρός και ασφάλειας, ο οποίος έχει τρεις θέσεις. Στην πρώτη θέση η σκανδάλη του όπλου είναι ασφαλισμένη, ενώ στις άλλες δύο το όπλο εκτελεί βολή κατά βολή και βολή κατά ριπάς. Στο δεξιό -εμπρός άκρο του όπλου υπάρχει ο κοχλίας που επιτρέπει, με την αφαίρεσή του, τη λύση του όπλου. Ο ξύλινος ξυστός καλύπτει τα δύο τρίτα περίπου της κάννης, προσαρμοζόμενος κάτω από αυτή και στηριζόμενος στο πίσω άκρο του στον κορμό του όπλου και στο μέσον του στο περικάννιο.
   Κατά τη λύση του όπλου η κάννη αποχωρίζεται από το φορέα του κλείστρου. Η δυνατότητα αυτή στα περισσότερα όπλα υπάρχει μόνο σε εργοστασιακό επίπεδο. Όταν η κάννη βρίσκεται στη θέση της, το πίσω τμήμα της  "σφηνώνεται" στο φορέα του κλείστρου, εισχωρώντας σε αυτόν μέχρι το εμπρός περίπου άκρο της θαλάμης. Με σκοπό την καλύτερη σταθεροποίησή της, δακτύλιος περιβάλλει την κάννη και κοχλιώνεται στον φορέα του κλείστρου. Το περικάννιο φέρει δέκα οπές σε κάθε πλευρά του, χωρίς στην ουσία να είναι απαραίτητο αφού ούτε το φυσίγγιο που έβαλλε το όπλο, ούτε και η ταχυβολία του (πιθανολογούμε) δημιουργούσαν ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες. Στο εμπρός άκρο του περικαννίου υπάρχει σκοπευτικό, προστατευόμενο από κυκλικό δακτύλιο. Στο κάτω μέρος του φέρει οπές για την καλύτερη κοχλίωση και τη στήριξη του ξυστού.
   Ο φορέας του κλείστρου έχει κυλινδρικό σχήμα. Στο δεξιό μέρος του φέρει μια μεγάλου μήκους σχισμή (για τον μοχλό όπλισης) και πιο μπροστά μία μικρότερη για την απόρριψη των άδειων καλύκων, ενώ στο κάτω τμήμα του υπάρχουν "ανοίγματα" προκειμένου να επιτρέπεται η επαφή κλείστρου με το μηχανισμό σκανδάλης. Το πίσω και το εμπρός άκρο του είναι ανοιχτά. Πάνω στο φορέα του κλείστρου βρίσκεται το οπίσθιο σκοπευτικό, που αποτελείται από ένα μεγάλου μεγέθους, πλευρικά στηριζόμενο, "έλασμα", το οποίο έχει δύο οπές για τη βολή σε διαφορετικές αποστάσεις. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, με βάση τα χαρακτηριστικά του όπλου, πως αυτές πρέπει να αφορούσαν τις αποστάσεις των 50 και των 100 μέτρων. Το κλείστρο έχει τη μορφή κυλίνδρου και στη δεξιά πλευρά του υπάρχει οπή για την προσαρμογή του μοχλού όπλισης. Στο εμπρός τμήμα του βρίσκεται ο σταθερά προσαρμοσμένος, πιθανότατα, επικρουστήρας, ενώ πάνω δεξιά υπάρχει ο εξολκέας. Το επανατατικό ελατήριο είναι σπειροειδές και περιβάλλει τον σχήματος "Γ" φορέα του. Το κάθετο τμήμα του φορέας στηρίζει το "σύστημα" στο πίσω μέρος του κορμού.
   Στο οπίσθιο τμήμα του κορμού του όπλου υπάρχουν οι ενδείξεις "CHROPI / TYPE G.P. 10 / S.M.". Δίπλα στη θυρίδα απόρριψης των καλύκων, αλλά και στο πίσω τμήμα της κάννης, αναγράφεται ο αριθμός μητρώου του όπλου. Το υποπολυβόλο που εξετάσαμε έφερε τον αριθμό 00100, επιβεβαιώνοντας την κατασκευή τουλάχιστον 100 όπλων.
   Το GP 10 λειτουργεί με το σύστημα της απλής οπισθοδρόμησης και βάλλει από θέση ανοικτού κλείστρου. Τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως οι σχεδιαστές του επεδίωξαν την όσο τον δυνατόν απλούστερη λειτουργία και κατασκευή του.
   Η έλξη του μοχλού όπλισης συμπιέζει το επανατατικό ελατήριο του όπλου και μετακινεί το κλείστρο στην πίσω θέση του, όπου "ασφαλίζει" έτοιμο για βολή. Πίεση της σκανδάλης απελευθερώνει το κλείστρο, το οποίο κινούμενο προς τα εμπρός παρασύρει το φυσίγγιο που βρίσκεται στην ανώτερη θέση του γεμιστήρα και το τοποθετεί στη θαλάμη. Ο επικρουστήρας πυροδοτεί το φυσίγγιο και στη συνέχεια το κλείστρο, υπό την πίεση των αερίων της εκπυρσοκρότησης, οπισθοδρομεί. Ταυτόχρονα ο εξολκέας απομακρύνει τον άδειο κάλυκα από την θαλάμη, ο οποίος προσκρούει στον εξωστήρα (που βρίσκεται στο αριστερό πλευρό του φορέα του κλείστρου) και απορρίπτεται από το όπλο. Παρόλο που δεν γνωρίζουμε τα επίσημα στοιχεία των βλητικών δοκιμών του όπλου, θεωρούμε πως αυτό δεν πρέπει να παρουσίαζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα στη λειτουργία του. Η μόνη σημαντική παράλειψη την οποία διαπιστώνουμε είναι η έλλειψη κοντακίου, η οποία αυτομάτως καθιστά τα σκοπευτικά του όπλου περιττά, αλλά και την ακρίβειά του περιορισμένη, αφού ακόμη και στη βολή "εκ του ισχίου" η ύπαρξη κοντακίου είναι καθοριστική για τον έλεγχο του όπλου.
   Σίγουρα τα χαρακτηριστικά και η απόδοση του GP 10 δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτά του Thompson ή άλλων αντίστοιχων όπλων. Το υποπολυβόλο της ΧΡΩΠΕΙ λόγω της απλούστατης λειτουργίας και της κατασκευής του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το "ελληνικό Sten", σε μια εποχή όμως που το Sten θεωρείτο ξεπερασμένο. Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είχε επιλεγεί με αντικειμενικά κριτήρια, ως υπηρεσιακό όπλο των Ελληνικών Ένοπλων Δυνάμεων.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ PANZER