Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΙΜΑΤΗΡΑ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ" (8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1901)

 



Τη δεκαετία του 1880 το γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε μαζί με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η όξυνση της διαμάχης για τη γλώσσα χώρισε τον ελλαδικό και εξωελλαδικό ελληνισμό ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές ή «μαλλιαρούς» όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους. Ιδιαίτερα στην Αθήνα όμως η σύγκρουση έλαβε μεγάλη ένταση και συσχετίστηκε άμεσα και έμμεσα με κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εκκινούνταν από αντιθέσεις του ίδιου του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού ή και πιο συγκεκριμένα των αντιθέσεων που πήγαζαν από τις αντιφάσεις της αθηναϊκής κοινωνίας.


Στα 1888 ο Γιάννης Ψυχάρης ο οποίος διέμενε μόνιμα στο Παρίσι κυκλοφόρησε «Το ταξίδι μου», με το οποίο θα αναδειχτεί ο ίδιος ως το σύμβολο του δημοτικισμού και θα καταστεί ο κατεξοχήν «διδάσκαλός του» εισάγοντας ταυτόχρονα και μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοτική που ονομάστηκε «ψυχαρισμός» και οι οπαδοί της «ψυχαριστές». Από τον κύκλο του Ψυχάρη προέρχεται και ο λόγιος βαμβακέμπορος Αλέξανδρος Πάλλης ο οποίος ζούσε εγκατεστημένος όπως και ο Ψυχάρης στο εξωτερικό. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην απλή νεοελληνική από τον Πάλλη έδωσε την αφορμή να ξεσπάσουν τα «Ευαγγελικά».

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εις την καθωμιλημένην ελληνικήν γλώσσαν η ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία απηγόρευσε πάσαν μετάφρασιν ή παράφρασιν του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου της Κ. Διαθήκης και αυτού του ελληνικού κειμένου της Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.
Αλέξανδρος Πάλλης
Δεν ήταν όμως προσπάθεια του Πάλλη το μοναδικό μεταφραστικό εγχείρημα. Αντίθετα, είχε προηγηθεί η μετάφραση της «Αναπλάσεως» στα 1900 από τον ομώνυμο θρησκευτικό σύλλογο με τίτλο: «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον εις το πρωτότυπον κείμενον εις ερμηνείαν σύντομον και εις προσευχάς. Έκδοσις Συλλόγου «Αναπλάσεως» τη συστάσει δι’ Εγκυκλίου της Μεγάλης Εκκλησίας προς ακώλυτον κυκλοφορίαν και εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου. Εν Αθήναις δαπάνη Μελετίου Βαγιανέλλη Αρχιμανδρίτου».
Η έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» περιελάμβανε το πρωτότυπο κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σύντομη ερμηνεία και προσευχές. Εξαιτίας του ερμηνευτικού χαρακτήρα της δε θεωρήθηκε μετάφραση, αλλά ερμηνευτική παράφραση. Η έκδοση αυτή είχε την έγκριση του Πατριαρχείου από το 1896 με εντολή να γραφτεί σε απλή καθαρεύουσα. Επίσης, οι προσευχές που περιελάμβανε είχαν την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής μόνο κατά την περίοδο των ταραχών μέσα στο γενικότερο κλίμα. Στο ίδιο κλίμα και εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό θα κυκλοφορήσει λίγους μήνες μετά την έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» μια πραγματική μετάφραση και των τεσσάρων Ευαγγελίων.

Η μετάφραση αυτή έγινε με μέριμνα της βασίλισσας Όλγας και εκδόθηκε σε 1000 αντίτυπα στα τέλη του 1900 δηλώνοντας ότι είναι γραμμένη για οικογενειακή χρήση (Ο ακριβής τίτλος είναι: «Κείμενον και μετάφρασις του Ιερού Ευαγγελίου προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν μερίμνη της Α.Μ. της βασιλίσσης των Ελλήνων Όλγας εκδιδόμενα. Εν Αθήναις τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900»). Η μετάφραση έγινε από την ιδιαιτέρα γραμματέα της Όλγας, Ιουλίας Σουμάκη (μετέπειτα Καρόλου) έχοντας ως βοηθό το θείο της καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωάννη
Βασίλισσα Όλγα
Πανταζίδη. Από τους κύκλους του παλατιού παρουσιάστηκε η ιδέα της μετάφρασης στη νέα ελληνική ως μια αναγκαιότητα που συνειδητοποίησε η βασίλισσα στις επισκέψεις της στα νοσοκομεία των Αθηνών κατά τον πόλεμο του 1897, όταν αντιλήφθηκε πως οι τραυματίες στους οποίους διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή δεν κατανοούσαν τα βιβλικά κείμενα.
Η νέα μετάφραση έγινε υπό την επιτήρηση και τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου. Χρειάστηκε όμως την αναγνώριση του Υπουργείου για την έκδοση. Το Υπουργείο αρνήθηκε να εκδώσει μια εγκύκλιο αναγνώρισης χωρίς την προηγούμενη έγκριση από την Ιερά Σύνοδο. Το ζήτημα έτσι περιπλέχτηκε. Η Σύνοδος όμως αρνήθηκε να εγκρίνει την έκδοση θέτοντας ως πρόβλημα τη χρήση χυδαίας και ταπεινής γλώσσας παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρός της Προκόπιος συμφωνούσε με το κείμενο. Παρ’ όλ’ αυτά η βασίλισσα επέμεινε. Συνέστησε ειδική επιτροπή επί αυτού του ζητήματος με τη συμμετοχή του Προκοπίου, του Πανταζίδη, του Φίλιππου Παπαδόπουλου, καθηγητή της Ριζάρειου Σχολής, του Διονύση Μεσσαλά, κλειδούχου της βασίλισσας. Στη συνέχεια αποδόθηκε εκ περιτροπής στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Από τους καθηγητές άλλοι συμφώνησαν άλλοι διαφώνησαν και άλλοι πρότειναν να γραφτεί μια νέα από τους ίδιους. Η Ιερά Σύνοδος συνέχισε να αρνείται, αλλά παρά τις συνεχείς αρνητικές απαντήσεις της και «προφορική αδεία» του Μητροπολίτου Αθηνών Προκοπίου προχώρησε στην έκδοση της μετάφρασης με δικά της έξοδα.

Μέχρι το Μάρτιο του 1901 τα αντίτυπα του βιβλίου είχαν εξαντληθεί και η βασίλισσα σκεφτόταν να προχωρήσει σε μια δεύτερη έκδοση, αλλά φαίνεται πως την πρόλαβαν τα γεγονότα. Η μετάφραση αυτή, αλλά και το ίδιο το πρόσωπο της βασίλισσας έγινε στόχος επικρίσεων κατά την περίοδο του αντιμεταφραστικού κινήματος και των ταραχών του 1901. Μετά τα γεγονότα δόθηκε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα αντίτυπα της μετάφρασης.

Η μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη ήταν εκείνη όμως που προκάλεσε την ένταση. Την εποχή που η βασίλισσα ετοίμαζε τη δική της έκδοση, η εφημερίδα «Ακρόπολις» στο φύλλο της Κυριακής 9 Σεπτεμβρίου 1901, ξεκίνησε τη δημοσίευση της μετάφρασης των Ευαγγελίων αρχίζοντας από εκείνο του Ματθαίου. Ο ακριβής τίτλος ήταν: «Η Νέα Διαθήκη κατά τον αρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη από τον Αλεξ. Πάλλη. Μέρος πρώτο. Τ’ άγια Ευαγγέλια. Κατά τον Ματθαίον».
Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον έργον είναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει απολύτως αντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα. Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20 Οκτωβρίου λόγω των μεγάλων αντιδράσεων, δηλαδή πολύ πιο νωρίς από τα γεγονότα του Νοεμβρίου. Η μετάφραση αυτή δημοσιεύτηκε στα 1902 ολόκληρη στο Λίβερπουλ τη μόνιμη κατοικία του Πάλλη.

Ο δρόμος προς τα αιματηρά γεγονότα (Τα «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά»)

Στις 17 Οκτωβρίου επιλήφθηκε του θέματος η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας καταδικάζοντας ως βέβηλη κάθε μετάφραση του Ευαγγελίου σε απλούστερη ελληνική γλώσσα. Η σχετική όμως απαγορευτική εγκύκλιος δημοσιεύτηκε πολύ καθυστερημένα, 21 μέρες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου υπό την πίεση ήδη του κινήματος. Στις 29 Οκτωβρίου και ενώ είχε ήδη παύσει η δημοσίευση της μετάφρασης, συνεδρίασε και η Θεολογική Σχολή με αποκλειστικό θέμα το ζήτημα της μετάφρασης, ορίστηκε μια τριμελής επιτροπή που ετοίμασε ένα καταδικαστικό υπόμνημα το οποίο εγκρίθηκε παμψηφεί στη συνεδρίαση της 5 Νοεμβρίου και στάλθηκε επειγόντως στην Ιερά Σύνοδο. Από την άλλη πλευρά την υποστήριξη της συγκεκριμένης μετάφρασης ανέλαβε η εφημερίδα «Ακρόπολις» και η εφημερίδα «Άστυ».
Στο εξής ο αφορισμός θα αποτελεί το βασικό αίτημα των φοιτητών. Ο Μητροπολίτης συνομίλησε με επιτροπή και υποσχέθηκε να μεταφέρει τα αιτήματά τους στην Ιερά Σύνοδο αποδεχόμενος την ανάγκη να διαφυλαχθούν οι Αγίες Γραφές όπως παραδόθηκαν από τους Αποστόλους. Οι φοιτητές διαλύθηκαν καθορίζοντας συγκέντρωση την επομένη στα προπύλαια. Οι Συντεχνίες αποφάσισαν «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον, μετά των κ. κ. Φοιτητών, εις τους Στύλους του Ολυμπίου Διός» την επόμενη ημέρα Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 1901 στις 2 το μεσημέρι. Ο μόνος όρος που έβαλαν οι Συντεχνίες στους φοιτητές για να συμμετάσχουν ήταν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον των εφημερίδων.


Οι φοιτητές εν τω μεταξύ συνέχιζαν να προσπαθούν να σπάσουν τον κλοιό του ιππικού με σκοπό να φτάσουν στο Μητροπολιτικό Μέγαρο χωρίς να τα καταφέρουν. Τελικά, στον Μητροπολίτη πήγε ο καθηγητής της Ιστορίας Παύλος Καρολίδης, ο οποίος είχε ήδη συνομιλήσει με τους φοιτητές, καταθέτοντας το αίτημα των φοιτητών για αφορισμό. Η απάντηση που έλαβε ήταν πως «ο αφορισμός εξεπληρώθη κατ’ ουσίαν και ότι η Ιερά Σύνοδος έλαβεν όλα τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία, αν δεν θεωρηθώσιν επαρκή, θα τα επεκτείνη, αφού υποβληθή αναφορά εκ μέρους των φοιτητών». Η δήλωση του Μητροπολίτη κρίθηκε ανεπαρκής. Τη νύχτα οι φοιτητές, επειδή κυκλοφορούσαν φήμες για κατάληψη του πανεπιστημίου από τον στρατό, συγκρότησαν φρουρά. Τη νύχτα στο πανεπιστήμιο έμειναν γύρω στου 500 φοιτητές.

Από το πρωί της Πέμπτης της 8ης Νοεμβρίου 1901 ο φρουρούμενος χώρος του Πανεπιστημίου είχε γεμίσει από πλήθος φοιτητών και λαού. Ζωηρές συζητήσεις με επίκεντρο το συλλαλητήριο που είχε προγραμματιστεί τις απογευματινές ώρες λάμβαναν χώρα μεταξύ των φοιτητών καθώς η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να το επιτρέψει. Πράγματι, μετά από λίγη ώρα τοιχοκολλήθηκε στα Προπύλαια έγγραφο του αρχηγού της Χωροφυλακής Στάικου ο οποίος είχε επιφορτιστεί την ανώτατη εποπτεία των στρατιωτικών δυνάμεων της πρωτεύουσας, προς τον πρύτανη του Εθνικού Πανεπιστημίου. Με αυτό η κυβέρνηση τον έθετε προ των ευθυνών του για τη διατήρηση της τάξης και τον καλούσε να παρεμποδίσει ακόμη και με τη βία, εάν χρειαστεί, τη διαδήλωση στην πόλη.
Το κείμενο αυτό όμως εξερέθισε τα πνεύματα των συγκεντρωμένων φέρνοντας τα αντίθετα αποτελέσματα. Οι συγκεντρωμένοι φοιτητές εξέλεξαν δύο αντιπροσώπους οι οποίοι εστάλησαν στους Προέδρους των συντεχνιών για να συζητήσουν μαζί τους τα μέτρα που θα έπαιρναν σε περίπτωση παρεμπόδισης του συλλαλητηρίου. Η απάντηση των συντεχνιών δεν άργησε και ήταν κατηγορηματική: «Θα γίνη αντί πάσης θυσίας το συλλαλητήριο». Μεγάλος ενθουσιασμός κατέλαβε τους παρευρισκομένους, ενώ συνεχιζόταν η προσέλευση κόσμου στο Πανεπιστήμιο και τους χώρους γύρω από αυτούς. Όλοι συμμετείχαν στις συζητήσεις χωρίς να μπορεί να υπάρξει κάποια απόφαση. Για αυτό εκλέχτηκε μια 15μελής Κεντρική Επιτροπή η οποία ανέλαβε να καταρτίσει το ψήφισμα του συλλαλητηρίου το οποίο θα αποδιδόταν στο βασιλιά, την Ιερά Σύνοδο και την Κυβέρνηση, αφού πρώτα το ενέκριναν και οι Πρόεδροι των Συντεχνιών. Ορίστηκαν στη συνέχεια οι ομιλητές και αποφασίστηκε η συγκρότηση φρουράς που θα παρέμενε μέσα στο Πανεπιστήμιο για την αποφυγή της κατάληψης από την χωροφυλακή όσο θα απουσίαζε το πλήθος.

Τα πάντα ήταν έτοιμα και περίπου στις 2.30 μ.μ. παρά τις απαγορευτικές διατάξεις, οι φοιτητές και ο λαός ξεχύθηκαν στην οδό Πανεπιστημίου κατευθυνόμενοι προς τις στήλες του Ολυμπίου Διός όπου εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι Συντεχνίες με επικεφαλής τους Προέδρους τους. Στην διασταύρωση όμως της οδού Πανεπιστημίου και της Σίνας οι διαδηλωτές συνάντησαν το πρώτο εμπόδιο. Ίλη ιππικού βρισκόταν παρατεταγμένη εκεί εμποδίζοντας τη συνέχιση της πορείας. Οι διαδηλωτές άρχισαν τότε να ζητωκραυγάζουν υπέρ του στρατού και ο ανθυπίλαρχος χαιρέτισε στρατιωτικά τη διαδήλωση. Με αυτόν τον τρόπο ξεπεράστηκε το πρώτο εμπόδιο και η πορεία συνεχίστηκε ανενόχλητη επί της Πανεπιστημίου.

Το δεύτερο εμπόδιο συναντήθηκε στο ύψος της οδού Βουκουρεστίου. Εκεί άγημα ναυτών παρατεταγμένο κατά πλάτος της οδού εμπόδιζε τη διάβαση. Οι ζητωκραυγές υπέρ του Ναυτικού δεν ωφελούσαν σε τίποτα. Η πρόταση να διέλθουν από την Ακαδημίας δεν έγινε αποδεκτή από τους διαδηλωτές οι οποίοι επέμεναν. Ο επικεφαλής αξιωματικός των ναυτών διέταξε την πρόταξη των λογχών και στη συνέχεια ακούστηκε το παράγγελμα «Γεμίσατε!». Έντρομοι οι διαδηλωτές υποχώρησαν λίγο για να επανέλθουν και να επιτεθούν εναντίον των ναυτών. Ρίχτηκαν τότε μερικοί πυροβολισμοί στον αέρα και ακολούθησε πανικός. Στη συνέχεια όμως διασπάστηκε η ζώνη των πεζοναυτών και το πλήθος με αλαλαγμούς και ζητωκραυγές εισήλθε στην οδό Κηφισιάς (σήμερα Βασιλίσσης Σοφίας) και δια μέσου της Ηρώδου του Αττικού κατευθύνθηκε προς τους στύλους.
Έξω από τα Ανάκτορα οι διαδηλωτές ζητωκραύγασαν υπέρ της πριγκίπισσας Σοφίας, όπως προηγουμένως είχαν ζητωκραυγάσει και για το βασιλιά Γεώργιο. Στο τέλος της Ηρώδου του Αττικού και πριν το Παναθηναϊκό Στάδιο βρισκόταν παρατεταγμένη ίλη του ιππικού η οποία παρακολουθούσε τους διαδηλωτές κινούμενη παράλληλα με αυτού μέχρι το χώρο του συλλαλητηρίου. Πενήντα περίπου χιλιάδες ήταν οι συγκεντρωμένοι στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Πρώτος το λόγο πήρε ο πρόεδρος της Κρητικής αδελφότητας «Αρκάδιον», ο οποίος εξήρε την πρωτοβουλία των φοιτητών υπέρ του Ιερού Ευαγγελίου και συνέστησε πλήρη νομιμότητα στις ενέργειές τους και αποφυγή σύγκρουσης με τον στρατό, διότι «ο στρατός δεν είναι άλλο ή αδελφοί ημών εκτελούντες το εαυτόν καθήκον». Ανεφώνησε δε στο τέλος υπέρ του Έθνους, της Πανεπιστημιακής Νεολαίας και του Στρατού.

Ένα μέρος των διαδηλωτών όμως (χίλιοι περίπου) κατευθύνθηκε προς την οδό Κοραή όταν ακούστηκε επί της Σταδίου μια προτροπή που καλούσε «Εις του Μητροπολίτη!». Όλοι επανέλαβαν την προτροπή. Σε λίγο οι διαδηλωτές στους οποίους προστέθηκαν και άλλοι από τους τριγύρω οδούς βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ναυτικό άγημα που πρωτύτερα βρισκόταν στη λεωφόρο Αμαλίας. Οι προτροπές του αρχηγού της Χωροφυλακής να υποχωρήσουν και να διαλυθούν δεν εισακούστηκαν και οι διαδηλωτές επιχείρησαν να σπάσουν τη ζώνη των παρατεταγμένων ναυτών. Τα πράγματα οξύνθηκαν και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο επικεφαλής της ίλης ιππικού ξιφουλκεί πρώτος και οι ιππείς τον ακολουθούν. Με γυμνά τα σπαθιά όρμησαν εναντίον του πλήθους το οποίο τραβήχτηκε και στριμώχτηκε στα πεζοδρόμια. Τότε ακούστηκαν διαμαρτυρίες εναντίον των ιππέων και προς στιγμή φάνηκε ότι η ίλη υποχωρούσε. Τότε παρουσιάστηκε ο μοίραρχος ο οποίος διέταξε νέα επέλαση του ιππικού. Κραυγές αποδοκιμασίας και σφυρίγματα ακούστηκαν από τα πεζοδρόμια, ενώ πέτρες ρίχνονταν κατά των ιππέων οι οποίοι είχαν καταπατήσει ένα σημαντικό αριθμό του πλήθους κατά τη δεύτερη επέλαση.

Τότε ένας από τους διαδηλωτές έβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε στον αέρα. Τον μιμήθηκαν και άλλοι. Η ώρα των αιματηρών γεγονότων είχε έρθει, το σύνθημα δόθηκε. Ο επικεφαλής του ναυτικού αγήματος διέταξε «Πυρ ομαδόν!», άσφαιρο στην αρχή και στη συνέχεια με σφαίρες. Πανδαιμόνιο και πανικός ακολούθησε από την πλευρά των διαδηλωτών. Οι πυροβολισμοί γενικεύθηκαν από την πλευρά των στρατιωτικών τμημάτων. Οι τολμηρότεροι από τους διαδηλωτές έβγαλαν τα περίστροφα και απάντησαν. Σκηνές αληθινής μάχης έλαβαν χώρα στο κέντρο της πρωτεύουσας. Στην σύρραξη αυτή έλαβαν μέρος και οι αστυφύλακες που φρουρούσαν το Υπουργείο Οικονομικών από τις σφαίρες των οποίων σκοτώθηκε ο πρώτος διαδηλωτής ο Νικόλαος Πάστρας.

Το θέαμα του πρώτου νεκρού εξαγρίωσε το πλήθος και οι πυροβολισμοί από τις δύο πλευρές έγιναν εντονότεροι. Ο αριθμός των σκοτωμένων πολλαπλασιάστηκε, ενώ οι τραυματίες ανέρχονταν σε πολλές δεκάδες. Πολλοί από τους διαδηλωτές τράπηκαν σε φυγή. Μερικοί από αυτούς έφτασαν στο Πανεπιστήμιο ζητώντας όπλα από τους φοιτητές. Σε λίγο οι πυροβολισμοί αραιώθηκαν και οι συμπλοκές φάνηκε ότι είχαν σχεδόν καταπαύσει. Αλλά ξαφνικά ίλη ιππικού ανήλθε την οδό Κοραή από την οδό Σταδίου και έστριψε στην οδό Ρήγα Φεραίου πυροβολώντας διαρκώς. Οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο νόμισαν ότι επρόκειτο για έφοδο και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των ιππέων. Έπεσε ένας ιππέας, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν και από τις δύο πλευρές. Η ίλη κατευθύνθηκε προς την οδό Ιπποκράτους και το πυρ σταμάτησε. Δεν υπήρξαν περισσότεροι νεκροί από τη μεριά των φοιτητών διότι ο αρχηγός της φοιτητικής φρουράς δεν επέτρεψε την έξοδο προς τον χώρο της συμπλοκής.

Ομάδα φοιτητών και των συντεχνιών επισκέφθηκε τα Ανάκτορα και δια μέσου του υπασπιστού ζήτησε από τον βασιλιά την αποχώρηση του στρατού από την πόλη. Ο βασιλιάς έκανε αποδεκτή την πρόταση. Αλλά λίγο αργότερα έπεσε και άλλος νεκρός και υπήρξαν και άλλοι τραυματίες, όταν ο πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης έφευγε με την άμαξά του από το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Το πλήθος φωνάζοντας «Κάτω ο δολοφόνος! Κάτω ο φονιάς!» επιτέθηκε στη φρουρά του με πέτρες. Ανταλλάχτηκαν πυροβολισμοί, αλλά η προέλαση του ιππικού εμπόδισε τη γενίκευση.
Ο απολογισμός των αιματηρών γεγονότων ήταν οκτώ νεκροί (Ν. Πάνστρας, Α. Παπαναστασίου, Ε. Παπαντωνίου, Ε. Δράκος, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Ι. Στεφανίδης και κάποιος Στράτος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ενώ κατ’ άλλους οι νεκροί ανέρχονται σε έντεκα), γύρω στους εβδομήντα τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα. Τη νύχτα της 8ης Νοεμβρίου πολλοί φοιτητές παρέμειναν εντός του Πανεπιστημίου.

Γεώργιος Θεοτόκης
Τα αιματηρά γεγονότα του 1901, οδήγησαν στην παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη (ενώ η βασίλισσα Όλγα έφυγε για λίγο διάστημα από την Ελλάδα) και στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των ιερών κειμένων που καταχωρήθηκε στο Σύνταγμα του 1911: «Το κείμενον των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον· η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις τούτου άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «επίσημος» («η εις άλλον γλωσσικόν τύπον επίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της “επίσημης” μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.
 

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΕΣ "ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ" ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ (1824- 1825) ΜΕΡΟΣ Β'

VI. Κερδοσκοπικός πυρετός
Κατεκείνη την “επαναστατική” εποχή, ήδη από το 1822 αλλά κυρίως το 1824, είχε αναπυχθεί (ή μάλλον “εκραγεί”) μία κερδοσκοπική μανία στους τραπεζικούς κύκλους τού Λονδίνου για αγορές ομολογιών νέων “φερέλπιδων” κρατών, ανεξάρτητα από το εάν ήσαν διεθνώς αναγνωρισμένα ή όχι.

          Ενδεικτικά, η Κολομβία στην περίοδο 1822-1824 έλαβε δάνεια συνολικού ονομαστικού κεφαλαίου £ 6.500.000 (δυόμισυ φορές περισσότερα από την Ελλάδα) με πραγματική τιμή 87.12%, παρότι δεν ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη ως ανεξάρτητη χώρα (όπως και η Ελλάδα) κατά την έκδοση των ομολογιακών της δανείων. Όπως καταδεικνύεται στον Πίνακα 4, και άλλες χώρες μη εισέτι αναγνωρισθείσες, ήτοι η Βραζιλία, η Χιλή και το Περού, εξέδωσαν με επιτυχία ομολογιακά δάνεια στην αγορά τού Λονδίνου. Αμέσως μετά τούς Ναπολεοντείους πολέμους ανεδύθη μία μεγαλοαστική τάξη νεόπλουτων στην Αγγλία, Γαλλία και Ολλανδία, οι οποίοι είχαν πλουτίσει από εκείνους ακριβώς τούς πολέμους, και αναζητούσαν (κερδοσκοπικούς) τρόπους ή “γεωπολιτικές ευκαιρίες” για να επενδύσουν όπως-όπως (και πολλάκις αφρόνως) τα συσσωρευθέντα υπερβολικά τους κεφάλαια. 
    Η κατά περίπτωση κερδοσκοπική επιπολαιότητα (και συχνάκις αφροσύνη) ενισχύετο τότε από τη μειωμένη αυτεπίγνωση των κερδοσκόπων, η οποία κατά κανόνα διέπει περιόδους χρηματιστηριακού πυρετού: Τότε (1822-1825) πολλοί κερδοσκόποι στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου θεωρούσαν εαυτούς μυωπικώς ως “ειδικούς” ή και “ιδιοφυείς” σε γεωπολιτικά θέματα (όσον αφορά στις μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις εκείνη την περίοδο στη Ν. Αμερική και στη Ν. Ευρώπη), κατά ανάλογο τρόπο όπως σχετικά πρόσφατα (1988-2001) εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας, που “έπαιζαν” το βιός τους για πρώτη φορά στο Χρηματιστήριο Αθηνών, θεωρούσαν εαυτούς εξ ίσου μυωπικώς ως “ειδικούς” ή και “ιδιοφυείς” σε επιχειρηματικά ή και σε μακροοικονομικά  θέματα. Μέχρις ότου όλοι αυτοί, και οι μεν και οι δε, έχασαν τα κεφάλαιά τους και προσγειώθηκαν αργά στην (πολυδιάστατη) πραγματικότητα, ως μη κατανοήσαντες επαρκώς και εγκαίρως τη Σοφόκλεια ρήση τ κακν δοκεν ποτ σθλν τδ μμεν' τ φρένας θες γει πρς ταν(Αντιγόνη, 620-623), τουτέστιν μωραίνει Κύριος όν βούλεται απωλέσαι.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Ελλάδα ήταν επόμενο να προσελκύσει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον πολλών κερδοσκόπων, ειδικά μετά από την επίσημη αναγνώριση τής Ελλάδος ως εμπολέμου έθνους από την Αγγλία την 25 Μαρτίου 1823, και ειδικά μετά την αναγνώριση τής Ελληνικής Πολιτείας από την Αγγλία την 7 Νοεμβρίου 1824: Αν μη τι άλλο, η μικρή Ελλάδα ενεφάνιζε τεράστιες (κερδοσκοπικές) ευκαιρίες το 1823-1825, σύμφωνα με εκτιμήσεις και προβλέψεις χρηματιστηριακών “ειδημόνων” και κερδοσκόπων: Η Ελλάδα ήταν η μοναδική εμπόλεμη χώρα που ανήκε γεωγραφικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο, και μάλιστα προμαχούσε απάντων των Ευρωπαίων ως το Ν.Α. προπύργιο τής Ευρώπης κατά στρατευμάτων από την Ασία και την Αφρική.
VΙI. Φιλελληνικός χρηματιστηριακός ενθουσιασμός
Στο παραπάνω οπορτουνιστικό πλαίσιο, στις εφημερίδες και στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου ήταν διάχυτη μία όλο και μεγαλύτερη αισιοδοξία για τη θετική έκβαση τού Πολέμου τής Ελληνικής Ανεξαρτησίας υπέρ των Ελλήνων.
          Η “λογική” βάση, ή το κερδοσκοπικό άλλοθι, για εκείνη την αισιοδοξία το 1824-1825 ήταν η αναφερθείσα ευνοϊκή έκθεση τού Φιλέλληνα Blaquière υπέρ τής εμπολέμου Ελλάδος το 1823. Ο Blaquière είχε αναχωρήσει από το Λονδίνο για την Ελλάδα την 4 Μαρτίου 1823, σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυση τής Ελληνικής Επιτροπής τού Λονδίνου (28 Φεβρουαρίου 1823), συνοδευόμενος από τον Ανδρέα Λουριώτη, ειδικό απεσταλμένο τής Ελληνικής Κυβέρνησης, προκειμένου να εκτιμήσει τη φερεγγυότητα τής Ελληνικής Πολιτείας. Μετά από πολύμηνη παραμονή στην Ελλάδα, ο Blaquière επέστρεψε στην Αγγλία, όπου συνέταξε την ευνοϊκή έκθεσή του για το οικονομικό μέλλον τής Ελλάδος και τη σταθερότητα τής Ελληνικής Πολιτείας (υπό τον τίτλο Report of the present state of the Greek federation). Η έκθεση τού Blaquière υπεβλήθη στην Ελληνική Επιτροπή τού Λονδίνου (23 Σεπτεμβρίου 1823) και ανατυπώθηκε με έξοδα τής επιτροπής σε πολλά αντίτυπα προς διανομή σε ενδιαφερόμενους επενδυτές. 
          Προηγουμένως, ο Blaquière είχε συναντηθεί με τον Λόρδο Βύρωνα στη Γένουα και τού πρότεινε να μεταβεί αμέσως στην Ελλάδα ως επίτροπος τής διάθεσης τού δανείου. Η (προφορική) αποδοχή από τον Λόρδο Βύρωνα τής πρότασης τού Blaquière, προσέδωσε κύρος στη φιλελληνική του έκθεση και αύξησε δραστικά τις πιθανότητες για την επιτυχία τής διεθνούς έκδοσης τού πρώτου ομολογιακού δανείου τής Ελλάδος.  
          Καταλυτική συμβολή στην ευόδωση τής αποστολής τού Blaquière σε Ελλάδα-Γένουα-Λονδίνο είχε ο Ελληνικός Στόλος: Η Ελληνική Κυβέρνηση διέθεσε ένα πολεμικό πλοίο τού οποίου αποστολή ήταν να διαμετακομίσει τον Blaquière πίσω στο Λονδίνο τον Ιούνιο 1823. Έτσι όταν ο Blaquière επισκέφθηκε τον Λόρδο Βύρωνα στη Γένουα, η πρόταση τού πρώτου προς τον δεύτερο έγινε κάτω από το ιστίο όπου κυμάτιζε η πολεμική σημαία στην οποία ανεγράφετο το ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ, που ασφαλώς υπέβαλε τον ποιητή Λόρδο Βύρωνα στο να αποδεχθεί αμέσως την “τραπεζική” αποστολή του στην Ελλάδα, και επομένως την άμεση χρησιμοποίηση τού ονόματος και τού τίτλου του στην πολιτικοοικονομική έκθεση τού Blaquière. 
          Όταν δε το πλοίο τού πολεμικού στόλου τής Ελλάδος κατέπλευσε στο Λονδίνο,
Νομισματοκοπείο στην Αγγλία το 1820
προξένησε τέτοιο ενθουσιασμό στους εκεί Φιλελληνικούς κύκλους που παρέμεινε αγκυροβολημένο επί μέρες στον Τάμεση όπου κατέστη…  αξιοθέατο τού Λονδίνου: Η αριστοκρατία τής πόλεως συνέρρεε στο αγκυροβόλιο για να δει από κοντά την εθνική σημαία τής Ελλάδος (τη γαλανόλευκη) και τις πρωτοφανείς πολεμικές σημαίες με τις δύο πορφυρόχρωμες και πολυθρύλητες επιταγές ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ. Η πολυήμερη δηλαδή παρουσία τού λαμπρά σημαιοστολισμένου πολεμικού πλοίου στον Τάμεση υπέβαλε το κοινό και τον Τύπο τού Λονδίνου: Το ελληνικό πλοίο αποτέλεσε ζωντανή βιωματική απόδειξη ότι τα όσα ενθουσιώδη έγραφε ο Blaquière στην έκθεσή του δεν αποτελούσαν αποκυήματα τής φαντασίας του αλλά αντικατόπτριζαν μία ηρωϊκή πραγματικότητα τόσον τής Ελλάδος όσον και τής Ευρώπης.
          Δεν έχει επιβεβαιωθεί (από την μέχρι τούδε ιστορική έρευνα) ποιανού ήταν εκείνη η εξαιρετική ιδέα για επιστροφή τού Blaquière στο Λονδίνο επί ελληνικού πολεμικού πλοίου. Πιθανολογείται όμως ότι ήταν τού Λουριώτη. Γεγονός είναι πάντως ότι ο συνδυασμός τής ανάμειξης τού ονόματος τού Λόρδου Βύρωνα και τής παρουσίας τού ελληνικού πολεμικού πλοίου στον Τάμεση προσέδωσαν τότε μεγάλο κύρος και άριστη φήμη στην έκθεση τού Blaquière.
VΙΙI. Γεωστρατηγικό παρασκήνιο των δανείων
Αυτά στη θεωρία. Στην πράξη όμως, όλοι οι συντελεστές των δύο Δανείων τής Ανεξαρτησίας (κερδοσκόποι, Ελληνική Πολιτεία και ξένοι οίκοι) “λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, ήτοι χωρίς να αναλύσουν επαρκώς τα μείζονα γεωπολιτικά συμφέροντα και τις σκοπιμότητες των Μεγάλων Δυνάμεων.
          Ειδικότερα, όλες οι Ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις (ακόμη και η Αυστρία τού Μέττερνιχ!) επεδίωκαν την μερική ισχυροποίηση τής Ελλάδος το 1824-1825, προκειμένου οι Έλληνες, είτε (κατ' ευχήν) μόνοι τους, είτε (εάν δεν γινόταν αλλιώς) με την πολεμική σύμπραξη των Μεγάλων Δυνάμεων, να ανασχέσουν την αιγυπτιοαφρικανική προέλαση στη Ν.Α. Ευρώπη (Κρήτη, Πελοπόννησος, Στερεά) και γενικά στον ευρύτερο χώρο τής ανατολικής Μεσογείου. Ταυτόχρονα όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις όλες ανεξαιρέτως, παρότι με διαφορετικό τρόπο η κάθε μία επεδίωκαν να αποτρέψουν τη συγκρότηση μιας ενιαίας, ανεξάρτητης, γεωγραφικά μεγάλης και οικονομικά ισχυρής Ελλάδος. Και αυτό οι κερδοσκόποι ούτε το είχαν πληροφορηθεί, ούτε το είχαν διαγνώσει εγκαίρως. Κατά συνέπεια κατέστησαν εκόντες χρηματοδότες τής εμπολέμου Ελλάδος, αλλά ταυτόχρονα και άκοντα (αδαή) υποχείρια τής Αγγλικής Κυβέρνησης.
          Ειδικότερα, η έκθεση τού Blaquière συνιστούσε μία παραπλανητική αναλυτική βάση για λήψη δανειακών-κερδοσκοπικών αποφάσεων, διότι ουδαμού συμπεριελάμβανε οποιαδήποτε αναφορά ή ρητή επιφύλαξη, έστω και σε πιθανολογική βάση, για το σοβαρότατο ενδεχόμενο (ανθελληνικής) προδιάθεσης ή και (προ)συναπόφασης των Μεγάλων Δυνάμεων όσον αφορά στο όραμα για μια μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα.
          Συνοπτικά, οι εθνικοί πόθοι τού εμπόλεμου ελληνικού λαού και οι παράλληλες και σχεδόν ταυτόσημες “Μεγάλες Προσδοκίες” των ξένων κερδοσκόπων για μία γεωγραφικά μεγάλη και οικονομικά ισχυρή Ελλάδα δεν πραγματοποιήθηκαν το 1830, αλλά πολύ-πολύ αργότερα, μετά από τρεις-τέσσερεις… γενεές, δηλαδή μετά από τρεις-τέσσερεις… 25ετίες σκληρών διπλωματικών αγώνων, ρηξικέλευθων (και ενίοτε εμφυλιακών) πολιτικών ανακατατάξεων, και πολυετών αιματηρών πολεμικών εμπλοκών τής Ελλάδος μέχρι το 1923.

          Στην πραγματικότητα, οι μοναδικοί πραγματικοί “φυσικοί” σύμμαχοι τής εμπολέμου Ελλάδος, ήτοι αυτοί που εναγωνίως και ενθουσιωδώς οραματίζοντο μία Μεγάλη Ελλάδα, ήσαν αφενός μεν (ανιδιοτελώς) οι Φιλέλληνες και οι λόγιοι τής Ευρώπης και αφετέρου (ιδιοτελώς) οι ξένοι κερδοσκόποι, και καμμία απολύτως από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ενδεικτικά, ακόμη και στην (ακραία) περίπτωση που η Οθωμανική Αυτοκρατορία διελύετο  όπως οραματίζετο και επεδίωκε εμπράκτως (με στρατιωτικές προετοιμασίες) ο Αρχιεπίτροπος των Δανείων τής Ανεξαρτησίας, ο Λόρδος Βύρων  και οι Έλληνες επανασυγκροτούσαν την Βυζαντινή τους Αυτοκρατορία, τότε τόσο το καλύτερο όχι μόνον για τούς Έλληνες αλλά και για τούς κερδοσκόπους: Η αξία των ελληνικών ομολόγων εις χείρας των ξένων κερδοσκόπων θα εκτοξεύετο τότε στο “άπειρο”…

          Ως αποτέλεσμα όμως των επιτυχημένων διπλωματικών και πολεμικών μεθοδεύσεων των Μεγάλων Δυνάμεων προς ανάσχεση τής μεγένθυσης τής Ελλάδος και προς διατήρηση τής ακεραιότητας τής παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1825-1833, οι ξένοι κερδοσκόποι τελικά “έμειναν με τα ομόλογα στο χέρι, η αξία των οποίων κατέρρευσε ήδη από τον Φεβρουάριο τού 1825 (κάτω από το 10% τής ονομαστικής τους αξίας), αμέσως μετά την απόβαση τού Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο: Τα δύο Δάνεια τής Ανεξαρτησίας απεδείχθησαν θαλασσοδάνεια υπέρ τής εμπολέμου Ελλάδος (χρηματοδοτικώς) και σε βάρος των ξένων δανειστών (κερδοσκοπικώς). Επιγραμματικά, οι περισσότεροι κερδοσκόποι που δάνεισαν την Ελλάδα δεν αποκόμισαν  απολύτως τίποτα  από  την επένδυσή τους καθ όλη τη διάρκεια τής ζωής τους: Η Ελληνική Πολιτεία χρεωκόπησε το 1827 και δεν εκταμίευσε ούτε ένα γρόσι προς εξυπηρέτηση εκείνων των δανείων το 1827-1833. 
          Στη συνέχεια ο βασιλεύς Όθων (1833-1862) θεώρησε εκείνα τα δάνεια επαχθή, ήτοι
Βασιλιάς Όθων
διαμφισβητούμενα από την Ελληνική Πολιτεία, και ουδέποτε τα αναγνώρισε ως μέρος τού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος. Οι λόγοι που ο Όθων είπε το μεγάλο ΟΧΙ στους ξένους κερδοσκόπους και στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τους ήσαν νομικώς, πολιτικώς και ηθικώς βάσιμοι, και αναλύονται στο επόμενο άρθρο μας στα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας υπό τον τίτλο “
Το ΤΡΙΣάθλιο Παρασκήνιο των Δανείων τής Ανεξαρτησίας.

          Για τα δύο Δάνεια τής Ανεξαρτησίας η Ελλάδα ουδέποτε εκταμίευσε  για τούς χρεωθέντες τόκους το οτιδήποτε επί 50 χρόνια. Ούτε μία λίρα. Ούτε ένα γρόσι. Ούτε καν δυό παράδες. Τίποτε. Απολύτως τίποτε. Επρόκειτο για ένα ιστορικό και “μεγαλοπρεπές” (βασιλικό) ελληνογερμανικό φέσι στους αδαείς Άγγλους κερδοσκόπους,11 που κάποτε δάνεισαν την εμπόλεμη Ελλάδα, χωρίς να γνωρίζουν τότε (όταν αγόραζαν τα ελληνικά ομόλογα) ότι η (Αγγλική) κυβέρνησή τους και όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν προαποφασίσει να αποτρέψουν τη συγκρότηση μιας γεωγραφικά μεγάλης και οικονομικά ισχυρής Ελλάδος, τουλάχιστον για 50 χρόνια, παρότι ως τέτοια και μόνον η Ελλάδα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει εκείνα τα δάνεια.  

          Τελικά ο γερμανοτραφής και εξελληνισθείς πρώτος βασιλεύς των Ελλήνων (Otto ή Όθων) πλήρωσε το μεγάλο του ΟΧΙ με την απώλεια τού θρόνου του το 1862. Στο μεταξύ όμως, η σθεναρή στάση του επί τρείς δεκαετίες έναντι των ξένων κερδοσκόπων και τής Αγγλικής Κυβέρνησης, όσον αφορά στα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας, είχε δημιουργήσει το κλίμα και τις προϋποθέσεις ώστε η Ελληνική Πολιτεία, με τη συναίνεση των δανειστών το 1878, να μην καταβάλει τελικά ούτε μία λίρα για τούς σουρεαλιστικώς συσσωρευθέντες τόκους12 των Δανείων τής Ανεξαρτησίας.
          Παρεπιπτόντως, όσον αφορά στους τοκογλυφικούς τόκους των δύο δανείων, πολλοί οικονομολογούντες και ιστοριογραφούντες συνέλληνές μας διατύπωσαν κατ' επανάληψη την ατεκμηρίωτη άποψη ότι τα δύο Δάνεια τής Ανεξαρτησίας (δήθεν) “κατέστρεψαν” την Ελληνική Οικονομία διότι (δήθεν) τα “χρυσοπληρώσαμε” εις το (δήθεν) “πολλαπλάσιο”, αφού (δήθεν) αναγκαστήκαμε να πληρώνουμε τούς τοκογλυφικούς τόκους των δανείων επί (δήθεν) πολλές δεκαετίες χρόνια. Όλα αυτά όμως είναι φαιδρολογήματα. Διότι δεν μπορεί κάποιος δανειολήπτης να διατείνεται [ψευδο-ισχυρίζεται] ότι (δήθεν) τον κατέστρεψε ένα τοκογλυφικό δάνειο, εφ' όσον ο (δήθεν) τοκογλυφικώς καταστραφείς δανειολήπτης “φέσωσε” τον τοκογλύφο, αφού βέβαια προηγουμένως τού πήρε τα χρήματά του ως “δανεικά και αγύριστα” επί δεκαετίες, μέχρι (και πολύ μετά) την αναχώρηση τού τοκογλύφου “εις αιωνίας μονάς”. 
          Απεναντίας, το “επαχθές” των δύο Δανείων τής Ανεξαρτησίας δεν έγκειτο στο (τοκογλυφικό) ύψος τού τόκου, αφού ούτως ή άλλως το Ελληνικό Κράτος δεν θα μπορούσε να φανεί συνεπές στην εξυπηρέτηση τού Δημοσίου Χρέους ανεξαρτήτως επιτοκίου (χαμηλού ή υψηλού) εάν η Κρήτη και τα άλλα νησιά δεν ενσωματώνοντο εξ αρχής στην ανεξάρτητη ελληνική επικράτεια. Αυτό όμως ήταν κάτι που προϋπέθετε την εκ βάθρων ανασυγκρότηση και τον επαρκή εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων τού έθνους, όπως προσπάθησε με αυτοθυσία να επιτύχει ο Λόρδος Βύρων, ως Αρχιεπίτροπος των Δανείων τής Ανεξαρτησίας.
         
 Ενδεικτικά, ο Νίκος Μπελογιάννης, στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα, χαρακτήρισε τα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας ως επιτακτικώς αναγκαία (τόσο αναγκαία), υποδηλώνοντας ότι το ουσιαστικό πρόβλημα με το Δημόσιο Χρέος τής χώρας το 1824-1825 δεν έγκειτο ούτε στο δυσθεώρατο ύψος του ούτε στα (τοκογλυφικά) επιτόκιά του, αλλά στο ότι εκείνα τα δάνεια δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς, όπως και όταν έπρεπε, ήτοι αποκλειστικά και ταχύτατα για πολεμικούς εξοπλισμούς και εφόδια των ενόπλων δυνάμεων (“στρατού” και “στόλου” ) τού εμπολέμου ελληνικού έθνους, επί λέξει ως εξής:
“Πόσο περίλαμπρο θα ήταν το τέλος τού εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα το 1821, αν τα δάνεια τής ανεξαρτησίας, τόσο αναγκαία για τη διεξαγωγή τής πάλης, τα παιρνε πραγματικά στα χέρια του το αγωνιζόμενο έθνος και τα διέθετε για τον εξοπλισμό και επισιτισμό τού στρατού, την οργάνωση τού στόλου και την ενίσχυση γενικά των επαναστατικών δυνάμεων! 13
Το ότι εκείνα τα δάνεια δεν αξιοποιήθηκαν, στην έκταση και στον χρόνο που έπρεπε, για τον σκοπό που προσδιόρισε με παρρησία ο Νίκος Μπελογιάννης, οφείλεται στο γεωπολιτικό παρασκήνιο εκείνων των εξωτερικών δανείων. Ήταν ένα “ΤΡΙΣάθλιο” παρασκήνιο συνυφασμένο με τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες των (ΤΡΙΩΝ) “Προστάτιδων Δυνάμεων” (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) με αποτελέσματα που ήσαν καταστροφικώς επαχθή για την εγειρόμενη Ελλάδα και ιδιαιτέρως ζημιογόνα για τούς ξένους δανειστές της, ήτοι ένα άθλιο παρασκήνιο που θύματά του δεν ήταν μόνον η εμπόλεμη Ελλάδα αλλά και οι κερδοσκοπήσαντες δανειστές της.
IX. Συμπεράσματα για το σήμερα
Σήμερα, μετά από 190 χρόνια, η ιστορική έρευνα αρχίζει να αναδεικνύει μία “άλλη αλήθεια” από αυτή που ξέραμε για τα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας: Οι “κακοί” που οδήγησαν την Ελληνική Οικονομία σε μόνιμη κατάσταση χρεωκοπίας και αποκλεισμού της από τις διεθνείς αγορές επί μισό αιώνα (1827-1878) τότε, δεν ήσαν ούτε οι (δήθεν “μπαταχτζήδες") Έλληνες ως υπερδανεισθέντες, ούτε οι (αφελώς κερδοσκοπήσαντες) ξένοι πιστωτές μας ως υπερδανείσαντες, αφού και οι μεν και οι δε έτρεφαν εμπράκτως τις ίδιες “Μεγάλες Προσδοκίες” για μία (γεωγραφικώς και οικονομικώς) Μεγάλη Ελλάδα οι μεν Έλληνες εμπράκτως με αίμα και υλικές θυσίες, οι δε ξένοι πιστωτές επίσης εμπράκτως με τα κεφάλαιά τους προς εξοπλισμό τής μαχομένης Ελλάδος, προμαχούσης υπέρ πάντων Ευρωπαίων τότε.
          Οι πραγματικοί “κακοί” ήσαν υποχθονίως οι μεγάλοι γεωπολιτικοί παίκτες, ήτοι οι Μεγάλες Δυνάμεις, και πρωτίστως η Αγγλία, με τη διαχρονικώς “σημαδεμένη” γεωστρατηγική “τράπουλά” τους, που με παρασκηνιακές μεθόδους εμπόδισαν την Ελλάδα να αποκτήσει εξ αρχής την ελάχιστη γεωγραφική έκταση που θα καθιστούσε την οικονομία της βιώσιμη και συνακολούθως το μεν εξωτερικό δημόσιο πολεμικό της χρέος εξυπηρετήσιμο, τη δε χώρα πραγματικά κυρίαρχη και ανεξάρτητη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η έγκυρη εφημερίδα Times τού Λονδίνου έγραψε επιγραμματικά στις 26 Οκτωβρίου 1825 επί λέξει ότι:
H Ελληνική Υπόθεση προδόθηκε, και προδόθηκε στην Αγγλία, ενώ χωρίς την Αγγλία και το αγγλικό χρηματιστήριο η Ελλάδα θα είχε θριαμβεύσει σήμερα.
Όπως κατέδειξαν τόσον το προσκήνιο όσον και (κυρίως) το παρασκήνιο των Δανείων τής Ανεξαρτησίας, η Ελλάδα γεωπολιτικώς δεν είναι Βέλγιο ή Σουηδία. Η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, με τεράστια γεωστρατηγική σημασία για τις Μεγάλες Δυνάμεις. Κατά συνέπεια, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται όσον αφορά στο εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής χώρας μας. Οποιαδήποτε ανάλυση περί τού εκάστοτε εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος που περιορίζεται σε (μονοδιάστατη) τραπεζική ή σε (ολιγοδιάστατη) οικονομικίστικη ανάλυση των επί μέρους μεγεθών του, είναι επιεικώς ελλειπής και κατά κανόνα εκτός θέματος :  Το Δημόσιο Χρέος τής Ελλάδος είχε, έχει και θα έχει πάντοτε μία μείζονα γεωστρατηγική διάσταση, χωρίς επαρκή ανάλυση τής οποίας είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τι εκάστοτε συμβαίνει με το μονίμως “μυστηριώδες” (λερναίο) Δημόσιο Χρέος μας. Η δε διεξοδική και πλήρης (οικονομολογική και γεωστρατηγική) κατανόηση τής πραγματικής ιστορίας και τής δυναμικής τού Δημοσίου Χρέους μας από όλους τούς πολιτικούς ταγούς μας, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για να διαπραγματευθούμε εν γνώσει και ως κυρίαρχη χώρα τη δραστική απομείωσή του (κούρεμα) στο εγγύς ή στο προβλέψιμο μέλλον, όπως παραδειγματικώς έκαναν οι πρόγονοί μας με τα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας.
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναλυτικοί πίνακες για τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή τής Ελλάδος περιλαμβάνονται στην Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως τού Τhomas Gordon (The History of the Greek Revolution).
          Εν καιρώ ειρήνης (1815-1820), η πραγματική ετήσια αξία τής γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής προσήγγιζε και ενίοτε ξεπερνούσε την αναγραφομένη στον Πίνακα 1 (ήτοι τα 65,9 εκατομ. γρόσια). Αλλά για την ακολουθήσασα πολεμική περίοδο (1821-1829) η αναγραφομένη αξία πρέπει να εκληφθεί μόνον ως ενδεικτικό μέγιστο, λόγω των υλικών καταστροφών και των ανθρωπίνων απωλειών κατά τη διάρκεια τού πολέμου.
2. Το 1821 απασχολούντο στα (170) πλοία των τριών ναυτικών νήσων (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρρά) 7.000 ναύτες και περί τούς 220 καπετάνιους για τη μισθοδοσία των οποίων διετίθεντο 3.050.000 εκατομμύρια γρόσια κατ' έτος [ήτοι κατά μέσο όρο 400 γρόσια/ναύτη και περί τα 1.200 γρόσια/καπετάνιο το μήνα]. Άλλα τόσα (το παραδοσιακό 50% των συνολικών εισπράξεων, ήτοι 3.050.000) πήγαιναν στο πλοίο, δηλαδή στους καραβοκύρηδες (πλοιοκτήτες) ως κέρδη και αποσβέσεις, όπως επίσης και προς συντήρηση και ασφάλιση τού πλοίου.
          Επίσης άλλοι 10.000 ναυτικοί και ψαράδες απασχολούντο περιστασιακά σε (430) μικρότερα πλοία και πλοιάρια σε πολλά άλλα μέρη τής Ελλάδος (Γαλαξείδι, Τρίκερι, Λίμνη Ευβοίας, κ.τ.λ.) με συνολική αξία τής εργασίας και των εν γένει ναυτικών υπηρεσιών τους περί τα 3.000.000 εκατομμύρια γρόσια το χρόνο [ήτοι κατά μέσο όρο 300 γρόσια/ναυτικό κατ' έτος].
         Επομένως η συνολική αξία των προσφερομένων υπηρεσιών από τη ναυτιλία τής εποχής ήταν τής τάξεως των 9,1 εκατομμυρίων γροσίων κατ' έτος. Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται τυχόν (άγνωστα) έσοδα και υπερκέρδη από την παραοικονομία τής εποχής (πειρατεία κ.τ.λ.).
          Οι παραπάνω εκτιμήσεις βασίζονται συνδυαστικώς στα επί μέρους συναφή στοιχεία που παρατίθενται αποσπασματικώς στο ως άνω έργο τού Thomas Gordon, στο ομότιτλο έργο τού George Finlay [History of the Greek Revolution], και στο επίσης ομότιτλο έργο τού Σπυρίδωνα Τρικούπη [Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως,  έκδοση Α. Ασλάνη (1888)].
3. Για μία μαξιμαλιστική εκτίμηση (κατά μέγιστο) τής συνολικής αξίας των προϊόντων και υπηρεσιών τού αστικού/ημιαστικού τομέα τής Οικονομίας, πρέπει να ληφθεί υπ' όψη ότι το 1821 ο αστικός και ημιαστικός πληθυσμός τής Ελλάδος δεν ξεπερνούσε το 22% ενώ ο πληθυσμός που απασχολείτο με τη γεωργία και την κτηνοτροφία υπερέβαινε το 78% σε εκείνη την καταφανώς αγροτική (προβιομηχανική) οικονομία.
         Σε αυτό το πλαίσιο, ο συνολικός πληθυσμός τής απελευθερωθείσης Ελλάδος (Πελοπόννησος, Στερεά, Κυκλάδες) ανήλθε σε 753.000 κατοίκους το 1828, εκ των οποίων τουλάχιστον οι 587.000 (78%) στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα τής οικονομίας, περί τούς 64.000 (8%) στον ναυτικό τομέα (εμπορική ναυτιλία κ.τ.λ.), και λιγότεροι από 102.000 (14%) στον (μη ναυτικό) αστικό/ημιαστικό τομέα τής οικονομίας (κατασκευές, χειροτεχνία, βιοτεχνία, μη ναυτικές υπηρεσίες κ.τ.λ.).
         Εάν επομένως ευλόγως θεωρήσουμε ότι το κατά κεφαλήν προϊόν στον (μη ναυτικό) αστικό-ημιαστικό τομέα ήταν (το πολύ) ο μέσος όρος (127 γρόσια κατ' έτος) τού κατά κεφαλήν προϊόντος στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα (112 γρόσια κατ' έτος) και τού κατά κεφαλήν προϊόντος στον ναυτικό τομέα (142 γρόσια κατ' έτος), τότε η συνολική αξία των υπηρεσιών και προϊόντων κατ' έτος από τον (μη ναυτικό) αστικό-ημιαστικό τομέα τής οικονομίας συμποσούντο σε λιγότερο από [102.000 κάτοικοι Χ 127 γρόσια ανά κάτοικο =] 12.900.000 γρόσια.
      Τα παραπάνω πληθυσμιακά στοιχεία τής Ελλάδος αναφέρονται στο έτος 1828 επί τη βάσει τής μελέτης των Β. Κοτζαµάνη και Ε. Ανδρουλάκη υπό τον τίτλο Οι δηµογραφικές εξελίξεις στην νεώτερη Ελλάδα (1830-2007), η οποία είναι ανηρτημένη στο διαδίκτυο.
4. Στην παρούσα μονογραφία, τα οικονομικά στοιχεία για τα δύο  Δάνεια τής Ανεξαρτησίας ελήφθησαν κυρίως από το βιβλίο τού Ανδρέα Μ. Ανδρεάδη, υπό τον τίτλο Ιστορία των Εθνικών Δανείων: Τα δάνεια τής Ανεξαρτησίας (1824-1825) - το Δημόσιον Χρέος επί τής Βαυαρικής Δυναστείας (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Αθήνα, 1904).
5.   Το α΄ δάνειο τής ανεξαρτησίας συνομολογήθηκε με τον οίκο Loughnan, Son and OBrien, την 9/2/1824, με ονομαστική αξία £ 800.000 και πραγματική £ 472.000 (59%), με επιτόκιο 5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια.
          Το β΄ δάνειο τής ανεξαρτησίας συνομολογήθηκε με τον οίκο J. & S. Ricardo, την 26/1/1825, με ονομαστική αξία £ 2.000.000 και πραγματική £ 1.100.000 (55%), με ίδιο επιτόκιο και περίοδο αποπληρωμής.
          Το δάνεια αναδιαρθρώθηκαν το 1825 δια τής μεθόδου τής μερικής  αναχρηματοδοτήσεως. Ως αποτέλεσμα, η ονομαστική αξία τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος μειώθηκε σημαντικά το 1825 (κατά 20,7%), από £ 2.800.000 σε £ 2.220.800, δι' εξαγοράς από την Ελληνική Κυβέρνηση ελληνικών ομολόγων ονομαστικής αξίας £ 579.200.       
          Ειδικότερα, η Ελληνική Κυβέρνηση χρηματοδότησε την εξαγορά των ομολόγων δια τού ποσού των £ 248.200 (ήτοι στο 43% τής ονομαστικής αξίας τους κατά μ.ο.), το οποίο πρέκυψε πρωτίστως από την εις χρεωλυσία διάθεση μεγάλου μέρους τού β΄ δανείου (£ 212.120) και δευτερευόντως από συμβατικώς προβλεφθείσες εις χρεωλυσία κρατήσεις (£ 16.000 και £ 20.000 από το α΄ και β΄ δάνειο αντιστοίχως).
          Επομένως μετά από εκείνη την αναδιάρθρωση, ο ετήσιος τόκος μειώθηκε (επίσης κατά 20,7%) από [£ 2.800.000 Χ 5% =] £ 140.000 σε [£ 2.220.800 Χ 5% =] £ 111.040.
6. Το πραγματικό κεφάλαιο των δύο δανείων, δηλαδή αυτό που πιστώθηκε τελικά στον λογαριασμό τής Ελληνικής Κυβέρνησης, ανήλθε σε £ 951.780, ήτοι μόλις 42,86% τού ονομαστικού κεφαλαίου μετά την ως άνω μείωσή του  (από £ 2.800.000 σε £ 2.220.800).
          Επομένως το πραγματικό επιτόκιο των Δανείων τής Ανεξαρτησίας ήταν [£ 111.040 / £ 951.780 =] 11.67% από το τέλος τού 1825.
         Ειδικότερα, στο Ελληνικό Κράτος εκκαθαρίσθηκαν τελικά £ 348.000 και £ 603.8780 από το α΄ και β΄ δάνειο αντιστοίχως (ήτοι σύνολο £ 951.780 ως άνω), επί μέρους ως εξής:
·       α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας. Από την πραγματική αξία τού α΄ δανείου, (£ 472.000), αφαιρέθηκαν £ 80.000 ως προκαταβολές τόκων δύο ετών, £ 16.000 εις (μελλοντική) χρεωλυσία, και £ 28.000 ως προμήθειες μεσιτειών, ήτοι σύνολο £ 124.000. Επομένως στο ελληνικό κράτος εκκαθαρίσθηκαν [£ 472.000 - £ 124.000 =] £ 348.000.
      Σημειωτέον ότι από αυτό το ποσό, το ελληνικό κράτος διέθεσε αμέσως £ 11.900 για αγορά πολεμοφοδίων στην Αγγλία, £ 5.045 για έξοδα τής ελληνικής αντιπροσωπείας, £ 9.274 για ασφάλιστρα και έξοδα μεταφοράς των χρημάτων στην Ελλάδα, ενώ £ 23.065 πιστώθηκαν σε λογαριασμό υπέρ τής Ελλάδος στο Λονδίνο. Το υπόλοιπο, £ 298.726, μεταφέρθηκε δια θαλάσσης στη Ζάκυνθο, απ όπου ρευστοποιήθηκε σταδιακά από την κυβέρνηση το 1824. 
·       β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας. Από την πραγματική αξία τού β΄ δανείου, (£ 1.100.000), αφαιρέθηκαν κατ' αρχήν £ 200.000 ως προκαταβολές τόκων δύο ετών, £ 20.000 εις (μελλοντική) χρεωλυσία, και £ 64.000 ως προμήθειες μεσιτειών και τόκων, ήτοι σύνολο £ 284.000. Επιπλέον διετέθησαν £ 212.220 για εξαγορά μετοχών (σημ. 5). Επομένως στο ελληνικό κράτος εκκαθαρίσθηκαν αρχικά [£ 1.100.000 - £ 284.000 - £ 212.220 =] £ 603.780.
      Σημειωτέον ότι από αυτό το ποσόν, £ 392.600 διατέθηκαν για εξοπλιστικά προγράμματα (εν πολλοίς ατυχήσαντα), ενώ £ 28.780 διατέθηκαν για διάφορα έξοδα και ζημίες (εκπροσώπων κ.τ.λ.). Μετά την αφαίρεση και αυτών των ποσών, το υπόλοιπο, ήτοι [£ 603.780 - £ 392.600 - £ 28.780 =] £ 182.400, απεστάλη τελικά στην Ελληνική Κυβέρνηση.
    Σημειωτέον ότι πολλοί ιστορικοί αναφέρουν ότι στην Ελληνική Κυβέρνηση απεστάλησαν £ 232.555 από το β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας. Αυτό όμως είναι ανακριβές: Το πραγματικό ποσό από το β΄ δάνειο καθεαυτό ήταν  £ 182.400, ως άνω. Η διαφορά (£ 50.155), που όντως περιήλθε εις χείρας τής Ελληνικής Κυβέρνησης, προήλθε από άλλες πηγές χρηματοδότησης    όπως £ 18.100 από υπόλοιπο τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, £ 10.500 από τόκους εξαγορασθεισών μετοχών, £ 2.200 από έρανο Φιλελλήνων στην Ινδία, κ.ο.κ. και όχι από το κεφάλαιο (καθεαυτό) τού β΄ δανείου.
7. Η επιτροπή που συνέταξε τον προϋπολογισμό τής Ελληνικής Πολιτείας στην Εθνοσυνέλευση τού Άστρους, προσδιόρισε έξοδα 38,6 εκατομ. γροσίων έναντι εσόδων 12,8 εκατομ. γροσίων, ήτοι μεγάλο έλλειμμα πρϋπολογισμού: 25,8 εκατομ. γρόσια (30% τού ΑΕΠ). Για την κάλυψη εκείνου τού ελλείμματος, που αντιστοιχούσε σε μισό εκατομμύριο λίρες, η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε την προσφυγή τής Ελλάδος σε (έκτατο) δανεισμό από το εξωτερικό.
          Προφανώς εκείνο το έλλειμμα είχε προσωρινό και όχι δομικό χαρακτήρα, αφού η διόγκωση των εξόδων σε τόσο υψηλό επίπεδο (44% τού ΑΕΠ) προέκυψε από τις επιτακτικές ανάγκες για επαρκή χρηματοδότηση τού πολέμου με 32,6 εκατομ. γρόσια (Πίνακας 3).
          Επομένως, ως προσωρινό φαινόμενο, εκείνο το έλλειμμα δεν επηρέασε αρνητικά τούς ξένους κερδοσκόπους: Αυτό που είχε σημασία για τούς ξένους δανειστές τής Προσωρινής Κυβερνήσεως τής Ελλάδος ήταν η αυξητική τάση των εσόδων τής (γεωγραφικώς και οικονομικώς) μεγενθυνόμενης Ελλάδος και όχι το (προσωρινό) πρόβλημα τού ελλείμματος τού πολεμικού προϋπολογισμού της.
   
8. Για τη ρευστοποίηση των δόσεων τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, η συναφής δανειακή σύμβαση προέβλεπε την κατά περίπτωση συναίνεση και συνυπογραφή πέντε (5) ατόμων, ήτοι τού Λόρδου Βύρωνα, τού αντισυνταγματάρχη Leicester Stanhope, των Ζακυνθίων τραπεζιτών  Καίσαρα Λογοθέτη και Σαμουήλ Βάρφου (που θα παρελάμβαναν αρχικώς τα χρήματα τού δανείου), και επίσης τού Λάζαρου Κουντουριώτη, προέδρου τής τότε (εμφυλιακής) Ελληνικής Κυβερνήσεως.
9. “This campaign, it seems, will lay the foundations of Grecian independence; and then a glorious field for improvement will naturally be opened before us. […] The soil is excellent; with skilful tillage and good seeds, we should soon see how rapidly, and in what perfection, the fruits of civilisation would rise around us.
            In the present state of European politics, there seems in the East a sort of vacuum, which it is advisable to supply, in order to counterbalance the preponderance of the North. The English government deceived itself at first in thinking it possible to maintain the Turkish empire in its integrity: but it cannot be done; that unwieldy mass is already putrefied, and must dissolve. If any thing like an equilibrium is to be upheld, Greece must be supported.
10. Ο Λόρδος Βύρων θεωρούσε ότι η παράταση τού πολέμου θα εξασθενούσε την Ελλάδα και επομένως θα εξυπηρετούσε τα σχέδια των Οθωμανών, όπως επίσης και τις εξουσιαστικές επιδιώξεις των συνοδοιπορούντων ηγεμόνων τής Ευρώπης. Επομένως, σύμφωνα με τον  Λόρδο Βύρωνα, ακόμη και ένα υψηλό κόστος δανεισμού ήταν πολύ χαμηλότερο, απείρως χαμηλότερο, από εκείνο το οποίο θα κατέβαλε η Ελλάδα κατά τις επόμενες δεκαετίες ή και αιώνες εάν απελευθερώνετο τελικά όχι πλήρως δι ίδίων στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά μερικώς δια ξένων πολεμικών επεμβάσεων.
          Επιπλέον ο δανεισμός από ιδιώτες είναι εξ ορισμού διαχειρίσιμος (χρηματοοικονομικώς) από ένα κυρίαρχο κράτος, ενώ η εξάρτηση από Μεγάλες Δυνάμεις, δεν είναι πάντα διαχειρίσιμη (γεωστρατηγικώς) από ένα κράτος περιορισμένης κυριαρχίας.
          Σε αυτή τη βάση, ο Λόρδος Βύρων επεδίωκε την άμεση δανειοδότηση τής Ελλάδος από ιδιώτες (και όχι κράτη) με δύο πρωταρχικούς σκοπούς: τη δραστική διεύρυνση τής απελευθερωμένης επικράτειας τής Ελλάδος και τη στρατηγική ανεξαρτησία της από κράτη (Μεγάλες Δυνάμεις).
11. Στην παρούσα μονογραφία, ως (αδαείς) Φιλέλληνες “κερδοσκόποι” ονοματοδοτούνται όλοι οι αγοραστές ελληνικών ομολόγων το 1824-1825, εκτός από την εταιρεία J. & S. Ricardo, ανάδοχο και διαχειριστή τού β΄ δανείου, η οποία δια (ιδιοτελών) πράξεων και (ασυγνώστων) παραλείψεών της διέπραξε πολλά οικονομικά εγκλήματα, και μάλιστα σε κακουργηματικό επίπεδο όσον αφορά στα αποτελέσματά τους, σε βάρος τής μαχομένης Ελλάδος και σε βάρος των ξένων δανειστών της.
12. Κατά την 50ετή περίοδο 1827-1878 οι (απλήρωτοι) τόκοι των Δανείων τής Ανεξαρτησίας ανήλθαν στο σουρεαλιστικό επίπεδο των £ 7.3 εκατομμυρίων, ήτοι 7 φορές (745%) περισσότεροι από το κεφάλαιο (£ 951.780) που είχε λάβει (πιστωθεί) η εμπόλεμη Ελληνική Κυβέρνηση και από τα δύο δάνεια το 1824-1825, ως άνω (Σημείωση 6).
13. Η λαμπρή αναγωγή τού Μπελογιάννη είναι ενδεικτική τής επιστημονικής ακεραιότητας και τού εθνικού φρονήματος τού ανδρός [Νίκος Μπελογιάννης, Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα (εκδόσεις ΑΓΡΑ, Αθήνα, 2009) σελ. 332].
      Εν τούτοις οι ακραίες συνθήκες υπό τις οποίες συνέγραψε το μεγαλύτερο μέρος τού βιβλίου του το 1938-1943φυλακίσεις, διωγμοί και συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση ως “αντάρτης τού βουνού" κατά των γερμανοϊταλικών δυνάμεων κατοχής δεν άφησαν τότε στον Μπελογιάννη τα στοιχειώδη περιθώρια είτε για αριθμητική ακρίβεια στα δανειακά μεγέθη που παραθέτει είτε για διεξοδική ανάλυση τού γεωπολιτικού παρασκηνίου εκείνων των δανείων, το οποίο ήταν δυστυχώς πολύ χειρότερο από αυτό πού ο Μπελογιάννης σκιαγράφησε στο βιβλίο του.

ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com