Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ, Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑ THOMAS PALMER NEWBOULD








Στις αρχές του 20ου αιώνα, τα Βαλκάνια βίωναν μια εκρηκτική κατάσταση, καθώς ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα επικρατούσε ένταση μεταξύ των βαλκανικών κρατών και της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», όπως χαρακτηριζόταν αλλιώς τα Βαλκάνια, οι περιφερειακές διαβαλκανικές συρράξεις ήταν συχνό φαινόμενο, ήδη από το 1877, με πρωταγωνιστές, τη Σερβία, τη Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία, την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.  Η ήττα του Ελληνικού στρατού στον ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897, αναπτέρωσε το ηθικό των υπόδουλων Ελλήνων στη Μακεδονία και την Ήπειρο, καθώς άρχισαν να προσδοκούσαν την απελευθέρωσή τους από τον Οθωμανικό ζυγό και την ένωσή τους με τη μητέρα Ελλάδα. Τον Φεβρουάριο του 1912, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι, υπέγραψαν διμερή στρατιωτική συμφωνία, βάσει της οποίας προβλεπόταν και η ανάληψη στρατιωτικής δράσης, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ τον Μάιο του 1912, η Ελλάδα υπέγραψε μυστική συμφωνία για στρατιωτική συνεργασία με τη Βουλγαρία. Παράλληλα το Μαυροβούνιο, μετά από προφορική συμφωνία, αποφάσισε τη συνεργασία με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ενώ υπέγραψε και συμφωνία με τη Σερβία. Όλες αυτές οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις στον Βαλκανικό χώρο, επέφεραν πολιτικές αναταράξεις με ιδεολογικές συγκρούσεις ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα σχετικά με τις νέες διαμορφούμενες εθνότητες-κράτη, στο νέο Βαλκανικό χάρτη. 
Από την αυτοδιάθεση στον εθελοντισμό
Στην Αγγλία, το Φιλελεύθερο κόμμα (Liberal Party), σαφώς επηρεασμένο από το κοινωνικό κίνημα Χάρτισμ (Chartism) της εργατικής τάξης, κατά την Βικτωριανή εποχή, είχε καταφέρει να επιφέρει στην αγγλική κοινωνία, μια σειρά από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.
Ο σταθερός πυλώνας αυτής της νέας ιδεολογικής κοινωνικής χάρτας, μέσα στο Φιλελεύθερο κόμμα, ήταν οι Ριζοσπάστες (Radicals) οι οποίοι έθεταν ζητήματα ενιαίας εξωτερικής πολιτικής, τονίζοντας «πως θα πρέπει η Βουλή των Κοινοτήτων να έχει τον έλεγχο των πολιτικών κινήσεων του Υπουργείου Εξωτερικών». Ταυτόχρονα αναφερόταν «με πάθος στην ιδέα της αυτοδιάθεσης, για τους υπόδουλους λαούς της φθίνουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας».
Στα επόμενα χρόνια, με τις πρώτες βαλκανικές εξεγέρσεις, οι Ριζοσπάστες, δημιούργησαν την Βαλκανική Επιτροπή, (Balkan Committee), σκοπός της οποίας ήταν να καταστήσει γνωστά στο κοινοβούλιο και τον αγγλικό λαό, τα δεινά των υπόδουλων λαών της Βαλκανικής.
Συνολικά, στην Βαλκανική Επιτροπή εντάχθηκαν 361 βουλευτές και πολιτικά στελέχη, προερχόμενα από τους Φιλελεύθερους και τους Ριζοσπάστες, ενώ μια σειρά από στελέχη των Ριζοσπαστών  επέλεξαν να μετεγκατασταθούν στη Βαλκάνια.
Ο Νιούμπολντ (Thomas Palmer Newbould), σημαίνoν στέλεχος των Ριζοσπαστών, αλλά και της Βαλκανικής Επιτροπής, ώριμο τέκνο της Αγγλικής διανόησης, αποτέλεσε την εξαίρεση του κανόνα αφού δεν επέλεξε να ταξιδέψει απλώς σε κάποια βαλκανική χώρα, αλλά με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πόλεμου, διάλεξε το δύσκολο μονοπάτι του πολέμου επιλέγοντας να καταταχτεί ως απλός εθελοντής στρατιώτης στις τάξεις του ελληνικού στρατού.
Ο ερχομός του, στην Ελλάδα των Βαλκανικών πολέμων, δεν πέρασε απαρατήρητος από τις αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής,  οι οποίες εξεθείαζαν, τον  «θαυμαστή της ελληνικής ψυχής», με την ακατάπαυστη πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα. Οι εφημερίδες, εκφραζόταν με συμπάθεια σ΄αυτόν, τον βετεράνο πολεμιστή του 1897, στο πρόσωπο του οποίου αναβίωνε ο ρομαντισμός και ο Βυρωνικός Φιλελληνισμός της Αγγλίας, μέσα στο πολεμικό κλίμα της εποχής.
Το πεπρωμένο του Νιούμπολντ ταυτίστηκε με την Ελλάδα. Σκοτώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1912, πολεμώντας εκ του συστάδην, εναντίον μονάδας του τουρκικού στρατού, που εκτελούσε αντεπίθεση, στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας, στο χωριό Μανωλιάσσα, λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Γιάννενα χωρίς να μπορέσει να δει την απελευθέρωση της πόλης, στις 21 Φεβρουαρίου 1913.
Ο Νιούμπολντ είχε πολεμήσει ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό και στη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897
Για την συμμετοχή του, σ΄εκείνο τον πόλεμο, η ελληνική κυβέρνηση του απένειμε τον βαθμό του υπολοχαγού στο πεδίο της μάχης. Επίσης τον έχρισε αξιωματικό του τάγματος του Σωτήρος και του απένειμε τον Χρυσό Σταυρό, μια διάκριση που απονέμεται σε Έλληνες, αλλά και σε ξένους, από το εξωτερικό, για την προσφορά τους στους αγώνες του Έθνους.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1912, η Τουρκία, έθεσε σε επιστράτευση τις στρατιωτικές της δυνάμεις στη Θράκη. Η Σερβία και η Βουλγαρία προχώρησαν και αυτές σε επιστράτευση στις 16 Σεπτεμβρίου, ενώ ακολούθησε και η Ελλάδα, την επόμενη μέρα 17 Σεπτεμβρίου 1912, κηρύσσοντας τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας στις 5 Οκτωβρίου.
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913), βρήκε τον Ελληνικό στρατό με την επιστράτευση, να διαθέτει 130.000 άνδρες, εξοπλισμένους με σύγχρονο πολεμικό υλικό. Επιπλέον ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με το κόμμα των Φιλελευθέρων από τον Μάρτιο του 1912, είχε επιτύχει στις εκλογές σαρωτική νίκη.
Με την έναρξη του πολέμου ο ελληνικός στρατός κατανεμήθηκε σε δύο μέτωπα, το μέτωπο της Θεσσαλίας, με επικεφαλής τον Διάδοχο Κωνσταντίνο και το μέτωπο της Ηπείρου, με επικεφαλής τον στρατηγό Σαπουντζάκη, με αντικειμενικό σκοπό να συντριβεί αρχικά ο τουρκικός στρατός στην Μακεδονία και στην συνέχεια, να μεταφερθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, στο μέτωπο της Ηπείρου.
Ο Νιούμπολντ σημαντικό πολιτικό στέλεχος, του Φιλελεύθερου κόμματος στο Λονδίνο και στο Μπίρμιχαμ, επέλεξε για δεύτερη φορά, να καταταχτεί στον ελληνικό στρατό.
Πολέμησε ενταγμένος στο στρατιωτικό σχηματισμό της ΙΙ Μεραρχίας, με διοικητή τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Καλλάρη, που υπαγόταν στο 1ο Σύνταγμα πεζικού, με διοικητή τον συνταγματάρχη (ΠΖ) Μέξα Γεώργιο.

Οι ρυτίδες του θετικισμού
Ένας τραυματίας στη μάχη στο Σαραντάπορο, αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Νιούμπολντ, στον πολεμικό ανταποκριτή της εφημερίδας «ΠΑΤΡΙΣ», στις 5 Ιανουαρίου 1913: «Ενθυμούμαι ότι τον συνήντησα μετά την μάχην του Σαραντάπορου, κατά μιαν ωρίαν στάσιν… το ξερακιανόν του προσώπου του με είχαν κάμει να απορήσω δια μυριοστήν φοράν, που κρύπτουν τόσην ζωήν οι άνθρωποι της πατρίδος του. Η οστεώδης ρίς (μύτη) του προείχεν αρκετά, τα δε μάγουλά του δεν διέγραφον καμπύλας μήλων, αλλά εσχημάτιζον δύο βαθουλούς λάκκους. Τα μάτια του μου είχαν κάμει ιδιαιτέραν εντύπωσιν. Ήσαν μικρά και εξηκόντιζον λάμψεις ευφυΐας. Το μέτωπόν του εις το μέσον είχεν τα κατακορύφους ρυτίδας, που αφήνει η πολλή σκέψις και παρουσιάζει ο θετικισμός. Το υψηλόν του ανάστημα επρόδιδε την Βρεττανικήν καταγωγήν του και ακόμη η τάξις που ηπλούτο επάνω του. Το άνω χείλος του διετήρει μερικάς ψαλλιδισμένας τρίχας. Το χρώμα του προσώπου του σας έπειθε περί της καλής του υγείας. Ήτο πάντοτε ροδοκόκκινος. Ο Νιούμπολδ εφαίνετο ότι είχε πατήσει τα 35 έτη, η δε κράσις του επεριφρόνει τας κακουχίας και αντετάσσετο κατά των στερήσεων…»
Το πρωινό της 5ης Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός, πέρασε την μεθόριο στη Θεσσαλία και συγκρούστηκε με τις φρουρές των τουρκικών φυλακίων, καταλαμβάνοντας την Ελασσόνα και τη Δεσκάτη την επόμενη μέρα. Ο Νιούμπολντ ενταγμένος στο 1ο σύνταγμα πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, συμμετέχει στις αρχικές φάσεις των πρώτων στρατιωτικών επιχειρήσεων πολεμώντας στην πρώτη γραμμή. Βαδίζει αγόγγυστα σαν απλός πεζικάριος, χωρίς απαιτήσεις. Οι μάχες στα στενά του Σαρανταπόρου, στα Σέρβια της Κοζάνης, στα Γιαννιτσά, γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής του και αποτυπώνονται γραπτώς, μέσα στο μικρό του σημειωματάριο, με την παραμικρή λεπτομέρεια, μετά από την ανάπαυλα, της κάθε μάχης.
Η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 5 Ιανουαρίου 1913, σκιαγραφεί την έντονη προσωπικότητα του Νιούμπολντ:
«Είχεν μανίαν με το τσάι… Ο γυλιός του ήτο εφωδιασμένος με τροφάς και με φάρμακα της πρώτης ανάγκης. Και όχι όλα αυτά δια τον εαυτόν του. Οι συνάδελφοί του εύρισκον μιαν πραγματικήν ανακούφισην πλησίον του. Εκείνο που είχεν αυτός, το εμοίραζε μαζή των. Του προσέφερον και αυτοί ότι είχον. Τον ανεγνώριζον ως αδελφόν των και ο Νιούμπολδ ήτο ευτυχής με την ορθήν αντίληψην των συστρατιωτών του… ο Νιούμπολδ δεν εδίσταζεν να πάρη εις τον ώμον του κανένα ασθενή. Τον είδα να φορτώνεται τον οπλισμόν ενός στρατιώτου, ο οποίος είχε κουρασθή πολύ από την πορείαν. Τον είδον ακόμη εις μιαν επιβίβασιν να αρπάζη εις τα στιβαράς του χείρας του τους συναδέλφους του και να τους τοποθετή εις την μαούναν…»
Στις 26 Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει την Θεσσαλονίκη, χωρίς να υπάρξουν αιματοχυσίες, υποχρεώνοντας τον τουρκικό στρατό (1.000 αξιωματικοί και 25.000 στρατιώτες μαζί με τον οπλισμό τους), να συνθηκολογήσει, σε μια «άνευ όρων» παράδοση.
Στις μονάδες που συμμετέχουν στα επινίκια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, είναι και το 1ο σύνταγμα πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, στο οποίο υπάγεται και ο Νιούμπολντ. Στη συνέχεια το 1ο σύνταγμα πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, αναλαμβάνει δράση για να εκδιώξει τον τουρκικό στρατό από την Βόρειο Ήπειρο, στους τους Άγιους Σαράντα.
Ο Νιούμπολντ, είναι πλέον ένας εμπειροπόλεμος στρατιώτης, συμμετέχοντας και σε αυτή την εκστρατεία του ελληνικού στρατού.
Η εφημερίδα Evening Post της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας στις 15 Φεβρουαρίου 1913, σε ανταπόκριση του Πρακτορείου Ρώυτερ από την Αθήνα, του αφιερώνει τετράστηλο αναφέροντας σχετικά:
«Ήταν η μεγάλη του αγάπη για την Ελευθερία, που τον έσπρωξε στη μοίρα του με τους Έλληνες στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων το 1897 και ξανά στην παρούσα εκστρατεία.
Ο Πάλμερ Νιούμπολντ, ήταν γεννημένος μαχητής και αν ο αντίπαλός του ήταν ένας Tory (αγγλικό συντηρητικό κόμμα, αντίπαλο των Φιλελευθέρων), ή ένας Τούρκος, δεν θα παρατούσε τον εαυτό του, αλλά θα ερχόταν σε δράση κάθε φορά, με την ικανότητα που είχε…»

Στις αρχές Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός αρχίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ήπειρο, απελευθερώνοντας τη Φιλιπιάδα στις 12 Οκτωβρίου και στη συνέχεια την Πρέβεζα στις 21 Οκτωβρίου 1912.
Τις επόμενες μέρες, ο τουρκικός στρατός, διατάσσει οπισθοχώρηση και συμπτύσσεται στις οχυρώσεις, που περιβάλλουν από το νότο και από τα δυτικά, το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων και είναι οι οχυρώσεις στην τοποθεσία Μπιζάνι, ενώ από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η πόλη των Ιωαννίνων, μπαίνει σε στενή φάση πολιορκίας, από τον ελληνικό στρατό.
Ο Νιούμπολντ βρίσκεται ακόμη με το 1ο σύνταγμα πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του τουρκικού στρατού, στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου. Βιώνει σαν στρατιώτης, όλη την σωματική, αλλά και ψυχολογική κούραση αυτού του «μοντέρνου πολέμου», και υπομένει με στωικότητα όπως οι συναδελφοί του έλληνες στρατιώτες, τις κακουχίες και τα στερητικά σύνδρομα, αυτής της εκστρατείας.
Η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 5 Ιανουαρίου 1913 αναφέρει σχετικά γι΄αυτόν:
«Ο Νιούμπολδ δεν εγόγγυσεν ποτέ δια τας φοβεράς κακουχίας της εκστρατείας, εξέφραζεν μόνον τον θαυμασμόν του δια την αντοχήν του Έλληνος στρατιώτου. Πόσον έχαιρε δια τα προτερήματα των στρατιωτών μας και πόσον εθλίβετο δια τα ελαττώματα της φυλής μας. Και εις τας δύο περιπτώσεις εξεδήλου τας σκέψεις του. Εκείνοι που συνενοούντο μαζή του ηυτύχησαν ν΄ανακαλύψουν τον θησαυρόν, που περιέκλειε το μικρόν του κρανίον. Κατήχει με τας ιδέας του και εξέπληττε με τον θετικισμόν του. Τα λόγια του ήσαν αποσταλάγματα βασανισμένης σκέψεως και δι΄αυτό ήσαν πάντοτε ολίγα…»

Και ενώ στην Ήπειρο, συνεχίζονται οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού κατά του τουρκικού στρατού, στις 12 Δεκεμβρίου 1912, η Στρατιά Ηπείρου η οποία έχει μετονομασθεί πλέον σε VIII μεραρχία, ενισχύεται με νέους στρατιωτικούς σχηματισμούς του ελληνικού στρατού, που επανδρώνουν το υφιστάμενο μέτωπο επίθεσης κατά του τουρκικού στρατού.
Επίσης με διαταγή του ελληνικού στρατηγείου, ανακαλούνται οι δυνάμεις που βρίσκονται στην Βόρειο Ήπειρο, στην περιοχή της Κορυτσάς, για να ενισχυθεί επιπλέον η δύναμη κρούσης του ελληνικού στρατού, ενώ στα τέλη Νοεμβρίου 1912, φτάνει και η ΙΙ Μεραρχία
Σχηματίζονται δύο τακτικά αποσπάσματα μάχης, στα οποία απαρτίζονται από έλληνες εθελοντές, προερχόμενοι από όλα τα μέρη της Ελλάδος, από την Κρήτη, από τη Μάνη και από την Κύπρο. Αυτά τα δύο τακτικά αποσπάσματα μάχης, εντάσσονται, αναμεμιγμένα, στις μονάδες του τακτικού ελληνικού στρατού.
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΣΤΟ ΜΠΙΖΑΝΙ
Αρχικά, οι ελληνικές δυνάμεις επιχείρησαν εναντίον του τουρκικού στρατού, στα υψώματα του Δρίσκου, όπου και συνάντησαν λυσσαλέα αντίσταση, από τις τουρκικές μονάδες, οι οποίες στην συνέχεια προχώρησαν σε αντεπίθεση, ενέργεια, η οποία αποκρούστηκε με επιτυχία.
Σε αυτή τη δύσκολη επιχειρησιακή φάση του πολέμου, το ελληνικό στρατηγείο, έλαβε την απόφαση να ξεκαθαρίσει τις όποιες τουρκικές αντιστάσεις, νότια της οχυρωματικής γραμμής της τουρκικής άμυνας των Ιωαννίνων, στην περιοχή από την Μανωλιάσσα, ως τα υψώματα της Αετοράχης.
Ο τουρκικός στρατός, ήταν πλέον περιορισμένος γύρω από τις οχυρές τοποθεσίες της Μανωλιάσσας και του Μπιζανίου, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε στην πορεία, καθώς μονάδες του ελληνικού στρατού, βρέθηκαν απέναντι σε τουρκικά οχυρά και χαρακώματα.
Στις 30 Νοεμβρίου το πρωί, μονάδες της ΙΙ μεραρχίας κινήθηκαν προς την Μανωλιάσσα και την κατέλαβαν την 1η Δεκεμβρίου 1912.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1912, στις 1 το μεσημέρι, έφτασε από την Πρέβεζα και το 1ο σύνταγμα πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, στο οποίο ήταν ενταγμένος ο Νιούμπολντ.
Η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» στις 5 Ιανουαρίου 1913 αναφέρει σχετικά γι΄αυτόν:
« Εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος του ο Νιούμπολδ ήτο υπέροχος. Συνησθάνετο τον προορισμόν του και εγίνετο περισσότερον μεγαλοπρεπής, αφ΄ότι ήτο. Ήτο στύλος ακίνητος με τους δύο προβολείς των μικρών του ματιών, εστραμμένους προς τον τομέα που εφύλαττε. Δεν ωμίλει, δεν εγέλα, δεν εκινείτο, δεν απησχολείτο από τίποτε. Εξεπλήρου πιστώς, την εντολήν, την οποίαν είχεν λάβει. Το όπλον του, δίπλα του ήτο έτοιμον να χρησιμοποιηθή, κατ΄εκείνου, όστις δεν θα ήρχετο εις αρμονίαν με την ιδικήν του εντολήν.
Οι άλλοι στρατιώται που τον έβλεπον κάθε τόσον εις την εκτέλεσιν του καθήκοντος του, έπαιρναν μαθήματα από την διαγωγήν του…»
Το 1ο σύνταγμα, αμέσως έλαβε θέσεις μάχης στη νότια είσοδο του στενωπού της Μανωλιάσσας, ενώ απέστειλε δύο λόχους του, στην έδρα του συντάγματος, στο χωριό Μανωλιάσσα, με σκοπό να προσβάλλουν τις επόμενες μέρες, τις τουρκικές θέσεις, στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας λίγο πιο έξω από το χωριό.
Σ΄αυτούς τους δύο λόχους, ήταν και η διμοιρία του 3ου λόχου με τον Νιούμπολντ, που θα πολεμούσε τις επόμενες μέρες, με νύχια και με δόντια, τις τουρκικές μονάδες, στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας.
Η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 5 Ιανουαρίου 1913 αναφέρει σχετικά :
«Εμίσει τον εχθρόν, αλλ΄ώκτειρε τον αδύνατον. Εφ΄όσον ο αντίπαλός του, ήτο επίφοβος, ο Νιούμπολδ μετεβάλλετο εις λέοντα, αλλ΄όταν ο πρώτος υπέκυπτεν, ο Νιούμπολδ, εγίνετο ιππότης. Ήτο υπερασπιστής μιας Ιδέας, αλλ΄ ουδέποτε όμως εδείχθη απάνθρωπος. Εις τον εχθρόν διέκρινε τον καταστροφέα της Ιδέας του και ως τοιούτον τον κατεδίωκεν. Ο Νιούμπολδ δεν εξήπτετο εις την θέαν των αιχμαλώτων, αλλ΄απεναντίας ανεγνώριζεν την θέσιν των και τους εφέρετο με αβρότητα. Ήτο ενθουσιασμένος με τους Έλληνας στρατιώτας, οι οποίοι δεν διεφώνουν προς την αντίληψην αυτήν της ψυχής του..»
Εν τω μεταξύ ο τουρκικός στρατός, είχε ενισχυθεί με δύο μεραρχίες πεζικού, η οποίες είχαν έρθει από το Μοναστήρι. Αυτοί οι δύο τουρκικοί σχηματισμοί, στις 4 Δεκεμβρίου 1912 αντεπετέθησαν στα ελληνικά τμήματα, που είχαν καταλάβει το στρατηγικής σημασίας ύψωμα Προφήτης Ηλίας, βορειοανατολικά του χωριού Μανωλιάσσα και προσπάθησαν να το ανακαταλάβουν, χωρίς όμως επιτυχία.
Η ΙΙ μεραρχία, πολέμησε για 4 συνεχείς μέρες (από 4 Δεκεμβρίου 1912, έως και τις 8 Δεκεμβρίου 1912). Χρησιμοποίησε σχεδόν όλες τις δυνάμεις της και παρά την εξάντληση και τις απώλειες των ανδρών της, κατάφερε να κρατήσει τις θέσεις της στο ύψωμα Προφήτης Ηλίας, στη Μανωλιάσσα, μαχόμενη, κάτω από αντίξοες συνθήκες, μέσα σε ένα δύσκολο και δύσβατο ορεινό έδαφος.
Οι συγκλονιστικές μάχες του 1ου συντάγματος, με το οποίο πολεμά ο Νιούμπολντ, καταγράφονται από τον πολεμικό ανταποκριτή Β. Κατωπόδη στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 11 Δεκεμβρίου 1912.
«…καθ΄όλην την ημέραν επιτέθησαν κατ΄επανάληψην, κατά του αριστερού μας, κατέχοντος την λοφοσειράν, του Προφήτου Ηλιού. Τα τάγματα του πρώτου συντάγματος, του εβδόμου και του τρίτου, παρ΄όλην την βροχήν των οβίδων, κατόρθωσαν υπεδείξαντο υπεράνθρωπον αντοχήν και ανδρείαν, να κρατήσουν τας θέσεις των. Εκεί είχομεν παραδείγματα ηρωισμού και αυτοθυσίας… Μεταξύ των άλλων εφονεύθη γενναίως μαχόμενος, ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Σπυρίδων Καλλάρης υιός του στρατηγού και μεράρχου κ. Καλλάρη…
…Εις το σφοδρότερον πύρ ερρίφθη ο τρίτος λόχος του πρώτου συντάγματος εις τον Προφήτην Ηλίαν. Εκεί εύρον ηρωικόν θάνατον ο έφεδρος λοχίας Λουκιανός… Ετραυματίσθη κατ΄επανάληψην και όμως δεν απεμακρύνετο του πεδίου της μάχης. Παρέμεινεν εκεί μέχρις ότου σφαίρα Τουρκική έπληξεν αυτόν καιρίως…»
ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ
Στις 6 Δεκεμβρίου 1912, στις 9 το πρωί, τα υψώματα του Προφήτη Ηλία, τα οποία κατείχαν μονάδες του ελληνικού στρατού, δέχτηκαν σφοδρή επίθεση από τουρκικά τμήματα, υποστηριζόμενα από πυρά του τουρκικού πυροβολικού, το οποίο έβαλλε από τα οχυρά του Μπιζανίου.
Τα ελληνικά τμήματα, αντιστάθηκαν σθεναρά και απέκρουσαν τις τουρκικές επιθέσεις, οι οποίες κράτησαν ως τις 10 το πρωί. Παράλληλα δε κατέφθασαν και άλλες ενισχύσεις, προς τον ελληνικό αμυντικό τομέα, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το δεύτερο κύμα επίθεσης των τουρκικών τμημάτων, που εκδηλώθηκε στις 12 το μεσημέρι. Οι μάχες στα υψώματα του Προφήτη Ηλία, που διεξήχθησαν εκείνη την ημέρα, ήταν συγκλονιστικές και επέφεραν τρομακτικές απώλειες τόσο στον ελληνικό όσο και στον τουρκικό στρατό.
Το ύψωμα 1076 Προφήτης Ηλίας, τελικά δεν κατελήφθη από τον τουρκικό στρατό, αλλά παρέμεινε έως το βράδυ στις 6 Δεκεμβρίου 1912 υπό των έλεγχο ενός ουλαμού 100 Ευζώνων, φρουρούμενο από 5 μικτούς λόχους, προερχομένους από 3 διαφορετικά συντάγματα.
Στη μάχη του Προφήτη Ηλία, πολέμησε και ο 3ος λόχος του 1ου συντάγματος πεζικού της ΙΙ μεραρχίας, χάνοντας κατά την διάρκεια της μάχης, ικανότατους μαχητές: τον Σώζο Χριστόδουλο από την Κύπρο, δήμαρχο Λεμεσού και βουλευτή, τον Κυπραίο από τη Κύπρο, τον έφεδρο λοχία Λουκιανό Αντώνη καθηγητή φιλόλογο από την Αθήνα με καταγωγή από το νησί της Ίου.
Σ΄αυτούς τους ηρωικούς νεκρούς του 1ου συντάγματος πεζικού, συγκαταλέγεται και ο  Νιούμπολντ, ο οποίος και αποτέλεσε την εμβληματική μορφή για τους συναδέλφους του στρατιώτες, που τον λάτρεψαν και τον κράτησαν βαθιά μέσα στην ψυχή τους, καθώς υπήρξε γι΄αυτούς, το πρότυπο μαχητή, που πεζοπόρησε μαζί τους, στους σκονισμένους δρόμους της ελληνικής υπαίθρου και πολέμησε δίπλα τους, στα πεδία των μαχών, από τον Σαραντάπορο έως την Μανωλιάσσα.
Στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 5 Ιανουαρίου 1913 ένας ανώνυμος τραυματίας που επέζησε των μαχών, αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Νιούμπολντ:
«Ο λόχος του έδινεν μάχην παρά τον Προφήτην Ηλίαν. Οι διμοιρίαι του λόχου είχον ταχθή καταλλήλως προς απόκρουσιν του εχθρού. Ο Νιούμπολδ, ανεζήτησεν μιαν θέσιν πλεονεκτικήν. Ήθελε να είναι ψηλά δια να βλέπη καλά. Και ανερριχήθη εις την πλαγιάν του διπλανού βουνού. Εκεί εδέχθη χάλαζαν σφαιρών, αι οποίαι τίποτε δεν του προσέθεσαν εις συγκίνησιν. Ετοποθετήθη πίσω από έναν βράχον, ήναψε το τσιμπουκάκι του, το εστήριξεν εις το αριστερόν άκρον των χειλέων του και ήρχισεν να πυροβολή χωρίς να βιάζεται.
Εσκόπευε καλά και επυροβόλει…ήτο γενναίος εις τα όλα του. Το εχθρικό πολυβόλον εμαίνετο εναντίον του και ο καπνός από το τσιμπουκάκι του εξηκολούθει να δίδη στόχον…δεν επτοήθη ούτε από την χάλαζαν των οβίδων, αι οποίαι ερρίπτετο προς το μέρος του. Ο Νιούμπολδ εξηκολούθει πάντοτε να πυροβολή μετά την καλήν σκόπευσιν, έως ότου μια εχθρική σφαίρα του αφήρεσεν τον λόγον. Εκεί οπίσω από τον βράχον του Ηπειρωτικού βουνού έσβυσεν η ζωή του Νιούμπολδ, χωρίς να σβύση και το όνειρόν του. Το σώμα του αναπαύεται ήδη μακαρίως εις τους κόλπους της δευτέρας του μητρός, η οποία με εξαιρετικόν πόνον το περιπτύσσεται».

Το μνημόσυνο στο Λονδίνο
Δύο μέρες πριν, η εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ», στις 3 Ιανουαρίου 1913, σε ανταπόκρισή της από το Λονδίνο αναφέρεται στην επιμνημόσυνη δέηση που ετελέσθη σε εκκλησία στο Λονδίνο, υπέρ της αναπαύσεως της ψυχής του Νιούμπολδ. Στην επιμνημόσυνη δέηση παρέστη και ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος:
«Λονδίνον, 2 Ιανουαρίου. Επιμνημόσυνος ιερουργία ετελέσθη σήμερον ενταύθα υπέρ του εν Ηπείρω πεσόντος Άγγλου ήρωος Πάλμερ Νιούμπολδ. Κατά την δέησιν παρίσταντο οι γονείς και αι αδελφαί του τεθνεώτος. Παρευρέθησαν ωσαύτως ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Γεννάδιος, ο κ. Σκουλούδης…πλήθος άπειρον Αγγλοελλήνων είχε κατακλύσει τον ναόν… η συγκίνησις υπήρξε μεγίστη. Μια κυρία ωλοφύρετο. Είτα ο εφημέριος από του άμβωνος εξεφώνησεν επιμνημόσυνον λόγον, εξάρας τα υψηλά ιδεώδη του ιδεώδη Νιούμπολδ, συνδυαζόμενα προς την εγκόσμιον πρακτικότητα… εθυσίασεν την ζωήν αυτού υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων, συνδεομένων αείποτε μετά των Βρεττανών δι΄ισχυροτάτης φιλίας. Η ευγενής ψυχή του μεταστάντος πτερουγίζει ήδη υπεράνω των τειχών των Ιωαννίνων, δεομένη υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων».     
Η εφημερίδα Evening Post της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας, στις 15 Φεβρουαρίου 1913, σε ανταπόκριση του Πρακτορείου Ρώυτερ από την Αθήνα, αφιερώνει τετράστηλο αναφέροντας σχετικά για τον Νιούμπολντ:
« Ο θάνατος του κυρίου Πάλμερ Νούμπολντ ενός εξέχοντος των Φιλελευθέρων του Μπίρμιχαμ και μέλους της Βαλκανικής Επιτροπής, ο οποίος σκοτώθηκε πολεμώντας, ανδρείως σε μάχη στον Προφήτη Ηλία, κοντά στα Γιάννενα, έγινε εδώ αιτία για μεγάλη λύπη. Ο κ. Νιούμπολντ ο οποίος έχει κερδίσει την αγάπη μας και την εκτίμηση του καθενός είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία του 1897…Αν και ήταν μόνον 40 χρονών τη χρονιά του θανάτου του, φαινόταν πιο μεγάλος, αλλά αυτό ήταν γιατί είχε ζήσει κάθε χρόνο της ζωής του πολεμώντας για κάποια αιτία στην οποία πίστευε με την καρδιά του και με την ψυχή του…»
Αντίστοιχα αφιερώματα in memoriam, για τον Νιούμπολντ, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, στις 3 Φεβρουαρίου 1913, καταγράφονται και σε άλλες εφημερίδες της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας: Ashburton Guardian, Hawera and Normandy Star, Poverty Bay Herald, Wairapa Daily Times, αλλά και σε αγγλικές εφημερίδες.
Οι πρόσφατες έρευνες που διεξήγαγα, για τον εντοπισμό του σημείου ταφής του Νιούμπολντ, δεν κατέληξαν πουθενά, λόγω ελλείψεως επαρκών στοιχείων, ουτως ώστε να μπορέσω να ταυτοποιήσω, το ακριβές σημείο ταφής, του ηρωικού μαχητή από την Αγγλία. Το πιο πιθανόν, είναι να βρίσκεται θαμμένος μαζί με τους νεκρούς συναδέλφους του στρατιώτες, στον τύμβο που έχει χτιστεί, μέσα στο δασάκι στο Αβγό, στην Εθνική οδό Ιωαννίνων – Αθηνών.
Και πραγματικά, αυτό θα πρέπει να ισχύει, γιατί από προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, από γενιά σε γενιά, γνωρίζουμε ότι μετά το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων, οι πιο πολλοί νεκροί έλληνες στρατιωτικοί από τις μάχες της Μανωλιάσας και τα άλλα πεδία μάχης, μεταφέρθηκαν και τάφηκαν στον τύμβο, στο Αβγό, ενώ κάποιοι άλλοι, στο Εμίν Αγά.
Ένα άλλο στοιχείο τεκμηρίωσης που προκύπτει για τον Νιούμπολντ, προέρχεται από την γιαννιώτικη εφημερίδα «ΗΠΕΙΡΟΣ», στις 7 Ιουλίου 1920 η οποία αναφέρει πως:
«ο ευγενής πατήρ του ελθών μετά τον πόλεμον έλαβεν τας φωτογραφίας του τάφου του ενδόξου υιού του και της οδού δια της οποίας ο Δήμος ημών ετίμησεν τον ήρωα και απήλθεν περήφανος…»
Σήμερα


ΤΟ ΗΡΩΟ ΣΤΟ ΑΒΓΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Ο δρόμος που φέρει σήμερα το όνομα του, βρίσκεται στην συνοικία στους Αμπελόκηπους, ενώ η μαρμάρινη αναθηματική στήλη, που ενεγέρθηκε τιμητικά το 1920, από τον δήμο Ιωαννίνων, υπάρχει πίσω από το Ρολόι της Πλατείας και αναγράφει με κεφαλαία γράμματα: «Η Ήπειρος εις τους υπέρ αυτής πεσόντας Άγγλους», ενώ στην βάση της στήλης μπορεί να διακρίνει κανείς χαραγμένα τα ονόματα των άγγλων εθελοντών Χάρυ που σκοτώθηκε το 1897 στα Πέντε Πηγάδια και του Νιούμπολντ που σκοτώθηκε το 1912.
Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια, από την απελευθέρωση της πόλης από τον τουρκικό ζυγό και σίγουρα όλοι μας θα μνημονεύσουμε τους ηρωικούς μαχητές, ανάμεσά τους και τον Νιούμπολντ, που θυσιάστηκαν, για την απελευθέρωση της πόλης. Ας γίνουμε ανώνυμοι προσκυνητές, κάποια μέρα και ας σταθούμε ευλαβικά, στα κενοτάφια και να αναλογισθούμε τις ευγενικές μορφές και τη χαμένη νιότη αυτών των μαχητών, για να γαληνέψουμε τις προσδοκίες μας, σ΄ αυτά τα δύσκολα σημεία των καιρών που περνάει ο κόσμος στην πατρίδα μας.

ΠΗΓΗ http://www.agon.gr

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ: Ο ΑΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΡΟΜΑΧΩΝΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Το Καστελόριζο κατά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄παγκόσμιο πόλεμο (1911-1915)
Στην νεότερη Ιστορία του Ελληνισμού το Καστελόριζο (1) (Μεγίστη) (2) κατέχει αναμφίβολα περίοπτη θέση. Και αυτό γιατί παρά την γεωγραφική του θέση πλησίον των Μικρασιατικών ακτών, οι κάτοικοι του νησιού κατάφεραν να διασώσουν αλώβητα το θρήσκευμα και το φρόνημα τους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα υπήρξε περίοδος σημαντικής ανάπτυξης για το νησί. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία της Οθωμανικής διοίκησης το 1905 το Καστελόριζο είχε 12.000 κατοίκους, διέθετε 3 σχολεία με 6 δασκάλους και αξιοσημείωτη παρουσία στο εμπόριο της περιοχής. Το Μάιο του 1911 οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα κατά τον Λιβυκό πόλεμο, αλλά δεν κατέλαβαν το Καστελόριζο για στρατηγικούς λόγους, παρά την σχετική πρόσκληση της δημογεροντίας του νησιού προς τον Ιταλό στρατηγό Amelio. Μετά την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου η Δημογεροντία του Καστελόριζου έστειλε υπόμνημα στον Βενιζέλο με το οποίο ζητούσε την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. 


Ο Βενιζέλος αρνήθηκε φοβούμενος διεθνείς επιπλοκές από μια μονομερή ενέργεια, όμως εν αγνοία του ο τμηματάρχης του υπουργείου εξωτερικών Ίων Δραγούμης (3) προπαρασκεύασε μυστικά μια απόβαση στο νησί 30 Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Δασκαλάκη. Η απόβαση έγινε την 1η Μαρτίου 1913 με επιτυχία καθώς η μικρή Τουρκική φρουρά που βρισκόταν στο νησί παραδόθηκε χωρίς αντίσταση και η Ελληνική σημαία υψώθηκε στο διοικητήριο στην θέση της Τουρκικής. Η ενέργεια αυτή που είχε την σιωπηρή επιδοκιμασία του υπουργού εξωτερικών Λάμπρου Κορομηλά εξόργισε τον Βενιζέλο ο οποίος απέσυρε αμέσως το σώμα των Κρητών οπλοφόρων και έθεσε σε ολιγόμηνη
Ίων Δραγούμης
διαθεσιμότητα τον Δραγούμη. Ακολούθησαν επιδρομές Τουρκοκρητικών από την απέναντι ακτή, σφαγές και λεηλασίες στο νησί που εξανάγκασαν τον Βενιζέλο να αποστείλει εκ νέου Έλληνα διοικητή (Βασίλης Τζαβέλας) για να επιβληθεί η τάξη, χωρίς όμως να κάνει δεκτό το αίτημα για την τυπική ένωση του νησιού με την Ελλάδα.

Ήδη από τις αρχές του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου απέκτησε σημαντική γεωστρατηγική σημασία για τις δυνάμεις της Αντάντ μετά την προσχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο στρατόπεδο των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, καθώς ουσιαστικά είχε αποκοπεί η επικοινωνία με την Τσαρική Ρωσία. Αρχικά, οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν να εκπορθήσουν τα στενά των Δαρδανελλίων με την αποτυχημένη εκστρατεία της Καλλίπολης που κατέληξε σε ένα λουτρό αίματος του μικτού εκστρατευτικού σώματος Αυστραλών, Άγγλων και Γάλλων. Μετά την αποτυχία αυτή, οι σύμμαχοι προσπάθησαν να προσελκύσουν τα κράτη της Βαλκανικής στο στρατόπεδο τους, προσφέροντας μεγάλα εδαφικά ανταλλάγματα κυρίως εις βάρος της αντίπαλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα αρχικώς είχε τηρήσει ουδετερότητα ευμενή προς την Αντάντ, όμως τόσο η γεωγραφική της θέση όσο και η πολιτική αστάθεια με την διάσταση απόψεων μεταξύ του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου, έδιναν την ευκαιρία  στους Συμμάχους να παραβιάζουν βάναυσα την Ελληνική ουδετερότητα προσπαθώντας να εκβιάσουν την Ελληνική έξοδο στον πόλεμο στο πλευρό τους. Η πίεση αυτή εκφράστηκε με κινήσεις και στα νησιά του Αιγαίου που βρίσκονταν υπό ελληνική κυριαρχία.

Η κατάληψη του Καστελόριζου από την Γαλλία και οι διπλωματικές επιπλοκές
(14 Δεκεμβρίου 1915)

Η αρχή είχε γίνει με την Λήμνο, την οποία οι Σύμμαχοι κατέλαβαν αυθαίρετα το 1915 και χρησιμοποίησαν ως ναυτική βάση και ορμητήριο για την εκστρατεία στην Καλλίπολη. Μετά την δεύτερη παραίτηση Βενιζέλου, οι σχέσεις Ελλάδας - Αντάντ επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο, με τους Άγγλους να καταλαμβάνουν αρχικά την Μήλο (21 Νοεμβρίου) και λίγο αργότερα την Μυτιλήνη (30 Δεκεμβρίου). Σε αυτή τη χρονική περίοδο οι Γάλλοι αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το ιδιότυπο καθεστώς κυριαρχίας του Καστελόριζου και να το καταλάβουν. Για τον σκοπό αυτό ο Γάλλος υποπρόξενος της Ρόδου Λαφφόντ ήρθε σε μυστική συνεννόηση με τον Λακερδή που βρισκόταν έγκλειστος στις φυλακές ως ανυπότακτος. Ο Λαφφόντ χρηματοδότησε τον Λακερδή, ο οποίος χάρις την βοήθεια συγγενών και οπαδών του (4) απέδρασε από το κρατητήριο, κατέλαβε το διοικητήριο του νησιού κατεβάζοντας την Ελληνική σημαία αναβιβάζοντας την Γαλλική.

Η ενέργεια αυτή αιφνιδίασε την Ελληνική κυβέρνηση που βρισκόταν όμως υπό πίεση λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού του Πειραιά και του ναυστάθμου της Σαλαμίνας που ακόμη όμως ήταν σχετικά χαλαρός και  αφορούσε κυρίως τον περιορισμό των εισαγωγών πρώτων υλών και σίτου. Μετά από μεγάλες δυσκολίες το Ελληνικό υπουργείο ναυτικών απέστειλε το καταδρομικό "Έλλη" στην περιοχή του Καστελόριζου για να αποκαταστήσει το προηγούμενο ευνοϊκό για την Ελλάδα καθεστώς. Το Ελληνικό πλοίο έφτασε στην περιοχή στις 14 Δεκεμβρίου, όμως είχε καθυστερήσει κάποιες ώρες. Τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας 2 Γαλλικά καταδρομικά είχαν πλεύσει στο λιμάνι του
Το καστελόριζο το 1916
νησιού και είχαν αποβιβάσει 500 Γάλλους πεζοναύτες. Το Ελληνικό πλοίο αποχώρησε άπρακτο, αλλά η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε με διακοίνωση που επέδωσε στην Γαλλική κυβέρνηση με την οποία υπογράμμιζε τον καθαρά Ελληνικό χαρακτήρα του νησιού, ενώ απαιτούσε την άμεση αποχώρηση των Γαλλικών στρατευμάτων.

Η διπλωματική αυτή διακοίνωση κοινοποιήθηκε στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες στην Κωνσταντινούπολη και στην Ουάσιγκτον προκαλώντας ανάμικτες αντιδράσεις. Η κοινή γνώμη της Ιταλίας αιφνιδιάστηκε από την εύκολη Γαλλική κατάληψη του νησιού, η γνώμη του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Γκρέϋ ήταν ότι οι δύο πλευρές Ελλάδα και Γαλλία όφειλαν να επιλύσουν την διαφορά με έναν αμοιβαίο συμβιβασμό, ενώ ο Γάλλοι ιθύνοντες σε συνάντηση τους με τον Έλληνα πρέσβη Ρωμανό άφησε να διαφανεί η πρόθεση των Γάλλων να επιστρέψουν το νησί στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου. Τέλος οι Τούρκοι με κατηγορηματική του διακοίνωση στον Έλληνα πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Τσαμαδό, υποστήριζαν ότι το νησί αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της Οθωμανικής επικράτειας.

Αναμφίβολα η Γαλλική κατάληψη του νησιού φάνηκε στην Διεθνή κοινή γνώμη ως ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση μιας μεγάλης δύναμης εις βάρος της ουδετερότητας ενός μικρού κράτους. Υπό το βάρος των εντυπώσεων αυτών, η Γαλλική πλευρά υποστήριξε ότι δεν κατέλαβε στρατιωτικά το νησί, αλλά απλώς αποβίβασε δυνάμεις για να εγκαταστήσει ραδιοτηλεγραφικό σταθμό. Επίσης η Γαλλία επισήμως υποστήριζε ότι το νησί άνηκε νομικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ επίσης επιστρατεύτηκε και το επιχείρημα ότι οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν τις ακτές τις Μικράς Ασίας ώστε να ανεφοδιάζουν τα υποβρύχια τους. Είναι άλλωστε αποδεδειγμένο ότι η Γαλλική κυβέρνηση είχε επηρεαστεί από αναφορές διπλωματών και μυστικών πρακτόρων της που δρούσαν στην Ελλάδα και οι οποίοι υποστήριζαν ότι Γερμανικά υποβρύχια ανεφοδιάζονταν με την βοήθεια των Ελληνικών αρχών. Μια τέτοια αναφορά είχε στείλει και ο υποπρόξενος Λαφφόν από την Ρόδο στην οποία υποκινούσε την Γαλλική κυβέρνηση να καταλάβει το Καστελόριζο για να σταματήσει η δραστηριότητα αυτή. Το Καστελόριζο χρησίμευσε πολύ λίγο στην Γαλλία, καθώς ο υποβρυχιακός πόλεμος της Γερμανίας στην περιοχή ήταν ανύπαρκτος, ενώ μια Γερμανική πυροβολαρχία από την απέναντι Τουρκική ακτή βομβάρδιζε συχνά το νησί. Μετά το τέλος του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η Γαλλική κυβέρνηση απένειμε ανώτατο στρατιωτικό παράσημο ανδρείας στους κατοίκους του νησιού για το θάρρος και την εγκαρτέρηση που επέδειξαν.

Το Καστελόριζο κατά τον Μεσοπόλεμο (1918-1940)

Η τύχη του νησιού συνέχισε να είναι περιπετειώδης, καθώς βρισκόταν στο υπόμνημα του Ελευθέριου Βενιζέλου με τις Ελληνικές διεκδικήσεις που υποβλήθηκε στην συμμαχική επιτροπή του Συνεδρίου της Ειρήνης στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918. Σύμφωνα με την συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία
Ιταλικά πλοία στο Καστελόριζο
παραιτούνταν τυπικά υπέρ της Ιταλίας για τα Δωδεκάνησα συνολικά(και για το Καστελόριζο) ενώ σύμφωνα με την συμφωνία Βενιζέλου - Τιτόνι όφειλε το νησί να περάσει σε Ελληνική κυριαρχία, η συνθήκη όμως τελικώς δεν επικυρώθηκε ούτε από την Γαλλία ούτε από την Ιταλία. Στην Γαλλία επικράτησε ένα κλίμα ευφορίας ότι το νησί θα αποτελούσε συνδετικό κρίκο με τα Γαλλικά συμφέροντα στην Κιλικία και την Συρία, άποψη που έμελλε να διαψευστεί καθώς το Καστελόριζο ήταν μικρό σε μέγεθος νησί και δεν διέθετε λιμάνι με τις αντίστοιχες υποδομές ώστε να διαδραματίσει ένα τέτοιο ρόλο. Έτσι την 1η Μαρτίου 1921 οι Γάλλοι πώλησαν το Καστελόριζο στους Ιταλούς που λόγω Δωδεκανήσων είχαν σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή.

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, στις διαπραγματεύσεις της Λοζάννης ο Ισμέτ Ινονού ζήτησε επίμονα το Καστελόριζο να επιστρέψει στην Οθωμανική κυριαρχία, αλλά τελικώς το νησί ακολούθησε την τύχη των Δωδεκανήσων και κατακυρώθηκε στην Ιταλία του Μουσολίνι. Ακολούθησε η μεσοπολεμική περίοδος με τις Ιταλικές προσπάθειες για τον εκλατινισμό του νησιού (όπως και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα), με επεμβάσεις των Ιταλών στην εκπαίδευση των Καστελορίζιων αλλά και στις θρησκευτικές τους εκδηλώσεις (5). Η περίοδος αυτή σφράγισε την πληθυσμιακή παρακμή του νησιού που είχε ήδη αρχίσει από το 1912, λόγω της ανασφάλειας και της πολιτικής αστάθειας που οδήγησαν πολλούς κατοίκους του Καστελόριζου στην μετανάστευση στην Αίγυπτο, στην Αυστραλία και στην Αθήνα. Το 1926 ένας μεγάλος σεισμός στην περιοχή προκάλεσε ζημιές σε πολλές κατοικίες και δημόσια κτήρια, ενώ το 1932 η πλειοψηφία του νησιού διαμαρτυρήθηκε έντονα κατά του δημάρχου Λακερδή και των Ιταλικών αρχών για τους περιορισμούς και τους έκτακτους φόρους που είχαν επιβληθεί στο εμπόριο του νησιού, διαμαρτυρία όμως που είχε περισσότερο κοινωνικό και όχι εθνικό χαρακτήρα (6).  Ο πληθυσμός του νησιού μειωνόταν σταθερά σε όλο τον Μεσοπόλεμο, με αποτέλεσμα το νησί το 1940 να έχει μόλις 1.400 κατοίκους.

Το Καστελόριζο κατά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο - Ένωση με την Ελλάδα (1940-1948)

 Κατά τον Β΄παγκόσμιο πόλεμο το Καστελόριζο απελευθερώθηκε από τους Άγγλους αρχικά για λίγα 24ωρα στις 24 Φεβρουαρίου 1941 και αμέσως μετά τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν και μεταβλήθηκε σε στρατιωτική βάση. Μετά από εκτεταμένους Γερμανικούς βομβαρδισμούς στις 17 Οκτωβρίου 1943, το νησί εκκενώθηκε εντελώς (7) από τους κατοίκους του, οι οποίοι μεταφέρθηκαν αρχικά στις απέναντι Τουρκικές ακτές και αμέσως μετά σε στρατόπεδα προσφύγων στην Νουζεϊράτ της Γάζας, όπου υπήρχαν πρόσφυγες και από τα Δωδεκάνησα. Το Καστελόριζο μεταβλήθηκε σε σταθμό
Βρετανοί στρατιώτες στο καστελόριζο το 1944
ανεφοδιασμού καυσίμων για τον Βρετανικό στόλο, ενώ δέχθηκε δεκάδες βομβαρδισμούς που μετέτρεψε την πόλη σε ερείπια. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με μια μεγάλη φωτιά που στις 6 Ιουλίου του 1944 κατέκαψε ότι είχε μείνει όρθιο στο Καστελόριζο. Υπάρχει η υποψία πως Άγγλοι στρατιώτες έβαλαν την φωτιά για να καλύψουν τις κλοπές που είχαν γίνει στα σπίτια των απόντων κατοίκων, καθώς περιουσιακά στοιχεία των νησιωτών βρέθηκαν να πωλούνται στα παζάρια της Ανατολής. Τελικά μόλις τον Οκτώβριο του 1945 επέστρεψαν στο νησί μόνο 900 κάτοικοι (8) για να αντικρίσουν μόνο ερείπια και λεηλατημένα σπίτια. Η Αγγλική κυβέρνηση πρόσφερε αποζημιώσεις ώστε η ζωή στο νησί να ξεκινήσει και πάλι κυριολεκτικά εκ του μηδενός. Τελικώς το πολύπαθο νησί ενώθηκε με την Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948, ακολουθώντας την τύχη των Δωδεκανήσων.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ


           Η κατοχή της Ελλάδας ήταν από τις πλέον βάρβαρες. Ωστόσο, ακόμη πιο βάρβαρη ήταν η εκμετάλλευση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν ήταν εξαιρετικά ανεπτυγμένη. Η γερμανική πλευρά προχώρησε στην άμεση κατάσχεση των κατωτέρω προϊόντων: 4.000 τόνοι σύκων αξίας 125 χιλιάδων προπολεμικών δραχμών, 35.000 περίπου τόνοι σταφίδας σουλτανίνας, 146.000 τόνοι κορινθιακής σταφίδας (εξ αυτών οι 26.000 ήταν η τρέχουσα παραγωγή, οι 30.000 ήταν αποθέματα από προηγούμενες εσοδείες και οι 90.000 ήταν η μελλοντική παραγωγή), 6.500 τόνοι βάμβακος, 6.000 τόνοι αποσταγμένου νεφτιού (κολοφώνιο), άλλοι 1.500 τόνοι ρετσίνας δέντρων
Κατοχικό χαρτονόμισμα


(ρητίνη) και 8.000 τόνοι πυρηνέλαιου. Παράλληλα, αγοράστηκε σε εξευτελιστική τιμή (54 δρχ./οκά) το σύνολο των αποθεμάτων ελαιολάδου Κρήτης, Ιονίων και νήσων Αιγαίου, ύψους 10.000 τόνων. Επίσης σε τιμές χαμηλότερες της πραγματικής αξίας αγοράστηκαν 1.000 τόνοι ρακής, 200.000 τόνοι δερμάτων, 200.000 χιλιόγραμμα κουκουλιών, 385.000 χιλιόγραμμα χαρουπόσπορου, 5.000.000 χιλιόγραμμα παλαιών σιδερικών, 110.000 τόνοι καπνού εσοδείας 1940 και αποθέματα, καθώς και το σύνολο της παραγωγής πορτοκαλιών και Βαλανιδιών.       
Χαρτονόμισμα που χρησιμοποίησαν οι δυνάμεις Κατοχής για αγορά προϊόντων
              Κατασχέθηκαν επίσης 1.435 τόνοι καφέ (σύμφωνα με μια πηγή 7.000 σάκοι), 1.143 τόνοι ζάχαρης (4.000 τόνοι, σύμφωνα με άλλη πηγή), 2.520 τόνοι όσπριων, 200 τόνοι φακής, 7.000 τόνοι κάρβουνου, 1.000 τόνοι λίπους, 2.000.000 άδεια σακιά, 1.500 μπάλες μαλλιού, 120 εκατ. κιλά καπνού, 498 κιβώτια με τσάι αξίας 7.000 χρυσών λιρών Βρετανίας, 1.415 δέματα νήματος αξίας 17.000 χρυσών λιρών Βρετανίας, 76 τόνοι κασσίτερου αξίας 17.500 χρυσών λιρών, κουκιά αξίας 3.500 χρυσών λιρών, ανθρακασβέστιο αξίας 300 χρυσών λιρών, κουκιά αξίας 3.500 χρυσών λιρών, ζάχαρη αξίας 17.500 χρυσών λιρών, σιτάρι αξίας 80.000 χρυσών λιρών, μεγάλες ποσότητες κριθαριού, ρυζιού, χάρτου, θειικού χαλκού, 10.157 τόνοι γαιανθράκων, άγνωστες ποσότητες πετρελαίου, βενζίνης. ορυκτέλαιων, καθώς και επιπρόσθετες ποσότητες κασσίτερου. 

           Παράλληλα, το σύνολο των μηχανημάτων των εργοστασίων και των πρώτων υλών σε αυτά που ήταν χρήσιμα για τη γερμανική πολεμική οικονομία, μεταφέρθηκε στη Γερμανία.      Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της εταιρείας του Πρόδρομου Μποδοσάκη- Αθανασιάδη "Ελληνική Εταιρεία Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου". Αξίζει να αναφερθεί ότι στο συγκεκριμένο εργοστάσιο, το οποίο έπεσε ανέπαφο στα χέρια της Βέρμαχτ, μόνο η αξία των πρώτων υλών που κατασχέθηκαν ανέρχονταν σε 1.960.000.000 προπολεμικές δραχμές. Πέραν των ανωτέρω το σύνολο του μηχανολογικού εξοπλισμού κατασχέθηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία, ενώ καθ'όλη τη διάρκεια της κατοχής οι γερμανικές εταιρείες εξασφάλισαν ετήσιες παραδόσεις 616,300 τόνων πολύτιμων μετάλλων αξίας 13 εκατ. RM,
Η καμινάδα του Πυριτιδοποιείου- Καλυκοποιείου
η καπνοβιομηχανία παρέδιδε ημερησίως 2.800.000 τσιγάρα στη Βέρμαχτ, και η Ιταλία αγόρασε 1,5 εκατ κιλά καπνού από τη συγκομιδή του 1940. Τέλος, σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής η εμπορική ναυτιλία απώλεσε 434 μεγάλα πλοία εκτοπίσματος 1.361.331 τόνων και άλλα 478 ιστιοφόρα και πετρελαιοκίνητα εκτοπίσματος 46.484 τόνων. Τα πλοία αυτά είτε επιτάχθηκαν από τους κατακτητές είτε βυθίστηκαν από συμμαχική ή γερμανική δράση. Παράλληλα, το σύνολο του μηχανολογικού εξοπλισμού της πολεμικής βιομηχανίας μεταφέρθηκε στη Γερμανία.


ΠΗΓΗ ΙΩΑΝΝΗ-ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΑΛΑΒΡΑΚΟΥ "Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ- ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΘΡΙΑΜΒΟΣ, ΤΡΑΓΩΔΙΑ, ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ 1939-1945" ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΟΛΚΟΣ

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΡΟΜΦΑΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ



                      Άρθρο του Περικλή Δεληγιάννη

Ένα  ερώτημα  το  οποίο  απασχολεί  τους  σύγχρονους  ερευνητές  της  Βυζαντινής  και  Μεσαιωνικής  Δυτικοευρωπαϊκής  στρατιωτικής  Ιστορίας  είναι  το  τι  ήταν  η  Βυζαντινή  ρομφαία,  ποια  ήταν  η  φύση  του  συγκεκριμένου  όπλου;

Η  ρομφαία  της  Αρχαιότητας  ήταν  ένα  θρακικό  όπλο,  επινόηση  των  Θρακών,  το  οποίο  αποτελείτο  από  μία  επιμήκη  ευθεία  ή  ελαφρά  κυρτή  (δρεπανοειδή)  λεπίδα  προσαρμοσμένη  σε  επίσης  επίμηκες  ξύλινο  στέλεχος.  Αν  η  ρομφαία  ήταν  δρεπανοειδής,  η  κόψη  της  βρισκόταν  στην  κοίλη  πλευρά  της  λεπίδας.  Ειδικά  η  κυρτή  ρομφαία  ανήκε    στην  ομάδα    των    λογχοειδών  και  ξιφοειδών  όπλων  δρεπανοειδούς  λεπίδας  (κοπίδες,  φαλκάτες,  falx    κ.α.)  τα    οποία    χρησιμοποιούσαν    διάφοροι    λαοί    της    Μεσογείου  (Ίβηρες,    Κελτίβηρες,    Έλληνες,    Θράκες,    Ετρούσκοι,    Λύκιοι,    Κάρες,    Λυδοί,    Φρύγες,    Δάκες    και    άλλοι).  Η  αρχική  προέλευση  τους  είναι  άγνωστη  και  αναζητείται  ενίοτε  από  τους  μελετητές.  Αποψη  μου  είναι  ότι  πρόκειται  για  προϊόντα  πολυγένεσης.
Οι  αρχαίοι  Ελληνες  και  στη  συνέχεια  οι  Ρωμαίοι  χρησιμοποίησαν  σώματα  Θρακών  ρομφαιοφόρων,  συμμάχων  ή  μισθοφόρων,  αλλά  οι  ίδιοι  δεν  υιοθέτησαν  ποτέ  το  συγκεκριμένο  όπλο.  Όμως  έως  την  Πρωτοβυζαντινή  περίοδο,  οι  Θράκες  αφομοιώθηκαν  σταδιακά  εθνολογικώς  στο  ρωμαϊκό  και  έπειτα  στο  βυζαντινό  περιβάλλον,  καθιστάμενοι  λατινόφωνοι  βορείως  του  Αίμου  και  ελληνόφωνοι  νοτίως  της  ίδιας  οροσειράς.  Ετσι  οι  ρομφαιοφόροι  μάχιμοι  ενσωματώθηκαν  εθνολογικά  στους  Ρωμαίους  και  στους  Ελληνες  μέσω  του  εκλατινισμού  και  του  εξελληνισμού  τους  αντίστοιχα.  Κατά  τη  Βυζαντινή  Περίοδο,  ο  όρος  «ρομφαία»  εμφανίζεται  στη  βυζαντινή  στρατιωτική  ορολογία  θέτοντας  το  προαναφερόμενο  ερώτημα.

Merkourios
sabre
Μερικά παραδείγματα επιμηκων ξιφών από Βυζαντινές αγιογραφίες και μικρογραφίες που μπορούν να χαρακτηρισθούν ‘ρομφαίες’. Ειδικά η εισαγωγική εικόνα του άρθρου προέρχεται από βυζαντινό ναό στο Κοσσυφοπέδιο.
-
Η άποψη του γράφοντος μετά από μία πρώτη έρευνα, είναι ότι η «ρομφαία» όπως την αντιλαμβάνονταν οι Βυζαντινοί Ελληνες, ήταν το κυρτό ή ευθύ ξίφος (διαφόρων τύπων) του οποίου όμως το κύριο χαρακτηριστικό ήταν το μεγάλο μήκος λεπίδας. Για την περίπτωση αμφιβολίας ότι η ρομφαία μπορούσε να αντιστοιχεί και σε ευθύ ξίφος (επειδή στις ημέρες μας ο όρος συσχετίζεται  σχεδόν πάντα με κυρτές λεπίδες), επισημαίνω το ότι μερικές αρχαίες ρομφαίες είχαν ευθεία λεπίδα.
Όπως έχει συναχθεί από αρχαιολογικές και φιλολογικές ενδείξεις, μερικοί εξελληνισμένοι Θράκες του Βυζαντινού στρατού συνέχισαν να χρησιμοποιούν την καθαυτό (αρχαία) ρομφαία έως και τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, όμως πρόκειται για ενδείξεις και όχι αποδείξεις. Μάλλον ο Βυζαντινός όρος ‘ρομφαία’ σήμαινε εξίσου την αρχαία ρομφαία και το επίμηκες ξίφος κάθε τύπου του οποίου η λεπίδα εξάλλου θύμιζε έντονα ή και ταυτιζόταν σχεδιαστικά με τη λεπίδα της θρακικής ρομφαίας. Ειδικά μετά την οριστική εξαφάνιση της αρχαίας θρακικής ρομφαίας κατά την Πρωτοβυζαντινή ή έστω κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, οι Βυζαντινοί απέδωσαν οριστικά την ονομασία της στα εν λόγω ξίφη. 
Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από το ότι ενώ στις αρχαιότερες πηγές η ρομφαία περιγράφεται ή υπονοείται  ως “λόγχη”, με το πέρασμα των αιώνων περιγράφεται  ή υπονοείται  ως “ξίφος” (σταδιακά στους Πλούταρχο,  Ευστάθιο, Ησύχιο κ.α. και στο Ευαγγέλιο του Λουκά και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ειδικά στα εκκλησιαστικά κείμενα, η λέξη “ρομφαία” συμβολίζει  τη  δίκαιη  Θεϊκή  τιμωρία  επί των  αδίκων και αμαρτωλών, μία τιμωρία που εκδηλώνεται συνήθως με τη δράση αγγέλων, Λαμβάνοντας  υπόψη  ότι οι  άγγελοι  απεικονίζονται  στις  βυζαντινές αγιογραφίες  συνήθως  ως ξιφοφόροι (και ποτέ  ως φέροντες την αρχαία ρομφαία), έχουμε ένα ακόμη έμμεσο στοιχείο για  τη  μετεξέλιξη  της  ρομφαίας  από  λογχοειδές  σε  ξιφοειδές  όπλο.
Rhomphaia
Ευθείες και ελαφρά κυρτές λεπίδες αρχαίων θρακικών ρομφαίων, από ανασκαφές.
-
Romphaia

Σύγχρονη  αποκατάσταση  ενός  δακικού  falx, όπλου  συγγενικού  της  θρακικής  ρομφαίας  από Ισπανικό  Σύλλογο  αναπαραστάσεων.

Ειδικά η κυρτή σπάθη ασιατικής προέλευσης την οποία οι Βυζαντινοί υιοθέτησαν από τους Ασιάτες νομάδες με τους οποίους βρίσκονταν σε επαφή σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας των πρώτων, είχε την κόψη στην αντίθετη (κυρτή) πλευρά από ότι η αρχαία θρακική ρομφαία, αλλά τη θύμιζε πολύ ως προς το σχήμα και έτσι οι Βυζαντινοί δεν δυσκολεύθηκαν να την αποκαλέσουν ‘ρομφαία’. Επίσης αρκετά  ευθέα ξίφη ευρωπαϊκής («φραγκικής») προέλευσης περιγράφονταν επίσης ικανοποιητικά (από τη βυζαντινή άποψη) με τον όρο ‘ρομφαία’ επειδή ήταν πολύ επιμήκη και κυρίως τα χειρίζονταν και με τα δύο χέρια (δηλαδή όπως οι Θράκες τη δική τους ρομφαία). Αυτά τα ξίφη θύμιζαν ειδικά τις ευθείες αρχαίες ρομφαίες και ως προς τον τρόπο χρήσης τους επειδή χρησιμοποιούντο εξίσου για διατρητικό πλήγμα (και όχι μόνο για να κόβουν), όπως και οι εν λόγω ρομφαίες.
14th century Macedonia
Byzantine 13th century
Δυο ακόμη παραδείγματα  τέτοιων  Βυζαντινών  ξιφών.

Τέλος, επισημαίνω και τη Βυζαντινή τάση για αρχαϊσμό στους εθνικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς όρους, πχ αποκαλούσαν συχνά «Σκύθες» τους Σαρμάτες, Ούννους, Τουρανούς και γενικά τους νομάδες, αποκαλούσαν ενίοτε «Γαλάτες» γενικά τους Δυτικούς κ.ο.κ., ενώ είναι γνωστή η χρήση λατινικών στρατιωτικών όρων οι οποίοι όμως δεν είχαν πλέον την καθαυτό ρωμαϊκή/λατινική  σημασία τους. Η Βυζαντινή ρομφαία ήταν μάλλον μία από αυτές τις περιπτώσεις αρχαϊσμών.
Σε τελική ανάλυση το πλεονέκτημα της ρομφαίας ήταν το μεγάλο μήκος της το οποίο έδινε τη γνωστή δυνατότητα στον φορέα της να πλήττει τον αντίπαλο από απόσταση. Δεν μπορείς να το πεις ‘βαρύ’ Ξίφος, με την έννοια π.χ. του γκλάντιους, αλλά ήταν εκ των πραγμάτων βαρύ λόγω του μήκους της λεπίδας της. Απλά ήταν ένα “δύσκολο” όπλο που έπρεπε να το χειρίζεσαι με επιδεξιότητα/τέχνη, ενώ η χρήση του γκλάντιους στηριζόταν σημαντικά στην (ωμή) δύναμη του χεριού.


-

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Η ΦΥΓΑΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΣ ΧΡΥΣΟΥ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 1941



Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κατά την κρίσιμη περίοδο,  Γ. Μαντζαβίνος αφηγήται:

  <<Ενθυμούμε ότι ευθύς ως έγινε κατάδηλος η πρόθεσις της Γερμανίας την βοήθηση την Ιταλίαν εις τον αγώνα της εναντίον της Ελλάδος - αγώνα τον οποίον είχε σχεδόν χάσει - ελάβομεν μέτρα διά να μεταφερθή χρυσός από τα θυσαυροφυλάκια της Τραπέζης εις ασφαλές μέρος έξω των Αθηνών. Προεκρίθει η Κρήτη το υποκατάστημά μας Ηρακλείου, όπου είχομεν αρκετά ασφαλή χρηματοκιβώτια. Ο χρυσός - ο οποίος ανήρχετο εις ουγγίας καθαρού καθ' υπολογισμόν βάρους 610.796 και 431/1000 - έπρεπε πρώτον να τοποθετηθή εις ασφαλή κιβώτια. Όταν έγινε αυτή η προπαρασκευαστική εργασία, την οποίαν μόνον τρεις ή τεσσάρες εγνώριζον εις την τράπεζαν, παρεκλήθη το Ναυτικό Επιτελείο το οποίο έθεσε εις την διάθεσιν μας δύο αντιτορπιλικά τον "Βασιλέα Γεώργιο" και την "Βασίλισσαν Όλγα", τα οποία μετέφεραν τον χρυσόν εις το Ηράκλειον. Η μεταφορά έγινε κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, ευθύνομαι ότι ήτο Καθαρά Δευτέρα.
Το αντιτορπιλικο Βασίλισσα Όλγα

  Η αναχώρηση της διοικήσεως της Τραπέζης από τας Αθήνας, κατ' ακολουθίαν της αναχωρήσεως του Βασιλέως και της Κυβερνήσεως, έγινε την 22 Απριλίου 1941. Οι  ανώτεροι υπάλληλοι της Τραπέζης Λαζαρίδης, Λεβής και Κοσμίδης, οι οποίοι θα μας συνόδευον, έλαβον εντολήν να μεταβούν εις τον Μαραθώνα και εκεί να επιβιβαστούν ενός πλοίου επιτακτου. Το ατμόπλοιον εις το οπίον επρόκειτο να επιβιβαστούν εβυθίσθη από τα γερμανικά στούκας. Οι υπάλληλοί μας ηναγκάστηκαν να επιστρέψουν εις τας Αθήνας, και να φύγουν το ίδιο βράδυ από τον Πειραιά με ένα άλλο οπλιταγωγών. Το ίδιο επίσης βράδυ εφεύγαμεν και ημείς με την κυβέρνηση, επιβιβασθέντες του αντιτορπιλικού "Βασίλισσα Όλγα". Η επιβίβασις μας έγινε υπό τραγικάς συνθήκας εις μιαν παραλίαν των Μεγάρων. Πλάι μας εφλέγετο ένα ατμόπλοιον που είχε προ ολίγου βομβαρδισθή από τα στούκας. Πικρά συναισθήματα μας συνέθλιβαν. Εφεύγαμεν δι' ένα ταξίδι αγνώστου χρόνου, και κανείς μας δεν εγνώριζε αν έμελλε να επιστρέψωμεν ζώντες.
JU 87 STUKA εν δράσει

  Εφθάσαμεν το πρωί της 23 Απριλίου 1941 εις την Σούδαν. Ο Βασιλεύς είχε φθάσει προ ολίγων στιγμών με αεροπλάνον, συνοδευόμενος μόνο από τον πρωθυπουργόν του, τον πρώην διοικητήν τραπέζης της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερόν.
  Δεν είχομεν προλάβει να αποβιβασθώμεν εις την Σούδαν, όταν μια επιδρομή στούκας μας ηνάγκασε να καλυφθώμεν μέσα εις ένα ελαιώνα.
  Από την Σούδαν επήγαμεν εις τα Χανιά και εγκατεστάθημεν εις το υποκατάστημα της τραπέζης μας.
  Όταν ήρχισε να διαγράφηται ως επικειμένη η κατάληψις της Κρήτης υπό των Γερμανών, ηρχίσαμεν να προνοούμεν και διά την μετακίνησίν μας έξω της Ελλάδος. Θέμα κύριον ήτο δι' ημάς πάλιν να περισώσωμεν τον χρυσόν του αποθέματος και να τον μεταφέρωμεν εις χώραν ασφαλή. Τοιαύτη χώρα ήτο η νότιος Αφρική. Ο χρυσός θα έπρεπε να μεταφερθή από το Ηράκλειον εις το Πραιτώριαν, έδραν της Κεντρικής Τραπέζης της Νοτίου Αφρικής. Απεφασίσθη να μεταφερθεί ο χρυσός πρώτον εις την σουδάν, και από εκεί να φορτωθή εις άλλο πλοίον διά το μακρυνόν του ταξίδι.
Η κορβέτα SALVIA

  Η μεταφορά του χρυσού από το Ηράκλειον εις το Σουδάν έγινε με ένα μικρόν ρυμουλκόν Αγγλικόν, που ελέγετο "Σάλβυα", και εκυβερνάτο από ένα έφεδρον αξιωματικόν του αγγλικού εμπορικού στόλου. Υπό διαρκείς επιθέσεις στούκας  ο χρυσός μετεφέρθει από το υποκατάστημα του Ηρακλείου εις τον λιμένα του Ηρακλείου, και από εκεί εφορτώθη εις το ρυμουλκόν, εις το μικρόν πλήρωμα του οποίου προσετέθησαν, ως συνοδοί του χρυσού, οι υπάλληλοι της Τραπέζης Αριστείδης Λαζαρίδης και Μίνως Λεβής.
  Όταν εξεκίνησε το "Σάλβυα" τα στούκας, τα οποία το παρακολουθούν , επιτέθησαν εναντίον του. Ο κυβερνητής του ρυμουλκού κατώρθωσε τότε με τα μικρά του αντιαεροπορικά πολυβόλα να καταρρίψη δύο από τα γερμανικά αεροπλάνα. Υπό συνεχή συναγερμόν, και με τον χρυσόν όλον εις το κατάστρωμα του ρυμουλκού, το <<Σάλβυα>> έφθασε τέλος εις την Σουδάν.
  Από εκεί ήρχισε το νέον δύσκολον εγχείρημα. Τα κιβώτια του χρυσού έπρεπε να μεταφορτωθούν από το "Σάλβυα" εις το πλοίον που είχε ορίσει ο Άγγλος ναύαρχος διά να παραλάβη τον χρυσόν και να τον μεταφέρη εις την Αλεξάνδρειαν, πρώτον σταθμόν του ταξιδίου.. Ο Άγγλος ναύαρχος της Μεσογείου, παρ'όλον ότι εμαίνετο η ναυμαχία την προηγούμενην εσπέραν και την ημέραν εκείνην εις το Κρητικόν πέλαγος, είχε δεχθή να αποσπάση από την μοίραν του μιαν αξιόμαχον μονάδα, το καταδρομικόν "Διδώ", και να το θέση εις την διάθεσιν της Τραπέζης της Ελλάδος διά την μεταφοράν του χρυσού.
Το ελαφρό καταδρομικό ΔΙΔΩ

  Πάλιν υπό συνεχή συναγερμόν και βομβαρδισμόν των στούκας ο χρυσός μεταφορτώθη εις το καταδρομικόν, με την βοήθειαν και των Άγγλων ναυτών. Πλάι εις την "Διδώ", που τα πυροβόλα της διαρκώς έβαλλον, ήρχισε βληθέν να καίεται ένα Δανικόν πλοίον. Όλη αυτή η εργασία εγίνετο με απιστεύτως νευρικόν ρυθμόν, διότι ο Άγγλος Κυβερνήτης, φοβούμενος διά το πλοίον του, εβιάζετο να το θέση εις κίνησιν, και υπήρχε κίνδυνος ένα μέρος του πολίτιμου φορτίου, καθώς μετεφορτάνετο, να πέση εις την θάλασσαν. Ευτυχώς η μεταφορά έγινε εις τα κύτη του "Διδώ" χωρίς καμμίαν ζημίαν. Μόνον ένα κιβώτιο, ενώ μετεφέρετο εις το κύτος του καταδρομικού έσπασε και το κύτος γέμισε από χρυσάς λίρας. Αυτό ανησύχησσε πολύ τον Άγγλον Κυβερνήτην και διέταξε ένα συνεργείον ναυτών, ενώ το "Διδώ" έπλεε προς Αλεξάδρειαν, να μαζέψη τας χρυσάς λίρας. Όλαι αι χρυσαί λίραι του κιβωτίου που είχαν σκορπίσει ευρέθησαν. Εκτός μιάς.
  Κατόπιν παραμονής ενός μηνός εις Αλεξάνδρειαν, το κεντρικόν της τραπέζης μας μετεφέρθη εις το Κάιρον, τρίτην κατά σειράν έδραν διοικήσεως της τραπέζης. Εν συμφωνία μετά των Συμμαχικών Αρχών ερρυθμίσαμεν τα της μεταφοράς του χρυσού της Τραπέζης, μέσω του Σουέζ, εις Πραιτώριαν. Τον ετοποθετήσαμεν εις φορτηγά αυτοκίνητα, και υπό την συνοδείαν τανκς τον μεταφέραμεν μέσω της ερήμου εις το Σουέζ. Εκεί εφορτώθει εις επίτακτον εμπορικόν πλοίον, εις το οποίον επεβιβάσθη ο διευθυντής Αριστείδης Λαζαρίδης μαζί με έναν ακόμη υπάλληλον. Έτσι ο χρυσός μετεφέρθει εις Durban της νοτίου Αφρικής, όπου εις το μεταξύ εφθάσαμεν και ημείς. Εκεί εφορτώθη εις ειδικήν αμαξοστοιχείαν, την οποία είχε την καλοσύνην να θέση εις την διάθεσίν μας ο Στρατάρχης Σματς. Και με την συνοδείαν πάντοτε του Διευθυντού Αριστείδη Λαζαρίδη, ο χρυσός μετεφέρθη εις Germiston της Νοτίου Αφρικής όπου εξηλέγχθη και ετάκη. Σημειώ εν προκειμένω ότι εκ του λόγου ότι ο μεταφερθής χρυσός αποτελείτο από διάφορα χρυσά νομίσματα, ως και από ράβδους  που είχαν προέλθει από τήξιν εις την Ελλάδα χρυσών αντικειμένων, ήτο ανάγκη να μετατραπή εις ομοειδήν ράβδους που να περιέχουν τον κεκανονισμένον βαθμόν καθαρότητος.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΤΣΟΥΔΕΡΟΣ

  Εκ της ανατήξεως του  χρυσού, η οποία εξετελέσθη υπό την επίβλεψιν της South African Reserve Bank, εκδοτικής Τραπέζης της Νότιας Αφρικής, παρά της εν Germiston της Νότιας αφρικής Rand Refinery Ltd προέκυψε χρυσός κεκανονισμένης καθαρότητας βάρους ουγγιών 608350 και 790/1000. Ο χρυσός αυτός εις ράβδους μετεφέρθει εις Πραιτώριαν, όπου και επανετέθη προς φύλαξιν εις τα θυσαυροφυλάκια της south African Reserve Bank. Τα έξοδα της μεταφοράς και της αναπτύξεως του χρυσού υπήρξαν ελάχιστα, διότι λόγω των ειδικών μέτρων ασφαλείας που είχαν ληφθή απεφύγαμεν να πληρώσωμεν ασφάλιστρα τα οποία θα ανήρχοντο, κατά τους μετριωτέρους υπολογισμούς, εις 500000λίρας>>.
  Αυτή είναι η πλέον επίσημη εκδοχή. Ωστόσο υπάρχει και άλλη, σύμφωνα με την οποία ο χρυσός ήδη από τον Αύγουστο του 1940 είχε αρχίσει να μεταφέρεται στο εξωτερικό. Το πιθανότερο είναι ότι και οι δύο εκδοχές μπορεί να συγκλίνουν με αντίστοιχη αυξομείωση των ποσοτήτων του χρυσού.
 
ΠΗΓΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΟΥΚΟΥΝΑ  "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ"
(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΩΔΙΟΣ 2013) 

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΑΣΤΕΛΟ ΡΟΣΣΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΟΥ

Το κάστρο Καστέλο Ρόσσο ή Κοκκινόκαστρο της Καρύστου δεσπόζει στους πρόποδες της Όχης. Βρίσκεται μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από την Κάρυστο μεταξύ των χωριών Γραμπιά και Μύλοι.
Βρίσκεται επάνω σε ένα κωνικό ύψωμα, κάπως μακριά από τη θάλασσα και τους πειρατικούς κινδύνους και δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα που απλώνεται από κάτω μέχρι την παραλία

Το Όνομα του Κάστρου

Το κάστρο ονομαζόταν από τους Λατίνους «Castel Rosso» , ενώ οι Έλληνες διατήρησαν την ονομασία σαν «Κοκκινόκαστρο». Το όνομα οφείλεται στις κόκκινες πέτρες με τις οποίες έχει κτιστεί - από τα σχιστολιθικά πετρώματα της περιοχής - που του δίνουν μια κοκκινωπή απόχρωση.

Ιστορία

Το κάστρο κτίστηκε από τους Λομβαρδούς, αλλά καθ' όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας το διεκδίκησαν Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετοί, οι οποίοι τελικά και παρέμειναν ως κύριοι του μέχρι την κατάληψη της Εύβοιας από τους Τούρκους.
Το πρώτο φρούριο στο λόφο του σημερινού κάστρου χτίστηκε από τους Βυζαντινούς το 1030. Το μεσαιωνικό Καστέλλο Ρόσσο χτίστηκε πάνω στις βυζαντινές βάσεις κατά μια εκδοχή μεταξύ 1209 - 1216 από το Βερονέζο (δηλ. Λομβαρδό) βαρόνο Ραβανό Δαλεκάρτσερι (Ravano dalle Carceri, ή Ραβάνο Ντάλλε Καρτσέρι) τον άρχοντα του τριτημορίου της νότιας Εύβοιας, ενός από τα τρία φέουδα του Ενετικού Βασιλείου του Νεγρεπόντε.
Γύρω απ' το Καστέλο Ρόσσο δημιουργήθηκε μια πόλη, αφού οι κάτοικοι της Καρύστου έκτιζαν τα σπίτια τους κοντά στο κάστρο, για λόγους ασφάλειας.
Δεκαετίες αργότερα, οι Βυζαντινοί επέστρεψαν στο νησί. Ο περιβόητος ιππότης Λικάριος, στην υπηρεσία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, οδήγησε ένα Βυζαντινό στράτευμα κάτω από τα τείχη της Καρύστου, και μετά από τη στενή πολιορκία το εκπόρθησε το 1276 και εγκατέστησε εκεί βυζαντινή φρουρά. Ομως η Κάρυστος δεν έμεινε για πολύ στα χέρια των Βυζαντινών. Το 1295 ο Βονιφάτιος ντα Βερόνα, ευνοούμενος του Δούκα της Αθήνας, εγγονός του Γουλιέλμου του Α' κατ' όνομα βασιλιά της Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι η Κάρυστος αποτελούσε φέουδο της συζύγου του Agnes De Cicon, μετά από πολιορκία εκδίωξε τη βυζαντινή φρουρά και κατέλαβε το φρούριο, το οποίο κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σημειωτέον ότι από τότε οι Βυζαντινοί δεν επέστρεψαν ποτέ πια στην Εύβοια.
Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1318, η Κάρυστος και το κάστρο των Αρμένων, στα Στύρα, ένα άλλο σπουδαίο κάστρο της Εύβοιας, περιήλθαν στην εξουσία του Καταλάνου πρίγκιπα Αλφόνσο Φαδρίγου ντ' Αραγκόν, συζύγου της κόρης του Βονιφάτιου, Μαρούλας.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Βενετοί δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται για το λιμάνι της Καρύστου, το οποίο θεωρούσαν χρήσιμο για το θαλάσσιο εμπόριό τους. Για το λόγο αυτό ζητούσαν επίμονα από το Φαδρίγο να τους πουλήσει την Κάρυστο. Τελικά πέτυχαν το σκοπό τους και στα 1359 κατάφεραν να αγοράσουν τη βαρονεία της Καρύστου από το γιο του Βονιφάτιο ντ' Αραγκόν, αντί του ποσού των 6.000 δουκάτων, πριν προφτάσουν να γίνουν κύριοι της Καρύστου, οι Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι επίσης εποφθαλμιούσαν το επίμαχο αυτό σημείο.

Εκείνη την εποχή, λέγεται, ότι το κάστρο της Καρύστου ήταν τόσο καλά οχυρωμένο και τόσο ισχυρό, ώστε 30 μόνο πολεμιστές ήταν αρκετοί να το υπερασπιστούν αποτελεσματικά.
Κάτω από την εξουσία των Ενετών όμως η Κάρυστος παρήκμασε. Οι περισσότεροι κάτοικοι προτίμησαν να μεταναστεύσουν στο γειτονικό Δουκάτο των Αθηνών. Η πληθυσμιακή παρακμή έφερε και την οικονομική παρακμή. Αυτή η κατάπτωση οδήγησε τους Βενετούς πρώτα στην εκμίσθωσή της, στην ιταλική οκογένεια Ιουστινιάνι το 1386 και κατόπιν το 1406 στην παραχώρηση της βαρονείας στο Nicolo Zorzi.
Η Κάρυστος ποτέ δεν ξαναβρήκε την παλιά της αίγλη και τελικά το καλοκαίρι του 1470, μετά την κατάληψη της Χαλκίδας από τους Τούρκους, ύστερα από έναν αιώνα απόλυτης κυριαρχίας εγκαταλείφθηκε σιωπηρά και άδοξα από τους Βενετούς και από τους Zorzi, αφήνοντας τους κατοίκους στο έλεος των Τούρκων.
Μετά την αποχώρηση των Βενετών, την Κάρυστο κατέλαβαν οι Τουρκοι του Κοτζά Μαχμούτ πασά, οι οποίοι την ονόμασαν Κιζίλ Χισάρ. Οι Ελληνες συνέχισαν να κατοικούν γύρω από το Καστέλο Ρόσσο και να διατηρούν ακόμη και μικρές εκκλησίες εκεί, μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν διώχτηκαν, εξαιτίας της συμμετοχής τους με το μέρος των Βενετών στο ενετοτουρκικό πόλεμο που ξέσπασε το 1684.

Τον 19ο αιώνα, από τις αρχές του απελευθερωτικού αγώνα, οι Ελληνες έβαλαν στόχο την κατάληψη του κάστρου. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Νικόλαος Κριεζώτης γνωστός ως «λιοντάρι της Εύβοιας» και ο Γάλλος φιλέλληνας Φαβιέρος το πολιόρκησαν δίχως αποτέλεσμα και με οδυνηρές απώλειες. Αυτά μέχρι το 1826. Έκτοτε δεν έγινε άλλη προσπάθεια. Το κάστρο άνοιξε τις πόρτες του στους Έλληνες μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των Τούρκων, το Μάρτιο του 1833.

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Στο εσωτερικό του τειχισμένου περιβόλου, υψώνονται εντυπωσιακά τα ψηλά τείχη και οι επάλξεις που προστάτευαν το δεύτερο εσωτερικό κάστρο, όπου οι αμυνόμενοι μπορούσαν να καταφύγουν σε έσχατη ανάγκη και απ' όπου μπορούσαν να ελέγχουν ακόμη καλύτερα την κύρια πύλη του φρουρίου και ολόκληρο τον περίβολο των εξωτερικών τειχών.
Εκεί κοντά στην κύρια πύλη, όπου υπήρχε μεγάλη υπαίθρια αυλή, την εποχή της τουρκοκρατίας είχαν κτιστεί μερικά σπίτια, περίπου είκοσι, για να στεγάζουν τους άντρες της φρουράς του κάστρου και τις οικογένειες τους.

Προς τα ανατολικά, περνώντας από σωρούς από λίθους που κάποτε αποτελούσαν τα δομικά υλικά με τα οποία ήταν κατασκευασμένα τα ποικίλα κτίρια του κάστρου, βλέπουμε τα εξωτερικά τείχη όπου αυτά ισχυροποιούνται μ' ένα πολυγωνικό πύργο μ' επάλξεις σχήματος "Μ". Η αρχιτεκτονική του μορφή όμως μαρτυρά, ότι είναι ένας πύργος κατασκευασμένος για αμυντικούς σκοπούς. Ήταν διώροφος με δώμα οπλισμένο με επάλξεις. Σήμερα, τα δάπεδα μεταξύ των αιθουσών των ορόφων έχουν βυθιστεί και δεν υπάρχουν πια. Μόνο τα ίχνη τους έχουν παραμείνει, στην τοιχοποιία του πύργου.

Δυτικά της κύριας πύλης υψώνονται τα ερείπια του πλέον επιβλητικού κτιρίου του κάστρου. Πρόκειται για τις λιθόκτιστες πλευρικές τοιχοποιίες ενός άλλοτε μεγαλοπρεπούς διώφορου τουλάχιστον, παραλληλόγραμμου κτιρίου. Το κτίριο αυτό, την εποχή της φραγκοκρατίας πρέπει να αποτελούσε την κατοικία του κυρίου του κάστρου και να περιλάμβανε τη μεγάλη αίθουσα των τελετών του κάστρου. Το γεγονός αυτό γίνεται αντιληπτό αν από τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στο ψηλότερο τμήμα της τοιχοποιίας, όπου άλλοτε ήταν ο δεύτερος όροφος του κτιρίου. Τα ανοίγματα αυτά μαρτυρούν μία διάθεση άνετης διαβίωσης και άπλετου φυσικού φωτισμού στο εσωτερικό του κτιρίου, αντί των μικρών στενόμακρων παραθύρων - πολεμίστρων που συχνά συναντώνται στα προορισμένα για άμυνα στρατιωτικά κτίρια του μεσαίωνα.

Τα νοτιοδυτικά τείχη του κάστρου καταλήγουν σ' ένα ισχυρό τετράγωνο προμαχώνα, με εμφανείς εξωτερικά διακοσμητικές ταινίες ισοδομικής τοιχοποιίας, οι οποίες αποτελούνται από παραλληλόγραμμους μαρμάρινους ογκόλιθους, προερχόμενους προφανώς από τα ερείπια κάποιου παλιότερου σημαντικού κτιρίου της περιοχής. Τετράγωνα ανοίγματα στο ανώτερο τμήμα της πλευρικής τοιχοποιίας του προμαχώνα, μαρτυρούν ότι εκεί υπήρχε αίθουσα της φρουράς απ' όπου ελεγχόταν όλη η νοτιοδυτική πλευρά του κάστρου.

Ο προμαχώνας διέθετε παλιότερα λιθόστρωτο δώμα, όπου υπήρχε τοποθετημένο ένα ορειχάλκινο πυροβόλο τεράστιων διαστάσεων, μήκους 18 ποδών, εγκατεστημένο εκεί από την εποχή της βενετοκρατίας, για να κρατάει μακριά από το κάστρο καθ' έναν που το επιβουλευόταν. Οι κάτοικοι της Καρύστου, με μία σκωπτική διάθεση το είχαν ονομάσει "λωλή λουμπάρδα". Την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν μόνο μία φορά τη "λωλή λουμπάρδα". Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόση η δόνηση την οποία αυτή δημιούργησε με την εκπυρσοκρότηση και τόσο δυνατός ο κρότος, λες και ξαφνικά ο Ήφαιστος κτύπησε το βαρύ σφυρί του πάνω στο αμόνι, ώστε παραλίγο να γκρεμιζόταν ο ίδιος ο προμαχώνας πάνω στον οποίο την είχαν τοποθετήσει. Από τότε οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να ξαναχρησιμοποιήσουν το τεράστιο αυτό πυροβόλο, το οποίο ασφαλώς θα τελείωσε άδοξα την ιστορία του μέσα στον πυρωμένο φούρνο κάποιου χυτηρίου.

Από τον προμαχώνα της «λωλής λουμπάρδας» ξεκινούν τα εντυπωσιακού ύψους δυτικά τείχη του κάστρου κτισμένα και αυτά με ακατέργαστους ογκόλιθους. Η κατάσταση τους σήμερα δεν είναι καλή, αφού οι επάλξεις τους και όλες οι αμυντικές κατασκευές τους έχουν καταρρεύσει. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα βόρεια τείχη του κάστρου.



Τα τείχη στην πλευρά αυτή ισχυροποιούνται από ένα επιβλητικό κυλινδρικό πύργο, ο οποίος προβάλλει δυναμικά απ' αυτά και τα πλαγιοφυλάσσει. Ο πύργος χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα και διατήρησε πεισματικά μέσα στους αιώνες το ιταλικό του όνομα "Ρόκκα". Κοντά στον πύργο αυτό διατηρείται ακόμη η τοξωτή δεύτερη πύλη του κάστρου, η οποία βλέπει προς τις "καμάρες" του υδραγωγείου του. Η πύλη αυτή ήταν εξαιρετικά χρήσιμη σε περίπτωση πολιορκίας, διότι μέσω αυτής οι πολιορκημένοι μπορούσαν να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο με αγγελιοφόρους.

Τα τείχη σ' αυτή τη βόρεια πλευρά του κάστρου, η οποία αποτελεί το ψηλότερο και πλέον δύσβατο τμήμα του υψώματος χρονολογούνται από το Μεσαίωνα και δεν έχουν ιδιαίτερα μεγάλο πάχος. Ένα κάθετο ρήγμα στην τοιχοποιία τους επιτρέπει στον επισκέπτη να διαπιστώσει ότι έχουν πάχος περίπου 1,20 μ.

Εκεί, στη βόρεια πλευρά του κάστρου, βρίσκεται το εσωτερικό φρούριο του αμυντικού συστήματος του κάστρου της Καρύστου, το οποίο περικλείεται από τα βόρεια εξωτερικά τείχη και ένα εσωτερικό παραπέτασμα τειχών. Το εσωτερικό φρούριο αποτελούσε την ακρόπολη της Καρύστου, τελευταίο οχυρό άμυνας σε περίπτωση που το κυρίως κάστρο έπεφτε στα χέρια των επιδρομέων. Μέσα σ' αυτό υπάρχει σήμερα εκκλησία αφιερωμένη στον προφήτη Ηλία. Κάτω από το στρωμένο με μαρμαρόπλακες δάπεδο της εκκλησίας, κρύβεται η μεγάλη δεξαμενή του φρουρίου, απ' όπου σε περίπτωση πολιορκίας, οι πολιορκημένοι θα μπορούσαν να υδρεύονται. 



ΠΗΓΗ:  http://www.kastra.eu