Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΧΟΣΤΟΙΧΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1924) ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ


Από την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1924
Η ανακήρυξη της Α΄ Ελληνικής Δημοκρατίας έγινε από τον πρόεδρο της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης  Κωνσταντίνο Ρακτιβάν από τον εξώστη της Παλαιάς Βουλής την 25η Μαρτίου 1924 ενώπιον ενός μεγάλου πλήθους που πανηγύριζε για την πολιτειακή μεταβολή. Ακολούθησε η στρατιωτική παρέλαση για τον ταυτόχρονο εορτασμό της Εθνικής μας παλιγγενεσίας κατά την οποία έλαμψαν δια της παρουσίας τους όλοι οι υποστηρικτές του νέου πολιτεύματος, ως επί το πλείστον αξιωματικοί του στρατού, όπως μπορεί κανείς να δει και στο σχετικό ντοκουμέντο στο 19ο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ "πανόραμα του αιώνα".



Η κυβέρνηση Παπαναστασίου είχε προκηρύξει επικυρωτικό δημοψήφισμα της Πολιτειακής αλλαγής για την 13η Απριλίου. Από την πρώτη στιγμή όμως οι διενεργούντες το δημοψήφισμα έδειξαν τις διαθέσεις τους για το πως εννοούν ακριβώς τον τρόπο επιλογής του επιθυμητού πολιτεύματος. Εκτός των ανοικτών εκβιασμών για στρατιωτική εκτροπή σε περίπτωση υπερψήφισης της Βασιλείας από το βήμα της Εθνοσυνέλευσης που απηύθυναν ο Παπαναστασίου και ο Μιχαλακόπουλος, η κυβέρνηση δεν ανέστειλε την λογοκρισία στον τύπο που υπήρχε από τον Οκτώβριο του 1923, απαγόρευσε στις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες να δημοσιεύουν φωτογραφίες μελών της Βασιλικής οικογένειας, όπως επίσης και να δημοσιεύσουν το μήνυμα του Βασιλιά
κυβέρνηση Παπαναστασίου
Γεώργιου προς τους εκλογείς. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν "Δημοκρατία" η "Οχι", τα ψηφοδέλτια του "Όχι" ήταν κίτρινα (ώχρα φώναζαν οι "συνταγματικοί, χολέρα απαντούσαν οι "δημοκρατικοί") ενώ της "Δημοκρατίας" γαλάζια παραβιάζοντας  εμμέσως η μυστικότητα της ψήφου, ενώ απαγορευόταν αυστηρά η δημόσια επίδειξη φωτογραφιών μελών της Βασιλικής οικογένειας.

Αλλά η κυβέρνηση Παπαναστασίου δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτά. Ο Παπαναστασίου, παρά την αντίθετη γνώμη πολλών Βενιζελικών (ανάμεσα τους και ο Πλαστήρας) επισφράγησε την πολιτική του συνεργασία με τον Θεόδωρο Πάγκαλο, τοποθετώντας τον υπουργό εννόμου τάξεως, υπουργείο που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά και είχε ως τομέα δράσης τον ευαίσθητο χώρο της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Η τοποθέτηση έγινε λίγες ημέρες πριν ανοίξουν οι κάλπες και ήταν μια ακόμη ένδειξη ότι ο Παπαναστασίου και οι συν αυτώ πολιτικοί του φίλοι και λοιποί επιστήμονες κοινωνιολόγοι τίποτε δεν σκόπευαν να αφήσουν στην τύχη η στην αίρεση του Ελληνικού λαού. Ο Πάγκαλος κινήθηκε δραστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης των ατομικών ελευθεριών των Ελλήνων πολιτών φυλακίζοντας χωρίς κατηγορία 15 απόστρατους αξιωματικούς ως πιθανούς υποκινητές εξέγερσης βασιλοφρόνων στην Παλαιά Ελλάδα, ενώ κατάσχεσε τα φύλλα των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων "Σκριπ" και "Χρόνος". Τα γραφεία των "Ελευθεροφρόνων" στην Σταδίου φυλάσσονταν από στρατιώτες που συχνά απαγόρευαν σε πολίτες να πλησιάσουν! Η απαγόρευση αυτή σταμάτησε μόνο μετά από την προσωπική επέμβαση του Παπαναστασίου, μετά από σχετική καταγγελία του Μεταξά.

Πάζης - Βαλαλάς
Σε αυτό το πολιτικό κλίμα συνέβη η μεγάλη ληστεία της αμαξοστοιχίας Αθηνών - Θεσσαλονίκης τα ξημερώματα της 10ης Απριλίου δύο μόλις ημέρες πριν το Δημοψήφισμα. Συγκεκριμένα, ενώ η αμαξοστοιχία που είχε ξεκινήσει από Αθήνα βρισκόταν κοντά στην Λάρισα λίγο πριν τον σταθμό του Δοξαρά, ο μηχανοδηγός είδε μπροστά στις ράγες ένα έντονο κόκκινο φως που τον φόβισε και τον εξανάγκασε να ακινητοποιήσει την αμαξοστοιχία. Αμέσως τα βαγόνια κυκλώθηκαν από μια ομάδα 12 ενόπλων ληστών οι οποίοι κρατώντας περίστροφα μάνλιχερ και σπαθιά ανέβηκαν στην αμαξοστοιχία και ξεκίνησαν να ληστεύουν τους επιβάτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν πολλοί δικαστικοί που μετέβαιναν στην Β. Ελλάδα για το δημοψήφισμα. Οι ληστές φορούσαν περούκες, μάσκες και ψεύτικες γενειάδες και λήστεψαν τους επιβαίνοντες με χαρακτηριστική βιασύνη. Ανάμεσα στους ληστευθέντες ήταν ο υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας Πάζης και ο τέως διοικητής της Μακεδονίας Ιωάννης Βαλαλάς. Οι ληστές εγκατέλειψαν το τρένο και τους έντρομους επιβάτες του μετά από έναν συνθηματικό πυροβολισμό που ρίχτηκε από έναν συνεργό τους που βρισκόταν στα βουνά, αποκομίζοντας μια λεία που κυμαινόταν ανάμεσα στις 500.000 με 1 εκατομμύριο δρχ. 

Εκτός της κινηματογραφικής διάστασης της ληστείας αλλά και του πρωτοφανούς μιας τέτοιου είδους ενέδρας σε αμαξοστοιχία, το γεγονός απέκτησε μια έντονη πολιτική χροιά, καθώς από τον σταθμό προοριζόταν να περάσει πριν από το ληστευθέν τρένο μια ειδική αμαξοστοιχία που μετέφερε τον Πρωθυπουργό Παπαναστασίου στην Θεσσαλονίκη. Οι ληστές δεν ανέβηκαν στην αμαξοστοιχία του Πρωθυπουργού από σύμπτωση καθώς αυτή είχε καθυστερήσει στο δρομολόγιο της. Επίσης σύμφωνα με μαρτυρίες των ληστευθέντων επιβατών οι ληστές έμοιαζαν να αναζητούν κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο μέσα στο τρένο, έχοντας ως δευτερεύουσα προτεραιότητα την ληστεία. Όλες οι εφημερίδες των Βενιζελικών και των Δημοκρατικών έγραψαν την επομένη ευθέως ότι οι ληστές είχαν καθοδηγηθεί από βασιλόφρονες με στόχο την απαγωγή η την δολοφονία του Παπαναστασίου ώστε να αναβληθεί η πολιτειακή μεταβολή. Μάλιστα η "Μακεδονία ανέγραψε την ανώνυμη πληροφορία ότι αντιβενιζελικοί έστειλαν τα πυρομαχικά που χρησιμοποιήθηκαν στην ληστεία από την Θεσσαλονίκη.

Ο Αλ. Παπαναστασίου στο γραφείο του
Αλλά στις υπερβολές αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο τα Βενιζελικά έντυπα, αλλά πρωτοστάτησε ο ίδιος ο Παπαναστασίου. Σε δηλώσεις του μετά την πρωτοφανή ληστεία, ο Παπαναστασίου την χαρακτήρισε "στασιαστική ενέργεια του συνταγματικού κόσμου!" συγκρίνοντας την με την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών 4 χρόνια πριν. Τέλος ο Παπαναστασίου διέταξε να αποζημιωθούν οι ληστευθέντες με μια περίεργη διαβάθμιση: οι ξένοι έλαβαν ολόκληρο το ποσό που έχασαν αλλά οι Έλληνες επιβάτες το μισό. Την διενέργεια των ανακρίσεων ανέλαβε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός την ημέρα εκείνη δείχνοντας φωτογραφίες των πιθανών ληστών στον σταθμάρχη και στους ληστευθέντες.

Την σκυτάλη στην πολιτική εκμετάλλευση μετά τον Παπαναστασίου έλαβε ο στενότερος συνεργάτης του εκείνη την εποχή, Θεόδωρος Πάγκαλος. Με δηλώσεις του υποστήριξε ότι οι ληστές είχαν στόχο τον ίδιο καθώς και αμαξοστοιχία με αυτόν επιβαίνοντα θα περνούσε από το σημείο με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη. Στο υπουργικό συμβούλιο της 13ης Απριλίου, ο Πάγκαλος παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η ληστεία στον Δοξαρά υποκινήθηκε από απότακτους Βασιλόφρονες αξιωματικούς που προετοίμαζαν εξέγερση, άποψη που ενστερνίστηκε εκ νέου και ο Πρωθυπουργός Παπαναστασίου σε δηλώσεις του στις εφημερίδες την ίδια ημέρα. Για τον λόγο αυτό οι Αρχές συνέλαβαν ακόμη 35 απότακτους αξιωματικούς στην Θεσσαλονίκη, ενώ διεύρυναν την εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου σε όλη την Ελλάδα.

Τα αδέρφια Παπαγεωργίου (αριστερά) δίπλα στον λήσταρχο Γκαντάρα
Το πιθανότερο είναι ότι τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβαινε. Σύμφωνα με τις πρώτες φήμες οι αρχηγοί της συμμορίας που έκανε την ληστεία ήταν ο ληστής Παγκούλας που ανέλαβε την τολμηρή επιχείρηση με άλλους δέκα συνεργούς. Άλλοι αναγνώρισαν τους γνωστούς ληστές της περιοχής Αντώνη Ντούμο,  και τα αδέρφια Παπαγεωργίου. Προς καταδίωξη τους κινητοποιήθηκαν αποσπάσματα πεζικού και ιππικού της Ι μεραρχίας τα οποία απέκλεισαν την περιοχή και συνέλαβαν αμέσως κάποιους από τους ληστές οι οποίοι είχαν χωριστεί σε μικρές ομάδες για να ξεφύγουν. Η καταδίωξη υπήρξε απηνής και οδήγησε στην σύλληψη ενός ληστή και δύο συνεργών του, αλλά οι υπόλοιποι κατάφεραν να διαφύγουν βοηθούμενοι από ντόπιους. Μετά το συντριπτικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ της Δημοκρατίας ο Βενιζελικός τύπος έχασε το ενδιαφέρον του για την καταδίωξη των ληστών, ενώ ο Πάγκαλος εξήγγειλε νέα μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου της ληστείας στην ύπαιθρο. Οι κατηγορίες εναντίον των αντιβενιζελικών για την οργάνωση της ληστείας στον Δοξαρά, δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, αλλά ξεθώριασαν και ξεχάστηκαν λόγω της, ομολογουμένως χλιαρής, προσπάθειας των "Δημοκρατικών" για συμφιλίωση με τους συνταγματικούς προς στερέωση του νέου πολιτεύματος. 

Τελικώς άλλοι τρεις δράστες της ληστείας συνελήφθησαν μετά από κατάδοση και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Ήταν η ίδια συμμορία που είχε οργανώσει την απαγωγή του γιού του μυλωνά Μαλαμάκη στο Βελεστίνο, ιστορία που απασχόλησε καιρό την κοινή γνώμη και που έληξε αισίως με καταβολή λύτρων ύψους 350.000 δρχ. Και οι τέσσερις καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα. Σύμφωνα με τον διακεκριμμένο συγγραφέα κ. Τζανακάρη που έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το θέμα, η δίκη που έγινε λίγους μήνες μετά δεν κατάφερε να ανακαλύψει αν υπήρχε εμπλοκή  βασιλοφρόνων αποτάκτων στην ληστεία του Δοξαρά, η απλώς ήταν μια σύμπτωση η παρ΄ ολίγον ληστεία της αμαξοστοιχίας που μετέφερε τον Πρωθυπουργό. Η νεκρολογία του αξιωματικού της χωροφυλακής που τους συνέλαβε υπάρχει στον παρακάτω σύνδεσμο. https://drive.google.com/viewerng/viewer?a=v&pid=sites&srcid=ZGVmYXVsdGRvbWFpbnxwZXRyYWtpc3JvZG92YW5pfGd4OjQ5NmYyMmJjNTc2MzAyZTg

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Ο ΕΜΠΡΗΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ ΣΥΝΟΙΚΙΑΣ "ΚΑΜΠΕΛ" ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (29 ΙΟΥΝΙΟΥ 1931)


Μετά την (απρόσμενη για πολλούς) απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912, η Βενιζελική πολιτική απέναντι στην πολυπληθή Εβραϊκή κοινότητα των Σεραφαδιτών, διαπνεόταν από ανεκτικότητα και διαλλακτικότητα. Ταυτόχρονα όμως η Ελληνική Πολιτεία κατήργησε όλα τα παλαιά προνόμια που απολάμβαναν τα μέλη της επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Εβραίοι αντιμετώπισαν με καχυποψία και (αρχικώς όχι εμφανή) δυσαρέσκεια την κατάργηση των Οθωμανικών Αρχών και συνακόλουθα και των προνομίων τους που ήταν κατοχυρωμένα από τις αρχές του 15ου αιώνα. Ο ίδιος ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τους αντιπροσώπους της κοινότητας και τους διαβεβαίωσε για τις καλές του προθέσεις απέναντι τους. Ταυτόχρονα όμως κατήργησε όλα τα προνόμια τους, καθώς υπογράμμισε πως αυτά ήταν απαράδεκτα σε μια Δυτική κοινωνία ισότητας και ισονομίας όπως η Ελληνική.
Μετά την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που μετέτρεψε σε στάχτη το κέντρο της πόλης που το κατοικούσαν κυρίως Εβραίοι, ο νέος σχεδιασμός της, μοιραία απομάκρυνε τα φτωχότερα τμήματα του Εβραϊκού πληθυσμού προς τα προάστια, κάτι που ενθάρρυνε ο ίδιος ο Βενιζέλος, καθώς θεώρησε πως έτσι θα αποκτούσαν οι Έλληνες τον έλεγχο της πόλης.

Η επιδείνωση των σχέσεων των δύο πλευρών προήλθε από την μαζική υπερψήφιση των αντιβενιζελικών συνδυασμών από τους Εβραίους της πόλης στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Η ψήφος αυτή ίσως να μην έκρινε το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ήταν τόσο μαζική που ήταν ξεκάθαρο πως αποτελούσε μια κοινοτική Εβραϊκή επιλογή κατά του Βενιζέλου. Όταν οι βενιζελικοί επανήλθαν στην εξουσία μετά την "επανάσταση" του 1922, ο πολιτικός σύμβουλος του Πλαστήρα και της "επανάστασης" Γεώργιος Παπανδρέου συνέταξε ένα νέο εκλογικό σύστημα κατά το οποίο η Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης ψήφιζε με χωριστούς εκλογικούς καταλόγους των οποίων τα αποτελέσματα δεν λαμβάνονταν υπ΄όψιν στο τελικό άθροισμα, ενώ οι εκπρόσωποί τους δεν υπολογίζονταν στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς που θα προέκυπταν.


εβραίοι ενεχυροδανειστές
Εβραίος χαμάλης
Η πολιτική αυτή γκετοποίηση συνεχίστηκε και στις εκλογές του 1928  στις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος θριάμβευσε ακόμη και ανάμεσα στον Εβραϊκό πληθυσμό, λόγω της γενικότερης δυναμικής που απολάμβανε στην συγκεκριμένη συγκυρία η υποψηφιότητα του. Ο ίδιος ερωτώμενος για την διατήρηση του ίδιου εκλογικού καθεστώτος στις εκλογές αυτές εις βάρος των Εβραίων δήλωσε ότι…"έχω καθήκον να είπω εις την Ισραηλιτικήν κοινότητα της Θεσσαλονίκης, την οποίαν εκτιμώ μεγάλως καί την οποίαν θεωρώ έν λαμπρόν στοιχείον προόδου της βορείου Ελλάδος, να της είπω ότι μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν θα αισθανθή εαυτήν Ελληνικήν ψυχικώς – δεν ομιλώ διά το θρήσκευμα – μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν θα κρίνω, ότι συμφέρον ιδικόν των είναι να φροντίζουν όπως εις τα σχολεία των διδάσκεται επαρκώς η Ελληνική γλώσσα, μέχρι της στιγμής κατά την οποίαν θα κάμνωσι συνδυασμούς υπό τον τίτλον του Ισραηλίτου ή του Σιωνιστού, θα γνωρίζουν ότι το Κράτος έχει το δικαίωμα, να τους δώση τα πολιτικά δικαιώματα εις χωριστούς συλλόγους αμυνόμενον κατά ενδεχομένης καταχρήσεως [!] της ψήφου". Η Ελληνική Πολιτεία προσπάθησε επίμονα μέσω της Παιδείας και των σχολείων να "εξελληνίσει" τα παιδιά των Εβραϊκών οικογενειών, με πενιχρά όμως αποτελέσματα.


Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, ο Βενιζέλος από το βήμα της Βουλής έκανε μια σειρά από φιλικές δηλώσεις προς την Εβραϊκή κοινότητα αποδοκιμάζοντας τον αντισημιτισμό των τοπικών Βενιζελικών εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, αλλά πολλοί άλλοι Βενιζελικοί αξιωματούχοι εξέφραζαν την εχθρότητά τους ανοιχτά στηρίζοντας μια σειρά από εθνικιστικούς πολιτικούς συλλόγους με αντισημιτικό προσανατολισμό που ιδρύθηκαν στην πόλη (ο κορυφαίος ήταν η πασίγνωση ΕΕΕ). Την οργάνωση αυτή στήριξε πολιτικά τόσο ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στυλιανός Γονατάς όσο και ο υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης κορυφαίος πολιτικός εκπρόσωπος των προσφύγων της Θεσσαλονίκης εκείνη την εποχή. Η ένταση μεταξύ Ελλήνων (κυρίως των προσφύγων) και των Εβραίων στην Θεσσαλονίκη ξεκίνησε να κλιμακώνεται ήδη από το 1929 με εμπρηστικά άρθρα των εφημερίδων που αντιπροσώπευαν τις δύο πλευρές, με την πρώτη δημοσίευση μετάφρασης στα Ελληνικά των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών και με καθημερινά μικροεπεισόδια στους δρόμους της πόλης.


Η κορυφαία πράξη αντιεβραικής βίας στην Θεσσαλονίκη (και μοναδική τέτοιου μεγέθους στην σύγχρονη ελληνική Ιστορία) υπήρξε ο εμπρησμός της Εβραϊκής συνοικίας του Κάμπελ στις 29 Ιουνίου του 1931. Μετά την ίδρυση από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης του αθλητικού συλλόγου Μακάμπι και από μια σειρά εμπρηστικών δημοσιευμάτων Βενιζελικών εφημερίδων (κυρίως από την Βενιζελική εφημερίδα "Μακεδονία")κατά των Εβραίων που κατηγορούνταν ως συμμετέχοντες σε διαπραγματεύσεις με Βούλγαρους για την αυτονόμηση της Μακεδονίας, υπήρχε ένα τεταμένο κλίμα στην πόλη. Αρχικώς, μια ομάδα προσφύγων από την Καλαμαριά επιτέθηκε σε Εβραϊκό καφενείο στο Κάμπελ. Ακολούθησε ο σοβαρός τραυματισμός δύο Ελλήνων αεροπόρων από μια ομάδα πολιτών ( Εβραίων σύμφωνα με την εφημερίδα "Μακεδονία" και τον αστυνομικό διευθυντή της πόλης Καλοχριστιανάκη) η οποία τους επιτέθηκε με λοστούς και μαχαίρια.

Το νέο αυτό διαδόθηκε ταχύτατα στους προσφυγικούς συνοικισμούς της πόλης και εξερέθισε περαιτέρω την κατάσταση. Αρχικώς κινήθηκαν κατά του Κάμπελ έφεδροι στρατιώτες από τους όρχους της αεροπορίας, που εμποδίστηκαν επιτυχώς από την αστυνομία. Αργότερα ένα πλήθος 2.000 Ελλήνων (ανάμεσα τους και στελέχη της ΕΕΕ) προερχόμενο κυρίως

Λεωνίδας Ιασωνίδης
από τις προσφυγικές συνοικίες της Τούμπας και της Καλαμαριάς ξεχύθηκαν στην Εβραϊκή συνοικία Κάμπελ βάζοντας φωτιά στα μαγαζιά και στα σπίτια της και προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές. Στην συνοικία αυτή κατοικούσαν κυρίως οι φτωχοί Εβραίοι, πολλοί εκ των οποίων έπεσαν θύματα μαζικών ξυλοδαρμών. Η κυβέρνηση και ο Βενιζέλος καταδίκασαν τα γεγονότα και υποσχέθηκαν αποζημίωση, που όμως δεν καταβλήθηκε. Ως υπεύθυνοι για την πράξη αυτή θεωρήθηκαν από τις Αρχές οι αρχηγοί της οργάνωσης ΕΕΕ και ο διευθυντής της εφημερίδας "Μακεδονία", αλλά στην δίκη  που ακολούθησε, αθωώθηκαν όλοι.

Η Εβραϊκή κοινότητα απογοητεύθηκε πλήρως από την Βενιζελική πολιτική διακρίσεων απεναντί της και την υπόθαλψη των εθνικιστικών οργανώσεων και καταψήφισε μαζικά τον Βενιζελισμό στις εκλογές του 1932 στηρίζοντας τους Λαϊκούς του Τσαλδάρη. Ο Βενιζέλος ερμήνευσε την πολιτική αυτή ενέργεια ως "εχθρική πράξη κατά της μισής Ελλάδας". Σε άλλες δηλώσεις του σε δημοσιογράφο της Jewish Post το 1934 ο Βενιζέλος ανέφερε ότι "...οι Έλληνες δεν θέλουν οι Εβραίοι να επηρεάζουν την Ελληνική πολιτική...Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ακολουθούν εθνική Εβραϊκή πολιτική. Δεν είναι Έλληνες και δεν νιώθουν Έλληνες. Επομένως δεν πρέπει να ανακατεύονται στις Ελληνικές υποθέσεις".

Και συνέχισε "...Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης δεν είναι Έλληνες πατριώτες αλλά Εβραίοι πατριώτες. Αισθάνονται πιο κοντά στους Τούρκους παρά σε εμάς. Δεν θα επιτρέψω στους Εβραίους να επηρεάζουν την Ελληνική πολιτική".  


Να σημειωθεί ότι τόσο οι αντιβενιζελικοί του Τσαλδάρη, όσο και οι Μεταξάς και Βασιλιάς Γεώργιος Β μετά την Παλινόρθωση του Στέμματος, ευνόησαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης καταργώντας τους χωριστούς εκλογικούς καταλόγους, ακολουθώντας μια γενικότερη φιλική πολιτική απέναντι τους και διαλύοντας την εθνικιστική οργάνωση ΕΕΕ (τα μέλη της ήταν γνωστά και με την ονομασία "χαλυβδόκρανοι"). Στην δικτατορία του Μεταξά εξομαλύνθηκαν πλήρως οι διακοινοτικές σχέσεις στην Θεσσαλονίκη, ενώ ο ίδιος ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄  πέρασε από την συναγωγή Μπεν Σαούλ όταν επισκέφθηκε επίσημα στην Θεσσαλονίκη.
ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Μικρασιατική Εκστρατεία – Τα Αίτια της Στρατιωτικής Ήττας


    Η Μικρασιατική Εκστρατεία αποτέλεσε μία μακρόχρονη αλληλουχία διπλωματικών ζυμώσεων, στρατιωτικών επιχειρήσεων και πολιτικών εξελίξεων οι οποίες  αλληλεπιδρούσαν δυναμικά. Στο επίπεδο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ο Ελληνικός Στρατός, αν και παρέμεινε κύριος του πεδίου της μάχης μέχρι την τελική μάχη της Εκστρατείας, παρουσίασε  σοβαρά λάθη και αδυναμίες. Πίσω όμως από τα επανερχόμενα στρατιωτικά σφάλματα, μπορούν να εντοπιστούν βαθύτερα, συστηματικά γενεσιουργά αίτια της στρατιωτικής ήττας. Οι βασικοί παράγοντες που συνδυαστικά προκάλεσαν τη στρατιωτική ήττα υπήρξαν τρεις:
  • Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Στράτευμα.
  • Η πολιτική διαχείριση του Πολέμου.
  • Η υστέρηση του Ελληνικού στρατιωτικού οργανισμού έναντι του αντίστοιχου Τουρκικού.

Ο Εθνικός Διχασμός

Ο Εθνικός Διχασμός του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου είχε βαρύτατες επιπτώσεις στο Σώμα των Ελλήνων αξιωματικών, του οποίου η επαγγελματική ικανότητα αποτελούσε παράμετρο εξαιρετικής σημασίας για τον πόλεμο. Οι Έλληνες αξιωματικοί, άλλοι εκόντες – πολλοί άκοντες, ενεπλάκησαν στη διαμάχη που άγγιξε τα όρια του εμφυλίου πολέμου. Το κλίμα πολιτικού φατριασμού που κυριάρχησε εκατέρωθεν από το 1916 , οδήγησε σε ευρείες εκκαθαρίσεις που στέρησαν τον Στρατό από πολλούς ικανούς αξιωματικούς, οι οποίοι  εξεδιώχθησαν είτε για πολιτικούς είτε, συχνά, απλώς για προσωπικούς λόγους, ενώ στους φανατικούς της κάθε πλευράς παρεισέφρυσαν πολιτικοί καιροσκόποι. Επιπλέον, το κλίμα αυτό δυσχέρανε την αξιοκρατία μεταξύ των αξιωματικών που είχαν παραμείνει στις τάξεις του Στρατού. Ως αποτέλεσμα, οι εκτεταμένες πολιτικές εκκαθαρίσεις επέφεραν μια υποβάθμιση που ο Ελληνικός Στρατός, που ήταν τότε ακόμη πρόσφατος οργανισμός, δύσκολα θα απορροφούσε.
Παρά τις εκκαθαρίσεις στις οποίες προέβη, η βενιζελική παράταξη κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα στράτευμα οπωσδήποτε πολιτικά έμπιστο, αλλά πάντως ικανό, καθώς η ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος είχε κεντρική σημασία στον πολιτικό της σχεδιασμό. Μέχρι το 1920 είχε συμπήξει ένα πειθαρχημένο Σώμα Αξιωματικών, απαλλαγμένο από εμφανώς επαγγελματικώς ανεπαρκή στελέχη, με πρόσθετη επιμόρφωση και πολύτιμες εμπειρίες από την συμμετοχή στον Α΄ ΠΠ. Όμως στο περιθώριο παρέμενε η σημαντική μάζα των εκδιωχθέντων από το βενιζελικό καθεστώς, οι επονομασθέντες “απότακτοι”. Η βενιζελική πλευρά είχε απομακρύνει πάνω από το 30% του συνόλου αξιωματικών του 1917, ενώ αντίστοιχος αριθμός βενιζελικών προήχθησαν για να καλύψουν το κενό. Όπως είναι φανερό, αν ο Βενιζέλος έχανε την εξουσία, η μάζα αυτή των “αποτάκτων” θα διεκδικούσε πολιτικά την ολική επαναφορά της στον Στρατό και μάλιστα σε καίριες θέσεις, με προφανείς τους κινδύνους εκτροχιασμού μια τέτοιας διαδικασίας.
Αυτό ακριβώς συνέβη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Με την ήττα του Βενιζέλου, περίπου 1.500 πρώην εκδιωχθέντες αξιωματικοί επανήλθαν στο στράτευμα, άπαντες ως “αδικημένοι”, χωρίς καμία επαγγελματική αξιολόγηση. Αμέσως μετά προήχθησαν στους βαθμούς που προηγουμένως είχαν λάβει οι προαχθέντες βενιζελικοί, χωρίς, όμως, τα τρία και πλέον χρόνια εμπόλεμης υπηρεσίας. Οι πρώην απότακτοι ανέλαβαν μάλιστα διοικήσεις αντίστοιχες των νέων βαθμών τους, χωρίς όμως την πολεμική εμπειρία των παραμενόντων και, κυρίως, χωρίς την απαιτούμενη επανεκπαίδευση. Επρόκειτο για επικίνδυνης ανευθυνότητας διαχείριση του – όντως μεγάλου – προβλήματος των αποτάκτων που είχαν δημιούργησαν οι βενιζελικές εκκαθαρίσεις. Επιπλέον, σχεδόν 500 εμπειροπόλεμοι βενιζελικοί αξιωματικοί απομακρύνθηκαν με διάφορους τρόπους από το στράτευμα, πολλοί μάλιστα παραιτούμενοι οικειοθελώς, μια απαράδεκτη “πολυτέλεια” εν καιρώ πολέμου. Πολλοί από αυτούς είχαν πολύτιμη εμπειρία στο μικρασιατικό θέατρο επιχειρήσεων και η αντικατάστασή τους ήταν πολύ δύσκολη.
Η διαδικασία αυτή “αποκατάστασης των αδικιών” υπήρξε καταστροφική. Ανεξαρτήτως αριθμών, το βασικό πρόβλημα υπήρξε η σοβαρή πτώση της ποιότητας του στρατεύματος, καθώς οι μεταβολές δεν περιορίστηκαν στους ανωτάτους αλλά επεκτάθηκαν και στους ανωτέρους βαθμούς, επηρεάζοντας το στράτευμα ακόμη και μέχρι το επίπεδο των ταγμάτων. Οι περισσότεροι νέοι ηγήτορες δεν θα καταφέρουν να ανταποκριθούν στις πολύ αυξημένες – από το 1921 – επιχειρησιακές απαιτήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Οι διαδοχικές επιχειρησιακές ηγεσίες του Στρατού στη Μικρά Ασία, πριν και μετά τον Δεκέμβριο του 1920. Παρ΄όλο που η βενιζελική στρατιωτική ηγεσία δε δοκιμάστηκε σε μείζονες επιχειρήσεις, όπως συνέβη με την αντιβενιζελική, η διαφορά στην ποιότητα καθώς και τα εντονότατα προβλήματα της δεύτερης περιόδου ήταν εντονότατα.

Ακόμα χειρότερα, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου, κλονίζονται τόσο η στοιχειώδης αξιοκρατία όσο και η βασική πειθαρχία, και μάλιστα στα ανώτατα κλιμάκια του στρατού – που τουλάχιστον για τον ομοιογενή βενιζελικό στρατό ήταν παγιωμένες. Πολλοί επανελθόντες αξιωματικοί, εξ αιτίας της εύνοιας που απολαμβάνουν και της πολιτικής οξύτητας, δεν θεωρούν εαυτούς δεσμευμένους από την αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία, με αποτέλεσμα επανειλημμένα κρούσματα απειθαρχίας κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων που δεν πατάσσονται ενώ οδηγούν σε καταστροφικά επιχειρησιακά αποτελέσματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα των φαινομένων της πολιτικής διάβρωσης που επέφερε ο Διχασμός, αποτελεί η αλλαγή του ίδιου του Διοικητού της Στρατιάς Μικράς Ασίας. Ο ανοικτά βενιζελικός στρατηγός Παρασκευόπουλος αδυνατεί να επιβληθεί μετά την πτώση του Βενιζέλου το 1920 και υποβάλει την παραίτησή του, στερώντας έτσι το Στράτευμα από τις πολυτιμότατες γνώσεις και εμπειρίες του στο μικρασιατικό πρόβλημα. Παρά την ύπαρξη ικανών αντιβενιζελικών αξιωματικών, επικεφαλής της Στρατιάς τίθεται ο στρατηγός Παπούλας, αξιωματικός εμπειρικής στρατιωτικής παιδείας, χωρίς επαρκή στρατιωτική μόρφωση και εμπειρία στη διοίκηση μεγάλων κλιμακίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι στο κρισιμότερο στάδιο της εκστρατείας, στις μεγάλες μάχες του 1921, ο Διοικητής της ΣΜΑ ηγείται χωρίς να έχει προσωπική άποψη για τα επιτελικά προβλήματα που ανακύπτουν και εξαρτάται απολύτως από τους επιτελείς του. Αυτοί όμως με την σειρά τους, έχουν μετατραπεί σε “καμαρίλα” ανεξέλεγκτων και αλληλοϋποβλεπόμενων συμβούλων που αδυνατούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικός μηχανισμός. Η ηγεσία αυτή αποτυγχάνει κατ΄ εξακολούθησιν αλλά δεν αντικαθίσταται.

Η πολιτική διαχείριση του Πολέμου

Λόγω της μακράς χρονικής διάρκειας της Μικρασιατικής Εκστρατείας, που υπερέβη τα τρία έτη, η πολιτική της διαχείριση, δηλαδή η εναρμόνισή των στρατιωτικών σκοπών, των πολεμικών επιχειρήσεων και της συνολικής στρατιωτικής πολιτικής με τις διεθνείς και εσωτερικές πολιτικές, διπλωματικές, οικονομικές εξελίξεις αποδείχτηκε κρίσιμη. Ο στόχος αυτός δεν επετεύχθη, και η αστοχία αυτή υπήρξε πολύ εντονότερη μετά τον Νοέμβριο του 1920. Για να γίνει αυτό  κατανοητό, θα πρέπει να επισημανθούν ορισμένα βασικά στοιχεία της Μικρασιατικής Εκστρατείας:
 Η Ελλάδα αποβιβάστηκε στη Μικρά Ασία το 1919 ως εντολοδόχος της Συμμαχίας που νίκησε την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετά από συστηματική προσπάθεια του Ελ. Βενιζέλου. Οι Οθωμανοί, που είχαν καμφθεί μόλις πριν από τη λήξη του Α’ ΠΠ, δεν είχαν παραδοθεί άνευ όρων αλλά υπέγραψαν ανακωχή, εν αναμονή της οριστικής διευθετήσεως της ειρήνης. Τη στιγμή εκείνη η οθωμανική στρατιωτική ισχύς είχε υποστεί βαρύτατα πλήγματα, όμως δεν είχε εξαλειφθεί, καθώς, ειδικά στον Καύκασο, υπήρχε σημαντικός όγκος αξιόμαχων δυνάμεων, και μάλιστα νικηφόρων κατά την τελευταία φάση του πολέμου. Παράλληλα, οι όροι της ανακωχής και η εφαρμογή τους δεν έθιγαν τον βασικό οργανισμό του οθωμανικού στρατού παρά μειώναν μόνον τον αριθμό υπηρετούντων ανδρών και όπλων. Οι Σύμμαχοι δεν είχαν διάθεση να προχωρήσουν στο αχανές εσωτερικό της Ανατολίας για να επιβλέψουν πλήρως την αποστράτευσή του, αλλά αρκούνταν στην αποστολή ολιγομελών τμημάτων για την τήρηση των όρων της ανακωχής και φρούρηση σημείων ιδιαίτερης σημασίας. Ταυτόχρονα, η λήξη του πολέμου σήμανε αφ΄ενός τη ραγδαία αποστράτευση των δυνάμεων της Συμμαχίας, αφ΄ετέρου την εντονότατη απροθυμία τους να εμπλακούν σε νέους αγώνες.
Η αρχική απροθυμία των Συμμάχων – που σταδιακά τρέπεται σε αδυναμία – να επιβάλουν την ειρήνη, συμπίπτει με τη σταδιακή ενίσχυση των τουρκικών εθνικιστικών προσπαθειών, υπό τον Κεμάλ, να ελέγξουν πολιτικά και να ανασυντάξουν τον Οθωμανικό στρατό. Το αποτέλεσμα είναι μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις όπου επιχειρείται από τη μία να συμβιβαστούν οι εντεινόμενοι ενδοσυμμαχικοί ανταγωνισμοί και από την άλλη να επιτευχθεί συμφωνία αποδεκτή από την κυβέρνηση του Σουλτάνου που πιέζεται από τους κεμαλικούς. Αυτή η τελευταία απαίτηση (ή ελπίδα) οδηγεί τους Συμμάχους να αποτρέπουν την Ελλάδα, από οποιαδήποτε αποφασιστική ενέργεια εναντίον των τουρκικών δυνάμεων, ενώ το κεμαλικό κίνημα σταθερά ισχυροποιείται. Η ελληνική κυβέρνηση υπακούει με δυσφορία στην αναστολή δράσης, αφ΄ενός μεν γιατί βρίσκεται στην Μ. Ασία με έγκριση των Συμμάχων, αφ΄ ετέρου δε γιατί θεωρεί πως τυχόν σύγκρουση με τη Συμμαχία θα τερματίσει καταστροφικά την εκστρατεία. Η υποχρεωτική αυτή αναστολή φτάνει τερματίζεται τον Ιούνιο του 1920 με την ελληνική προέλαση προς Ουσάκ, Πάνορμο και Προύσα και επίσης με την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης –   κατόπιν βρετανικού αιτήματος. Τον Ιούλιο του 1920, υπογράφεται η Συνθήκη Ειρήνης των Σεβρών.
Ο Βενιζέλος και η ελληνική στρατιωτική ηγεσία, ήδη από την άνοιξη του 1920, αντιλαμβάνονται ότι η κατάσταση έχει αλλάξει και το αρχικό σχέδιο να επιτευχθεί ελληνική κυριαρχία σε μία ευρεία περιοχή πέριξ της Σμύρνης ως αποτέλεσμα της οθωμανικής ήττας, δεν έχει επιτευχθεί. Γνωρίζουν, όπως γνωρίζουν και όλοι οι Σύμμαχοι, ότι απαιτείται μια αποφασιστική εκστρατεία προς Ανατολάς για την καταστροφή των αυξανόμενων κεμαλικών δυνάμεων. Γνωρίζουν επίσης ότι το εγχείρημα αυτό αποτελεί αγώνα εναντίον του χρόνου, γιατί πρέπει να επιτευχθεί όσο η Ελλάς έχει (ή μπορεί να επιτύχει) στρατιωτική υπεροχή, καθώς η κεμαλική ισχύς αυξάνεται συνεχώς και ποικιλοτρόπως. Η αναμονή των εκλογών του Νοεμβρίου παγώνει τις εξελίξεις, αν και ο Βενιζέλος συνεχίζει να κινείται διπλωματικά ώστε στην σχεδιαζόμενη μεγάλη επίθεση προς Ανατολάς, να έχει την βρετανική υλική υποστήριξη. Πιθανώς μάλιστα η επιθυμία για εσωτερική πολιτική στήριξη στην εκστρατεία αυτή, να τον οδήγησε στην απόφαση να κηρύξει τις εκλογές του Νοεμβρίου, ελπίζοντας φυσικά να τις κερδίσει χάρις και στην επιτυχία της Συνθήκης των Σεβρών.
Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 οδηγούν τη διεύθυνση της Εκστρατείας σε κατάσταση πλήρους συγχύσεως και παλινωδιών. Η κυβέρνηση παραπαίει ανάμεσα στις προεκλογικές διακηρύξεις για αποστράτευση και απεμπλοκή, τη στασιμότητα λόγω της αρχικής της άγνοιας της κατάστασης, και τον πειρασμό να συμμετάσχει στη δόξα της “Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών”. Δεν συμπτύσσεται στην περιοχή της Σμύρνης, ούτε απεμπλέκεται από τη Μικρασία, αλλά και δε θέλει να προχωρήσει ανατολικά. Η αρχική αμηχανία εκδηλώνεται με μια περιορισμένη και άτολμη επιχείρηση, τον Δεκέμβριο του 1920 κι όταν αυτή δίνει το σαφές και δυσάρεστο μήνυμά της, ο Γούναρης εξαναγκάζεται στις ευρύτερες επιχειρήσεις του Μαρτίου του 1921. Αυτές όμως διεξάγονται με ανεπαρκείς δυνάμεις, αφού η κυβέρνηση πείθεται πολύ αργά να προβεί στην επιστράτευση νέων κλάσεων. Η αποτυχία οφείλεται και στην εντυπωσιακή αδυναμία στη σχεδίαση των επιχειρήσεων, σκληρή υπόμνηση της αποτυχίας των  αλλαγών στο στράτευμα που έκανε το νέο καθεστώς. Συνέπεια της αποτυχίας είναι η νέα, κρίσιμη απώλεια χρόνου και ενίσχυση του κεμαλικού στρατού. Νέα μεγαλύτερη προσπάθεια, με τις επιθετικές επιχειρήσεις του Ιουνίου 1921, οδηγεί στην κατάληψη των σημαντικών κέντρων Εσκί Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ, αλλά ο βασικός στόχος, η συντριβή του τουρκικού στρατού, δεν επιτυγχάνεται. Η υπεροχή της τουρκικής ηγεσίας έναντι της ελληνικής στον σχεδιασμό και την εκτέλεση των επιχειρήσεων γίνεται πάλι καταφανής. Η αποτυχία σημαίνει ότι θα πρέπει να αναληφθεί και νέα προσπάθεια για την κατάληψη της Άγκυρας, αλλιώς η Ελλάς περιέρχεται σε στρατηγικό αδιέξοδο, γιατί αν δεν κατανικήσει τον Κεμάλ, όλοι απαιτούν να αποχωρήσει από τη Μικρασία. Η κυβέρνηση πιέζει να αναληφθεί η νέα, παρακινδυνευμένη προσπάθεια άμεσα, χωρίς την απαραίτητη για επιχειρησιακούς λόγους ενίσχυση του εφοδιασμού, επειδή τον Σεπτέμβριο θέλει να προχωρήσει σε αποστράτευση. Όμως στις επιχειρήσεις του Αυγούστου στον Σαγγάριο ποταμό, ο κεμαλικός στρατός έχει ήδη ενισχυθεί και η επιχείρηση τελικά αποτυγχάνει με βαριές απώλειες, ενώ καταφαίνεται και πάλι η ανεπάρκεια της ηγεσίας.
Μερικοί από τους βασικούς πρωταγωνιστές της διεύθυνσης του πολέμου κατά την κρισιμότερη περίοδό του, τον Μάιο του 1921 στη Σμύρνη. Διακρίνονται από αριστερά: Ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας και βασικός επιχειρησιακός διοικητής κατά το κρισιμότερο διάστημα, ο Δημήτριος Γούναρης, πρωθυπουργός τη στιγμή εκείνη και κυρίαρχη πολιτική προσωπικότητα κατά το διάστημα αυτό, ο υποστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, Αρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού και βασικός στρατιωτικός σύμβουλος της κυβέρνησεως, ο Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός αμύνης, και ο υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός (ο βραχύσωμος, στραμμένος προς τον Γούναρη), Υπαρχηγός της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού και επίσης βασικός στρατιωτικός σύμβουλος της κυβερνήσεως.

Οι διαδοχικές αποτυχίες οδηγούν σε αδιέξοδο και τέλμα. Αντί για την ταχεία αποστράτευση που ευαγγελιζόταν, η κυβέρνηση τηρεί υπό τα όπλα στο βάθος της Ανατολίας 200.000 άντρες, στους οποίους δε μπορεί να προσφέρει ελπίδα απεμπλοκής. Το αδιέξοδο θα οδηγήσει σε εκτός πραγματικότητας σχέδια για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στην πτώση του ηθικού του στρατού, που επιτείνεται από την ευρεία φυγοστρατεία και λιποταξία, με τη σιωπηρή συνενοχή του καθεστώτος.
Συνοψίζοντας, από τον Νοέμβριο του 1920 η πολιτική διαχείριση της Μικρασιατικής Εκστρατείας ευθύνεται για την αποτυχία να αναπτυχθεί η επαρκής – αλλά εφικτή – στρατιωτική ισχύς που ήταν απαραίτητη για να επιτύχει το στρατιωτικό εγχείρημα προς Ανατολάς και να επιτευχθεί ο δύσκολος – αλλά εφικτός – στόχος που είχε τεθεί: ο σταθερός πολιτικός έλεγχος της Δυτικής Μικράς Ασίας.

Η υστέρηση του ελληνικού στρατιωτικού οργανισμού έναντι του αντίστοιχου τουρκικού

Το Ελληνικό Κράτος μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα δεν διαθέτει σοβαρό στρατιωτικό οργανισμό, όπως υπενθυμίζει οδυνηρά η επονείδιστη ήττα του 1897. Αφετηρία συγκρότησής του Στρατού σε σύγχρονες βάσεις αποτέλεσε η προσπάθεια της κυβέρνησης Θεοτόκη, από το 1904. Το Κίνημα στο Γουδί και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι έδωσαν ώθηση στην ανάπτυξη του, όμως οι σχετικά εύκολες νίκες που πέτυχε έναντι ασθενεστέρων Τουρκικών δυνάμεων απέκρυψαν τις αδυναμίες και δημιούργησαν ψευδαίσθηση γενικής υπεροχής. Η ανάπτυξη διακόπηκε πολύ γρήγορα εξ αιτίας του Α’ ΠΠ και του Εθνικού Διχασμού. Η ισχυρή δύναμη που συγκροτήθηκε το 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο διοικήθηκε κατά βάση από τους Συμμάχους και έλαβε μέρος περισσότερο σε δευτερεύουσες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η αποκτηθείσα επιτελική εμπειρία να είναι μικρή, κι επιπλέον, να προέρχονται από ένα στατικό και περιορισμένο μέτωπο, ενώ στη Μικρασία επρόκειτο να διεξαχθεί αγώνας ευρέων κινήσεων σε αναπεπταμένα εδάφη.
Το 1919 ο ΕΣ ήταν ακόμη ένας ανώριμος οργανισμός. Η βασική του αδυναμία ήταν η απουσία αρκετών επιτελών εκπαιδευμένων σε σχολές πολέμου και σχετική εμπειρία, με αποτέλεσμα την αδυναμία των διοικήσεων και επιτελείων να σχεδιάσουν και να διευθύνουν αποτελεσματικά επιχειρήσεις σε επίπεδο στρατιάς-σώματος στρατού-μεραρχίας. Επίσης προβλήματα δημιουργούσαν η δυσκίνητη σύνθεση των σχηματισμών, η ανεπάρκεια του πυροβολικού, η μικρή δύναμη του ιππικού και η προσκόλληση στο συγκεντρωτικό γαλλικό δόγμα.
Από την άλλη, ο νέος τουρκικός στρατός που οργάνωσε ο Κεμάλ στηρίχθηκε στον Οθωμανικό στρατό με τη μεγάλη πολεμική του παράδοση. Στις μεγάλες εκσυγχρονιστικές προσπάθειες που κατέβαλαν οι σουλτάνοι κατά το 19ο αιώνα περιλαμβάνεται η ίδρυση σύγχρονων στρατιωτικών σχολών. Ήδη από το 1843 ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη ανωτέρα ακαδημία πολέμου που το 1882 αναβαθμίζεται σοβαρά κατά το πρότυπο της Βερολινείου Ακαδημίας Πολέμου. Συγκριτικά, η Ελλάδα θα αποκτήσει σχολή πολέμου μόλις το 1925. Η πολεμική δράση των Οθωμανών στους Βαλκανικούς Πολέμους και κυρίως στον Α’ ΠΠ, ασύγκριτα μεγαλύτερη από την ελληνική, παρά τα γενικώς δυσμενή αποτελέσματά της, προσφέρει στον Οθωμανικό στρατό πολύ μεγάλη εμπειρία, που θα αποδειχτεί κρίσιμη. Από το 1,5 εκατομμύριο στρατό του Α’ ΠΠ με τις 7 στρατιές, οι Τούρκοι επιλέγουν με αυστηρά κριτήρια τους ικανότερους αξιωματικούς για ένα στρατό που στο απόγειο του δεν ξεπερνά τους 200.000 άνδρες. Όλοι τους σχεδόν είναι μικρής, ενώ το Σώμα των Τούρκων αξιωματικών έχει αξιοσημείωτη ιδεολογική και πολιτική ομοιογένεια. Οι διοικητές των Σωμάτων Στρατού είναι συνταγματάρχες και οι μέραρχοι αντισυνταγματάρχες. Διαθέτουν ξεχωριστό επίλεκτο σώμα επιτελών αξιωματικών, αποφοίτων της ακαδημίας πολέμου της Κωνσταντινούπολης. Υιοθετούν ελαφριά σύνθεση σχηματισμών που τους προσδίδει μεγάλη ευκινησία και τους επιτρέπει να εκτελούν βαθιές εισχωρήσεις, ευρείς ελιγμούς και υποχωρητικές μάχες. Διαθέτουν ισχυρό πυροβολικό και πολυάριθμο ιππικό που χρησιμοποιούν ως ιπποκίνητο πεζικό καθώς και στρατονομικό σώμα που πατάσσει κάθε ανυπακοή.

Τα αποτελέσματα της διαφοράς αυτής φαίνονται στην πράξη: ο Ελληνικός Στρατός, σε αντίθεση με την Τουρκική, υποπίπτει συστηματικά σε κρίσιμα λάθη: υποτίμηση του αντιπάλου, υποτίμηση των απαραίτητων δυνάμεων για δεδομένες αποστολές, κακός συντονισμός, μη τήρηση εφεδρειών, αποτυχία να γίνουν αντιληπτές κρίσιμες ευκαιρίες, άκαμπτα σχέδια, υπερτίμηση της κατοχής εδάφους έναντι της καταστροφής του εχθρού.
Η Στρατιά θα αγγίξει επανειλημμένως τη νίκη, αλλά δε θα την επιτύχει.
“Του πολέμου καιροί ου μενετοί”.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΧΑΝΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ 4ης ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ (28- 29 ΙΟΥΛΙΟΥ 1938)

γράφει ο Φιλίστωρ

Ήδη από τις αρχές του 1937 ξεκίνησαν οι πρώτες συνωμοσίες σε Αθήνα και Κρήτη για την οργάνωση μιας εξέγερσης που θα ανέτρεπε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Ένας πρώτος αντιδικτατορικός πυρήνας είχε σχηματιστεί στην Κρήτη από Βενιζελικούς πολιτευτές και στελέχη, όπως ο Μανούσος Βολουδάκης, ο Ιωάννης Μουντάκης (δήμαρχος Χανίων), ο Σήφης Σπαντιδάκης, ο Μανώλης Γερογιάνης, ο Εμμανουήλ Μπακλατζής και ο Ιωάννης Παΐζης. Ο πυρήνας αυτός βρισκόταν σε επαφή με τον Αριστομένη Μητσοτάκη, παλαιό υπουργό και στέλεχος των "Φιλελευθέρων", που διεξήγαγε στην Αθήνα συνεννοήσεις με εξέχουσες βενιζελικές προσωπικότητες όπως ο Περικλής Αργυρόπουλος αλλά κυρίως με τους απότακτους Βενιζελικούς στρατηγούς Αχιλλέα Πρωτοσύγγελο, Ηλία Διάμεση, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο Μανέττα, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν την συμμετοχή μονάδων του στρατού μέσω κατώτερων αξιωματικών εν ενεργεία που επηρέαζαν.

Ο υποστράτηγος Αχ. Πρωτοσύγγελος, φανατικός απόστρατος Βενιζελικός αξιωματικός εκ των πρωταγωνιστών της "επανάστασης του 1922", σημαντικό μέλος του "στρατιωτικού συνδέσμου" και συμμετέχων στο κίνημα του 1935, κατέστρωσε ένα σχέδιο που προέβλεπε εξέγερση στα Χανιά που θα εξελισσόταν σε επανάσταση ολόκληρης της Κρήτης και των φρουρών της που θα προσχωρούσαν στο κίνημα κατά το προηγούμενο του κινήματος του 1935. Αν ο Μεταξάς αποφάσιζε να χτυπήσει στρατιωτικά την εξέγερση, οι Κρητικοί όφειλαν να αντέξουν τρεις η τέσσερις ημέρες, ώστε να κινητοποιηθούν όλες οι αντιδικτατορικές δυνάμεις στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Το φιλόδοξο σχέδιο προέβλεπε την ανατίναξη του εργοστάσιου ηλεκτρικής ενέργειας από σαμποτέρ, την κατάληψη του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και την εκπομπή επαναστατικών μηνυμάτων, την προσχώρηση λόχων στο κίνημα από τις μονάδες των Αθηνών καθώς εννέα Λοχαγοί φέρονταν ως μυημένοι στην κίνηση, τέλος την σύλληψη του Μανιαδάκη από μυημένους αξιωματικούς της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων.
Το κύριο βάρος της προσπάθειας όμως θα αναλάμβανε η Κρήτη, που ήταν και η σημαντικότερη νησίδα αντίστασης κατά του Μεταξά ως παλαιό Βενιζελικό προπύργιο. Σοβαρή οικονομική βοήθεια πρόσφερε μυστικά στους κινηματίες και ο διευθυντής της τράπεζας της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερός, που επιθυμούσε την πτώση του Μεταξά (αργότερα ο Μεταξάς θα ανακαλύψει την δράση του Τσουδερού και θα τον θέσει σε κατ΄οίκον περιορισμό). Αρχικώς το κίνημα ήταν να εκδηλωθεί τον Μάρτιο του 1938, αλλά οι συνωμότες αποφάσισαν να το αναβάλλουν για το καλοκαίρι. Τον Ιούνιο του 1938 έγιναν αθρόες συλλήψεις στην Αθήνα αντιφρονούντων απόστρατων και εν ενεργεία αξιωματικών που οδήγησαν στην εξάρθρωση της "μυστικής οργάνωσης των υπαξιωματικών" και υπονόμευσαν αποφασιστικά την πιθανότητα επιτυχίας του κυοφορούμενου κινήματος στον στρατό.

Ο Αριστομένης Μητσοτάκης ταξίδεψε στην Κρήτη στα μέσα Ιουλίου του 1938 αποφασισμένος να ηγηθεί της εξέγερσης και να μην φύγει από το νησί χωρίς να έχει γίνει η κίνηση. Στις συνεννοήσεις που προηγήθηκαν, προσχώρησε και το ΚΚΕ στην εξέγερση με κύριους εκφραστές τον Βαγγέλη
Βαγγέλης Κτιστάκης
Κτιστάκη και τον Μάρκο Βαφειάδη που είχε σταλεί από την Αθήνα για τον λόγο αυτό. Το πρωί της 28ης Ιουλίου ο Μητσοτάκης ενημέρωσε τους μυημένους ότι την νύχτα θα ξεκινούσε η εξέγερση χωρίς άλλη αναβολή. Οι συνεννοήσεις στα Χανιά γίνονταν πλέον δημοσίως χωρίς καμία μυστικότητα και οι αρχές ήδη είχαν ενημερωθεί ότι κάτι ετοιμαζόταν. Ο Μανιαδάκης διέταξε την σύλληψη του Μητσοτάκη και άλλων Βενιζελικών, αλλά ήταν πλέον αργά. 

Το μεσημέρι της 28ης Ιουλίου εκπρόσωποι των ενόπλων ομάδων που θα κινούνταν συναντήθηκαν στο δημαρχείο των Χανίων φανερά χωρίς καμία συνωμοτικότητα και εντελώς πρόχειρα μοίρασαν τους χώρους και τα κρατικά κτήρια εναντίον των οποίων θα δρούσαν. Ακολούθως, την νύχτα της 28ης προς 29ης Ιουλίου ένοπλες ομάδες επαναστατών κατέλαβαν τους σταθμούς χωροφυλακής, το δημαρχείο και με μια τολμηρή κίνηση το στρατόπεδο του 14ου Συτάγματος που είχε έδρα τα Χανιά, χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του νησιού συνελήφθη στα γραφεία του συντάγματος (ανάμεσα τους ο Γενικός διοικητής Σφακιανάκης), ενώ αποσπάσματα των εξεγερμένων κατέλαβαν τα γραφεία της Γενικής Διοίκησης και το τηλεγραφείο. Από εκεί εξέπεμψαν διάγγελμα απευθυνόμενο στον Βασιλιά και τις ένοπλες δυνάμεις με το οποίο ζητούσαν την αποπομπή της κυβέρνησης Μεταξά και τον σχηματισμό Οικουμενικής κυβέρνησης. Κάποιοι υποστήριξαν ότι το διάγγελμα έμοιαζε ηητοπαθές και δεν έπρεπε να απευθύνεται στον Βασιλιά καθώς στήριζε την 4η Αυγούστου, ο Μητσοτάκης όμως επέμεινε για το αντίθετο ως το τέλος και επέβαλλε την θέληση του. Στρατιωτικός διοικητής των εξεγερμένων υπέγραφε ο απόστρατος Εμμανουήλ Μάντακας, που είχε αναγνωριστεί ομόφωνα ως ο στρατιωτικός ηγέτης των εξεγερμένων.

Η αυτόβουλη διάλυση των εξεγερμένων

Η κυβέρνηση ενημερώθηκε για το κίνημα από το διάγγελμα και αναμφίβολα αιφνιδιάστηκε παρά τις πληροφορίες που είχε ο Μανιαδάκης ότι κάτι ετοιμαζόταν. Αφού συνήλθε από την αρχική έκπληξη του, ο Μεταξάς αποφάσισε να χτυπήσει σκληρά τους εξεγερμένους και για τον λόγο αυτό εξασφάλισε την τηλεφωνική έγκριση του Βασιλιά που παραθέριζε στην Κέρκυρα. Αμέσως μετά απέστειλε στην Κρήτη ένα στολίσκο αντιτορπιλικών, ενώ μετέφερε στην Μήλο δύο λόχους πεζικού και δύναμη χωροφυλακής υπό την ηγεσία του στρατηγού Τσολάκογλου με
οι ηγέτες του κινήματος των Χανίων αριστερά ο Αριστ. Μητσοτακης
σκοπό αυτές οι δυνάμεις να μεταφερθούν στο νησί και να καταπνίξουν την εξέγερση. Τελικώς όμως τίποτε από όλα αυτά δεν χρειάστηκε καθώς η εξέγερση στην κυριολεξία αυτοδιαλύθηκε μέσα σε λίγες ώρες με έναν εντελώς αλλόκοτο και απρόσμενο τρόπο.

Το πρώτο χτύπημα στο ηθικό των εξεγερμένων επιτεύχθηκε όταν κυβερνητικά αεροπλάνα έριξαν προκηρύξεις με σκληρές δηλώσεις του Μεταξά που προειδοποιούσαν τους στασιαστές με άμεση επέμβαση και τιμωρία. Ακολούθησε το συλλαλητήριο των εξεγερμένων μπροστά στο δημαρχείο όπου ο Μητσοτάκης αποκάλυψε στο πλήθος ότι κανείς άλλος δεν είχε κινηθεί σε όλη την Κρήτη, τους ζήτησε να επιστρέψουν στα σπίτια τους για να φάνε (!) και μετά να γίνει επιστράτευση για να κατευθυνθούν στο Ηράκλειο και να το καταλάβουν. Οι λόγοι αυτοί ήταν εντελώς ακατάλληλοι για την περίσταση, πάγωσαν εντελώς τους προσχωρήσαντες που κατάλαβαν ότι ήταν εντελώς απομονωμένοι από την υπόλοιπη Ελλάδα και ουσιαστικά χωρίς ελπίδα. Σιγά - σιγά ο κόσμος αραίωνε και όλοι κατευθύνονταν στα σπίτια τους και στα χωριά τους για να μην επιστρέψουν εκ νέου. Την ίδια στιγμή εκτός του Μάντακα που σχεδίαζε επιστρατεύσεις επί χάρτου στο στρατόπεδο που είχε καταληφθεί, κάθε οργάνωση των επαναστατών είχε παραλύσει και ακόμη και ο ίδιος ο Μητσοτάκης σκεφτόταν πως να αναστείλει την ενέργεια.

Οι χωροφύλακες δεν αφοπλίστηκαν από τους κινηματίες, αλλά περιέργως θεωρήθηκαν ως εν δυνάμει σύμμαχοι. Ακόμα και οι μονάδες του συντάγματος δεν αφοπλίστηκαν εντελώς, ενώ η αποθέωση της ανικανότητας ήταν όταν επετράπη στον Γενικό διοικητή του νησιού Σφακιανάκη να επιστρέψει σπίτι του χωρίς να του διακόψουν το...τηλέφωνο. ο Σφακιανάκης έδωσε συναγερμό στις κυβερνητικές δυνάμεις που σε λίγες ώρες είχαν επανακαταλάβει όλα τα κρατικά κτήρια σχεδόν χωρίς
Ιωσήφ Κούνδουρος
να συναντήσουν αντίσταση, εκτός από μια μικρή ανταλλαγή πυρών στο στρατώνα του συντάγματος με έναν νεκρό πολίτη (Κουρινάκη) και τον τραυματισμό τριών χωροφυλάκων. Ο Σφακιανάκης τηλεγράφησε ο ίδιος στην κυβέρνηση από την έδρα του συντάγματος ότι η εξέγερση είχε καταπνιγεί και δεν χρειαζόταν άλλη κινητοποίηση. Οι ένοπλες ομάδες των επαναστατών διέφυγαν στην ύπαιθρο των Χανίων όπου συντηρούνταν επί μήνες από τους χωρικούς, εν γνώσει της κυβέρνησης.

Ακολούθησε ένα κύμα συλλήψεων πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων στην Αθήνα που ήταν αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου (Στυλιανός Γονατάς, Πρωτοσύγγελος, οι απότακτοι ναύαρχοι Κολιαλέξης και Δεμέστιχας, ο Ιωσήφ Κούνδουρος, ο Κ. Ρέντης κ.α) και είχαν συμμετάσχει στην συνωμοσία η γνώριζαν για αυτή, αλλά και στα Χανιά όπου συνελήφθησαν εκατοντάδες ιδιώτες που είχαν λάβει τα όπλα, αλλά όχι οι πρωταίτιοι που είχαν καταφύγει στην ύπαιθρο μάλλον με την ανοχή της κυβέρνησης που δεν ήθελε μια βίαιη λύση του ζητήματος τους. Μετά από μια εξαήμερη τυπική διαδικασία, το έκτακτο στρατοδικείο των Χανίων καταδίκασε ερήμην σε θάνατο τους πρωταίτιους Μητσοτάκη, Βολουδάκη, Μουντάκη και Μπακλατζή και σε ισόβια τον Μάντακα και τρεις ακόμη. Δεκάδες επαγγελματικοί σύλλογοι και σωματεία της Κρήτης εξέδωσαν ψηφίσματα κατά των στασιαστών, ενώ δοξολογίες έλαβαν χώρα στις εκκλησίες όλης της Ελλάδας, υπέρ της κυβέρνησης και της 4ης Αυγούστου του Μεταξά.     

Οι ένοπλοι (γύρω στους 400ους) που είχαν ξεφύγει, περιπλανήθηκαν στην ύπαιθρο της Κρήτης ζώντας στην παρανομία και σχεδιάζοντας μια πιθανή επίθεση κατά των Χανίων. Εκτός του ότι το σχέδιο αυτό ήταν εντελώς ανεδαφικό καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις ήταν πολλαπλάσιες και οι
Εμμανουήλ Μάντακας
εξεγερμένοι δεν είχαν καθόλου πυρομαχικά, υπήρχαν έριδες μεταξύ των ομαδαρχών με αποτέλεσμα να έχουν παραλύσει πλήρως και να μην αναπτύσσουν την παραμικρή δραστηριότητα. Σύντομα συμβιβάστηκαν με την τύχη τους και με την ανοχή των Αρχών, οι πρωταίτιοι επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο που τους μετέφερε στην Κύπρο. Ανάμεσα στους επιβαίνοντες ήταν οι Αριστομένης Μητσοτάκης, Μανούσος Βολουδάκης και Εμμανουήλ Μπακλατζής, ο Ιωάννης Μουντάκης. Μαζί τους ήταν και οι Εμμανουήλ Κοτζάμπασης, Ηρακλής Μπριλλάκης, Σταύρος Παπαδοκωνσταντάκης, ο απότακτος λοχαγός Ιωάννης Σιμιτόπουλος, και οι Ρούσος Τσιγγουνάκης και Βαγγέλης Χατζηαγγελής (οι δύο τελευταίοι, στελέχη του ΚΚΕ).

Αιτίες της αποτυχίας του κινήματος

Το κίνημα της 28ης-29ης Ιουλίου ήταν το μοναδικό ένοπλο κατά της 4ης Αυγούστου και διήρκεσε μόλις 7 ώρες. Ήταν τόσο άσχημα οργανωμένο, ώστε οι μυημένες φρουρές στην Ηπειρωτική Ελλάδα δεν κινήθηκαν, καθώς το νέο της αποσύνθεσης των εξεγερμένων πρόλαβε το νέο του ξεκινήματος της εξέγερσης. Οι υπόλοιπες επαρχίες της Κρήτης δεν ήταν ενημερωμένες, ούτε είχαν αναπτυχθεί επαναστατικοί πυρήνες σε αυτές. Οι ηγέτες της εξέγερσης και κυρίως ο Μητσοτάκης, ήταν εντελώς ακατάλληλοι για αυτό που ανέλαβαν, δεν είχαν κανένα σχέδιο και δεν επέδειξαν την παραμικρή τόλμη κι ενθουσιασμό στοιχεία απαραίτητα σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Ουσιαστικά εξέθεσαν κάποιες εκατοντάδες αντιφρονούντες στην 4η Αυγούστου, οδηγώντας αυτούς είτε στην φυλακή είτε στην αυτοεξορία και την παρανομία. Ουσιαστικά θα λέγαμε επί το λαϊκότερον "τους πήραν στον λαιμό τους".

Επίσης είναι γεγονός ότι οι Βενιζελικοί δεν επεδίωκαν μια ένοπλη αναμέτρηση κατά το υπόδειγμα του κινήματος του 1935, αλλά μάλλον ένα ένοπλο κατά το δυνατό ειρηνικό εξαναγκασμό του Γεωργίου σε κάποιου είδους συμβιβασμό και αυτό κατά την γνώμη μας συνέβαινε γιατί γνώριζαν ότι ο Γεώργιος είχε την ανεπιφύλακτη υποστήριξη των Άγγλων. Αυτή η εφεκτική στάση απογοήτευσε
Κρατούμενοι που συμμετείχαν στο κίνημα των Χανίων
τους πιο δυναμικούς και ενίσχυσε τους μετριοπαθείς. Και το ΚΚΕ φάνηκε εντελώς ανέτοιμο να βοηθήσει, καθώς ήταν άστοχη η τοποθέτηση του Βαφειάδη στο νησί, καθώς αυτός δεν γνώριζε την νοοτροπία των κατοίκων και τις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Στο συλλαλητήριο των Χανίων άλλωστε, δεν εμφανίστηκε εκπρόσωπος του ΚΚΕ, καθώς το κόμμα δεν ήταν αρεστό σε πολλούς Βενιζελικούς.

Είναι επίσης αναμφίβολο πως ο Βασιλιάς και κατ΄ επέκταση και ο Μεταξάς, είχαν τον απόλυτο έλεγχο του στρατού λόγω της μαζικής αποστρατείας των Βενιζελικών αξιωματικών μετά το κίνημα του 1935 και οι σχεδιασμοί των Βενιζελικών αποστράτων με κάποιους διάσπαρτους ασήμαντους Λοχαγούς δεν είχαν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου μέσω του Μανιαδάκη και της ευνοϊκής πολιτικής που ακολούθησε έναντι των σωμάτων ασφαλείας, ήλεγχε πλήρως την αστυνομία και την χωροφυλακή, είχε διαλύσει τους συνωμοτικούς ιστούς του ΚΚΕ, είχε εξορίσει όλους τους βασικούς του πολιτικούς αντιπάλους ενώ είχε δημιουργήσει ένα ευρύ δίκτυο πληροφοριοδοτών που βοηθούσε αποτελεσματικά στην διαχείριση κάθε πιθανής εσωτερικής αντίδρασης. Υπό αυτές τις συνθήκες και αναλογιζόμενοι τις προσωπικές  ικανότητες και την αποφασιστικότητα του Ιωάννη Μεταξά (που ομολογούνταν ακόμη και από τους εχθρούς του), κάθε τέτοιου είδους κίνημα δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, ενώ σημαντικό ήταν το γεγονός ότι η είδηση της εξέγερσης δεν βρήκε μιμητές στην υπόλοιπη Κρήτη.