Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΕ ΣΥΡΡΑΞΗ (ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ)

03Aναπαράσταση φάσης ωθισμού οπλιτικής σύρραξης από τον Ισπανικό Ιστορικό Σύλλογο Athena Promachos (copyright: Ana Belen Rubio).

Η επίθεση της οπλιτικής παράταξης διενεργείτο με τους πολεμιστές των τριών ή των τεσσάρων πρώτων στοίχων να κρατούν τα δόρατα τους σε οριζόντια θέση, προτεταμένα προς τον εχθρό. Τρεις ή τέσσερις αιχμές δοράτων εμπόδιζαν τον εχθρό να φτάσει στον πρώτο στοίχο της φάλαγγας. Οι πολεμιστές των γραμμών που ακολουθούσαν, είχαν τα δόρατα τους σε κεκλιμένη θέση προκειμένου να μην τραυματίσουν με τις αιχμές τους οπλίτες των εμπρόσθιων στοίχων και για να έχουν τους σαυρωτήρες* με κατεύθυνση προς τα κάτω, έτσι ώστε να σκοτώνουν τους τραυματισμένους εχθρούς όταν περνούσαν από πάνω τους. Ο κύριος σκοπός της κλίσης των δοράτων ήταν να ανακόπτουν τα βλήματα που δέχονταν από τους ψιλούς του εχθρού (ακόντια, βέλη, πέτρες, κ.α.).
Η μάχη ξεκινούσε με τις δύο αντίπαλες φάλαγγες να κινούνται η μια εναντίον της άλλης. Η είσοδος στο πεδίο της σύρραξης συνοδευόταν είτε από πολεμικά άσματα, τους παιάνες –όπως συνήθιζαν οι στρατοί των Σπαρτιατών και των άλλων Δωριέων – είτε από πολεμικές ιαχές. Όταν οι οπλιτικοί στρατοί πλησίαζαν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου μισού έως ενός σταδίου (89-177 μέτρα), οι πολεμιστές άρχιζαν να τρέχουν με σκοπό να επιπέσουν ορμητικά επί του εχθρού. Αυτό έπραξαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες οι οποίοι βάδιζαν μέχρι την εκ του συστάδην σύρραξη, με οργανωμένο σχηματισμό και συγχρονισμένο βηματισμό, τον ρυθμό του οποίου έδιναν οι ήχοι αυλών. Στόχευαν στην τρομοκράτηση του εχθρού με την ψυχραιμία και την «απάθεια» τους. Μερικοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι και άλλοι στρατοί δωρικών πόλεων ακολουθούσαν αυτήν την τακτική εισόδου στη μάχη.
Το πρώτο στάδιο της σύρραξης των οπλιτών ήταν ο «δορατισμός», η ανταλλαγή πληγμάτων με τα δόρατα ανάμεσα στους πρώτους στοίχους των αντιμαχόμενων φαλαγγών. Τα ξύλινα στελέχη αρκετών δοράτων έσπαζαν κατά τη σφοδρή συμπλοκή. Οι αντίπαλοι πλησίαζαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον ώστε οι ασπίδες τους ακουμπούσαν. Το δόρυ ήταν πλέον δύσχρηστο σε τόσο περιορισμένο χώρο για αυτόν τον λόγο ο οπλίτης συχνά το εγκατέλειπε και ξιφουλκούσε. Επρόκειτο για την φάση της συμπλοκής που ονομαζόταν «ωθισμός». Κύριο στοιχείο της ήταν η διαρκής καταπόνηση της εχθρικής φάλαγγας με την επιφάνεια των ασπίδων των προμάχων (των οπλιτών των εμπρόσθιων στοίχων), με τα ξίφη τους καθώς και με τις λόγχες των οπλιτών των πίσω γραμμών οι οποίοι έπλητταν τους αντιπάλους χάρη στα μακριά ξύλινα στελέχη των δοράτων τους. Οι πολεμιστές των πίσω στοίχων ωθούσαν τους μπροστινούς τους προκειμένου να ενδυναμώσουν την προσπάθεια. Η σωματική δύναμη είχε μεγάλη σημασία κατά την διάρκεια αυτού του αγώνα.
Επιδίωξη του ωθισμού ήταν η «παράρρηξις», δηλαδή η επίτευξη ρήγματος στον εχθρικό σχηματισμό. Το ρήγμα οδηγούσε στη διάλυση της εχθρικής φάλαγγας και στην άτακτη οπισθοχώρηση των πολεμιστών της. Στο προηγούμενο σχετικό άρθρο (βλ. στην αρχή) αναφερθήκαμε στον έτερο τρόπο διάλυσης μιας οπλιτικής παράταξης, την πλαγιοκόπηση και την περικύκλωση της. Ειδικά ο πανίσχυρος σπαρτιατικός σχηματισμός οπλιτών ήταν ικανός να επιτύχει ταυτόχρονα ρήγμα και υπερκέραση της αντίπαλης παράταξης. Έως την εποχή των «Μηδικών», οι Σπαρτιάτες επιτύγχαναν συχνά τη νίκη χωρίς καν να χρειαστεί να πολεμήσουν αγχέμαχα με τον εχθρό. Η θρυλική μαχητικότητα τους ενίοτε οδηγούσε τον αντίπαλο στο να διαλύσει την παράταξη του πριν αυτοί προλάβουν να πλησιάσουν. Εντούτοις, όταν οι αντίπαλοι οπλίτες είχαν την τόλμη να συμπλακούν με τους Σπαρτιάτες, δεν επιτύγχαναν τίποτα περισσότερο από μια ηθική νίκη θάρρους. Σύντομα οι οπλίτες της Σπάρτης επικρατούσαν και τους νικούσαν χάρη στο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και αντοχής τους. Είναι χαρακτηριστικό πως επί τρεις αιώνες –από τη μάχη των Υσιών (669/8 π.Χ.) έως τη μάχη των Λεύκτρων (371)– οι Σπαρτιάτες δεν βίωσαν την ήττα σε καθαυτό μάχη οπλιτών. Η σπαρτιατική φάλαγγα έφερε τον οπλιτικό πόλεμο στον κολοφώνα του.
Οι νότιοι Έλληνες δεν κατεδίωκαν τον ηττημένο εχθρό προκειμένου να μη διασπάσουν τις τάξεις της φάλαγγας τους. Γενικά οι νότιοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μάχη τελείωνε όταν η μια από τις δύο αντιμαχόμενες φάλαγγες κατελάμβανε το πεδίο της. Αντίθετα, οι βόρειοι Έλληνες, ειδικότερα οι Μακεδόνες, φρονούσαν ότι νίκησαν πραγματικά μόνο αν κατεδίωκαν και εξόντωναν ή αιχμαλώτιζαν σημαντικό μέρος του εχθρικού στρατεύματος, μια αποστολή που εξεπλήρωναν το ιππικό και οι υπασπιστές. Αυτός ήταν ο λόγος που οι μακεδονικές νίκες κατέληγαν συνήθως στη γενική σφαγή των αντιπάλων.
Η νοτιοελληνική πρακτική έναντι του ηττημένου εχθρού ενείχε το χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας αλλά η βορειοελληνική ήταν ορθότερη, διότι επιτύγχανε την αποτροπή της ανάκαμψης του εχθρού για σημαντικό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα ο άτυπος «κανόνας» της μεγαλοψυχίας έναντι του νικημένου τηρείτο μόνο μεταξύ Ελλήνων επειδή αυτοί φρονούσαν ότι δεν έπρεπε να χύνεται άδικα ελληνικό αίμα. Αν ο αντίπαλος ήταν βάρβαρος, μάλλον δεν μπορούσε να ελπίζει στο έλεος του νικητή. Οι νότιοι Έλληνες κατακρεούργησαν τους Ασιάτες πολεμιστές κατά τους Περσικούς πολέμους. Περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα, οι Μακεδόνες του Αλεξάνδρου σφαγίασαν με τον ίδιο μαζικό τρόπο τους πολεμιστές του Δαρείου, του Πώρου, των Μαλλών, κ.α. Οι ίδιες συνήθειες επικρατούσαν στην μεταχείριση των αιχμαλώτων, τουλάχιστον μέχρι τα «Μηδικά». Αν επρόκειτο για Έλληνες, κατά κανόνα ανταλλάσσονταν μεταξύ των δύο εμπολέμων ή απελευθερώνονταν με το τέλος των εχθροπραξιών. Αν οι αιχμάλωτοι δεν ήταν Έλληνες, κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα.
Η επίσημη παραδοχή της ήττας ήταν το αίτημα των νικημένων για σπονδές από τον νικητή, προκειμένου να τους επιτραπεί η συλλογή των νεκρών τους από το πεδίο. Αλλά πριν από αυτό, οι νικητές διενεργούσαν τη «σκύλευση», δηλαδή την συλλογή των όπλων των νεκρών αντιπάλων ως λάφυρα. Ένα μέρος τους χρησιμοποιείτο προκειμένου να κατασκευαστεί τρόπαιο στο σημείο της νίκης. Το τρόπαιο δεν αποτελούσε μόνιμο μνημείο, κάτι που οφειλόταν στην προαναφερόμενη πολιτική σεβασμού μεταξύ Ελλήνων. Το τρόπαιο μπορούσε να είναι μόνιμο σε περιπτώσεις που ο ηττημένος ήταν μη-Ελληνας.
.
Σαυρωτήρ: ορειχάλκινη αιχμή της πίσω απόληξης του οπλιτικού δόρατος.
.

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ: Η ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

14
Οι Σπαρτιάτες αντιμετωπίζουν τον περσικό στρατό στις Θερμοπύλες με κλειστό σχηματισμό φάλαγγας, σε κλασσικό πλέον πίνακα του Peter Connolly.
Ο οπλιτικός τρόπος πολέμου όπως μας είναι γνωστός από τις πηγές της Κλασσικής περιόδου, είχε πλέον διαμορφωθεί έως τους Μηδικούς πόλεμους (490-479 π.Χ.). Όταν οι στρατοί δύο αντίπαλων πόλεων-κρατών συναντούντο, οι οπλίτες τους σχημάτιζαν φάλαγγα, τασσόμενοι σε μικρή απόσταση  μεταξύ τους, δηλαδή σε κλειστό σχηματισμό (κλειστή τάξη). Ετσι παρατάσσονταν οι στοίχοι και οι ζυγοί της οπλιτικής φάλαγγας. Κάθε οπλίτης διέθετε έκταση περίπου ενός τετραγωνικού μέτρου προκειμένου να μάχεται και να ελίσσεται. Οι οπλίτες δύναντο να παραταχθούν σε ανοικτότερους σχηματισμούς, αν χρειαζόταν (π.χ. η ανοικτότερη τάξη εφαρμοζόταν συχνά κατά τη συντεταγμένη προέλαση έως το πεδίο ή αν το μήκος του εχθρικού μετώπου έπρεπε οπωσδήποτε να καλυφθεί εξολοκλήρου). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόσταση μεταξύ τους αυξανόταν τόσο στο μήκος μετώπου της φάλαγγας όσο και στο «βάθος» της. Από την άλλη πλευρά, αν η φάλαγγα έπρεπε να μετατραπεί στο γνωστό συμπαγές και αδιάρρηκτο «τείχος» από ασπίδες, οι οπλίτες πλησίαζαν τόσο μεταξύ τους, ώστε οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Επρόκειτο για την κατάλληλη τακτική όταν η φάλαγγα έπρεπε να ασκήσει  μεγαλύτερη πίεση στον αντίπαλο ή να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή αυτοπροστασία της. Ηταν ο ιδανικός κλειστός σχηματισμός (αν και είχε κάποια μειονεκτήματα) επειδή κατά την εφαρμογή του, η δεξιά ακάλυπτη πλευρά του οπλίτη προστατευόταν από την ασπίδα του συστρατιώτη ο οποίος ήταν ταγμένος στα δεξιά του. Ετσι σχηματιζόταν μια συμπαγής αδιάρρηκτη παράταξη η οποία στηριζόταν στην αλληλοπροστασία και την αλληλεγγύη των μαχίμων της.
Η αποστολή των «προμάχων» των «ηρωικών χρόνων» (Υστερομυκηναϊκής και Γεωμετρικής εποχής), δηλαδή των καλύτερων και περισσότερο ευπατριδών μαχητών οι οποίοι τάσσονταν μπροστά από τους άλλους πολεμιστές, δεν ήταν πλέον οι προσωπικές μονομαχίες με τους προμάχους του εχθρού. Η τωρινή αποστολή τους ήταν να διατηρούν τη συνοχή της φίλιας φάλαγγας και να φονεύουν τους προμάχους της αντίπαλης, με σκοπό να την κλονίσουν και να τη διαρρήξουν. Λόγω αυτής της αποστολής, οι πρόμαχοι παρατάσσονταν στον πρώτο ζυγό της φάλαγγας, ουσιαστικά στην ίδια θέση με εκείνη που κατείχαν στην ασύντακτη παράταξη της Γεωμετρικής περιόδου.
15
Οπλιτική φάλαγγα οκτώ ζυγών (‘βάθος’) και οκτώ στοίχων (μήκος), με τους οπλίτες της σε σχηματισμό μάχης.
Οι γενναιότεροι και πλέον μεγαλόσωμοι οπλίτες πλαισίωναν τους προμάχους στους πρώτους ζυγούς της οπλιτικής παράταξης. Με την πάροδο των αιώνων, άρχισε να καθιερώνεται η συγκέντρωση των περισσότερο ρωμαλέων πολεμιστών στο δεξιό κέρας της φάλαγγας και δευτερευόντως στο αριστερό. Τα αίτια της συγκεκριμένης τάσης είναι τα ακόλουθα.  Η οπλιτική παράταξη αποτελείτο από τρία βασικά τμήματα: το κέντρο, το δεξιό κέρας (ή πτέρυγα) και το αριστερό κέρας. Η τιμητικότερη τοποθέτηση στη φάλαγγα ήταν στο δεξιό κέρας της, στελεχωμένο πάντα από επίλεκτους. Αυτό συνέβαινε επειδή στη δεξιά πτέρυγα στηριζόταν το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο της φάλαγγας. Το κύριο αίτιο της συγκεκριμένης κατανομής ήταν η ανεξέλεγκτη τάση των οπλιτών όλης της παράταξης να παρεκκλίνουν κατά τη μάχη, μη-συνειδητά προς εκείνη την κατεύθυνση, προκειμένου να καλύπτεται η δεξιά ευάλωτη πλευρά τους. Ομως δεν υπήρχαν άλλοι οπλίτες στα δεξιά εκείνων που τίθεντο στο δεξιό άκρο της φάλαγγας, προκειμένου να τους προστατεύσουν με τις ασπίδες τους. Λόγω αυτής της κατάστασης, οι ακραίοι πολεμιστές στα δεξιά έπρεπε να είναι αναγκαστικά οι ισχυρότεροι της φάλαγγας. Αν εκείνοι καταβάλλονταν κατά τη σύρραξη, θα διαλυόταν το σύνολο της. Για αυτόν τον λόγο, ο διοικητής της φάλαγγας βρισκόταν συνήθως στη δεξιά πτέρυγα, πλαισιωμένος από τους προμάχους του. Αν η οπλιτική παράταξη αποτελείτο από συνασπισμένες δυνάμεις διαφόρων πόλεων-κρατών, το δεξιό κέρας απαρτιζόταν κατά κανόνα από τα τμήματα των ηγεμονίδων πόλεων. Τέτοιες πόλεις ήταν η Σπάρτη, το Άργος, η Αθήνα, η Θήβα, οι Συρακούσες, ο Ακράγας, ο Τάρας, η Μίλητος κ.α., οι οποίες θα είχαν εξάλλου τα μεγαλύτερα οφέλη από την ενδεχόμενη νίκη της συμμαχίας τους. Για παράδειγμα, κατά τη μάχη των Πλαταιών εναντίον των Περσών, οι Σπαρτιάτες επάνδρωσαν το δεξιό ελληνικό κέρας λόγω της πολεμικής δεινότητας τους. Οι οπλίτες των Αθηνών, της δεύτερης ισχυρότερης πόλης, κατέλαβαν την αριστερή πτέρυγα (όπως συνηθιζόταν για τη δεύτερη ισχυρότερη δύναμη).
16
Εδώ οι οπλίτες της προαναφερόμενης φάλαγγας έχουν σχηματίσει πυκνή τάξη (πολύ κλειστό σχηματισμό) με συρρίκνωση των ζυγών της από 8 σε 4.
Οι «επιστάτες ουραγοί» ήταν άλλοι επίλεκτοι μάχιμοι της οπλιτικής φάλαγγας, τασσόμενοι στον τελευταίο ζυγό. Συνήθως ήταν βετεράνοι πολεμιστές με μακρόχρονη πείρα. Βασικός στόχος τους ήταν να διατηρούν την τάξη και τη συνοχή της φάλαγγας, επιτηρώντας την από τον τελευταίο ζυγό. Κύρια αποστολή τους ήταν η αποτροπή της λιποψυχίας των νεότερων μαχητών, που βρίσκονταν κυρίως στους μεσαίους ζυγούς. Οι οπλίτες γενικά των τελευταίων ζυγών αποκαλούντο «ουραγοί» και  ήταν επιφορτισμένοι με τη διατήρηση του αδιάσπαστου όλης της φάλαγγας, «ενθαρρύνοντας» τους οπλίτες των μπροστινών γραμμών ακόμη και με τις αιχμές των δοράτων τους (!) Σε περίπτωση που η φάλαγγα δεχόταν επίθεση από τα νώτα, η αποστολή των ουραγών και επιστατών ουραγών ήταν η υπεράσπιση της. Αν ο αντίπαλος κατόρθωνε να υπερκεράσει την φάλαγγα ή ομοίως να εκμεταλλευθεί ρήγματα στην παράταξη της, οι ουραγοί έκαναν μεταβολή και καθίσταντο πρόμαχοι της.
17
Ιρανός τοξότης. Σε αυτόν τον αθωράκιστο και ανεκπαίδευτο στην αγχέμαχη σύρραξη τύπο μαχίμου, ανήκαν οι περισσότεροι πεζοί του αχαιμενιδικού στρατού, οι οποίοι δεν μπορούσαν έτσι να αντιπαρατεθούν σοβαρά στους Ελληνες οπλίτες (copyright: Salamander).
Το μέτωπο της οπλιτικής φάλαγγας έπρεπε να είναι τουλάχιστον ισόμηκες με το εχθρικό, προκειμένου να αποτραπεί η υπερκέραση της. Αν υφίστατο πλεόνασμα οπλιτών, οι διοικούντες προέκτειναν το μέτωπο της παράταξης έτσι ώστε οι πτέρυγες της να διενεργήσουν υπερκέραση της αντίπαλης φάλαγγας, συνθλίβοντας την έτσι από τα νώτα. Τα κενά (χασμάτα) που εμφανίζονταν μεταξύ των επιμέρους σωμάτων της φάλαγγας κατά την προώθηση της στο πεδίο της σύγκρουσης, συνιστούσαν σημαντικό κίνδυνο για εκείνη. Δημιουργούντο συνήθως στα σημεία επαφής μεταξύ του κέντρου και των δύο  κεράτων. Αν η φάλαγγα συνίστατο από συνασπισμό στρατευμάτων συμμάχων κρατών, όπως π.χ. η ελληνική συμμαχική φάλαγγα στις Πλαταιές, τα κενά εμφανίζονταν συνήθως στα σημεία επαφής των συγκεκριμένων επιμέρους «εθνικών» τμημάτων. Η δημιουργία τους οφείλετο συχνά σε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διοικητών των τμημάτων, η οποία επετείνετο αν προέρχονταν από διαφορετικές πόλεις-κράτη. Άλλες σημαντικές αιτίες εμφάνισης χασμάτων στη φάλαγγα ήταν η διαφορετική γεωμορφολογία του εδάφους επί του οποίου κινούντο και μάχονταν τα επιμέρους σώματα της, η διαφορετική πίεση που δέχονταν εκείνα από τα αντίπαλα σώματα και η διαφορετική ταχύτητα προώθησης τους στο πεδίο. Εχθρικές μονάδες μπορούσαν να διεισδύσουν στα εν λόγω κενά και να καταλήξουν έτσι στα νώτα της φάλαγγας, από όπου της εξαπέλυαν επίθεση. Ετσι η φάλαγγα δεχόταν διμέτωπη επίθεση και συνήθως συντρίβετο.
18
Περικεφαλαία κορινθιακού τύπου, δημοφιλής στους οπλίτες των 8ου-5ου αι. π.Χ. 
Ο αριθμός των ζυγών της οπλιτικής φάλαγγας εξαρτάτο από το μήκος του μετώπου της αντίπαλης παράταξης, της πολεμικότητας του εχθρού και άλλων παραμέτρων. Μια συνήθης οπλιτική παράταξη είχε «βάθος»  τεσσάρων, οκτώ, δώδεκα ή και δεκαέξι ζυγών (γραμμών). Το βάθος των οκτώ ήταν μάλλον το συνηθέστερο όπως φαίνεται και στην αναφορά του Ασκληπιόδοτου ότι οι πρώτες φάλαγγες είχαν τον αναφερόμενο αριθμό ζυγών. Οι κλασσικοί Λακεδαιμόνιοι ήταν η εξαίρεση στον κανόνα, τάσσοντας τους οπλίτες τους σε αριθμό ζυγών που δεν ήταν πολλαπλάσιος του 4 αλλά του 6 (το ίδιο χαρακτηριστικό εμφανίζεται και στις υποδιαιρέσεις του σπαρτιατικού στρατού). Αντί των οκτώ ή δεκαέξι ζυγών άλλων ελληνικών οπλιτικών φαλαγγών, το συνηθέστερο βάθος της σπαρτιατικής-λακεδαιμονικής ήταν οι έξι ή δώδεκα ζυγοί. Η συγκεκριμένη κατανομή οφειλόταν στην πολεμική δεινότητα των Σπαρτιατών «ομοίων» και δευτερευόντως των Λακεδαιμόνιων υπομειόνων, περιοίκων κ.ά. Έξι ζυγοί τους αρκούσαν προκειμένου να διαρρήξουν οποιαδήποτε άλλη οπλιτική παράταξη βάθους οκτώ ζυγών.
Συχνά οι στρατηγοί των οπλιτών αντιμετώπιζαν το δίλημμα ανάμεσα στην αύξηση του μήκους (αριθμός στοίχων) της φάλαγγας τους σε βάρος του βάθους της (αριθμός ζυγών) ή το αντίθετο. Αυτό συνέβαινε διότι οι δύο «διαστάσεις» της οπλιτικής παράταξης είχαν την ίδια τακτική σημασία. Αν οι ζυγοί της φάλαγγας υστερούσαν αριθμητικά έναντι των εχθρικών, κινδύνευε από «παράρρηξιν», δηλαδή από ρήγμα στο μέτωπο της λόγω του «βάρους» των περισσότερων εχθρικών ζυγών. Αν οι στοίχοι της φάλαγγας υστερούσαν αριθμητικά έναντι των εχθρικών, τότε κινδύνευε από υπερκέραση.
.
Οπλιτική φάλαγγα του 4ου αι. π.Χ.,  προωθείται με σχετικά ανοικτή τάξη οπλιτών. Παρατηρείστε ότι οι παλαιές κορινθιακές περικεφαλαίες έχουν πλέον αντικατασταθεί από πιλόσχημες (λακωνικές-βοιωτικές), θρακικές, φρυγικές και αττικές.
.
Η οπλιτική παράταξη μπορούσε να επιχειρήσει σε πεδινή έκταση ή με υπερπροσπάθεια σε ημιπεδινή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να βαδίσει και να πολεμήσει σε ορεινό έδαφος. Οι αντίπαλοι οπλιτικοί στρατοί ήταν συνήθως της ίδιας αριθμητικής τάξεως (κατά προσέγγιση). Όμως κατά τους Περσικούς πόλεμους, η παράταξη του τεράστιου στρατού των Αχαιμενιδών ήταν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα. Οι Σπαρτιάτες αντιμετώπισαν τον αχαιμενιδικό περσικό στρατό στις Θερμοπύλες με το ίδιο μήκος μετώπου λόγω της στενής διάβασης. Στις Πλαταιές, οι πολεμιστές του Μαρδόνιου (στρατηγού των Περσών) ήταν λίγο περισσότεροι από τους Έλληνες συμμάχους. Ετσι ο ελληνικός στρατός ήταν επαρκής αριθμητικά ώστε να ταχθεί σε ισόμηκες περίπου μέτωπο με την ασιατική παράταξη.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΣΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ



Νικόλαος Μόσχος.
Ανθυποπλοίαρχος - Ιατρός
(1938-1945).
ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ


Του Μιχαήλ Μπουρούνη
 

Οι Ιταλικές προκλήσεις είχαν αρχίσει ήδη, από τον Ιούνιο του 1940, με τον αεροπορικό βομβαρδισμό του βοηθητικού του Στόλου «ΩΡΙΩΝ» στη Γραμβούσα και του Α/Τ «ΥΔΡΑ», που προσέτρεξε εκεί για βοήθεια, το βομβαρδισμό στη Ναύπακτο των Α/Τ «Β. ΓΕΩΡΓΙΟΣ» και «Β. ΟΛΓΑ, των οποίων επέβαιναν οι Ανθυποπλοίαρχοι Ιατροί Ι. Νικολαΐδης και Ν. Μόσχος αντίστοιχα, το βομβαρδισμό δύο Υποβρυχίων σε παρακείμενη θέση, και τέλος το θρασύ βομβαρδισμό εντός του Σαρωνικού.

Αποκορύφωμα όμως των προκλήσεων, υπήρξε ο τορπιλισμός και βύθιση του καταδρομικού «ΕΛΛΗ», ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο του έτους αυτού, στην Τήνο.
Ο πόλεμος για το Ναυτικό μας επομένως, έστω και ακήρυκτος, είχε αρχίσει και μάλιστα με απώλειες, από τις 15 Αυγούστου. Ο συνολικός αριθμός των νεκρών ήταν 9 και των ταυματιών 60. Κατά τον ναύαρχο Χ. ΛΕΒΑΝΤΙΝΟ, που τότε υπηρετούσε σαν Ανθυποπλοίαρχος στην» ΕΛΛΗ», οι απώλειες του πλοίου ήσαν 8 νεκροί και 28 τραυματίες.
Στις απώλειες βέβαια, θα πρέπει να συμπεριληφθεί και το πλοίο αυτό καθεαυτό. Ιατρός του, ήταν ο Ανθυποπλοίαρχος Ν. Μόσχος, ο οποίος αφού έδωσε τις πρώτες βοήθειες, περιέθαλψε τους τραυματίες μέχρι το μεσημέρι της επομένης οπότε, μεταξύ των άλλων, κατάπλευσαν στην Τήνο το επίτακτο επιβατηγό «ΕΣΠΕΡΟΣ» (που χρησιμοποιήθηκε τότε σαν Πλωτό Νοσοκομείο), όπου επέβησαν οι ελαφρά τραυματισμένοι και όσοι μπορούσαν να περπατήσουν και το επίσης Πλωτό Νοσοκομείο «ΑΡΤΕΝΑ», στο οποίο επέβαινε ομάδα ιατρών του Ναυσταύθμου, με επικεφαλής τον Πλωτάρχη Ιατρό και μετέπειτα καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Β. Μαλαμίτση και το οποίο παρέλαβε τους βαρειά τραυματισμένους για να τους διακομίσει στο Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιώς, απ’ όπου και η φωτογραφία που βλέπουμε από εφημερίδα της εποχής, όταν τους επεσκέφθη ο τότε πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς.

Υγειονομική Υπηρεσία του Στόλου (5-3-1941)
Για να δούμε τώρα, ποια ήταν η σύνθεση της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Στόλου κατά τον πόλεμο ’40-’41 (εδώ στις 5-3-41), που στο βασικό της κορμό, παρέμενε η ίδια, με κάποιες μεταβολές, που υπηρεσιακές ανάγκες επέβαλαν.

Αρχίατρος: Αντιπλοίαρχος (Ι) Ν. Βεργής (παράλληλα καθήκοντα Διευθυντού του Πλωτού Νοσοκομείου «ΑΡΗΣ»)

Επιτελείο:Υποπλοίαρχος (Ι) Κ. Αγγελίδης

Επικ. Ανθυποπλοίαρχος (Ι) Γ. Φωκάς

Επικ. Σημαιοφόρος (ΟΔ) Δ. Δουσταμπάνης

Στην Ανωτέρα Διοίκηση Αντιτορπιλικών και κατά Αντιτορπιλικό, υπηρετούσαν οι γιατροί:

«Β. ΓΕΩΡΓΙΟΣ»: Ανθυποπλοίαρχος (Ι) Τ. Νικολαΐδης

«Β. ΟΛΓΑ»: Ανθυποπλοίαρχος (Ι) Ν. Μόσχος

«ΣΠΕΤΣΑΙ»: Σημαιοφόρος (Ι) Γ. Βαρούχας

«ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ»: Ανθυποπλοίαρχος (Ι) Σ. Κασελίδης

«ΨΑΡΑ»: Υποπλοίαρχος (Ι) Θ. Σταυριανόπουλος

«ΥΔΡΑ»: Ανθυποπλοίαρχος (Ι) Στ. Μανιαρίζης

«ΙΕΡΑΞ»: Υποπλοίαρχος (Ι) Αλ. Αναστασιάδης

«ΛΕΩΝ»: Σημαιοφόρος (Ι) Δ. Τσάλτας

«ΠΑΝΘΗΡ»: Έφ. Σημαιοφόρος (Ι) Γ. Μάνδρας

«ΑΕΤΟΣ»: Έφ. Σημαιοφόρος (Ι) Λ. Ευγενικός

Στην Ανωτέρα Διοίηση Υποβρυχίων, υπηρετούσαν οι ιατροί:

Αντιπλοίαρχος (Ι) Ν. Ηλιόπουλος και

Υποπλοίαρχος (Ι) Κ. Παπαθανασίου (με παράλληλη τοποθέτηση και στο Πλωτό Συνεργείο «ΗΦΑΙΣΤΟΣ»)

Στο Στολίσκο τέλος των δεκατριών Τορπιλοβόλων, υπηρετούσαν οι ιατροί:

Έφ. Σημαιοφόρος (Ι) Ι. Μπουντούρης (που επέβαινε στο «ΝΙΚΗ») και Έφ. Σημαιοφόρος (Ι) Γ. Βληνάκης (που επέβαινε στο «ΚΥΖΙΚΟΣ»).

 
Η θέση και ο ρόλος των γιατρών στα πολεμικά πλοία κατά τον πόλεμο
Οι γιατροί, οι επιβαίνοντες στα πολεμικά πλοία, άρχισαν να παίρνουν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις όπως, καταδρομές, νηοπομπές, μεταφορές στρατευμάτων και πολεμικού υλικού, αλλά και σε διάφορες άλλες αποστολές, συμμετέχοντας στην επιχειρησιακή δραστηριότητα και ακολουθώντας την τύχη των λοιπών επιβαινόντων.



Ανθχος Σ. Μανιαρίζης.
ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Η παρουσία τους, είναι γεγονός αναμφισβήτητο, εμψύχωνε τους μαχητές, αφού όλοι εγνώριζαν ότι, σε περίπτωση ασθένειας ή τραυματισμού, θα ετύγχαναν της άμεσης βοήθειας και ιατρικής περίθαλψης, όπως και της γρήγορης και ασφαλούς διακομιδής τους, στα πλησιέστερα Νοσοκομεία.

Όσοι από τους υγειονομικούς αξιωματικούς, είχαν το προνόμιο και την τιμή, να επιβαίνουν σε πολεμικά πλοία και να μετέχουν σε ναυτικές επιχειρήσεις, είχαν πλήρη συναίσθηση του ότι, όλοι πάνω στο πλοίο προσέβλεπαν σε αυτούς με εμπιστοσύνη και σεβασμό.

Ο γιατρός του πλοίου, περιερχόταν το κατάστρωμα (πολλές φορές πεδίο βροχής βολίδων, οβίδων και θραυσμάτων βομβών), απροκάλυπτος, συνοδευόμενος μόνο από κάποιους Νοσοκόμους, αρωγός και σωτήρας των τραυματιών.

Επιπρόσθετα, το καθήκον του γιατρού πάνω στο πλοίο, δεν ετελείωνε με τη λήξη της μάχης. Ακόμη και τότε που όλοι αναπαύοντο, μόνος στο θεραπευτήριο νοσήλευε και παρακολουθούσε τους τραυματίες, αγρυπνώντας και επιτηρώντας, προστρέχοντας άμεσα εκεί που η φωνή του καθήκοντος τον καλούσε. Ένα καθήκον που επιτελείτο κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, που δημιουργούσαν ο άσχημος καιρός, οι ανηλεείς βοβαρδισμοί και η νυχτερινή συσκότιση.

Ο ναύαρχος Καββαδίας, αρχηγός του Στόλου κατά το 1940, αναφερόμενος στους Υγειονομικούς Αξιωματικούς, σημειώνει ότι:

«Οι Ιατροί μας ως πάντοτε, ανεδείχθησαν πλήρως εις το ύψος της θέσεώς, των επί τε των πλοίων και των εν τη ξηρά Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων.»

Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι, ο γιατρός στο πλοίο, ασκούσε μεγάλη ηθική επιρροή στο πλήρωμα, σαν γιατρός και σαν εμψυχωτής, στον οποίο προσέβλεπαν όλοι, από τον τελευταίο ναύτη μέχρι τον κυβερνήτη.

 
Πολεμικές επιχειρήσεις πλοίων του Στόλου, με συμμετοχή γιατρών

Στους πίνακες 1 και 2, φαίνονται οι κυριώτερες πολεμικές επιχειρήσεις των πλοίων του Στόλου, στα οποία επέβαιναν γιατροί κατά τα έτη 1940 και 1941 αντίστοιχα.

Δε θα επιθυμούσα να επεκταθώ σε ότι διαδραματίσθηκε κατά τις επιχειρήσεις αυτές, λόγω ελλείψεως χρόνου· στο ιστορικό τους άλλωστε αναφέρθηκε ήδη ο Ναύαρχος κος Παλούμπης σε προηγούμενη συνεδρία. Θα μου επιτρέψετε όμως να αναφερθώ για λίγο, στα από ιατρικής πλευράς διαδραματισθέντα, στις δύο τελευταίες από αυτές.



ΠΙΝΑΞ 1
Στοιχεία: Μιχαήλ Μπουρούνης ΕΠΕΞ: Περί Αλός

Στις 20 Απριλίου του 41, το Α/Τ «ΨΑΡΑ», με γιατρούς τους Υποπλοιάρχους Σταυριανόπουλο και Αγγελίδη, δέχεται αεροπορική επίθεση, με αποτέλεσμα 57 τραυματίες και τελικά την απώλεια του σκάφους. Οι γιατροί εφρόντισαν και περιέθαλψαν τους τραυματίες και μετά κοπιώδη, λόγω τις βυθίσεως του πλοίου, προσπάθεια, τους διεκόμισαν στο Νοσοκομείο των Μεγάρων. Εκεί προέβησαν στη διαλογή και τους διεκόμισαν σε Νοσοκομεία των Αθηνών. Τη διακομιδή ανέλαβε και διεκπεραίωσε ο Υποπλοίαρχος Αγγελίδης, πράγμα όμως που δεν του επέτρεψε την άμεση κάθοδό του στη Μέση Ανατολή και τον εξανάγκασε σε παραμονή για δύο χρόνια στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, οπότε και μπόρεσε να φύγει και να φθάσει μετά πολλούς κινδύνους και περιπέτειες, στην Αλεξάνδρεια. Ο Υποπλοίαρχος Σταυριανόπουλος, μετά τη διακομιδή των τραυματιών, επεβιβάσθη μαζί με τους άλλους αξιωματικούς των «ΨΑΡΩΝ», σε ένα δανέζικο φορτηγό και κατέβηκαν για τη συνέχιση του αγώνα, στη Μέση Ανατολή.

Δύο μέρες αργότερα, το Α/Τ «ΥΔΡΑ», δέχεται την επίθεση 50 γερμανικών αεροσκαφών καθέτου εφορμήσεως, σε σχηματισμούς των τριών ή τεσσάρων. Λέγεται ότι, καμία από τις βόμβες που ρίφθηκαν δεν έπληξε το πλοίο, αλλά δύο από αυτές που έπεσαν κοντά, λόγω της ισχύος τους, του προξένησαν ευρύτατα ρήγματα, ενώ με τα θραύσματά τους ετραυμάτισαν ή εσκότωσαν τους άνδρες της ομοχειρίας των πυροβόλων και του αγήματος μάχης, που ευρίσκοντο στο κατάστρωμα.

Από σφαίρες πολυβόλου, τρυματίσθηκε θανάσιμα ο κυβερνήτης Πεζόπουλος, ενώ από θραύσματα βομβών σκοτώθηκαν μεταξύ των άλλων, ο ύπαρχος Βλαχάβας και ο Ανθυποπλοίαρχος Αρλιώτης.

Είναι η στιγμή που άλλο θραύσμα, αποκόπτει και εκσφενδονίζει στη θάλασσα, το κεφάλι του ιατρού του πλοίου, του ενθουσιώδους και πλήρους φιλοδοξιών Ανθυποπλοιάρχου (Ι) Στ. Μανιαρίζη, ο οποίος είχε προστρέξει στο κατάστρωμα, για τη χορήγηση των πρώτων βοηθειών στους τραυματίες.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου και πριν ολοκληρωθεί η γερμανική κατοχή, ικανός αριθμός αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών, με αρκετά από τα πολεμικά μας πλοία, κατώρθωσαν να φύγουν και να φθάσουν στην Αλεξάνδρεια, στο πλευρό των συμμάχων. Μεταξύ των στελεχών, σημαντικός ήταν ο αριθμός των υγειονομικών, που απετέλεσαν τον πυρήνα της δημιουργίας της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού στη Μέση Ανατολή. Αλλά ας αφήσουμε τον ναύαρχο Τούμπα, να περιγράψει την κάθοδο αυτή, όπως την περιλαμβάνει στο βιβλίο του «Εχθρός εν όψει»:

«…Η κάθοδος των πλοίων, …οφείλεται εις ολίγους… Πιστεύω ότι πρέπει να γραφούν τα ονόματα αυτών των λίγων, δια να γνωρίζουν οι πολλοί, τι τους οφείλουν...»

Και αφού αναφέρει τους μαχίμους και μηχανικούς, έρχεται στους γιατρούς:

«...Υποπλοίαρχοι: Σταυριανόπουλος Θ., Αναστασιάδης Α., Παπαθανασίου Κ.

Ανθυποπλοίαρχοι: Κατράκης Αν., Κασελίδης Στ.

Σημαιοφόροι: Μπουντούρης Ι., Βαρούχας Γ., Τσάλτας Δ., Γουργουρής Ε.

Έφεδροι Σημαιοφόροι: Μορφόπουλος Ι., Μάνδρας Γ., Αρβανίτης Ι.

Οδοντίατρος: Εφ. Σημαιοφόρος Δουσταμπάνης Δ. ...

Αρκετοί ήσαν επίσης αυτοί, που δεν μπόρεσαν να κατέβουν άμεσα στη Μέση Ανατολή, που το πέτυχαν όμως σε δεύτερο χρόνο, μετά πολλούς συνήθως κινδύνους και ταλαιπωρίες.



ΠΙΝΑΞ 2
Στοιχεία: Μιχαήλ Μπουρούνης ΕΠΕΞ: Περί Αλός

Δε θα επεκταθούμε στη δραστηριότητα των γιατρών του αποδημήσαντος και αγωνισθέντος τότε Στόλου – Δεν είναι άλλωστε της παρούσης. Θα μου επιτρέψετε όμως, να αναφερθώ μόνο σε τρείς περιπτώσεις, αποδεικτικών του πνεύματος αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, που διέκρινε το Μανιαρίζη και που διακατείχε όλους τους γιατρούς του ΠΝ της περιόδου αυτής.

Πρόκειται για το γιατρό του Β. ΟΛΓΑ, Ανθυποπλοίαρχο τότε Γουργουρή. Τα όσα διαδραματίσθηκαν στις 26 Σεπτεμβρίου του '43 στο πλοίο, είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Ας δούμε όμως πώς περιγράφει στο περιοδικό «ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ», τη δράση του γιατρού, κατά τις τελευταίες στιγμές του πλοίου, ο Θ. Θεολογίδης στο άρθρο του:

«Στον υγρό τάφο του Β. ΟΛΓΑ»:

«...Κατά την άνισον αυτήν πάλην... ευρέθη από της πρώτης στιγμής του βομβαρδισμού εντός του Νοσοκομείου του πλοίου, ένθα η πολεμική θέσις του και παρέμεινεν εκεί αγωνισθείς υπερανθρώπως δια την περίθαλψην των τραυματιών του πλοίου, όπερ δεν εγκατέλειψεν ουδέ μετά τη διαταγήν εγκαταλείψεως του πλοίου, ειμή όταν το σκάφος εκόπη εις δύο, ...ανασυρθείς εις την επιφάνειαν μετά θανάσιμον αγωνίαν σχεδόν αναίσθητος...

Όταν το καράβι κόπηκε στα δύο, ο ιατρός επέδενε το βαρύ τραύμα του Υποπλοιάρχου Μπάτση...Οι λοιποί τραυματίες πήδηξαν στη θάλασσα...Οι δύο νοσοκόμοι δεν μπόρεσαν να κρατηθούν και ρίχτηκαν στη θάλασσα. Είχε μείνει πλέον μόνος υποβαστάζων τον υποπλοίαρχο Μπάτση και κατέβαλε απεγνωσμένη προσπάθεια για να βγεί ...μαζί με τον τραυματία. Για μια στιγμή η θάλασσα μπουκάρισε... στο θεραπευτήριο και τους κάλυψε. Ακατόρθωτη πλέον η σωτηρία του τραυματίου. Δύο ακόμη απόπειρες...απέτυχαν, γιατί πάντα προσέκρουε στα τοιχώματα του σκάφους.

Μια τελευταία προσπάθεια...και λίγα δευτερόλεπτα πριν ανατραπεί το πλοίο, επιτυγχάνει να βρεί διέξοδο ...και να σωθεί κολυμπώντας

Η δεύτερη περίπτωση αφορά το γιατρό του «ΑΔΡΙΑ», Ανθυποπλοίαρχο Καποδίστρια. Ας ακούσουμε πώς περιγράφει μερικά από τα ιατρικώς διαδραματισθέντα, την 22α Οκτωβρίου του '43, όταν το πλοίο έπεσε σε νάρκη, με αποτέλεσμα να αποσπασθεί και να βυθισθεί η πλώρη, ο Ναύαρχος Τούμπας, τότε κυβερνήτης του σκάφους, στο βιβλίο του «Εχθρός εν όψει»:

«...Είχε αρχίσει ήδη η διάσωση των τραυματιών. Το Νοσοκομείο είχε ανατιναχθεί και γι' αυτό τους μετέφεραν στο καρρέ των υπαξιωματικών...Ο ιατρός μας τους παρέχει τας βοηθείας του. Αλλά πονούν...σπασμένες σπονδυλικές στήλες και λεκάνες, δεν είναι μικρό πράγμα...πηγαίνω στο καρρέ, το οποίο ο Καποδίστριας είχε μετατρέψει σε ...χειρουργείο...έφθασα... τη στιγμή που... έκοβε μ' ένα κοινό ψαλίδι, το αριστερό χέρι, επάνω από τον αγκώνα, του διόπου... Παπαφρατζέσκου. Ούτε αναισθητικό ούτε ένεση είχε να κάνει... ακούραστος, ψύχραιμος,... περιέθαλπε τους πάντας άριστα. Ως ...αντισηπτικό είχε την κολώνια του ξυρίσματος.

Και όμως, δεν εμολύνθη κανένα τραύμα... χάρις στην ικανότητά του, διέσωσε από βέβαιο θάνατον, τουλάχιστο τέσσερες εκ των βαρέως τραυματισθέντων...»

Και πιο κάτω:

«Ο Καποδίστριας είχε ήδη εργασθεί 48 ώρες άϋπνος και εξηκολούθησεν περιποιούμενος τους 10 Βρεττανούς και τους 13 Έλληνες ναύτες τραυματίες... μέχρις ότου φθάσει το καΐκι στη Σμύρνη (σημειώνουμε εμείς: Άλλες 44 ώρες). Η εκεί ταχεία ανάρρωση των πληγωμένων, μαρτυρεί αρκετά περί της ικανότητος του Καποδίστρια...»
Τελευταία, αφήσαμε την εμφατική περίπτωση του Εφ. Σημαιοφόρου Οδοντιάτρου Β. Αναστασίου, ο οποίος εγεννήθη στην Αλεξάνδρεια το 1912, όπου και έλαβε τις εγκύκλειες σπουδές. Οδοντιατρική εσπούδασε στην Ελβετία. Μετά τη λήψη του πτυχίου του, εγκατεστάθη στην Αθήνα, όπου το μέλλον του διεγράφετο λαμπρό. Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Β. Αναστασίου, κατατάσσεται με ενθουσιασμό στο Στρατό Ξηράς και βρίσκεται από τους πρώτους στα βουνά της Αλβανίας, συμμετέχοντας σε πληθώρα επικίνδυνων αποστολών. Μετά την κατάρευση του μετώπου, κατέρχεται στη Μέση Ανατολή όπου κατατάσσεται σαν έφεδρος σημαιοφόρος οδοντίατρος στο ΠΝ. Αφού υπηρέτησε στο «ΑΒΕΡΩΦ» και το Ναυτικό Νοσοκομείο Αλεξανδρείας, πνεύμα ανήσυχο και καρδιά γενναία, ζητά και κατατάσσεται στους commandos, απόπου μετά την εκπαίδευσή του τοποθετείται στο Στολίσκο Ημιολιών, όπου διεκρίθη για την τόλμη και γενναιότητά του. Η πολεμική αρετή και ορμητικότητα ήταν τέτοια, που ανέλαβε κυβερνήτης σε σκάφος του Στολίσκου. Σε ένα όμως από τα ταξίδια του, σε μικρή απόσταση από τα Αιγυπτιακά ύδατα, το πλοίο του δέχεται επίθεση γερμανικού αεροπλάνου το οποίο, με συνεχείς πολυβολισμούς, πολλούς από τους συντρόφους του ετραυμάτισε, τον ίδιο όμως εφόνευσε, την ώρα που ο ίδιος ανταπέδιδε τους πολυβολισμούς από το κατάστρωμα.



ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΤΥΦΕΚΙΟ KROPATSCHEK ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


                         ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΥΦΕΚΙΟΥ

        ΣΤΟΙΧΕΙΑ                                                       ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
1. Διαμέτρημα                                                                   11 χιλ.
2. Σύστημα λειτουργίας                                              Επαναληπτικό,
                                    με κινητό ουραίο και κυλινδρικό γεμιστήρα κάτω  από την κάνη
3. Χωρητικότητα γεμιστήρα                               7 φυσίγγια (1+1= 9)            
4. Μήκος όπλου                                                               1.24μ.
5. Μήκος κάνης                                                                0.72μ.
6. Βάρος όπλου                                                  4.4Kgr (4.7Kgr) γεμάτο
7. Ραβδώσεις                                               4 αριστερόστροφες, με βήμα 0.55μ.         
8. Κλισιοσκόπιο                                                               1800μ.      
9. Αρχική ταχύτητα                                                       430- 455μ/δ                        






                   




                        ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΥΦΕΚΙΟ



   Η παρουσίαση από τους Ρώσους στη Μαύρη Θάλασσα, κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878 ενός τορπιλοβόλου - πυρπολικού σκάφους, έκανε τους Γάλλους να αναζητήσουν για το Ναυτικό τους, το οποίο μέχρι τότε χρησιμοποιούσε το τυφ. Chassepot υποδ 1866 ένα επαναληπτικό όπλο, με το οποίο θα μπορούσαν να αποκρούσουν από μικρή απόσταση επιθέσεις από τέτοια σκάφη. Κατά το σχετικό διαγωνισμό προκρίθηκε το επαναληπτικό τυφέκιο του Αυστριακού συν/χη πυ/κου Alfred von Kropatschek (1838-1911), το οποίο ήταν μία τροποποίηση του τυφ. Gras υποδ 1874, με την προσθήκη στο ξυστό, κάτω από την κάνη, ενός κυλινδρικού γεμιστήρα (σωληνοειδούς αποθήκης), κατά το πρότυπο του αμερικανικού τυφ. Winchester υποδ 1866.
   Το τυφέκιο αυτό, παρότι έγινε αποδεκτό από το Γαλλικό Ναυτικό στις 28.6.1878, απορρίφθηκε από τον Γαλλικό Στρατό, με το επιχείρημα ότι ο επαναληπτικός μηχανισμός και το ελατήριο του γεμιστήρα, μετά από συνεχή χρήση, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο χειριστή του. Με το τυφέκιο αυτό, η Γαλλία γινόταν η πρώτη ΜΔ που το Ναυτικό της θα οπλιζόταν με επαναληπτικό τυφέκιο. Οι γαλλικές οπλοβιομηχανίες την εποχή εκείνη ήταν απασχολημένες και δεν μπορούσαν ν' ανταποκριθούν στις προθεσμίες που είχε θέσει το Γαλλικό Ναυτικό, γιαυτό και το τυφέκιο αυτό κατασκευάστηκε από την αυστριακή βιομηχανία Steyr.
   Η εισαγωγή του τυφ. Kropatschek στο Γαλλικό Ναυτικό ώθησε τη Γερμανία να επισπεύσει την παραδοχή επαναληπτικού τυφεκίου για τον Στρατό της και το 1884 εισήχθη το επαναληπτικό τυφέκιο Mauser υποδ. 1871/84, διαμ. 11 χιλ (11x60R). Αυτό ήταν η τροποποίηση του βασικού, μονοβόλου τυφ Mauser υποδ. 1871, διαμ. 11 χιλ., με την προσθήκη κυλινδρικού γεμιστήρα στο ξυστό, κάτω από την κάνη, όπως ακριβώς είχε γίνει και στο τυφ. Kropatschek, ως μεταβατικό, επαναληπτικό τυφέκιο, μέχρι την οριστική εισαγωγή του τυφ. Lebel υποδ. 1886, που άνοιξε νέους ορίζοντες στον τομέα των φορητών όπλων. Το μεταβατικό αυτό τυφέκιο ονομάστηκε "υποδ. 1884" (fusil Mle 1884) ή "Γαλλικό Kropatschek", γιατί η κατασκευή του έγινε από την γαλλική οπλοβιομηχανία.



Η πορεία του τυφεκίου Kropatschek στην Ελλάδα.




   Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, το Ναυτικό είχε ήδη οπλισθεί με τυφ. Gras υποδ. 1874, όπως και ο Στρατός. Μετά την εισαγωγή, όμως, του 7σφαιρου επαναληπτικού τυφ. Kropatschek υποδ. 1878, διαμ. 11 χιλ., από το Γαλλικό Ναυτικό, μικρός αριθμός τέτοιων όπλων αγοράστηκε από την Ελλάδα και χορηγήθηκε στο Ναυτικό, για τους ίδιους λόγους που είχε γίνει παραδεχτό από το Γαλλικό Ναυτικό.
   Παρότι είναι βεβαία η εισαγωγή του όπλου αυτού στο Ναυτικό και μνημονεύεται στα βιβλία των αξ/κων - καθηγητών της ΣΣΕ Ν. Ζορμπά (1885), Π. Δαγκλή (1893) και Γ. Σολιώτου (1904), εν τούτοις πουθενά δεν υπάρχουν στοιχεία που δίνουν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό. Βέβαια είναι, επίσης, όπως προκύπτει από τα αρχεία της Steyr, ότι ποτέ δε δόθηκε στην ελληνική παραγγελία για την κατασκευή τέτοιων όπλων, οπότε, τα όπλα που προμηθεύτηκε η Ελλάδα, το πιθανώτερο να προέρχονταν, είτε από πλεονάσματα της γαλλικής παραγγελίας, είτε από μεταπώληση από τη Γαλλία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το 1878, το σύνολο της δυνάμεως του Ναυτικού ήταν 1.983 άνδρες και συνεπώς ο αριθμός των τυφ. Kropatschek που αγοράστηκαν, μπορεί να ήταν και μικρότερος από τον αριθμό αυτό, αφού το Ναυτικό είχε πρόσφατα εξοπλιστεί με τυφ. Gras υποδ. 1874. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος της πλήρους αγνοήσεως του γεγονότος αυτού από τους συγγραφείς και την βιβλιογραφία. Ως τελευταίο στοιχείο περί της διελεύσεως των όπλων Kropatschek από την Ελλάδα θα πρέπει να θεωρηθεί η ύπαρξη τριών τέτοιων όπλων στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών και στη Σαρόγλειο Συλλογή, εκ των οποίων μόνον ένα είναι αυστριακής κατασκευής, ενώ τα άλλα δύο γαλλικής, 2 στο Μουσείο της ΣΣΕ και 2 στη ΣΝΔ.

ΠΗΓΗ:  ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.    

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

ΚΑΣΤΡΟ ΜΥΡΙΝΑΣ (ΛΗΜΝΟΣ)


Το Φρούριο της Μύρινας είναι κτισμένο σε βραχώδη και απόκρημνη χερσόνησο, πάνω από τη Μύρινα την πρωτεύουσα τα της Λήμνου, και επικοινωνεί με την ξηρά μόνο από τα ανατολικά. Είναι το μεγαλύτερο κάστρο του Αιγαίου.
Το κάστρο κατασκεύασαν οι Βενετοί διατηρώντας τμήματα προγενέστερης φάσης βυζαντινής περιόδου (αρχές 12ου αι). ΟΙ Βυζαντινοί είχαν κτίσει το κάστρο πάνω σε αρχαία ακρόπολη.
Η σημερινή δομή και διάταξη οφείλεται στους Γενουάτες Gattilusi που το αναδιαµόρφωσαν (15ος αι.) καθώς και στις μεταγενέστερες επεμβάσεις Βενετών και Τούρκων. 



Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Το κάστρο είναι σε μια βραχώδη και δυσπρόσιτη χερσόνησο ύψους 120 μέτρων περίπου που εποπτεύει δύο όρμους και το εξαιρετικό φυσικό λιμάνι της Μύρινας. Η ίδια η Λήμνος είναι σε στρατηγικό σημείο ευρισκόμενη κοντά στην είσοδο των Δαρδανελίων και επί της θαλασσίας οδού από τη Μικρά Ασία προς τη Βαλκανική χερσόνησο.


Το Όνομα του Κάστρου

Η Μύρινα πήρε το όνομά της από τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα.
Το όνομα αυτό ξεχάστηκε με τον καιρό και από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα η πόλη ονομαζόταν απλά «Κάστρο».
Στην Ενετοκρατία ονομαζόταν και «Παλαιόκαστρον», σε αντιδιαστολή με τα νεόκτιστα κάστρα του Κότσινου και του Μούδρου (από τα οποία παρεμπιπτόντως δεν σώζεται σχεδόν τίποτα).

Η ονομασία Paleocastro αναφέρεται από διάφορους περιηγητές (και στους χάρτες του Piri Reis, 1521) μέχρι και τον 17ο αιώνα.
Τελικά φαίνεται πως και το «Παλιόκαστρο» ξεχάστηκε και παρέμεινε το «Κάστρο» σκέτο. Μέχρι το 1955, οπότε στην πόλη ξαναδόθηκε επισήμως το αρχαίο της όνομα «Μύρινα».

Ιστορία

Στο σημείο όπου υπάρχει το κάστρο υπήρχε αρχαία ακρόπολη με κυκλώπεια τείχη, πιθανότατα από τον 13ο αιώνα π.Χ.. Την εποχή εκείνη το νησί το είχαν αποικίσει οι Μινύες, ελληνικό προϊστορικό φύλο από τη Βοιωτία. Στη Λήμνο διαδραματίστηκε και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπέτειες της αργοναυτικής εκστρατείας (βλ. παρακάτω).
Τον 8ο π.Χ. αιώνα η Λήμνος κατακτήθηκε από Πελασγούς που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Αττική. Έμειναν εκεί μέχρι το 511 π.Χ. και στο διάστημα αυτό ενίσχυσαν την οχύρωση σε βαθμό που να δικαιολογεί την αναφορά για πελασγική ακρόπολη στη Μύρινα. Στη συνέχεια η Λήμνος καταλήφθηκε για λίγο από τους Πέρσες και μετά από Αθηναίους, Μακεδόνες και Ρωμαίους.
Το μεσαιωνικό κάστρο, σε μια πρώιμη μορφή, κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και οι οχυρώσεις του ενισχύθηκαν το 1185 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ό,τι υλικό είχε απομείνει από την αρχαία ακρόπολη, η οποία έτσι εξαφανίστηκε.
Η σημερινή μορφή του ανάγεται στο 1207, όταν ο Ενετός Φιλόκαλος Ναβιγκαγιόζο (Filocalo Navigajoso), Μεγάλος Δούκας της Λήμνου από το 1207 έως το 1214, ανακατασκεύασε το κάστρο. Μετά την άλωση του 1204, ο Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνος είχε αναθέσει την κατάκτηση των νησιών του Αιγαίου στους Ενετούς. Για τη Λήμνο, η αποστολή αυτή ανατέθηκε στην επιφανή οικογένεια των Navigajoso που την έφεραν σε πέρας το 1207, οπότε άρχισε η περίοδος της Ενετοκρατίας για το νησί που έγινε Μεγάλο Δουκάτο.

Τυπικά η Λήμνος δεν ανήκε στη Βενετία. Ο Φιλόκαλος υπήγαγε το νησί στον Λατίνο αυτοκράτορα, όπως είχε συμφωνηθεί, και εκείνος του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Δούκα της Λήμνου. Τον τίτλο αυτό είχαν όλοι οι ηγεμόνες του νησιού επί 70 χρόνια, ως το τέλος της Eνετοκρατίας. Οι Μεγάλοι Δούκες της Λήμνου είχαν ως έδρα το Κάστρο της Μύρινας.

Ο ιδρυτής του δουκάτου Φιλόκαλος ενίσχυσε την άμυνα του νησιού ισχυροποιώντας τα φρούρια και τα κάστρα της. Μετά το θάνατό του, το 1214, τον τίτλο και το μισό του νησιού κληρονόμησε ο γιος του Λεονάρδος, που είχε ως έδρα την πρωτεύουσα Παλαιόκαστρο (Μύρινα). Το υπόλοιπο μοιράστηκαν οι δυο θυγατέρες του Φιλόκαλου και οι γαμπροί του, παίρνοντας από ένα τέταρτο με έδρες τα δυο άλλα σημαντικά κάστρα της Λήμνου.

Ο Λεονάρδο Ναβιγκαγιόζο είναι εκείνος που ισχυροποίησε το κάστρο και το κράτησε υπό την κυριαρχία του επί 45 χρόνια, μέχρι το 1260. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Παύλος.

Το Μεγάλο Δουκάτο της Λήμνου κατέλυσε ο βυζαντινός ναύαρχος Λικάριος την περίοδο 1276-78. O Λικάριος (Licario ή Ικάριος κατά τους Βυζαντινούς) ήταν περιβόητος Φράγκος ιππότης από την Εύβοια στην υπηρεσία των Βυζαντινών για λογαριασμό των οποίων είχε ανακτήσει πολλά εδάφη και νησιά. Του είχε απονεμηθεί προκαταβολικά από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο ο τίτλος του Μεγάλου Δούκα της Λήμνου, ώστε να έχει επιπλέον κίνητρο.





Ο Λικάριος έγινε εύκολα κύριος των άλλων δύο φρουρίων του νησιού, του Μούδρου και του Κότσινου και στη συνέχεια πολιόρκησε τη Μύρινα, όπου αμύνθηκε σθεναρά ο Μέγας Δούκας Παύλος Ναβιγκαγιόζο με 700 άνδρες αρνούμενος να παραδοθεί ή να εξαγοραστεί. Το επόμενο έτος 1277 ο Παύλος πέθανε ξαφνικά, αλλά η άμυνα συνεχίστηκε με επικεφαλής τη χήρα του.

Τελικά, το 1278, η χήρα αποφάσισε να παραδοθεί και αποσύρθηκε στην Εύβοια, ενδεχομένως έπειτα από συμφωνία, αφήνοντας το Παλαιόκαστρο στους Βυζαντινούς.

Μετά από αυτό, η Λήμνος παρέμεινε Βυζαντινή κτήση μέχρι το 1453. Στο διάστημα αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στους εμφύλιους πολέμους του Βυζαντίου. Το 1361, το κάστρο επισκευάστηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου.

Μετά την Άλωση, τη Λήμνο την πήραν οι Γατελούζοι, οι Γενοβέζοι ηγεμόνες της Λέσβου, οι οποίοι φαίνεται ότι εκμεταλλεύτηκαν την ενασχόληση των Τούρκων με την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Την ηγεμονία ανέλαβε ο Νικολό Γατελούζος ο οποίος ήταν αδελφός του άρχοντα της Λέσβου και, προφανώς, μεγάλη "λέρα". Το 1458 εκθρόνισε τον αδελφό του και στη συνέχεια πουλούσε προστασία στους κατοίκους των μικρο-ασιατικών παραλίων από τους πειρατές. Επιπλέον ήταν αλαζονικός και τυραννικός και προκάλεσε την εξέγερση των κατοίκων της Λήμνου, που αναγκάστηκαν να ζητήσουν την επέμβαση του Τούρκου σουλτάνου Μωάμεθ Β’ (του Πορθητή).




Οι Τούρκοι που ούτως ή άλλως ήθελαν να διώξουν τους Γενουάτες από το Αιγαίο, πολιόρκησαν το κάστρο το 1462 και το κυρίευσαν. Την ίδια χρονιά κατέλαβαν και τη Λέσβο. Ο Νικολό απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με την χορδή ενός τόξου. Ο σουλτάνος δώρισε τη Λήμνο στον Δημήτριο Παλαιολόγο, τον φιλότουρκο αδελφό του Θωμά, του τελευταίου νόμιμου δεσπότη του Μυστρά.

Ο Δημήτριος είχε έδρα την Αίνο της Αν. Θράκης (απέναντι από την Αλεξανδρούπολη) και δεν φαίνεται να ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Έτσι το 1464 η Λήμνος περιήλθε ξανά στους Ενετούς. Το 1476 οι Τούρκοι προσπάθησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο και το νησί, αλλά χάρη στη γενναία αντίσταση Ενετών και Ελλήνων, δεν τα κατάφεραν. Το 1479 όμως οι Ενετοί το παρέδωσαν στους Τούρκους, μετά τη συνθηκολόγηση στο τέλος του πρώτου Ενετο-Τουρκικού πολέμου.

Οι Ενετοί διέκοψαν την τουρκοκρατία ξανά, για πολύ λίγο το 1656, μετά από τη μεγάλη νίκη τους στη μάχη των Δαρδανελίων στον 6ο Ενετο-Τουρκικό πόλεμο. Ένα χρόνο μετά όμως, το 1657, οι Τούρκοι επικράτησαν σε μια νέα μάχη στα Δαρδανέλια και ξαναπήραν το κάστρο μετά από πολιορκία 36 ημερών.








Στα Ορλωφικά, το 1770, το κάστρο πολιορκήθηκε από το Ρωσικό στόλο υπό τον κόμητα Ορλώφ. Οι Ρώσοι βομβάρδισαν το κάστρο που υπέστη τότε πολύ σοβαρές ζημιές. Ο Ορλώφ πέτυχε την παράδοση του νησιού, αλλά λίγο πριν αυτή ολοκληρωθεί, αποβιβάστηκε στο νησί τουρκική δύναμη υπό τον Χασάν Γαζή πασά που ακύρωσε την παράδοση.

Ο Χασάν Γαζή πασάς ή Τζεζαϊρλή(ς) έγινε αργότερα αρχιναύαρχος και το 1780 αποκατέστησε κάπως τις ζημιές στο κάστρο και το εξόπλισε με 150 κανόνια.
Το 1912 η Λήμνος παραδόθηκε στους Έλληνες, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

 

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο καλύπτει έκταση 144 στρεμμάτων.
Έχει τριπλό τείχος με 14 πύργους συνολικά, ύψους έως 8 μ. και πάχους 1,5 μ., το οποίο προστάτευε βαθιά τάφρος στα ανατολικά, που σήμερα δεν υπάρχει. Έχει μια κεντρική πύλη, ανατολική, στην οποία οδηγούσε ανηφορικό λιθόστρωτο μονοπάτι και μια μικρότερη, βόρεια, κοντά στην ακτή.
Στην ανατολική και νότια πλευρά το τείχος είναι υψηλό και ο αριθμός των πύργων σχετικά μεγάλος, ενώ στην βόρεια και δυτική πλευρά το τείχος είναι κατά πολύ χαμηλότερο και οι πύργοι σπανιότεροι. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου υπάρχει ημικατεστραμμένο οχυρό κτίσμα με πολλούς εσωτερικούς χώρους. Ακόμα, εντός του Φρουρίου υπάρχει ένα τούρκικο Τέμενος, υπόγειος θολωτός χώρος και δεξαμενές.
Τελευταία, το 1990-1991 έγιναν εργασίες συντήρησης και στήριξης του μνημείου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Πολλά ραγίσματα στα τείχη της νότιας και της ανατολικής πλευράς διορθώθηκαν και το Κάστρο έγινε επισκέψιμο με ασφάλεια

Παράλληλες Ιστορίες

Ανάμεσα στα χαλάσματα ζουν αρκετά αγριοκάτσικα και μια πολυπληθής ομάδα από ελάφια! Πρόκειται για τα γνωστά πλατώνια, που μεταφέρθηκαν πριν μερικές δεκαετίες από τη Ρόδο, πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν οι νέοι κάτοικοι του κάστρου.

ΠΗΓΗ http://www.kastra.eu

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Η ΜΗΛΟΣ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (17ος αιώνας)


Νίκος Νικολούδης
Διδάκτωρ Ιστορίας  του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
(Kings College)
Από το βιβλίο του Ν. Νικολούδη: «Η Αττική και τα
νησιά του Αιγαίου στον Μεσαίωνα και την Τουρκοκρατία»,
εκδ. Αντώνη Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 127-156.



Το 1537 κατέκτησε την Μήλο ο Βαρβαρόσσα και από το 1566 πέρασε από τους Ενετούς στους Τούρκους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν ορμητήριο πειρατών. ΦΩΤΟ: ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ/ Wikipedia

Στις αρχές του 17ου αιώνα το σκηνικό της πειρατικής δραστηριότητας στο Αιγαίο διαφοροποιείται με τη συχνή εμφάνιση Ευρωπαίων και κυρίως Άγγλων πειρατών. Κατά την Κραντονέλλη/1991 (σελ. 251) ειδικά η αγγλική πειρατεία στη Μεσόγειο ευνοήθηκε την ίδια περίοδο κυρίως από τρεις παράγοντες: από την έλλειψη επαρκών κουρσάρικων στόχων στον Ατλαντικό κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας της Ελισάβετ Α΄, από την αδυναμία των βραδυκίνητων βενετικών γαλερών να εμποδίσουν τα γρήγορα αγγλικά πειρατικά ιστιοφόρα που εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο, και από την κήρυξη από το διάδοχο της Ελισάβετ, Ιάκωβο Α΄, όλων των Άγγλων πειρατών ως εκτός νόμου, με παράλληλη απαγόρευση εισόδου τους σε όλα τα αγγλικά λιμάνια (1603). Η συχνή παρουσία πειρατών από την Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία και Μαγιόρκα στο Αιγαίο ευνοήθηκε περισσότερο περί τα τέλη του 17ου αιώνα λόγω του πολέμου μεταξύ της Γαλλίας από τη μία πλευρά και της Αγγλίας και Ολλανδίας από την άλλη (1688-97) ο οποίος μεταφέρθηκε και στο Αιγαίο, όπου εξελίχθηκε σε σειρά πειρατικών επιδρομών (Slot/1975, σελ. 83). Aλλά και νωρίτερα, περί τα μέσα του ίδιου αιώνα, ο Κρητικός Πόλεμος, μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1645-69), είχε προσελκύσει στο Αιγαίο ένα πλήθος πλοίων ποικίλης προέλευσης, η παρουσία των οποίων συνδυάστηκε με πειρατικές ενέργειες.
Για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η Μήλος του 17ου αιώνα τοποθετείται στο επίκεντρο της πειρατικής δραστηριότητας στο Αιγαίο. Το 1601 αναφέρεται η παρουσία τριών αγγλικών πειρατικών πλοίων στην περιοχή της (Κραντονέλλη/1991, σελ. 333). Το 1603 το μαρσεγιέζικο πλοίο Βersatone το οποίο μετέφερε φορτίο λαδιού από την Κρήτη δέχθηκε επίθεση στο θαλάσσιο χώρο της Μήλου από δύο ολλανδέζικα πειρατικά πλοία (Κραντονέλλη/1991, σελ. 250, Τenenti, σελ. 70). Στις 13 Ιουνίου του ίδιου χρόνου το αγγλικό πλοίο Salamander συγκρούστηκε με ένα γαλλικό στον κόλπο της Μήλου και μετά από τετράωρη μάχη αιχμαλωτίστηκε. Τον επόμενο χρόνο αναφέρεται ότι δύο μικρά μαλτέζικα πειρατικά αιχμαλωτίστηκαν από δύο αγγλικά πειρατικά και οδηγήθηκαν στη Μήλο, όπου όμως τα αγγλικά πληρώματα εξοντώθηκαν από τον συνεργάτη των Μαλτέζων, Ναπολιτάνο κουρσάρο Vinciguerra (Κραντονέλλη/1991, σελ. 109, 209, 253). Το 1624 ένα ολλανδικό εμπορικό πλοίο που μετέφερε ποικίλο φορτίο (εμπορεύματα, κασσίτερο, μόλυβδο, τζίντζερ, μοσχοκάρυδο, ξυλεία από τη Βραζιλία) καθώς και 3.000 τάλληρα για τον πρεσβευτή και τον πρόξενο της Ολλανδίας στην Κωνσταντινούπολη έπεσε θύμα Τυνήσιων πειρατών στη θάλασσα κοντά στη Μήλο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 61, Κεφαλληνιάδης, σελ. 223-4). Εξάλλου, την περίοδο 16-25 Αυγούστου 1628 ένας αγγλικός στολίσκος πέντε πλοίων υπό τον σερ Kenneth Digby στάθμευσε στη Μήλο και στην Αντίμηλο όπου και συνέλαβε δύο γαλλικά πλοία (Κραντονέλλη/1991, σελ. 262).


Μπριγκαντίνι. (από τον 17ο και κατά άλλους από τον 14ο αι.) Χρησιμοποιήθηκε πολύ για ανίχνευση, μετάδοση μηνυμάτων, πειρατεία και ρήξη αποκλεισμού. Εξυπηρετώντας αυτές τις αποστολές εξελίχτηκε σε μέγεθος, οπλισμό και εξαρτισμό, ώστε στα τέλη του 18ου αι, το βρίσκουμε στα χέρια των Ελλήνων να είναι ένας τέλειος πάρων ( μπρίκι ) Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας ΦΩΤΟ: www.greekshipmodels.com

Οι πειρατικές δραστηριότητες στην περιοχή της Μήλου δεν άφηναν αδιάφορους τους εκπροσώπους της Βενετίας. Είναι γνωστό ότι ο Βενετός πρόξενος στο νησί κρατούσε λεπτομερώς ενήμερες τις Αρχές της Βενετίας για την κίνηση των πειρατικών πλοίων. Σχετικές αναφορές σώζονται π.χ. για αρκετούς μήνες του 1607 (Τenenti, σελ. 169-70, σημ. 41). Οι πειρατές που χρησιμοποιούσαν ως βάση τη Μήλο φαίνεται πάντως ότι προσπαθούσαν να διατηρούν καλές σχέσεις με τον Βενετό πρόξενο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 83).
Η έκρηξη του Κρητικού Πολέμου το 1645 προκάλεσε γενικότερη αναταραχή στο Αιγαίο η οποία δεν άφησε ανεπηρέαστη τη Μήλο, δεδομένης μάλιστα της εγγύτητάς της προς την Κρήτη. Το ίδιο έτος οι Βενετοί συγκρούστηκαν με τον οθωμανικό στόλο κοντά στη Μήλο και τον κατανίκησαν. Κατά τη διάρκεια του ίδιου χρόνου (κατά τον Μπαμπούνη/1993, σελ. 40, το 1646) αναφέρεται επίσης ότι μικτός στόλος από φλωρεντινά, μαλτέζικα, ναπολιτάνικα, ρωμαϊκά και βενετικά πλοία που έπλεε προς την Κρήτη υπό την ηγεσία του Τζιρόλαμο Μοροζίνι (κατά την Κραντονέλλη: του Φραγκίσκου Μοροζίνι) λαφυραγώγησε αρκετές τουρκοκρατούμενες περιοχές μεταξύ των οποίων και τη Μήλο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 186, 352, Βακαλόπουλος, ΙΙΙ, σελ. 490-1, Κεφαλληνιάδης, σελ. 196, 197, Slot/1975, σελ. 69). Bενετική επίθεση υπέστη η Μήλος και το 1667. Γενικά φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου το πολιτικό καθεστώς του νησιού ήταν απροσδιόριστο. Σε επιστολή του τού 1658 προς την "Προπαγάνδα της πίστεως" ο Καθολικός επίσκοπος του νησιού Α. Serra ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "η νήσος εξουσιάζεται άλλοτε μεν υπό των Τούρκων, άλλοτε υπό των Eνετών. Όποιος έλθει με μεγαλυτέραν δύναμιν αυτός κυριαρχεί. Προς το παρόν όμως και συνήθως κυριαρχούν οι Ενετοί" (Slot/1975, παράρ. Α’, έγγρ. 10, σελ. 132). Για τον ίδιο επίσκοπο αναφέρεται ότι έδρασε ως πληροφοριοδότης του Φραγκίσκου Μοροζίνι ο οποίος τον συνάντησε γι’ αυτό τον σκοπό στη Μήλο το 1659 (Μπαμπούνης/1993, σελ. 40, Slot/1975, σελ. 72, 83). Κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξάλλου, ο βενετικός στόλος ναυλοχούσε συχνά μεταξύ της Μήλου και της Κιμώλου (Κραντονέλλη/1991, σελ. 354) είτε στην ίδια τη Μήλο (Βακαλόπουλος, ΙΙΙ, σελ. 503). Παράλληλα, από αναφορές του Λατίνου ιερέα της Μήλου Giorgio Rossi, του Καθολικού επισκόπου Sebastiani και κάποιου Gillet γνωρίζουμε ότι το νησί Αρζαντιέρα (πρόκειται για τη σημερινή Κίμωλο), σε απόσταση μόλις ενός μιλίου από τη Μήλο, αποτελούσε βάση Δυτικοευρωπαίων πειρατών ήδη το 1667 (δηλαδή πριν από τη λήξη του Κρητικού Πολέμου), αλλά και το 1690 (Slot/1975, παράρ. Α’, έγγρ. 16, 18, σελ. 142, 144, 175, αντίστοιχα, Κεφαλληνιάδης, σελ. 198, 202 κ.ε.).
Το 1670, αμέσως δηλαδή μετά τη λήξη του Κρητικού Πολέμου, ο τουρκικός στόλος αποπειράθηκε να εκκαθαρίσει τη Μήλο από τους πειρατές αλλά αποκρούστηκε (Κραντονέλλη/1991, σελ. 72, 122 (όπου το γεγονός χρονολογείται στο 1671), 361). Τον επόμενο χρόνο το νησί δέχθηκε την επίθεση του διαβόητου Γάλλου πειρατή Τemericourt, ο οποίος συνέλαβε και λεηλάτησε τα πλοία των κατοίκων, λαφυραγώγησε τα χωριά του νησιού αρπάζοντας ιερά σκεύη και βασάνισε πολλούς νησιώτες. Οι συνέπειες των ενεργειών του μετριάστηκαν κάπως από την έγκαιρη παρέμβαση του μαρκησίου De Preuilly o oποίος τον ανάγκασε να επιστρέψει τα κλοπιμαία. Για τον Τemericourt μαρτυρείται εξάλλου ότι είχε αιχμαλωτίσει μέσα στο λιμάνι της Μήλου τη φρεγάτα του προξένου της Βενετίας στην Κρήτη, Γάσπαρου Κοντόσταυλου. Παρόλο που το πλοίο έφερε τη βενετική σημαία, ο Τemericourt αρνήθηκε να το επιστρέψει (Κραντονέλλη/1991, σελ. 123-4, 124-5, 237, 362, 363).

Χάρτης της Μήλου του 1764. ΦΩΤΟ: www.mapandmaps.com

Ο Τemericourt όμως δεν ήταν ο μόνος Γάλλος πειρατής που σχετίζεται με τη Μήλο. Κατά το ίδιο το έτος της επιδρομής του (1671) αναφέρεται ότι στη Μήλο ναυλοχούσαν 15 γαλλικά πειρατικά πλοία, ενώ αναμένονταν άλλα 10 (Κραντονέλλη/1991, σελ. 238). Η συχνότητα της πειρατικής παρουσίας στο νησί φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα έντονη ώστε να προκαλέσει την ίδια περίπου περίοδο (1675) τον χαρακτηρισμό της Μήλου από τον Άγγλο περιηγητή του Αιγαίου Βernard Randolph ως τον μεγαλύτερο κουρσαρότοπο των ελληνικών θαλασσών (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 688).
Ένα από τα επιφανέστερα θύματα της πειρατικής δράσης στο Αιγαίο κατά τον 17ο αιώνα υπήρξε ο Άγγλος περιηγητής Francis Vernon (για τον οποίο βλ. τώρα Leonora Navari, "Francis Vernon, a little known traveller in the Morea", στον τόμο Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο. Περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία 1994, σελ. 223-9). Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του από την Αθήνα προς τη Σμύρνη (1675), ο Vernon αιχμαλωτίστηκε από Χριστιανούς πειρατές που τον λήστεψαν και τελικά τον εγκατέλειψαν στη Μήλο. Εκεί κατόρθωσε να δανειστεί χρήματα από Άγγλους μικρεμπόρους-πειρατές που στάθμευαν στο νησί (παρά την πολιτική της αγγλικής Levant Company που ήταν αντίθετη με την άσκηση πειρατείας από Άγγλους) και να συνεχίσει το ταξίδι του (Κραντονέλλη/1991, σελ. 220, 265, Φίνλεϋ, σελ. 141, σε υποσημείωση).
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα η Μήλος είχε εξασφαλίσει μια ιδιότυπη ασυλία έναντι της οθωμανικής εξουσίας. Ο Άγγλος περιηγητής Robert, ο οποίος διετέλεσε αιχμάλωτος των πειρατών, αναφέρει σε έργο του που εκδόθηκε το 1696 ότι κάθε χρόνο μεταξύ Δεκεμβρίου και Μαρτίου η Μήλος, η Πάρος και η Αντίπαρος μετατρέπονταν σε χώρους διαχείμασης πειρατών (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 106, Ζακυθηνός, σελ. 29). Γι’ αυτό τον λόγο η παρουσία τουρκικών Αρχών στο νησί καθίστατο αδύνατη κατά τη χειμερινή περίοδο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το 1674 ο γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, Sieur de la Croix, "ο τουρκικός στόλος δεν προσεγγίζει ποτέ τις Κυκλάδες κατά τους μήνες της κακοκαιρίας". Ο ίδιος προσέθετε ότι το 1671 είχε καταστεί αδύνατη η παρουσία Τούρκου καδή στη Μήλο κατά τους χειμερινούς μήνες (Κραντονέλλη/1991, σελ. 122, 361, Σιμόπουλος, Ι, σελ. 659). Πάντως, φαίνεται ότι και κατά τους υπόλοιπους μήνες του έτους η παρουσία του συγκεκριμένου Τούρκου αξιωματούχου στο νησί κάθε άλλο παρά απρόσκοπτη ήταν.
Σαϊτα. Τύπος σκάφους που έφερε λατίνια ή έφερε στο κατάρτι της πλώρης σταυρώσεις. Εμφανίζεται στην ανατολική Μεσόγειο από το 1100 μέχρι το 1700. Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας ΦΩΤΟ: www.greekshipmodels.com

Σύμφωνα με ενθύμηση των Καπουτσίνων μοναχών της μονής του Αγίου Αντωνίου του Κάστρου της Νάξου, "1678, μηνί Αυγούστω, οι εν Μήλω [Καπουτσίνοι] μοναχοί έσωσαν εκ της αιχμαλωσίας τον καδήν της νήσου καταφυγόντα εις το μοναστήριον. Οι πειραταί ηθέλησαν να συλλάβωσιν αυτόν, αλλά οι μοναχοί υπερήσπισαν αυτόν και εσώθη εκ της αιχμαλωσίας" (Κεφαλληνιάδης, σελ. 224, Ζερλέντης, σελ. 94). Οι Τούρκοι φαίνεται ότι απέφευγαν γενικότερα να εγκαθίστανται στη Μήλο. Ο Γάλλος περιηγητής Τhevenot ο οποίος την επισκέφθηκε περί το 1655-56 αναφέρει την παντελή απουσία τους (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 570). Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να οφειλόταν μόνο στο ότι το νησί ήταν φωλιά επικίνδυνων για τους Τούρκους πειρατών (ο Earl of Sandwich κάνει το 1738 ειδική μνεία του φόβου των Τούρκων για τους Μαλτέζους πειρατές) αλλά και στο ότι κατά περιόδους (ιδίως κατά τον Κρητικό Πόλεμο) είχε διατελέσει βάση του βενετικού στόλου (Σιμόπουλος, ΙΙ, σελ. 184). Ο Χατζηδάκης προσθέτει εύστοχα ως αποτρεπτικούς παράγοντες για την εγκατάσταση των Τούρκων την έλλειψη εξοικείωσής τους με το θαλάσσιο στοιχείο καθώς και τη φτώχεια του εδάφους των Κυκλάδων (Χατζηδάκης, σελ. 200).