Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΛΑΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ (25- 26 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1821)




Αναπαράσταση της μάχης των Βασιλικών σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη

Μετά τις μεγάλες στρατιωτικές νίκες των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) η πολιορκία της Τριπολιτσάς είχε γίνει πλέον ασφυκτική καθώς τα ταμπούρια των Ελλήνων βρίσκονταν πλέον μπροστά στα τείχη της πόλης. Οι Τούρκοι που είχαν αποκλειστεί μέσα στην πόλη είχαν περιέλθει σε δεινή θέση λόγω της έλλειψης τροφών αλλά των επιδημιών που είχαν ενσκήψει στον πληθυσμό. Απέρριπταν κάθε πρόταση για παράδοση της πόλης, αλλά ο χρόνος λειτουργούσε φανερά εις βάρος τους. Η κρισιμότητα της κατάστασης ανάγκασε τον Χουρσίτ πασά σε συνεννόηση με τον Σουλτάνο Μαχμούτ να ετοιμάσει μια επίλεκτη δύναμη 8.000 ανδρών (οι περισσότεροι ιππείς) υπό τον Μπαϊράμ πασά η οποία ξεκινώντας από το Ζητούνι (Λαμία) θα εισέβαλε στην Ανατολική Στερεά, θα ενωνόταν με τις ισχυρές δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη που βρισκόταν στην Λειβαδιά και είχε επιφέρει μεγάλες καταστροφές στους Έλληνες της περιοχής και μετά ενωμένοι θα βάδιζαν τάχιστα για να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς ανακουφίζοντας τους αποκλεισμένους. Η επιλογή του Μπαϊράμ πασά δεν ήταν τυχαία, αλλά έγινε λόγω των ικανοτήτων που είχε επιδείξει ο Τούρκος στρατηγός στην κατάπνιξη της εξέγερσης των Ελλήνων στην Χαλκιδική.



Γιαννάκης Δυοβουνιώτης

Το βασικό πρόβλημα του Ομέρ Βρυώνη ήταν η έλλειψη τροφών και πολεμοφοδίων. Για τον λόγο αυτό οι Τούρκοι ετοίμασαν μια τεράστια εφοδιοπομπή που σύμφωνα με τον υπερβολικό Αινιάν ήταν πάνω από 2.000 άμαξες κατάφορτες με τρόφιμα και πολεμικό υλικό. Είναι γεγονός ότι αν ενώνονταν οι δυνάμεις του Μπαϊράμ πασά με του Ομέρ Βρυώνη, είναι σίγουρο ότι η επαναστατική εστία της Ανατολικής Στερεάς θα έσβηνε, αλλά και η Ελληνική επανάσταση θα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Στην δύσκολη αυτή στιγμή, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς που είχαν επαναστατήσει συγκεντρώθηκαν στο χωριό Εργίνι της Βοδώνιτσας για να σχεδιάσουν την αντίδραση τους. Στην συνάντηση αυτή βρέθηκε ο Γιαννάκης Δυοβουνιώτης με τον γιο του Γιώργο, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Γκούρας, ο Κωνσταντής Καλύβας και ο παπανδρέας Κοκοβιστιανός. Αρχικώς οι περισσότεροι οπλαρχηγοί πρόκριναν να καταλάβουν την θέση της Φοντάνας για την καλύτερη αντιμετώπιση του εχθρού.

 Ο Δυοβουνιώτης που ήταν ο πλέον εμπειροπόλεμος επέμεινε ότι η θέση που όφειλαν να καταλάβουν άνευ χρονοτριβής ήταν στα στενά των Βασιλικών που το πέρασμα ήταν πλατύτερο και οι Τούρκοι θα το προτιμήσουν. Λόγω του σεβασμού προς την γνώμη του Δυοβουνιώτη οι υπόλοιποι πείστηκαν και οδήγησαν τα σώματα τους στην περιοχή. Ο τρόπος διάταξης των Ελλήνων ήταν περίτεχνος: στην έξοδο των στενών οχυρώθηκαν σε ασθενή ταμπούρια 900 άνδρες υπό τους Γκούρα και Δυοβουνιώτη, 300 άνδρες υπό τον παπα-Ανδρέα κρύφτηκαν στο πυκνό δάσος που βρισκόταν δίπλα στα στενά, ενώ άλλοι 600οι υπό τον Κωσταντή Καλύβα κατέλαβαν με ασθενή ταμπούρια τα ενδότερα των στενών.



Οι Τούρκοι έφτασαν στην περιοχή στις 24 Αυγούστου με όλη τους την δύναμη και διανυκτέρευσαν. Την επομένη ο Μπαϊράμ έστειλε 500 ιππείς και στρατιώτες ως μια πρώτη κρούση στις γραμμές του εχθρού. Η επίθεση αποκρούστηκε από τις δυνάμεις του Καλύβα, αλλά φαίνεται πως έπεισε τον Τούρκο στρατηγό ότι οι Ελληνικές δυνάμεις δεν θ άντεχαν αν έστελνε το σύνολο της δύναμης του. Η μοιραία αυτή σκέψη υλοποιήθηκε την επομένη, όταν το σύνολο της Τουρκικής φάλαγγας επιτέθηκε με αλαλαγμούς εναντίον των Ελλήνων του Καλύβα. Την κρίσιμη στιγμή ενεπλάκη στην μάχη και ο Γκούρας και 300 άνδρες. Έγινε μια μεγάλη μάχη κατά την οποία οι Τούρκοι είχαν το μειονέκτημα ότι λόγω της στενότητας του σημείου δεν είχαν την δυνατότητα να εκμεταλλευτούν την αριθμητική τους υπεροχή, ενώ και τα άλογα τους είχαν βρεθεί σε δύσκολη θέση λόγω του βραχώδους και του απόκρυμνου των στενών. Πολύ σύντομα επήλθε αταξία στις τάξεις των Τούρκων που επιδεινώθηκε από την ξαφνική επίθεση στα νώτα τους από αυτούς που κρύβονταν στο δάσος υπό τους Δυοβουνιώτη και Παπα-Ανδρέα. Οι επιτιθέμενοι φώναζαν "ήρθε ο Οδυσσέας" και εμπόδιζαν την έξοδο των Τούρκων από τα στενά.



Ακολούθησε μια ανηλεής σφαγή όσων Τούρκων είχαν παγιδευτεί στα στενά, ενώ όσοι γλίτωναν με τους υπόλοιπους υποχωρούσαν εγκαταλείποντας τα όπλα τους, ενώ κατά την υποχώρηση τους έπεφταν πάνω στις άμαξες των εφοδιοπομπών που ολοκλήρωναν το σκηνικό της Τουρκικής καταστροφής. Οι Έλληνες ένοπλοι βγήκαν από τα στενά με τα γιαταγάνια στα χέρια και καταδίωκαν με πείσμα τους Τούρκους σφάζοντας ανηλεώς τους βραδυπορούντες. Όσοι Τούρκοι γλύτωσαν, την επομένη κατέφυγαν στο Ζητούνι, αφού κατέστρεψαν την γέφυρα του Σπερχειού έντρομοι μήπως τυχόν τους ακολουθούσαν οι Έλληνες. Σύμφωνα με την αναφορά του Οδυσσέα Ανδρούτσου (που δεν έλαβε μέρος στην μάχη καθώς βρισκόταν μακριά) στον Υψηλάντη, αν οι Έλληνες δεν έπεφταν στο πλιάτσικο δεν θα γλίτωνε ούτε ο ίδιος ο Μπαϊράμ πασάς. Οι νικητές των στενών την επομένη προσπάθησαν να κόψουν την υποχώρηση των Τούρκων στην Δαμάστα, αλλά δεν τους πρόλαβαν. Ήταν δε τόσο μεγάλη η σύγχυση των υποχωρούντων Τούρκων που για μέρες οι Έλληνες έβρισκαν στην περιοχή άλογα και απομονωμένους Τούρκους στρατιώτες που είχαν χάσει επαφή με το βασικό υποχωρούν μπουλούκι.



Στην μάχη των Βασιλικών, σύμφωνα με τον Βακαλόπουλο, σκοτώθηκαν η βγήκαν εκτός μάχης πάνω από 3.000 Τούρκοι (άγνωστος παραμένει ο αριθμός των τραυματιών) ενώ αιχμαλωτίστηκαν 100. Σύμφωνα με τον Τρικούπη οι νεκροί ήταν χίλιοι. Οι Έλληνες εκτός από τα πλούσια λάφυρα και το σύνολο της εφοδιοπομπής που έπεσε στα χέρια τους, έπιασαν 800 άλογα, 10 κανόνια ενώ αιχμαλώτισαν 18 Τουρκικές σημαίες. Από την πλευρά των Ελλήνων σκοτώθηκαν μόλις 10 (50

Ιωάννης Γκούρας
σύμφωνα με τον Βακαλόπουλο) και τραυματίστηκαν 30, ανάμεσα τους ο οπλαρχηγός Κοντοσόπουλος. Όλοι οι Έλληνες οπλαρχηγοί διακρίθηκαν στην μάχη πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, με κορυφαίο πάντως τον Γκούρα ο οποίος με τις καίριες διαταγές του για τους ελιγμούς των Ελλήνων παγίδευσε τους Τούρκους στα στενά, αλλά και προσωπικώς αγωνίστηκε στην πρώτη γραμμή με αυταπάρνηση και παράτολμο θάρρος σκοτώνοντας κατά την διάρκεια της τον Μεμή Πασά γιο του Μπεϊράμ.



Οι συνέπειες της Ελληνικής περιφανούς νίκης στα Βασιλικά ήταν πολύ σημαντικές για την Ελληνική επανάσταση. Χάρις την νίκη αυτή, ο Ομέρ Βρυώνης απογοητευμένος και χωρίς ανεφοδιασμό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ανατολική Στερεά φεύγοντας προς Λαμία, αποχώρηση που συνέβαλλε στην στερέωση της επανάστασης στην Ανατολική Στερεά. Η αποτυχία της εκστρατείας του Μπαϊράμ πασά σφράγισε και την μοιραία τύχη της Τριπολιτσάς που λίγο αργότερα έπεσε στα χέρια των επαναστατών. Σύμφωνα με τον Διονύσιο Κόκκινο η σημασία της μάχης των Βασιλικών είναι ισάξια με αυτή της μάχης στο Βαλτέτσι. Αναμφίβολα ευθύνες για την αποτυχία των Τούρκων είχε και ο Ομέρ Βρυώνης, ο οποίος δεν παρενόχλησε τους Έλληνες οπλαρχηγούς, δεν έσπευσε να βοηθήσει τον Μπαϊράμ, ενώ ακόμη θα μπορούσε να προλάβει να καταλάβει τα στενά εξασφαλίζοντας την αβλαβή διέλευση των ερχόμενων. Είναι γεγονός ότι υπήρχε πολλή μεγάλη αντιζηλία μεταξύ των Τούρκων στρατηγών, σε σημείο ώστε ο Ομέρ Βρυώνης να μην θέλει να δει τον Μπαϊράμ να επιτυγχάνει στην εισβολή του στην Πελοπόννησο, όταν αυτός είχε αποτύχει. Το νέο της μεγάλης νίκης διαδόθηκε πρώτα στο Μεσολόγγι και στο Γαλαξίδι και από εκεί στην Πελοπόννησο αναπτερώνοντας το ηθικό των επαναστατών, παρακινώντας τους αρχηγούς τους οι οποίοι ζήλεψαν την δόξα του Γκούρα, για τολμηρότερες επιθέσεις εναντίον των Τούρκων.  



Επίσης, οφείλουμε να παρατηρήσουμε και άλλο ένα γεγονός. Όλοι οι οπλαρχηγοί που μαζεύτηκαν στο Εργίνι ήταν παλαιοί αρματολοί της περιοχής με έχθρες που τους χώριζαν και φιλονικίες που είχαν γίνει μεταξύ τους στο παρελθόν. Ο μεγάλος κίνδυνος όμως, στην περίπτωση αυτή τους ένωσε και η συνεργασία τους χάρισε στα Ελληνικά όπλα το άφθαρτο κλέος της συντριβής μιας πανίσχυρης Τουρκικής στρατιάς και της στερέωσης της Ελληνικής παλιγγενεσίας. Μετά την μάχη, η Ελληνική κυβέρνηση έκανε χίλιαρχο τον Γκούρα, ενώ στον Δυοβουνιώτη δόθηκε τιμητικά το δίπλωμα του στρατηγού. Ο Μπαϊράμ δεν ανέλαβε ποτέ εκ νέου διοίκηση Τουρκικής στρατιωτικής μονάδας αλλά είτε αυτοκτόνησε, είτε κατά άλλους, εκτελέστηκε με διαταγή του Σουλτάνου Μαχμούτ.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

ΦΡΑΓΚΟΚΑΣΤΕΛΛΟ, ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΩΝ






Το Φραγκοκάστελλο είναι ενετικό μεσαιωνικό κάστρο που βρίσκεται στη νότια ακτή της Κρήτης, περίπου 12 χιλιόμετρα ανατολικά της Χώρας Σφακίων, εντός του νομού Χανίων. Αποτελεί ένα από τα πιο ξακουστά κάστρα της Ελλάδος κυρίως εξαιτίας του φαινομένου που είναι γνωστό ως Δροσουλίτες, που παρατηρείται στον κάμπο γύρω από το κάστρο, κάποιες χρονιές στα τέλη της άνοιξης.

Το Όνομα του Κάστρου

 

 

Το Βενετικό όνομα του κάστρου ήταν Άγιος Νικήτας. Επικράτησε όμως η ονομασία Φραγκοκάστελλο, που του αποδόθηκε από τον τοπικό πληθυσμό και σημαίνει το κάστρο των Φράγκων, καθώς ο τοπικός πληθυσμός συνήθιζε να αποκαλεί Φράγκους όλους τους ξένους καθολικούς. Το όνομα σταδιακά υιοθετήθηκε και από τους Βενετούς.

Ιστορία

Το κάστρο χτίστηκε στο διάστημα 1371-74, από τους Ενετούς, κυρίαρχους τότε του νησιού της Κρήτης, με σκοπό την προστασία από τους πειρατές, αλλά και από τους συχνά εξεγειρόμενους Σφακιανούς. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, το κάστρο χτιζόταν την ημέρα από τους Ενετούς στρατιώτες και το βράδυ οι Σφακιανοί με αρχηγούς τους έξι αδελφούς Πατσούς γκρέμιζαν ότι είχε χτιστεί κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τελικά οι Βενετοί συνέλαβαν και εκτέλεσαν τους αδελφούς Πατσούς και κατάφεραν να ολοκληρώσουν το κάστρο.
Παρά τη στρατηγική του σημασία και παρά τις ανακαινίσεις που του έγιναν (π.χ. το 1593-7 από το Γενικό Προβλεπτή Nicolo Dona), το φρούριο δεν φαίνεται να διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα ιστορία. Ίσως και να είχε εγκαταλειφθεί πριν από το 1645 όταν οι Ενετοί το επισκεύασαν για τελευταία φορά προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους.



  







Επί Τουρκοκρατίας ίσως να υπήρχε εκεί στρατιωτική μονάδα. Το 1770 ο Κρητικός οπλαρχηγός Ιωάννης Βλάχος, γνωστότερος ως «Δασκαλογιάννης» κατέλαβε το κάστρο, αλλά αργότερα οι Τούρκοι τον έπιασαν με δόλο υποσχόμενοι την απελευθέρωση των Σφακιών και ο Δασκαλογιάννης εκτελέστηκε με βασανιστήρια στο Ηράκλειο.

Το 1828, κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, ο Ηπειρώτης οπλαρχηγός Χατζημιχάλης Νταλιάνης οχυρώθηκε στο κάστρο μαζί με 700 αντρες. Στις 17 Μαΐου 1828 διεξήχθη σκληρή μάχη μεταξύ των οχυρωμένων Ελλήνων και των τουρκικών δυνάμεων του Μουσταφά Ναϊλή Πασά. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και πολλοί από αυτούς σκοτώθηκαν. Μετά την μάχη ο Ναϊλής Πασάς κατέστρεψε προσωρινά το κάστρο για να μην ξαναχρησιμοποιηθεί από τους εξεγερμένους ντόπιους, αλλά αργότερα το επισκεύασε. Το κάστρο πάντως εγκαταλείφθηκε και χρησιμοποιήθηκε ξανά την περίοδο 1866-1867 την περίοδο που οι Τούρκοι έχτιζαν και επισκεύαζαν οχυρά σε όλο το νησί.
Η φονική μάχη, του Μαΐου του 1828, συνδέθηκε με το σπάνιο φαινόμενο που παρατηρείται στην περιοχή και είναι γνωστό ως Δροσουλίτες (βλ. παρακάτω).

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο έχει απλό ορθογώνιο σχήμα με πύργο σε κάθε γωνία του. Η κύρια είσοδος του κάστρου βρίσκεται στα νότια και στη σημερινή της μορφή αποτελεί ανακατασκευή του 19ου αιώνα. Πάνω από την πύλη σώζεται ο Βενετικός θυρεός και 4 οικόσημα επιφανών Βενετικών οικογενειών.
Ο νοτιοδυτικός πύργος είναι μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους. Ήταν ο πιο σημαντικός επειδή ήταν η τελευταία θέση της άμυνας, εάν το κάστρο πολιορκούνταν και επειδή προστάτευε την κύρια πύλη. Κατά μήκος του εσωτερικού των τοίχων υπάρχουν κακοσυντηρημένα ορθογώνια κτίρια, τα οποία χρησίμευαν ως στάβλοι, αποθήκες, στρατώνες κλπ.
Τα κτίσματα που υπάρχουν σήμερα στο εσωτερικό του κάστρου είναι ανακατασκευασμένη κατά την τελευταία περίοδο της Οθωμανικής κατοχής του κάστρου, στο τέλος του 19ου αιώνα.
Το κάστρο έχει ανακατασκευαστεί σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Ανακατασκευάστηκε την περίοδο 1593-1597 από το γενικό προβλεπτή Νικολό Ντόνα (Nicolo Dona), το 1645 και την περίοδο 1866-1869. από τους Τούρκους, κατά τη διάρκεια της κρητικής Επανάστασης.

Θρύλοι και Παραδόσεις

 

 

Κάποιες χρονιές, στα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου, στην πρώτη πρωινή δροσούλα, εμφανίζονται οι Δροσουλίτες στην παραλία του Φραγκοκάστελλου. Οι Δροσουλίτες είναι τα φαντάσματα των νεκρών πολεμιστών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, που σκοτώθηκαν κατά την υπεράσπιση του Φρουρίου στις 17 Μαΐου 1828.
Στη μάχη εκείνη, 600 παλικάρια αντιστάθηκαν σε 8000 Τούρκους για μια εβδομάδα, αλλά τελικά 335 από αυτούς σκοτώθηκαν, μαζί και ο αρχηγός τους. Οι νεκροί Τούρκοι ήταν 800. Σύμφωνα με το θρύλο, τα σώματα των Ελλήνων αγωνιστών έμειναν άταφα, ώσπου ένας δυνατός άνεμος μετέφερε άμμο από την παραλία της Ορθής Άμμου και κάλυψε τα σώματα τους.
Οι Δροσουλίτες εμφανίζονται τις τελευταίες μέρες του Μαΐου και τις πρώτες του Ιουνίου σαν ανθρωπόμορφες σκιές, μαυροντυμένες, περπατώντας ή καβαλώντας άλογα, φέρουν όπλα και κατευθύνονται από την Εκκλησία του Άγιου Χαράλαμπου προς το Φραγκοκάστελλο, και χάνονται στη θάλασσα. Περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλο για περίπου δέκα λεπτά, όταν επικρατεί άπνοια και υψηλή υγρασία.



Υποτίθεται ότι πολλοί άνθρωποι υπήρξαν κατά καιρούς μάρτυρες αυτού του φαινομένου. Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, προκαλείται από αντικατοπτρισμό λόγω της διάθλασης των ακτίνων του ήλιου με την υγρή ατμόσφαιρα της πρωινής δροσιάς. Οι ντόπιοι πιστεύουν ότι οι Δροσουλίτες εμφανίζονται μόνο στην πρωινή δροσιά (εξ ου και το όνομα τους), ενώ δεν έχουν ενοχλήσει ποτέ κανένα.
Εμφανίσεις: Λέγεται ότι το 1890 Τούρκοι στρατιώτες που βρίσκονταν στο Φραγκοκάστελλο, έφυγαν πανικόβλητοι όταν αντίκρισαν τους Δροσουλίτες. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Κρήτη, ένα στρατιωτικό απόσπασμα είδε τα φαντάσματα, νόμισε ότι ήταν αντάρτες και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον τους χωρίς φυσικά να πετύχουν κανέναν. Οι σκιές δεν εμφανίζονται κάθε χρονιά, και μπορεί να περάσουν αρκετά χρόνια χωρίς καμιά εμφάνιση. Επίσης δεν έχουν φωτογραφηθεί ή βιντεοσκοπηθεί ποτέ.

ΠΗΓΗ http://www.kastra.eu

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΥΜΗΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ 524π.Χ.


42
Ιταλός ελαφρός πολεμιστής, σε πίνακα του Peter Connolly. Ηταν ο βασικός τύπος «ψιλού» πολεμιστή στον οποίο ανήκε το μεγαλύτερο μέρος των ελαφρά οπλισμένων Ιταλών μαχίμων που επιτέθηκαν στην Κύμη. Ειδικά για τους λαούς οι οποίοι ζούσαν στην κεντρική οροσειρά των Απενίνων της ιταλικής χερσονήσου ήταν το βασικό είδος μαχίμου. Επρόκειτο για σκληραγωγημένους και επίμονους πολεμιστές οι οποίοι προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στην Ρώμη τους επόμενους αιώνες. Ο μάχιμος της εικόνας φέρει κράνος ιθαγενούς ιταλικού τύπου με ελληνικό λοφίο. Φέρει προστατευτικό έλασμα για τον λαιμό του και «καρδιοφύλακα» (pactorale) – έναν κυκλικό δίσκο για την προστασία του στήθους. Όμοιο δίσκο έχει αναρτημένο και στην πλάτη του. Κρατάει δύο ακόντια – ένα βαρύτερο και ένα ελαφρύτερο. Το ξίφος του είναι ελληνικού τύπου (copyright: Peter Connolly).
-
Το 745 π.Χ. οι Ευβοείς άποικοι που είχαν αποικήσει από χρόνια το μικρό νησί των Πιθηκουσών στα ανοικτά του κόλπου της Νεάπολης στην Ιταλία, ίδρυσαν στην απέναντι ακτή την Κύμη, την πρώτη «επίσημη» ελληνική αποικία στη μεγάλη χερσόνησο. Οι Πιθηκούσες ήταν η πρώτη, αλλά «ανεπίσημη» αποικία στην Ιταλία. Η Κύμη έλαβε το όνομα της από την ευβοϊκή Κύμη, μάλλον ως «ουδέτερη» συμβιβαστική λύση ανάμεσα στους Χαλκιδείς και τους Ερετριείς αποίκους, τους πλέον πολυάριθμους. Σύντομα η Κύμη, ενισχυμένη με νέους αποίκους από τη Χαλκίδα, την Ερέτρια, την ευβοϊκή Κύμη, την Τανάγρα, την Κήρινθο και την Ωρωπία, επεκτάθηκε στην εύφορη γη των Φλεγραίων Πεδίων στα βόρεια της. Αργότερα κατέφθασαν στην Κύμη νέοι Έλληνες άποικοι από τη Μεγάλη Ελλάδα, τη Σάμο κ.α. ιδρύοντας θυγατρικές αποικίες της και αυξάνοντας έτσι τη δύναμη και την έκταση της χώρας της. Ανάμεσα στις νέες αποικίες θα ξεχωρίσει η Νεάπολη (σημερινή Νάπολι). Σε άλλες περιπτώσεις, οι Έλληνες εγκαθίσταντο σε υπάρχοντα χωριά των ιθαγενών Αυσώνων μετεξελίσσοντας τα σε ελληνικές αποικίες όπως συνέβη στην Πομπηία, το Ηράκλειο (Herculaneum) κλπ. Έτσι τα όρια της κυμαϊκής χώρας πλησίαζαν ταχέως προς τον ποταμό Ουόλτουρνο αλλά σύντομα περιορίσθηκαν από έναν πανίσχυρο εχθρό, τους Ετρούσκους ή Τυρρηνούς όπως τους ονόμαζαν οι Έλληνες, τον λαό της Ετρουρίας (σημερινή Τοσκάνη).
23
Οπλίτης της Υστερης Αρχαϊκής περιόδου (6ος-αρχες 5ου αι. π.Χ.) με φολιδοθώρακα. Διακρίνεται το εσωτερικό της οπλιτικής ασπίδας.  Η εικόνα θα μπορούσε να αντιστοιχεί τοσο σε Κυμαίο,  όσο και σε Ετρούσκο οπλίτη  (ευγενική χορηγία του Συλλόγου Ιστορικών μελετών ‘Κορύβαντες‘ – η οπλοσκευή είναι έργο του δημιουργού Δημήτρη Κατσίκη).
 -
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Έλληνες και Ετρούσκους ήταν αρκετά παλαιότερος. Ο μυθογράφος Παλαίφατος (Περί Απίστων) διαβεβαιώνει ότι το θαλασσινό τέρας Σκύλλα που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στις περιπλανήσεις του, αντιπροσώπευε τον κίνδυνο που αντιμετώπιζαν τα ελληνικά πλοία στο Στενό της Μεσσήνης, από τους Ετρούσκους πειρατές.
Οι Τυρρηνοί κυρίευσαν όλο το Λάτιο που το κυβερνούσαν από την αποικία τους, Ρώμη (Aruma στην ετρουσκική), και εξαπλώθηκαν έως την Καμπανία στα νότια, όπου συγκρούσθηκαν με τους Κυμαίους. Το 600 π.Χ. περίπου, οι Ετρούσκοι ίδρυσαν την Καπύη (ετρουσκ. Campeva) η οποία κατέστη σύντομα μεγαλούπολη. Έπειτα με μια σειρά αποικιών (Νώλα, Μαρκίνα, Αχέρραι κ.α.) και με την κατάληψη ελληνικών αποικιών (Ηράκλειο, Πομπηία, Οπλοντίς) απομόνωσαν τη χώρα της Κύμης στη νοτιοδυτική γωνία της Καμπανίας. Στο θαλασσινό μέτωπο εναντίον των Ετρούσκων, οι Ρόδιοι αποίκισαν το 580 π.Χ. τις Λιπάρες νήσους στα βόρεια της Σικελίας από όπου επιτίθονταν συνεχώς στα ετρουσκικά πλοία. Ένα άλλο ελληνο-ετρουσκικό μέτωπο άνοιξε μέσα στον 6ο αι. π.Χ. στα σημερινά παραθαλάσσια σύνορα Γαλλίας-Μονακό-Ιταλίας. Έλληνες από τη μικρασιατική Φώκαια είχαν ιδρύσει τη Μασσαλία που με τη σειρά της ίδρυσε διάφορες αποικίες, των οποίων οι δυτικότερες ήταν οι Άμπελος και Λιμήν Μονοίκου Ηρακλέους (σημερινό Μονακό). Ως απάντηση, οι Ετρούσκοι της ναυτικής πόλης Καίρης ίδρυσαν τη Γένουα για να αποτρέψουν τον μασσαλιωτικό αποικισμό στον σημερινό κόλπο της Γένουας. Οι θαλάσσιες συρράξεις ανάμεσα σε Ετρούσκους και Μασσαλιώτες διήρκεσαν τρεις αιώνες (6ος-3ος αι. π.Χ.).
3
Νόμισμα της Νεάπολης, αποικίας της Κύμης, με έμβλημα ανθρωπόμορφου ταύρου, αγαπητό σε Έλληνες, Ετρούσκους και εντόπιους της Καμπανίας. Ο ανθρωπόμορφος ταύρος ήταν δημοφιλής και στην Κύμη και συνεπώς χρησιμοποιείτο ως έμβλημα στις επιφάνειες των ασπίδων αρκετών οπλιτών της.
       Στα μέσα του 6ου αι., η κατάκτηση της Κορσικής από τους Ετρούσκους μετά τη νίκη τους μαζί με τους Καρχηδόνιους, κατά τη ναυμαχία της Αλαλίας επί των Φωκαέων, έσφιξε ακόμη περισσότερο τον κλοιό γύρω από την Κύμη που είχε απομείνει ένα προχωρημένο οχυρό του Ελληνισμού σε έναν αλλοεθνή περίγυρο.
Ενθαρρυμένοι από την κατάκτηση της Κορσικής, οι Ετρούσκοι κινήθηκαν εναντίον της. Το 524 π.Χ., μια στρατιά από Ετρούσκους, Ούμβρους, Δαυνίους «και πολλούς άλλους βαρβάρους» όπως σημειώνει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, εμφανίσθηκε αιφνίδια στην καμπανική πεδιάδα. Ο Διονύσιος αναφέρει ότι αριθμούσε 500.000 πεζούς και 18.000 ιππείς, αριθμοί που απορρίπτονται γενικά. Προφανώς οι εχθροί δεκαπλασιάστηκαν από την αρχαία παράδοση, όπως συνήθως, προκειμένου να τονισθεί ο κίνδυνος. Ενδεχομένως αριθμούσαν 50.000 πεζούς, κυρίως ελαφρά οπλισμένους, και 1.800 ιππείς. Εξάλλου ο Διονύσιος και άλλοι συγγραφείς ήθελαν να μιμηθούν τον Ηρόδοτο και να ανακαλύψουν κάποια «παράλληλα» ανάμεσα στους Περσικούς πόλεμους στην Ελλάδα και στους Ελληνοετρουσκικούς πόλεμους στην Ιταλία. Όμως αυτή η τάση δεν μειώνει τον σοβαρότατο κίνδυνο που διέτρεξε η Κύμη και που θα αντιμετώπιζαν και άλλες ελληνικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας (Κάτω Ιταλίας), όπως έχει εκτιμηθεί.
51
Χάρτης της Καμπανίας στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Τα μαύρα ορθογώνια  συμβολίζουν τις ελληνικές αποικίες ενώ τα «Χ» μέσα σε κύκλο αντιστοιχούν στις ετρουσκικές. Η διάστικτη γραμμή δείχνει τα όρια της πολιτικής χώρας της Κύμης (Cumae). Στον χάρτη διακρίνονται καθαρά οι γεωστρατηγικοί στόχοι της ετρουσκικής επέκτασης: να παραμείνουν οι ελληνικές Κύμη και Ποσειδωνία (Paestum) χωρίς εδαφική επαφή μεταξύ τους, και να απομονωθεί όσο γινόταν η Κύμη και οι αποικίες  της στο νοτιοδυτικό άκρο της Καμπανίας.


      Λαμβάνοντας υπόψη τις επικράτειες και τους υποτελείς των επιτιθεμένων, τις εφεδρείες που άφησαν στις εστίες τους λόγω του διαρκούς κινδύνου που διέτρεχαν από τους Πικηνούς, Πευκέτιους, Λίγυρες και Κέλτες εχθρούς τους, τη χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα των ιταλικών χωρών λόγω της πρώιμης εποχής, και άλλους παράγοντες, η ετρουσκο-ιταλική κινητοποίηση εναντίον της Κύμης ήταν εντυπωσιακή. Οι άνδρες που κινητοποιήθηκαν εναντίον της Κύμης, ήταν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου για εκστρατεία στρατιωτικού δυναμικού της Ιταλίας από τις Άλπεις (βόρειες ετρουσκικές αποικίες) έως τη Μεγάλη Ελλάδα, με την εξαίρεση του μικρού Πικηνού ή Πικεντινής χώρας, εχθρικής στους Ετρούσκους.
Από τα έθνη των επιτιθέμενων αναφέρονται ρητά οι Ετρούσκοι, Ούμβροι και Δαύνιοι. Οι προαναφερόμενοι «πολλοί άλλοι βάρβαροι» ήταν οι υποτελείς και σύμμαχοι εκείνων: Λατίνοι και Σαβίνοι υποτελείς, Ενετοί, Λίγυρες και Πρωτο-Ινσούβρες (Κέλτες) οι οποίοι αναζητούσαν πλούσια λάφυρα, και αρκετοί Οσκοι μισθοφόροι και τυχοδιώκτες. Ηγέτες της εκστρατείας ήταν οι Ετρούσκοι της Παδανίας (κοιλάδα του Πάδου) και της ενδοχώρας της Ετρουρίας. Εχει εκτιμηθεί ότι οι Ετρούσκοι της παράκτιας Ετρουρίας δεν αναμείχθηκαν λόγω των εμπορικών σχέσεων τους με την Κύμη, αλλά πρόκειται για υπόθεση. Οι άλλοι Ιταλιώτες (οι Ελληνες της Ιταλίας) βρέθηκαν ανέτοιμοι έναντι της εκτεταμένης κινητοποίησης των εισβολέων. Θεωρείται ότι δεν πρόλαβαν να συνδράμουν την Κύμη ή μερικοί δεν το έπραξαν από φθόνο για την εύπορη Κύμη. Αποψη του γράφοντος είναι ότι αυτή η εκτίμηση δεν ισχύει εξολοκλήρου. Όπως συνάγεται από τις πηγές, οι Κυμαίοι αντιμετώπισαν την εισβολή με 12.000-13.500 πεζούς και 1.800 ιππείς, δυνάμεις τις οποίες δεν μπορούσε να διαθέτει η σχετικά μικρή Κύμη, παρότι θεωρείται ότι αυτές περιλάμβαναν αρκετούς Ιταλιώτες και Ιταλούς μισθοφόρους. Η μόνη εξήγηση είναι ότι περιλάμβαναν και στρατιωτικά τμήματα που είχαν στείλει στην Κύμη άλλες ελληνικές πόλεις.
22
Οι ελληνικές αποικίες της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Οπως φαίνεται στον χάρτη, η Κύμη είναι η βορειότερη και πλέον εκτεθειμένη (Εκδοτική Αθηνών).

     Οι Κυμαίοι διαίρεσαν τον στρατό τους σε τρία μέρη, το καθένα από τα οποία αριθμούσε 4.000 ή 4.500 πεζούς και 600 ιππείς. Μόνο ένα από αυτά τα τμήματα αντιμετώπισε τους εισβολείς σε ένα στενό πέρασμα. Ο Διονύσιος δεν αναφέρει που βρίσκονταν οι υπόλοιποι μάχιμοι της Κύμης (9-10.000 άνδρες). Προφανώς θα είχαν κατανεμηθεί στη φρούρηση άλλων διαβάσεων (από όπου οι εισβολείς μπορούσαν να διεισδύσουν στην κυμαϊκή χώρα), στην υπεράσπιση του άστεως, των πολισμάτων και φρουρίων της χώρας, και στην επάνδρωση του κυμαϊκού ναυτικού το οποίο προστάτευε τις ακτές από ενδεχόμενη ετρουσκική επίθεση.
Οι Έλληνες αντιμετώπισαν τους Ετρουσκο-Ιταλούς σε μία στενή διάβαση η οποία βρισκόταν ανάμεσα σε βουνά και έλη. Οι αρχαίοι συγγραφείς δεν εντοπίζουν γεωγραφικά το συγκεκριμένο στενό. Άποψη μας είναι πως πρόκειται είτε για εκείνο που σχηματιζόταν στην αρχαιότητα ανάμεσα στο όρος Μασσικο και τα έλη των εκβολών του Ουολτούρνου (πιθανότερο), ή ίσως το πέρασμα μεταξύ του ποταμού Σηβαίθου και του ηφαιστείου του Βεζουβίου. Λόγω του στενού χώρου, οι εισβολείς δεν κατάφεραν να εκμεταλλευθούν τη συντριπτική αριθμητική τους υπεροχή και αναγκάσθηκαν να πολεμήσουν με ίδιο μήκος παράταξης τους Κυμαίους οπλίτες, όπως συνέβη με τους Πέρσες εναντίον των Σπαρτιατών 44 χρόνια αργότερα στο στενό των Θερμοπυλών. Ευτυχώς σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξε κάποια Ανοπαία Ατραπός και το ετρουσκο-ιταλικό πεζικό κάμφθηκε. Παρότι η μεγάλη πλειοψηφία του ήταν ελαφρά οπλισμένοι (όπως και οι Ασιάτες που αντιμετώπισαν οι μητροπολιτικοί Ελληνες), οι οπλίτες του πρέπει να ήταν περισσότεροι από τους Ελληνες, λόγω της συντριπτικής αριθμητικής υπεροχής του. Οι Ετρούσκοι, Λατίνοι, Ουμβροι και Δαύνιοι διέθεταν οπλίτες (κυρίως οι πρώτοι). Το ετρουσκικό ιππικό προσπάθησε να αποτρέψει την επερχόμενη ήττα επιχειρώντας να περικυκλώσει τους Ελληνες, αλλά απέτυχε λόγω της στενότητας του χώρου. Λόγω αυτού του γεγονότος και του μεγάλου πλήθους τους, πολλοί Ετρούσκοι και Ιταλοί δεν κατάφεραν να διαφύγουν εγκαίρως από το πεδίο της σύγκρουσης, με συνέπεια να σφαγιασθούν από τους Κυμαίους ή να ποδοπατηθούν. Δεν αναφέρονται οι απώλειες αλλά ο αριθμός των εξοντωθέντων εισβολέων διαφαίνεται από το ότι δεν προσέβαλαν ποτέ πάλι την Κύμη από την ξηρά.
69
Ετρουσκική οπλιτική περικεφαλαία κορινθιακού τύπου.
   Κατά κάποιο τρόπο, οι Κυμαίοι κατέστησαν οι «Αθηναίοι της Δύσης» 34 χρόνια πριν τους Αθηναίους. Οι τελευταίοι νίκησαν με τη μικρή συνδρομή 1000 Πλαταιέων, τον αχαιμενιδικό στρατό στον Μαραθώνα. Το ίδιο πέτυχαν οι Κυμαίοι έναντι των Ετρουσκο-Ιταλών. Η νίκη τους συγκρίνεται με την αθηναϊκή, επειδή η ετρουσκο-ιταλική στρατιά ήταν λίγο μικρότερη εκείνης των Δάτη και Αρταφέρνη, ενώ ο κυμαϊκός στρατός που την αντιμετώπισε ήταν περίπου ο μισός του αθηναϊκού στρατού στον Μαραθώνα. Ωστόσο, παρότι οι Ετρούσκοι διέθεταν αρκετούς οπλίτες ενώ οι Ασιάτες στον Μαραθώνα κανέναν, ο στρατός που αντιμετώπισαν οι Αθηναίοι ήταν πολύ ισχυρότερος από τον ετρουσκο-ιταλικό, επειδή επρόκειτο για έναν αυτοκρατορικό στρατό, καλά οργανωμένο και με άριστο ιππικό, ενώ ο στρατός που επιτέθηκε στην Κύμη ήταν σχετικά ανοργάνωτος και με μέτριας ποιότητας ιππικό. Εκτός από τον καλά οργανωμένο ετρουσκικό πυρήνα του, οι Ιταλοί σύμμαχοι και υποτελείς ήταν ένα ανοργάνωτο και ανεπαρκώς οπλισμένο συνονθύλευμα επίδοξων λαφυραγωγών που ενδιαφερόταν μόνο για τα λάφυρα.
Κατά τη μάχη διακρίθηκε περισσότερο ο Κυμαίος Αριστόδημος, ο οποίος κατέστη έτσι ο υπέρμαχος του δήμου (λαού) έναντι των αριστοκρατών κυβερνητών της πόλης. Αργότερα, ο Αριστόδημος τους ανέτρεψε και κατέστη τύραννος της Κύμης, συνεχίζοντας τον αγώνα εναντίον των Ετρούσκων, κυρίως εναντίον της Καπύης η οποία είχε δώσει άσυλο στους εξόριστους Κυμαίους αριστοκράτες.

ΠΗΓΗ http://periklisdeligiannis.wordpress.com

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΗΡΩΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Υ/Β "ΠΡΩΤΕΥΣ"



 


Δημήτριος Γ. Παπαγεωργάς

Πλωτάρχης Διαχ. ΠΝ. ε.α.



ΦΩΤΟ: Περί Αλός perialos.blogspot.gr

Το Υποβρύχιον «ΠΡΩΤΕΥΣ» εναυπηγήθη εις τα Γαλλικά Ναυπηγεία της Νάντης κατά την περίοδον 1927 –1929, είχεν εκτόπισμα 730 τόνων, ταχύτητα 14 κόμβων εν επιφανεία και  9,5 κόμβων εν καταδύσει και οπλισμόν 8 τορπιλλοβλητικούς σωλήνας των 533 χ/μ. 1 ταχυβόλον των 102 χ/μ και ένα πολυβόλον Α/Α των 37 χ/μ. Εχαρακτηρίζετο δε υπό του τότε επισήμου οργάνου της Ναυτικής Ακαδημίας Ηνωμένων Πολιτειών, ως το τελειότερον εκ των κάτω των 1.000 τόνων ναυπηγηθέντων υποβρυχίων Υποβρυχίων κατά την περίοδον εκείνην.

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 όταν ήρχισαν αι μετά της Ιταλίας εχθροπραξίαι  το Υποβρύχιον «ΠΡΩΤΕΥΣ» ευρίσκετο εις την Βάσιν Υποβρυχίων εις Ναύσταθμον Σαλαμίνος εις πλήρη κινητοποίησιν και έτοιμον να αναλάβη πολεμικάς αποστολάς.

Κυβερνήτης του Υποβρυχίου τούτου ήτο ο Πλωτάρχης Χατζηκωνσταντής, Ύπαρχος ο Υποπλοίαρχος Γ. Μαριδάκης και Αξιωματικοί Επιτελείου οι Α. Τουρνάς, Β. Κονίδης, Δ. Τηλέμαχος και πλήρωμα ο Αρχικελευστής Κ. Νικολαράκος, Υπαξιωματικοί Α. Καφφετζής, Ι. Κυριαζής, Π. Γιανέλλης, Θ. Τσατσάς, Β. Γεωργίου, Α. Τούλης, Β. Σανούδος,  Π. Σκλάβος, Π. Κατσουράνης, Α. Αναστασόπουλος, Γ. Τσαλίκης, Δίοποι Ζ. Παντελέων, Κ. Χελιώτης, Π. Φουρίκης, Π. Θεοδόσης, Α. Σκαράκης, Π. Παράσχης, Κ. Δημητρακόπουλος, Π. Ψύλλας, Ν. Παπαναγής, Ε. Περδικούρης, Χ. Ζαφείρης, Σ. Γιατράκος, Π. Άνθης, Α. Τούσας, Δ. Άννινος και Ναύται Δ. Ορφανός, Χ. Δελής, Π. Χατζηδημητρίου, Σ. Μουσούλης, Π. Κάψος, Π. Μηνάς, Γ. Τηλέμαχος, Σ. Βλάχος, Γ. Μοριανός, Γ. Χρυσανθόπουλος, Σ, Γιαλυψός, Κ. Λεβαντής, Ν. Βουτσινάς, Γ. Λιάτσης και Ν. Αρμένης.

Την εσπέραν της 30ης Οκτωβρίου 1940 το Υποβρύχιον «ΠΡΩΤΕΥΣ» απέπλευσεν εκ Ναυστάθμου  δι’ εκτέλεσιν περιπολίας επιτηρήσεως και αμύνης εις τας προσβάσεις του Αμβρακικού προς αντικατάστασιν του Υ/Β «ΝΗΡΕΥΣ». 




Το Υποβρύχιον «ΠΡΩΤΕΥΣ» έφθασεν εις τας Πάτρας υπό τας συνεχείς αεροπορικάς επιδρομάς των Ιταλικών αεροπλάνων εναντίον της περιοχής των Πατρών. Μετά την λήψιν διαταγών εκ της Ναυτικής Διοικήσεων Πατρών το Υ/Β εξήλθεν εις το Ιόνιον προς εκτέλεσιν της περιπολίας του κατά την οποίαν ουδέν Ιταλικόν πλοίον συνήντησε. Κατά την περιπολίαν του αυτήν αντιμετώπισε σφοδράν και συνεχή θαλασσοταραχήν και αι περισκοπικαί παρατηρήσεις ήσαν δυσχερείς λόγω του κλυδωνισμού του Υποβρυχίου. Συγχρόνως παρουσιάσθη βλάβην εις το πρωραίο πηδάλιόν του την οποία επεσκεύασε δι’ ιδίων μέσων  προς συνέχισιν της περιπολίας του, έλαβεν όμως εντολήν να επανέλθη εις Ναύσταθμον όπου και κατέπλευσεν την πρωϊαν της 5-11-40.

Την εσπέραν της 15-11-40 απέπλευσεν εκ Ναυστάθμου προς εκτέλεσιν επιθετικής περιπολίας εις την Κάτω Αδριατικήν όπου εν τω μεταξύ είχον προωθηθή αι περιπολίαι των  Ελληνικών Υποβρυχίων εις αντικατάστασιν των Αγγλικών Υποβρυχίων. Από 18-11-40  έως και 22-11-40 το Υποβρύχιον «ΠΡΩΤΕΥΣ» παρέμεινε περιπολών εις την περιοχήν περιπολίας του υπό και συνεχή θαλασσοταραχήν και χαμηλήν ορατότητα. Κατόπιν μεταδοθείσης πληροφορίας ότι Ιταλική Μεραρχία θα μετεφέρετο εκ Τεργέστης εις Αλβανίαν το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» μετακινείται εκ της περιοχής του προς τας Δαλματικάς ακτάς. Όμως παρά τας καταβληθείσας επιμόνους προσπαθείας του ουδέν Ιταλικόν πλοίον συνήντησε καθ’ όλην την διάρκειαν  της περιπολίας του και την 24-11-40 επανέπλευσεν εις Ναύσταθμον.

Την εσπέρα της 26-12-40 επομένη των Χριστουγέννων, το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» διετάχθη να αποπλεύση εκ νέου εις Αδριατικήν και εις περιοχήν προ του κόλπου Αυλώνος εις την οποίαν τας ημέρας εκείνας εσημειούτο δραστηριότης και πραγματοποιούντο αι πρώται λαμπραί επιτυχίαι των Υποβρυχίων μας κατά των Ιταλικών θαλασσίων μεταφορών εις την Αλβανίαν ενώ ο Ελληνικός Στρατός προήλαυνε ραγδαίως προς την Χειμάρραν.

Το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» έπλευσεν ομαλώς εις τον προορισμόν του και την πρωϊαν της 29-12-40 ευρίσκετο εις τον τομέα περιπολίας του, πλησίον του κόλπου Αυλώνος.

Περί την ώραν 10.00 της 29-11-40 και ενώ σήμα είχε ληφθή από το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ», το Ελληνικόν Μεταγωγικόν «ΙΩΝΙΑ» είχε λάβει και μεταδώσει εις το Γενικόν Επιτελείον Ναυτικού σήμα κινδύνου S O S και εν συνεχεία σήμα κινδύνου εξ επιθέσεως Υποβρυχίου προερχόμενα από το Ιταλικόν Μεταγωγικόν «SARDEGNA» που ευρίσκετο προ του κόλπου της Αυλώνος εκεί ακριβώς που περιεπόλει το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ».

Εξ επισήμων στοιχείων «είδησις του Ιταλικού Ραδιοφωνικού της 10-1-41, Πίναξ απωλειών Ιταλικών πλοίων παραδοθείς εις Βρετανικόν Ναυαρχείον μετά την κατάρρευσιν της Ιταλίας, λοιπαί Ελληνοβρεταννικαί πληροφορίαι εβεβαιούτο ότι το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» την πρωΐαν της 29-12-40 ενετόπισεν εις την περιοχήν του Ιταλικήν Νηοπομπήν, ισχυρώς προστατευομένην, ότι ενήργησε ευθύς αμέσως επίθεσιν κατ’ αυτής δια δέσμης τορπιλλών και εβύθισε το έμφορτον στρατού και υλικού Ιταλικόν Μεταγωγικόν «SARDEGNA» 11.500 τόνων και ότι μετά την επιτυχή προσβολήν εβυθίσθη δι’ εμβολισμού και βομβών βυθού υπό Ιταλικού Τορπιλλοβόλου της συνοδείας των πλοίων της νηοπομπής.

Αι διατυπωθείσαι απόψεις αναφορικώς προς την αποφασιστικήν αυτήν επίθεσιν του Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» και τα πιθανά αίτια της αμέσως μετ’ αυτήν απωλείας του συμφωνούν εις την εκδοχήν ότι ο Κυβερνήτης του Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» κατά την εκδήλωσιν της επιθέσεως και εν τη επιθυμία του να επιφέρη σοβαρά πλήγματα κατά της μεγάλης αυτής Ιταλικής Νηοπομπής, που μετέφερεν Ιταλικήν Μεραρχίαν εις την Αλβανίαν, ενήργησεν ταύτην εκ μικράς αποστάσεως, παρέμεινε δε εις περισκοπικόν βάθος δια να δυνηθή να συνεχίση την επίθεσίν του. Φαίνεται όμως ότι έχασε προς στιγμήν το βάθος του, πιαθνώς εκ βλάβης των πηδαλίων του, και ενεφανίσθη τμήμα της πρώρας του εις την επιφάνειαν και υπέστη τον εμβολισμόν και τας βόμβας βυθού του Ιταλικού Τορπιλλοβόλου της συνοδείας της νηοπομπής.

Έτσι το Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» χάνεται αμέσως μετά την λαμπράν επιτυχίαν του κατά του μεγάλου Μεταγωγικού της Ιταλικής νηοπομπής και μαζί του ο Κυβερνήτης, οι Αξιωματικοί και οι άνδρες του, ως ούτοι αναφέρονται ονομαστικώς εις την παράγραφον 4 της παρούσης αφηγήσεως.

Ο Κυβερνήτης, οι Άξιωματικοί και οι άνδρες του Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» έπεσαν ενδόξως ως γενναίοι υπερασπισταί των Ελληνικών θαλασσών και εν συνεχείαν ως καταδρομείς εις την Αδριατικήν, εις το τόσον σημαντικόν αυτό σημείον του διεξαγωμένου αγώνος, υπακούοντες εις την φωνήν της Ελληνικής Πατρίδος η τιμή και ακεραιότης της οποίας υπαγορεύει τας θυσίας των τέκνων της.

Η απώλεια του Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» ενεποίησεν βαθεία συγκίνησιν διότι το Πολεμικόν Ναυτικόν απεστερείτο μιας εκ των καλλιτέρων αξιομάχων Μονάδων του που είχε διακεκριμένον και γενναίον Κυβερνήτην και εκλεκτόν Επιτελείον και πλήρωμα.
Η τόσον αποφασιστική και επιτυχής επίθεσις του Υ/Β «ΠΡΩΤΕΥΣ» κατά της Ιταλικής Νηοπομπής και η αμέσως μετ’ αυτήν υπερτάτη θυσία του επισύρει τον ανεπιφύλακτον θαυμασμόν και ανανεώνει την λαμπράν Ναυτικήν και πολεμικήν παράδοσιν της Χώρας μας.

ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr