Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ (ΜΑΡΤΙΟΣ-ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1821) Α' ΜΕΡΟΣ





Δεκαετίες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, οι Τούρκοι είχαν ήδη επιβληθεί στη Μακεδονία. Ο Ελληνικός πληθυσμός της δεινοπάθησε κάτω από τον οθωμανικό ζυγό. Εφαρμόστηκαν σε βάρος του σκληρά μέτρα όπως το παιδομάζωμα, οι βίαιοι εξισλαμισμοί και η εξοντωτική φορολογία. Συμπαγείς πληθυσμοί Τουρκομάνων εποίκων (Γιουρούκοι) τρομοκρατούσαν τους χριστιανούς με βιαιοπραγίες και ληστρικές επιδρομές. Παρόλα αυτά ο ελληνισμός της Μακεδονίας επιβίωσε και άρχισε να ανακάμπτει οικονομικά και πολιτιστικά. Παράλληλα ο πόθος για ελευθερία παρέμεινε άσβεστος. Κατά τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης πολυάριθμοι Μακεδόνες είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ηγέτης της Εταιρείας, διέβη τον ποταμό Προύθο, σηματοδοτώντας την έναρξη της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Το Έθνος είχε ανάγκη από εμπνευσμένους ηγέτες.


ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ

Προτομή του Εμμανουήλ Παπά στη γενέτειρά του

Ο Εμμανουήλ Παπάς γεννήθηκε το 1773 στο χωριό Δοβίστα (σημ. Εμμανουήλ Παπάς)(1), 16 χιλιόμετρα από την πόλη των Σερρών. Οι γονείς του, Δημήτριος και Βασιλική, κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες. Ο πατέρας του χειροτονήθηκε ιερέας και έλαβε το εκκλησιαστικό αξίωμα του οικονόμου. Έτσι προέκυψε το οικογενειακό όνομα Παπάς. Ο Εμμανουήλ σε νεαρή ηλικία εισήχθη στη Σχολή των Σερρών, σπουδαίο εκπαιδευτήριο που λειτουργούσε από το 1735. Αργότερα νυμφεύθηκε μια συντοπίτισσά του, τη Φαίδρα, με την οποία απέκτησε δώδεκα παιδιά, εννέα γιους και τρεις κόρες. Ο Παπάς δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στον τομέα του εμπορίου. Την εποχή εκείνη οι Σέρρες αποτελούσαν εμπορικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας. Καθημερινά στην πόλη πραγματοποιούντο συναλλαγές μεγάλης ποικιλίας προϊόντων μεταξύ εκπροσώπων ευρωπαϊκών οίκων και Ελλήνων και Τούρκων εμπόρων. Εκτός αυτού στις Σέρρες ήταν σημαντική η αγροτική παραγωγή, κυρίως του βαμβακιού. Ο Παπάς, χάρη στο εμπορικό του δαιμόνιο, κατόρθωσε να γίνει ο πιο πετυχημένος επιχειρηματίας στην ακμάζουσα πόλη. Μάλιστα ίδρυσε καταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και στη Βιέννη. Τα κέρδη από τις επιχειρήσεις του χάρισαν μια μυθική περιουσία. Έτσι εξελίχθηκε στον δανειστή των τοπικών Ελλήνων αρχόντων και Τούρκων μπέηδων, μεταξύ αυτών και του ίδιου του διοικητή των Σερρών, Ισμαήλ μπέη. Εκτός από τις προσωπικές του επιτυχίες ο Παπάς ενδιαφερόταν πολύ για το καλό των συμπατριωτών του. Εξελέγη πολλές φορές στο συμβούλιο της δημογεροντίας των Σερρών. Κατόρθωσε, χάρη στον πλούτο και στην επιρροή του στους Τούρκους, να εκδικάζονται οι διαφορές μεταξύ χριστιανών από τον μητροπολίτη των Σερρών και όχι από τον Τούρκο καδή. Επίσης πολλές ήταν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Παπάς επενέβη και έσωσε συντοπίτες του από τη θανατική καταδίκη. Ξεχωριστό ήταν το φιλανθρωπικό του έργο. Διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για τη λειτουργία κοινωφελών ιδρυμάτων. Η επιτυχής πορεία του Παπά στις Σέρρες διακόπηκε μετά τον θάνατο του Ισμαήλ μπέη. Ο γιος και διάδοχος αυτού στη διοίκηση της πόλης, Γιουσούφ μπέης, αρνήθηκε να εξοφλήσει το τεράστιο χρέος του στον Παπά. Ο τελευταίος το 1816 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και πέτυχε να εκδοθεί φιρμάνι το οποίο υποχρέωνε τον Γιουσούφ μπέη να του αποδώσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους. Εκείνος, εξοργισμένος, έκαψε το σπίτι του Παπά και απείλησε τη ζωή του ιδίου και της οικογενείας του. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Παπάς υποχρεώθηκε να θέσει την οικογένεια του υπό την προστασία του μητροπολίτη Σερρών Χρύσανθου και να παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τον Δεκέμβριο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Κωνσταντίνο Παπαδάτο. Μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε επιστολή του προς τον Παπά, εξήρε τον πατριωτισμό του τελευταίου και τον καλούσε να βρίσκεται σε εγρήγορση για τον ιερό σκοπό της επανάστασης του Έθνους. Η στιγμή της δράσης δεν θα αργούσε να φθάσει.

Η ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ


Επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς τον Εμμανουήλ Παπά με ημερομηνία 8 Οκτωβρίου 1820.

Τον Μάρτιο του 1821 η Κωνσταντινούπολη άρχισε να κατακλύζεται από ειδήσεις για την προέλαση του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Ο Παπάς δεν δίστασε να αναλάβει πρωτοβουλία. Κάτω από τα βλέμματα των ανυποψίαστων Τούρκων φόρτωσε το πλοίο του Λήμνιου φιλικού Χατζηβισβίζη με όπλα και πολεμοφόδια. Στις 23 Μαρτίου απέπλευσε με τη συνοδεία του υπασπιστή του, Χατζηπέτρου, τού γραμματέα του, Δημητρίου Οικονόμου, και του μεγαλύτερου γιου του, Ιωάννη, για το ¶γιο Όρος. Το ¶γιο Όρος, με τα 20 μοναστήρια και τους 10.000 περίπου μοναχούς την εποχή εκείνη, αποτελούσε τον πνευματικό φάρο του υπόδουλου Ελληνισμού. Οι Αγιορείτες με τα κηρύγματα τους κρατούσαν υψηλό το φρόνημα των χριστιανών. Επίσης εκεί φυλάσσονταν βιβλία και άλλα κειμήλια πολύτιμα για την εθνική ιστορική μνήμη. Η ακτινοβολία του Όρους απλωνόταν στα Βαλκάνια και στη Ρωσία. Η ενίσχυση του από τους ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας και τους τσάρους ήταν γενναία. Παρόλα αυτά οι κατασχέσεις και οι δυσβάστακτοι φόροι των Τούρκων έφερναν συχνά τα μοναστήρια σε οικονομικό αδιέξοδο. Ο Εμμανουήλ Παπάς αποβιβάστηκε στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Τον υποδέχθηκε θερμά ο ηγούμενος της, Ιωακείμ, ο οποίος ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Καθώς το κύμα του ενθουσιασμού επεκτάθηκε σε ολόκληρη την ιερή κοινότητα, ο Παπάς συναντήθηκε και με τους ηγουμένους των υπόλοιπων μονών. Παράλληλα εγκαινίασε δι' αλληλογραφίας επικοινωνία με φιλικούς και οπλαρχηγούς της Χαλκιδικής και των Σερρών. Στο ¶γιο Όρος η παραγωγή φυσιγγίων και άλλες πυρετώδεις προετοιμασίες εκτελούντο υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Ο Παπάς προχωρούσε με προσεκτικά βήματα και ανάλωσε ολόκληρο τον Απρίλιο για την προπαρασκευή του αγώνα. Είχε επίγνωση της δυσκολίας λόγω της γεωγραφικής θέσης της Μακεδονίας, κοντά στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περιβαλλόμενης από εχθρικά στρατεύματα γειτονικών περιοχών. Ο κίνδυνος εγκλωβισμού των επαναστατών ήταν ορατός. Ο Παπάς επέλεξε να αναμείνει την κάθοδο του Υψηλάντη από τη Μολδοβλαχία(2) και την επέκταση της επανάστασης βόρεια της Στερεάς Ελλάδας. Οι εξελίξεις, όμως, τον έφεραν προ τετελεσμένων.Ο Γιουσούφ μπέης(3), διοικητής της Θεσσαλονίκης, θορυβημένος από τις ειδήσεις σχετικά με τις επαναστάσεις των Ελλήνων στη Μολδοβλαχία και στη νότια Ελλάδα, αποφάσισε τη διενέργεια προληπτικών πληγμάτων. Έστειλε διαταγή σε πολλούς προκρίτους της Μακεδονίας να παρουσιαστούν μπροστά του, με απώτερο σκοπό να τους κρατήσει ομήρους. Εκείνοι όμως, υποψιασμένοι, φρόντισαν να αποστείλουν άλλα πρόσωπα στη θέση τους. Ο Γιουσούφ μπέης αντιλήφθηκε την πλάνη, πράγμα το οποίο ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες του. Φυλάκισε τους αντιπροσώπους των προκρίτων και απέστειλε στρατιωτική δύναμη στην Ιερισσό, για να επιθεωρεί το Άγιο Όρος. Επίσης διέταξε τους στρατιωτικούς διοικητές της Παζαρούδας (σημ. Απολλωνία), Τσιρίμπαση αγά, και των Χασικοχωρίων(4), Χασάν αγά, να κινηθούν κατά της κωμόπολης του Πολυγύρου, που κατείχε κεντρική θέση στη Χαλκιδική. Εκεί όφειλαν να αφοπλίσουν τους κατοίκους και να συλλάβουν τους προεστούς της. Στις 16 Μαΐου, μια ημέρα πριν από την ορισθείσα ημερομηνία της επίθεσης, η τοπική φρουρά του Πολυγύρου, εκτοξεύοντας απειλές για γενική σφαγή, άρχισε βιαιοπραγίες σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού. Οι κάτοικοι αντέδρασαν και νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας επιτέθηκαν και εξόντωσαν τη φρουρά. Στη συνέχεια στράφηκαν εναντίον των προελαυνόντων τουρκικών δυνάμεων της Παζαρούδας και των Χασικοχωρίων, που αριθμούσαν 1.000 άνδρες, και τις απώθησαν. Η εξέγερση του Πολυγύρου είχε σοβαρό αντίκτυπο. Την ίδια ημέρα συγκλήθηκε έκτακτη σύνοδος με τη συμμετοχή λαϊκών και μοναχών στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, η οποία αποφάσισε την άμεση κήρυξη της επανάστασης και τη σύλληψη του ζαμπίτη (διοικητή του Ορους), Χασεκή Χαλήλ μπέη. Επίσης συγκροτήθηκε εφορεία με αντιπροσώπους από όλες τις μονές για τη διοικητική μέριμνα του αγώνα. Ακολούθησε εκκλησιαστική τελετή χοροστατούντος του μητροπολίτη Μαρώνειας Κωνσταντίου, κατά την οποία, μέσα σε κλίμα φορτισμένο από συγκίνηση και ενθουσιασμό, ο Εμμανουήλ Παπάς αναγορεύθηκε αρχηγός και προστάτης της Μακεδονίας. Στη Θεσσαλονίκη τα νέα από τον Πολύγυρο προκάλεσαν την οργή του Γιουσούφ μπέη και ένα κύμα τρομοκρατίας. Οι όμηροι ανασκολοπίσθηκαν, ενώ σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο μητροπολίτης Κίτρους Ιωσήφ και οι πρόκριτοι Χριστόδουλος Μπαλάνος και Αναστάσιος Κυδωνιάτης, αποκεφαλίσθηκαν. Επιπλέον, 2.000 Έλληνες της Θεσσαλονίκης τέθηκαν υπό κράτηση στην αυλή του μητροπολιτικού ναού και η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
&
Όπλα από τη συλλογή της Επανάστασης του 1821 στην κοινότητα Εμμανουήλ Παπάς

Ο Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη. Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά».Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα. Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο. Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.


ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΠΡΟΕΛΑΥΝΟΥΝ

Ο πύργος του Αγίου Παύλου στη Νέα Φώκαια. Ο Παπάς τον χρησιμοποίησε ως παρατηρητήριο (από το βιβλίο του Αντώνη Ιορδάνογλου: Ανεξερεύνητη Κεντρική Μακεδονία, Road Editions)

Ο Παπάς εγκαινίασε την εκστρατεία με ένα σώμα που περιελάμβανε 2.000 ένοπλους μοναχούς. Πρώτος στόχος του θα ήταν η Ιερισσός. Την 1η Ιουνίου οι κάτοικοι αυτής ενώθηκαν με τους επαναστάτες και εκδίωξαν τους Τούρκους. Σε επιστολή του ο μητροπολίτης Ιερισσού, Ιγνάτιος, απέστειλε θερμές ευχαριστίες στον «ευγενέστατο και ορθοδοξότατο κύριο Εμμανουήλ Πάπα» και του ευχόταν να προελάσει νικηφόρος μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα εξεγέρθηκαν η Κασσάνδρα, η Σιθωνία και τα Χασικοχώρια. Ηγετική μορφή στις περιοχές εκείνες αναδείχθηκε ο καπετάν Χάψας.

Οι επαναστάτες κινήθηκαν πάνω σε δύο άξονες. Στα ανατολικά ο Εμμανουήλ Παπάς, μετά την Ιερισσό, προχώρησε προς τα Μαδεμοχώρια. Εκείνα ήταν μία αυτόνομη ομοσπονδία δώδεκα κοινοτήτων γύρω από μεταλλεία αργύρου, η οποία απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια από την Υψηλή Πύλη. Οι κάτοικοι τους, όμως, στο όνομα της ελευθερίας δεν δίστασαν να προσχωρήσουν στον Παπά. Εκείνος ενισχυμένος προχώρησε βόρεια και συγκεκριμένα με κατεύθυνση τα στενά της Ρεντίνας, τα οποία κατείχαν στρατηγική θέση πάνω στην οδό Καβάλας-Θεσσαλονίκης. Εκεί ο Παπάς θα μπορούσε να αποτρέψει πιθανή απόπειρα τουρκικής ενίσχυσης από την πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Όσον αφορά τον δυτικό άξονα επίθεσης, ο καπετάν Χάψας, με ιδιαίτερη ορμητικότητα, κατέφθασε στην επαναστατημένη κωμόπολη των Βασιλικών και έπειτα κατεδίωξε τουρκική δύναμη υπό τον Αγκούς αγά μέχρι το χωριό Σέδες, μόλις τρεις ώρες από τη Θεσσαλονίκη. Ο Γιουσούφ μπέης ένιωθε τον κλοιό να σφίγγει απειλητικά γύρω από την πόλη. Τρο­μοκρατημένος απηύθυνε εκκλήσεις για βοήθεια σε διοικητές γειτονικών περιοχών.

Ωστόσο η επανάσταση έπασχε από σοβαρά προβλήματα εφοδιασμού, τα ο­ποία απειλούσαν τη συνέχιση της πορείας της. Ο Παπάς, αξιοποιώντας την προ­σωπική του περιουσία, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να καλύψει τις μεγάλες ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια. Παράλληλα με επιστολή του προς τον Δημήτριο Υψηλάντη(5) ζήτησε εφόδια και πλοία. Επίσης στράφηκε προς τους οπλαρχηγούς της περιοχής του Ολύμπου, που είχε μακρά παράδοση αρματολισμού. Οι τελευταίοι ήταν εμπειροπόλεμοι και θα ενίσχυαν σημαντικά την επανάσταση στη Χαλκιδική. Όμως η ανταπόκριση τους ήταν ισχνή. Δίσταζαν να απομακρυνθούν από τις βάσεις τους. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Διαμαντής Νικολάου, ο οποίος υποσχέθηκε αποστολή σώματος. Στο αντίπαλο στρατόπεδο οι εκκλήσεις του Γιουσούφ μπέη συνάντησαν προσφορότερο έδαφος. Ο Μπαϊράμ πασάς, που είχε συγκεντρώσει ισχυρή δύναμη από την ανατολική Θράκη και την Καλλίπολη για την καταστολή της επανάστασης στη νότια Ελλάδα, έσπευσε προς βοήθεια του. Οι συνθήκες γίνονταν πλέον κρίσιμες για τους επαναστάτες.




 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Στην κοινότητα Εμμανουήλ Παπάς λειτουργεί Μουσείο της Επανάστασης του 1821 με πλούσια συλλογή όπλων.

(2) Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης από τη Μολδοβλαχία είχε το φιλόδοξο σχέδιο να διασχίσει τα Βαλκάνια, να υποκινήσει σε επανάσταση τους Σέρβους και τους Βουλγάρους και να καταλήξει στην Ελλάδα.

(3) Συνωνυμία με τον Γιουσούφ μπέη των Σερρών.

(4) Τα Χασικοχώρια εντοπίζονταν στην κεντρική Χαλκιδική, περιφερειακά του Πολυγύρου.

(5) Ο Δημήτριος Υψηλάντης εστάλη στην Πελοπόννησο από τον αδελφό του Αλέξανδρο, ως πληρεξούσιος του.

(6) Ο Νικόλαος Κασομούλης, με καταγωγή από την Κοζάνη, είχε πλούσια στρατιωτική δράση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, στην εξέγερση του Ολύμπου, στην πολιορκία του Μεσολογγίου και στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στον Πειραιά. Αποτύπωσε τις εμπειρίες του στο έργο «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», ένα από τα σημαντικότερα απομνημονεύματα αγωνιστών του 1821.






ΠΗΓΗ                          http://www.serrelib.gr 

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑ









Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΣΤΑΜΟΥ ΧΑΨΑ



Στις αρχές Ιουνίου του 1821 ο Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς ξεκίνησε από τη Δράμα για να κινηθεί προς τη νότια Ελλάδα και να χτυπήσει τους επαναστάτες. Όμως έπρεπε πριν κατέβει προς τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, να καταστείλει την επανάσταση της Χαλκιδικής, γιατί διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να πέσει η Θεσσαλονίκη στα χέρια των επαναστατημένων Χαλκιδικιωτών. Τα πεζοπόρα τμήματα που είχε συγκεντρώσει, ήταν πάνω από 30.000 και είχε και 5.000 ιππικό.
Ο Εμμανουήλ Παπάς πληροφορήθηκε μαζί με τον Κασσανδρινό οπλαρχηγό Στάμο Χάψα και τους υπαρχηγούς Δουμπιώτη και Βασιλικό, ότι πλησιάζουν μεγάλα τμήματα τουρκικού στρατού από την Ανατολική Μακεδονία. Είχε συγκεντρώσει μαζί με κάποιους πατριώτες καλογήρους του Όρους Άθω γύρω στις 4.000 άνδρες. Οι επαναστατημένοι Χαλκιδικιώτες κινήθηκαν από το Όρος προς την Κομίτσα (το χωριό αυτό καταστράφηκε μετά από τους Τούρκους) και Ιερισσό τα οποία και απελευθέρωσαν. Αφού απελευθερώθηκε η Κομίτσα και η Ιερισσός μοίρασαν το στράτευμα στα δύο, από 2.000 άνδρες το καθένα.
Στο ένα τμήμα που συγκροτήθηκε έμεινε επικεφαλής ο ίδιος ο Εμμανουήλ Παπάς και κινήθηκε προς τα στενά της Ρεντίνας (Μακεδονικά Τέμπη) για να προλάβει τον τουρκικό στρατό πριν περάσει από εκεί. Όμως ο τουρκικός στρατός είχε περάσει και οι πολεμιστές του Εμμανουήλ Παπά τους πρόλαβαν στη Νέα Απολλωνία (Εγρί Μπουτζάκ). Επειδή υπήρχε η πεδιάδα και ήταν ανοιχτό μέρος και ήταν υπεράριθμος ο τουρκικός στρατός, μετά από γενναία μάχη οι επαναστάτες άρχισαν να υποχωρούν προς το εσωτερικό της Χαλκιδικής, ενώ ο Μπαϊράμ πασάς με τα στρατεύματα του προχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη χωρίς να τους καταδιώξει.
Το δεύτερο τμήμα των 2.000 ανδρών με επικεφαλής τον Καπετάν Χάψα (Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Κάψας αλλά ονομάστηκε Χάψας από τον λαό γιατί “έχαφτε” τους Τούρκους, κάτι σαν τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο δηλαδή) κινήθηκε από την Ιερισσό μέσω των χωριών της Βορείου Χαλκιδικής και μπήκε απελευθερωτής στη Γαλάτιστα όπου και στρατοπέδευσε.
Η μάχη στα Βασιλικά και ο θάνατος του Χάψα.
Ο Καπετάν Χάψας συνέχισε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη, οι άνδρες του ήταν γεμάτοι ενθουσιασμό και αποφασιστικότητα. Τα τούρκικα αποσπάσματα που τους αντιμετώπισαν δεν μπόρεσαν να τους αναχαιτίσουν, υποχωρούσαν γρήγορα και έτρεχαν να κρυφτούν προς τη Θεσσαλονίκη. Ο Αυστριακός πρόξενος στην πόλη, που παρακολουθούσε από κοντά τα γεγονότα, σε αναφορά του προς τον Αυστριακό Καγκελάριο Μέτερνιχ αναφέρει μεταξύ άλλων:
<<Η Ελληνική επανάσταση, που έχει ξεσπάσει κιόλας σε πολλές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προκαλεί τη γενική κατάπληξη. Σταματούν οι δουλειές και όπου υπάρχουν πολλοί Έλληνες οι εχθροπραξίες είναι ανοιχτές…
Κινήσεις ζωηρές γίνονται και στη Θεσσαλονίκη μέρα μεσημέρι, επειδή οι επαναστάτες βρίσκονται μόνο λίγες ώρες μακρυά. Βρίσκονται σε ένα χωριό που ονομάζεται Γαλάτιστα και ξεσηκώνουν παντού τις ψυχές των κατοίκων…
Πολυάριθμα πολεμικά καράβια με ξεχωριστή καινούρια σημαία λυμαίνονται τη Θάλασσα, συλλαμβάνουν τουρκικά πλοία, κάνουν νηοψίες στα πλοία των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, που όμως τα σέβονται…
Στο μεταξύ εδώ αυξάνονται οι αταξίες. Η αδημονία και ο γενικός φόβος, μήπως οι Έλληνες χτυπήσουν από στεριά και Θάλασσα την πόλη υπάρχει διάχυτος, αν και η κυβέρνηση έχει συλλάβει ως ομήρους τους πιο πλούσιους Έλληνες που ασκούν και την πιο μεγάλη επιρροή>>.
Ο Καπετάν Χάψας με τους άνδρες του στις 8 Ιουνίου του 1821 έφθασε στη Θέρμη (Σέδες). Εκεί έγινε μάχη με το ιππικό του Αχμέτ Μπέη των Γιαννιτσών (Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτή η μάχη έγινε κοντά στη Γεωργική Σχολή, πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη). Οι Τούρκοι νικήθηκαν και υποχωρούσαν πανικόβλητοι, τότε έκανε την εμφάνισή του ο Μπαϊράμ πασάς στη Θεσσαλονίκη.
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΣΤΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Έγινε αμέσως πολεμικό συμβούλιο υπό τον Καπετάν Χάψα και αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν στους πρόποδες του βουνού Βούζιαρη, όπως είχε προτείνει ο Γεώργιος Κοτζιάς, ένας γέρος προεστός από τα Βασιλικά. Ο Καπετάν Χάψας έδωσε εντολή να φύγουν οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα από τα Βασιλικά και να πάνε στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας. Όμως τους πρόλαβε το ιππικό του Αχμέτ Μπέη και ακολούθησε μεγάλη σφαγή των αμάχων στον κάμπο και στις βουνοπλαγιές της Αγίας Αναστασίας.
Η εμπροσθοφυλακή του τουρκικού στρατού του Μπαϊράμ Πασά, συγκρούστηκε με τους αποφασισμένους άντρες του Καπετάν Χάψα στους πρόποδες του βουνού Βούζιαρη, στην τοποθεσία που λέγεται “Του Τσελέπη η Πέτρα”. Ύστερα από σφοδρή μάχη η εμπροσθοφυλακή αναγκάστηκε να υποχωρήσει και οι επαναστάτες κυνήγησαν τους Τούρκους με τα γιαταγάνια. Λίγο αργότερα όμως έφθασε το κύριο σώμα του στρατού και ο κάμπος κοκκίνισε από τις φορεσιές και τα φέσια των Τούρκων. Η μάχη που ακολούθησε ήταν φοβερή, η τελευταία περιγραφή για τον Καπετάν Χάψα είναι ότι όρμησε με το σπαθί στο χέρι και ένα μαχαίρι στα δόντια, στον κύριο όγκο του τουρκικού στρατεύματος. Τον ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί από τον Βάβδο: οι Χαλάλης, Τουρλάκης και Καραγιάννης. Έπεσαν όλοι πολεμώντας μέχρι ενός. Ήταν Δευτέρα 10 (κατά άλλους 13) Ιουνίου του 1821. Οι Έλληνες άφησαν στο πεδίο της μάχης 63 ή 68 νεκρούς και οι Τούρκοι πολύ περισσότερους. Βέβαια υπήρχαν εκατοντάδες νεκροί (δικοί μας από τα γυναικόπαιδα και από άλλους πολεμιστές που είχαν πέσει νωρίτερα στις μάχες) σε ολόκληρη την περιοχή. Η τοποθεσία εκεί λέγεται αλλιώς και Στασιομάνι και βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Μονής της Αγίας Αναστασίας. Πολλοί πολεμιστές, τα “Παιδιά του Χάψα” όπως ονομάστηκαν από τον λαό, οπισθοχώρησαν προς τα υψώματα του Βάβδου και του Πολυγύρου με σκοπό να συναντήσουν το σώμα του Εμμανουήλ Παπά και να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον των Τούρκων και του Μπαϊράμ πασά.
Τα γυναικόπαιδα και οι άμαχοι που είχαν διασωθεί στο Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, οι Τούρκοι απλώθηκαν και έζωναν όλο το μοναστήρι. Ο Γέρο Χιμευτός (προεστός της Κασσανδρείας) καθισμένος σταυροπόδι έξω από το Μοναστήρι έστριβε τσιγάρο, τα μάτια του κοίταζαν τον κάμπο και τις πλαγιές του βουνού που ήταν γεμάτα από Τούρκους, μίλησε ξαφνικά απευθυνόμενος στον Τσολάκη και τον Σκανδήλα που ήταν κοντά του
- Θα πάω τους είπε.
- Πού θα πας γέροντα; τον ρώτησαν.
- Θα πάω στον παλιό μου φίλο Αγκούς αγά να δηλώσω υποταγή και να τον παρακαλέσω να μεσιτεύσει στον Μπαϊράμ πασιά να δώσει αμνηστία.
- Θα έρθουμε μαζί σου. Του είπαν οι άλλοι δύο και ξεκίνησαν και οι τρείς (προφανώς για τα Βασιλικά με λευκή σημαία, αυτές είναι λεπτομέρειες που δεν αναφέρονται στα δημοσιεύματα για τη μάχη, κακώς βέβαια).
Ο τουρκαλβανός μόλις τους είδε χαμογέλασε με κακία, ακολούθησε ο εξής διάλογος:
- Χρόνια και ζαμάνια μπρέ.
- Άλλαξαν οι καιροί αγά μου.
- Η ανταρσία;
- Ναι, η ανταρσία.
- Και γιατί ήρθες εδώ τι θέλεις να ζητήσεις;
- Ήρθα να δηλώσω υποταγή.
- Εσύ; Το θεριό της Χαλκιδικής;
- Είμαι γέρος και ανήμπορος, Αγκούς, δεν ήρθα όμως να ζητήσω τίποτα για τον εαυτό μου. Ήρθα για τα γυναικόπαιδα που είναι στο μοναστήρι. Θέλουμε την ειρήνη και θέλουμε ήσυχη ζωή…
- Κάτω από την προστασία του πολυχρονεμένου μας σουλτάνου μπρέ;
- Ναι, κάτω από την προστασία του.
- Συνέχισε μπρέ.
- Να μεσιτεύσεις, Αγκούς, στον Μπαϊράμ για αμνηστία. Είσαι φίλος μου γι’ αυτό ήρθα σε εσένα.
- Είμαι σκύλος μπρέ και όχι φίλος σου.
Γύρισε τότε ο Αγκούς αγά προς τους άνδρες του και έδωσε διαταγή:
- Πάρτε τους δυο και χαλάστε τους.
Ο Τσολάκης και ο Σκανδήλας σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του γέροντα.
- Άπιστο ζαγάρι καλύτερα να σφάξεις κι εμένα, φώναξε ο Γέρο Χιμευτός
- Όχι, όχι, απάντησε ο Αγκούς, Εσύ θα μείνεις ζωντανός, γιατί είσαι φίλος μου και γιατί έτσι προστάζει το δικό μου το αρβανίτικο δίκαιο. (Ουσιαστικά του έδωσε μια νύχτα διορία να περιμαζέψει τα γυναικόπαιδα και να φύγουν από το μοναστήρι).
Ο Γέρο Χιμευτός ανηφόρισε προς το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, μάζεψε τους άμαχους και τα γυναικόπαιδα και μέσα στη νύχτα τους οδήγησε προς τη Γαλάτιστα, το Βάβδο, τον Πολύγυρο και τον Άγιο Νικόλαο. Άλλοι από αυτούς πήγαν στην Κασσάνδρα και ορισμένοι γέροντες προς το Όρος.
Την άλλη μέρα το πρωί, οι Τούρκοι από το Γαλαρινό έστειλαν μια περίπολο προς το μοναστήρι, γιατί ο Μπαϊράμ πασάς πίστευε πως υπάρχουν επαναστάτες μέσα. Κάποιος καλόγερος όμως ή φύλακας του μοναστηριού, έριξε μερικούς πυροβολισμούς, σκότωσε 2-3 Τούρκους, οι υπόλοιποι οπισθοχώρησαν και τότε ο Μπαϊράμ πασάς διέταξε την κατάληψη, την λεηλασία και την πυρπόληση της Μονής της Αγίας Αναστασίας.
Τα στρατεύματα του Εμμανουήλ Παπά, τα “Παιδιά του Χάψα”, οι Πολυγυρινοί, οι Κασσανδρινοί και οι πολλοί άλλοι Χαλκιδικιώτες συνέχισαν να πολεμούν. Οι Τούρκοι σύντομα πέρασαν τους λόφους του Βάβδου και προχώρησαν προς τον Πολύγυρο. Όμως έξω από τον Πολύγυρο συνάντησαν σφοδρή αντίσταση, οι επαναστατημένοι Πολυγυρινοί κέρδισαν ακόμη και το θαυμασμό του νικητή Μπαϊράμ πασά.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΥΦΕΚΙΑ ΑΠΟ ΛΑΦΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ




Α) Γενικά περί τυφεκίων εκ λαφύρων
   
 Κατά την διάρκεια της κατοχής, ανεξακρίβωτος, πάντως όχι μεγάλος, αριθμός ειδικών τυφεκίων του εχθρού έπεσε στα χέρια των Ελλήνων ανταρτών. Τα όπλα αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί τόπου, στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατό, από πλευρά επάρκειας πυρομαχικών, ανταλλακτικών και γνώσεως του χειρισμού τους, μερικά δε από αυτά, μετά την απόκρυψή τους κατά την Βάρκιζα, ξαναχρησιμοποιήθηκαν και κατά τον ανταρτοπόλεμο. Κοινό χαρακτηριστικό των όπλων αυτών ήταν ότι αριθμητικά ήταν ελάχιστα, ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν από τον Στρατό καθ'οιονδήποτε τρόπο και ότι η παρουσία τους έγινε γνωστή από περιγραφές τους στα απομνημονεύματα των ανταρτών, από αφηγήματά τους και από την ύπαρξη ορισμένων εξ αυτών στα πολεμικά μουσεία της χώρας.

Β) Το τυφέκιο StG44 διαμ. 7,92 χιλ. Kurz

  Από το 1934, το Γερμανικό Επιτελείο είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για την κατασκευή ενός φυσιγγίου μέσου βεληνεκούς (mid-range cartidge). Το 1938 ανατέθηκε στη βιομηχανία πυρομαχικών Polte του Μαγδεμβούργου να αναπτύξει ένα τέτοιο φυσίγγιο και αρχές του 1940 εμφανίστηκε το φυσίγγιο των 7,92 χιλ Kurz(7,92x33), ως "7,9 mm Infanterie Kurz Patrone". Τότε, η βιομηχανία όπλων Haenel, όπου εργαζόταν ο διάσημος σχεδιαστής όπλων Hugo Schmeisser, ανέλαβε να σχεδιάσει και να κατασκευάσει το νέο όπλο, ως Maschinenkarabiner. Το οριστικό υπόδειγμα εμφανίστηκε τον Ιούλιο του 1943, ως MP44, για να λάβει την οριστική του ονομασία τον Δεκέμβριο του 1944, ως Sturmgewehr 44. Το όπλο αυτό λειτουργούσε με το σύστημα των αερίων μέσω εμβόλου, έφερε επιλογέα βολής και γεμιστήρα 30 φυσιγγίων, μπορούσε δε να λειτουργήσει άψογα κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά (1943) στο ανατολικό μέτωπο και, κατόπιν, το 1944, και στο δυτικό μέτωπο. Συνολικά κατασκευάστηκαν 300000 όπλα μέχρι το τέλος του Β'ΠΠ. Το τυφέκιο αυτό αποτέλεσε το πρότυπο για τα μεταγενέστερα τυφέκια εφόδου, με πρώτο το σοβιετικό Kalashnikov AK47 διαμ. 7,62 χιλ. Μικρός αριθμός τέτοιων γερμανικών όπλων χρησιμοποιήθηκε και στην Ελλάδα στο τέλος του Β'ΠΠ, ορισμένα δε περιήλθαν και στα χέρια των Ελλήνων ανταρτών και χρησιμοποιήθηκε τόσο στον Α', όσο και στον Β' Αντάρτικο.

Γ) Το τυφέκιο Gew 43 διαμ. 7,92 χιλ

Το ημιαυτόματο αυτό τυφέκιο κατασκευάστηκε από την εταιρεία Walther το 1943 και συνδύαζε το κλείστρο του γερμανικού αυτογεμούς τυφ. Gew 41 και το σύστημα αερίων του σοβιετικού αυτογεμούς τυφεκίου Tokarev M1940 διαμ. 7,62 χιλ., έφερε δε 10σφαιρο γεμιστήρα. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως τυφέκιο ελευθέρων σκοπευτών στο ανατολικό μέτωπο το 1943 και μικρός αριθμός αυτών έφθασε και στην Ελλάδα προς τα τέλη του Β'ΠΠ, ορισμένα δε περιήλθαν ως λάφυρα στα χέρια των ανταρτών, από τους οποίους και χρησιμοποιήθηκαν αμέσως.

Δ) Το τυφέκιο Tokarev STV-40 διαμ.7,62 χιλ.

Το αυτογεμές αυτό τυφέκιο λειτουργούσε με το σύστημα των αερίων και έφερε 10σφαιρο γεμιστήρα. Χρησιμοποιήθηκε, τόσο από τους Σοβιετικούς, όσο και, εκ των λαφύρων, από τους Γερμανούς στο ανατολικό μέτωπο το 1941-1942, κυρίως ως τυφέκιο ελεύθερων σκοπευτών με τηλεφακό. Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε από μονάδες Τατάρων, οι οποίες είχαν αυτομολήσει στους Γερμανούς με τον οπλισμό τους και, στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα για αντιμετώπιση των ανταρτών, οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν.

Ε) Το τυφέκιο FG 42 διαμ. 7,92 χιλ.

Το αυτόματο αυτό τυφέκιο ήταν το πιο αξιόλογο όπλο που κατασκευάστηκε κατά τον Β'ΠΠ, αλλά δεν γνώρισε την αναγνώριση που του έπρεπε, γιατί τα προτερήματά του, λόγω της πολεμικής περιόδου, θεωρήθηκαν ως μειονεκτήματα. Σχεδιάστηκε το 1942 από τον Louis Stange της εταιρείας Rheinmetall-Borsing AG για την Luftwaffe, η οποία το είχε παραγγείλει για τους αλεξιπτωτιστές της. Λειτουργούσε με το σύστημα των αερίων και είχε το μοναδικό πλεονέκτημα να βάλλει από ανοιχτό κλείστρο κατά την αυτόματη βολή και από το κλειστό κλείστρο κατά την βολή κατά βολή, ώστε να αποφεύγεται η υπερθέρμανση της θαλάμης του και οι ανεπιθύμητες πυροδοτήσεις κατά την αυτόματη βολή. Είχε ευθύγραμμη διάταξη του κοντακίου με το κλείστρο για μείωση του λακτίσματος, το οποίο ήταν ισχυρό, λόγω του ισχυρού φυσιγγίου που χρησιμοποιούσε (7,92x57), έφερε δίποδα, αναδιπλούμενη ξιφολόγχη και γεμιστήρα 20 φυσιγγίων. Όλα αυτά τα προτερήματα καθιστούσαν το όπλο πολυέξοδο και χρονοβόρο στην κατασκευή του, για αυτό και κατασκευάστηκαν μόνο 7000 τέτοια όπλα, δεδομένου ότι, μετά την μάχη της Κρήτης, ο κλάδος των αλεξιπτωτιστών γνώρισε κάμψη και ουσιαστικά ενσωματώθηκε στο πεζικό. Στην Ελλάδα ήλθαν ελάχιστα τέτοια όπλα και μόνον η ύπαρξη μερικών από αυτά στα πολεμικά μουσεία της χώρας μαρτυρεί την πολεμική τους χρήση στην Ελλάδα.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΟΚΑΣΤΡΟ

 

 


Στο κέντρο της πεδιάδας της Μακεδονίας, πάνω σε οχυρό λόφο, δεσπόζει το Γυναικόκαστρο.
Η πρόσβαση σε αυτό είναι εύκολη είτε από την εθνική οδό προς ΠΓΔΜ, είτε από το δρόμο Θεσσαλονίκης-Κιλκίς, προς Παλαιό Γυναικόκαστρο.





ΙΣΤΟΡΙΑ

Το κάστρο χτίστηκε από τον Ανδρόνικο Γ' τον Παλαιολόγο (βλ. εικ.), κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1328-1341), με πιθανότερη χρονολογία το 1334 [1] ,μετά τον επανακαθορισμό των βυζαντινο-σερβικών συνόρων νοτιότερα.
Η κτίση του αφενός εξυπηρετούσε την ανάσχεση του από Βορράν κινδύνου -κυρίως των ανερχόμενων δυναμικά Σέρβων- και την προστασία της Θεσσαλονίκης. Αφετέρου χρησίμευε ως τόπος συγκέντρωσης και προστασίας της σοδειάς της μακεδονικής πεδιάδας.
Η ονομασία του, "Γυναικόκαστρο", υποδήλωνε πως ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ήταν αρκετή γυναικεία φρουρά για την υπεράσπισή του.


Νόμισμα Ανδρόνικου Γ' (1328-1341) Κων/πολη
Ο αυτοκράτωρ και η Παναγία / ο Άγιος Δημήτριος πάνοπλος

Θέα του κάστρου από το χωριό Παλαιό Γυναικόκαστρο
*
Χάρτης της περιοχής από την κτίση του φρουρίου ως την τουρκική κατάκτηση. 
Σημειώνονται τα  σύνορα επί Ανδρόνικου Γ', Στέφανου Δουσάν και Μανουήλ Παλαιολόγου

Η ιστορία του φρουρίου υπήρξε σύντομη, αλλά ταυτόχρονα πολυτάραχη. Με το θάνατο του κτίτορά του, Ανδρονίκου, ξέσπασε εμφύλιος μεταξύ του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου και του Ιωάννη Καντακουζηνού. 
Το καλοκαίρι του 1342 εκδηλώνεται το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη - ο λαός με επικεφαλής τους Ζηλωτές εξεγείρεται εναντίον των αριστοκρατών. Ο διοικητής της πόλης τότε, ο προσκείμενος στον Καντακουζηνό έπαρχος Θεόδωρος Συναδηνός  εξέρχεται από τη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από πλήθος αριστοκρατικών οικογενειών. Περίπου 1000 άτομα συνολικά [2] προκειμένου να γλιτώσουν από την οργή του πλήθους θα βρουν καταφύγιο στο Γυναικόκαστρο. Στο κάστρο την ίδια χρονιά καταφθάνει ο ίδιος ο Καντακουζηνός με τους δύο γιους του, Μανουήλ και Ματθαίο και το στράτευμα του, που αποτελείται κυρίως από Καταλανούς μισθοφόρους υπό τον Χουάν Περάλτα.
Τέλη του καλοκαιριού κλείστηκε συμφωνία μεταξύ των Σέρβων του Στέφανου Δουσάν και του Καντακουζηνού, ο οποίος όμως δε θα καταφέρει να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη παρά τη σερβική συνδρομή. Εγκατέλειψε τότε το Γυναικόκαστρο προκειμένου να αποφύγει την ήττα και την αιχμαλωσία, καθώς ο μέγας δούκας Αλέξιος Απόκαυκος εξέρχεται με στράτευμα από την πόλη και καταλαμβάνει το κάστρο.(1343) [3]

"Απόκαυκος μεν ο μέγας δούξ εν Θεσσαλονίκη την εσόμενη ταραχή περί την βασιλέως στρατειάν ειδώς (οι γαρ διαλεγόμενοι κρυφά προς το διαλύσθαι εμήνυον) ώσπερ αναθαρσήσας και τι κατά βασιλέως δυνησέσθαι ελπίσας διά την προδοσίαν των συνόντων, τους οπλίτας όσοι ήσαν και ψιλούς τοξότας των τριήρεων εξαγαγών εκ Θεσσαλονίκης όσους μάλιστα ενήν ιππέας και οπλίτας τε και ψιλούς" τους συγκέντωσε και "ευθύ κατά Γυναικοκάστρου εχώρει" 

Ο Μέγας Δουξ Αλέξιος Απόκαυκος. Χειρόγραφο Ιπποκρατικών έργων, 1345, Μητροπολιτικό Μουσείο Ν.Υόρκη
*
Ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός ως αυτοκράτωρ και ως μοναχός Ιωάσαφ, χειρ. 1347-1354, Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι

Μονόγραμμα των Παλαιολόγων- από την τοιχοποιεία του κεντρικού πύργου της Ακροπόλεως του Γυναικοκάστρου.
Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Θεσσαλονίκη

Το επόμενο διάστημα, και σίγουρα πριν το 1350, το Γυναικόκαστρο περιέρχεται στους Σέρβους, καθώς τα στρατεύματα του Στέφανου Δουσάν προελαύνουν νότια για να σταματήσουν μόνο φθάνοντας στον Κορινθιακό κόλπο. Διοικητής του κάστρου ορίζεται κάποιος με το όνομα Βέλκος, επικεφαλής ισχυρής φρουράς (1350).

Μετά την ήττα των Σέρβων στον Έβρο ποταμό (1371), ο δεσπότης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα αυτοκράτωρ, Μανουήλ Παλαιολόγος ανακαταλαμβάνει το φρούριο για λογαριασμό της Αυτοκρατορίας.
Τελικά το φθινόπωρο του 1383, το κάστρο καταλαμβάνεται από τον περίφημο Εβρενός Γαζή παρά την ισχυρή αντίσταση των υπερασπιστών του και ενσωματώνεται οριστικά στην Οθωμανική αυτοκρατορία.[4]
Το 15ο αιώνα το Γυναικόκαστρο, ή Αβρέτ Χισάρ πλέον, ανήκει σε εξισλαμισμένο Ρωμιό προνοιάριο/σπαχή, ενώ το 17ο αιώνα το φρούριο έχει ήδη εγκαταληφθεί.

 
*

Άποψη της Ακροπόλεως με τον κεντρικό πύργο

ΜΥΘΟΣ - Η Μαρουλία του κάστρου



Σχετικά με την άλωση του Γυναικόκαστρου, διασώθηκε ως τις μέρες μας ένας μύθος - ο μύθος της Μαρουλίας.
Σύμφωνα με την παράδοση, διοικητής του φρουρίου όταν  κατέφθασαν τα τουρκικά στρατεύματα του Εβρενός Γαζή, ήταν μια γυναίκα με το όνομα Μαρουλία.
Την προφορική παράδοση διέσωσε ο Οθωμανός συγγραφέας Hadji Kalfa.(αρχές 17ου αιώνα).
Η γυναίκα αυτή, χήρα του προηγούμενου διοικητή, οργάνωσε την άμυνα, καθοδήγησε τους στρατιώτες και πολέμησε και η ίδια ηρωικά υπερασπιζόμενη το κάστρο. Η αντίσταση της Μαρουλίας κράτησε αρκετούς μήνες πριν το κάστρο παραδοθεί.[5]
Είναι σχεδόν βέβαιο πως στο όνομα της "Μαρουλίας", διατηρείται η ανάμνηση της ηρωικής αντίστασης ενός ιστορικού προσώπου, της Μαρούλας της Λήμνου, η οποία υπερασπίστηκε το νησί της κατά την τουρκική εισβολή (1477/8). Αυτή η ιστορία ηρωισμού κέντρισε τη δημιουργική φαντασία σε διάφορους τόπους του ελληνικού χώρου με ερείπια κάστρων, ώστε να πλαστούν ανάλογοι μύθοι, παρόμοιοι με την αρχετυπική αφήγηση του κάστρου της Ωριάς.[6]
Πιθανότατα, το όνομα του φρουρίου (Γυναικόκαστρο) βοήθησε την φαντασία των ντόπιων στην ταύτιση του κάστρου με αυτήν την παράδοση της μαχόμενης γυναίκας.


Το κάστρο - Ανατολική όψη.

ΚΑΣΤΡΟ

Το φρούριο διατηρείται σε ερειπιώδη κατάσταση. Σώζονται τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου και του τείχους της Ακροπόλεως με ημικυκλικούς και ορθογώνιους πύργους και προμαχώνες σε κακή κατάσταση.
Αντιθέτως σχετικά καλά διατηρείται ο διώροφος κεντρικός πύργος της Ακροπόλεως, με δίδυμες κινστέρνες στο υπόγειό του.
Ακόμη, σώζονται οι θέσεις των δύο πυλών, μιας κεντρικής στα ΝΑ και μιας μικρότερης επικουρικής στην Ακρόπολη.
Τέλος, τμήματα άλλων κτισμάτων, όπως τα θεμέλια ορθογώνιου κτίσματος και πηγάδι.

Στην καταστροφή των οχυρώσεων, εκτός από τη μακροχρόνια εγκατάλειψη, συνέβαλλε η εκτεταμένη λιθολόγηση από τους κατοίκους του Παλαιού Γυναικόκαστρου. Κατά την εγκατάστασή τους στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1923) οι πρόσφυγες χρησιμοποίησαν το κάστρο ως κύρια πηγή οικοδομικού υλικού για την ανέγερση του νέου οικισμού.

Μεταξύ 1984-93 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές καθώς και αναστήλωση του κεντρικού πύργου και τμήματος των τειχών.


Θέα από το κάστρο προς τα δυτικά
*
ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΟΚΑΣΤΡΟ
(Κάτοψη - αεροφωτογραφία/σχέδιο) 
-
Α.Ακρόπολις
1.Κεντρικός Πύργος
2.Τείχος Ακροπόλεως
3.Βόρεια Πύλη
4.a,b Ανατολικό Τείχος
5.Πύργος
6.Ορθογώνιο κτίσμα
7.Κεντρική Πύλη
8,9.Δυτικό Τείχος
10.Φρέαρ


 Ο κεντρικός πύργος της Ακροπόλεως (1)

 
Σχέδιο του κεντρικού πύργου - Διατομή - διακρίνονται οι δίδυμες κινστέρνες

Οι υπόγειες κινστέρνες του κεντρικού πύργου
Επικοινωνούν με δύο θύρες, ενώ στη μία εξ αυτών σώζεται κτιστή σκάλα που οδηγεί στο δεύτερο όροφο. Είναι επιχρισμένες με πορφυρό κονίαμα και σπαστό κεραμίδι για καλύτερη μόνωση


Παράθυρο του πύργου
*
Η επιμελημένη καθαρά βυζαντινή τοιχοποιία του

 άποψη της Ακροπόλεως (Α)- διακρίνεται το βαγονέτο και οι σιδερένιες ράγες

Οι σιδερένιες ράγες οδηγούν από την Ακρόπολη στους πρόποδες του βράχου. 
Πιθανότατα χρησιμοποιήθηκαν από τους πρόσφυγες κατοίκους του νέου οικισμού για τη λιθολόγηση των τειχών ως οικοδομικού υλικού για τις κατοικίες τους.

Εσωτερικό τείχος της Ακροπόλεως (2α)- παράθυρο του πύργου

Η επικουρική μικρή πύλη (3) - άποψη εκ των έσω

Η ίδια πύλη - διακρίνονται οι παραστάδες

 Το τείχος της Ακροπόλεως (2)- άποψη εκ των έσω

 Ανατολικό τείχος (4b)- θεμελιωμένο στο βράχο δε σώζεται σε όλο του το ύψος

 Τετράγωνος πύργος στο ανατολικό τείχος (5)

Η κεντρική είσοδος του κάστρου (7)
Διακρίνεται η θέση της πύλης και οι γύρω προμαχώνες

Η κεντρική πύλη - άποψη εκ των έσω

 Νότια περιοχή του φρουρίου - οχυρωματικός περίβολος και προμαχώνες

Τα θεμέλια του ορθογώνιου κτιρίου στο κέντρο του κάστρου (6)

 Τμήμα του τείχους δεμένο με το βράχο στα ΝΔ (8)

 Θόλος του ιερού της εκκλησίας στις ρίζες του λόφου του Γυναικόκαστρου
Κεντρική πύλη και άποψη της βασιλικής
 
Παλαιό νεκροταφείο έξω από τα ερείπια της παλιάς εκκλησίας * ο ποταμός στους πρόποδες- παραπόταμος του Γαλλικού



ΠΗΓΗ  http://protostrator.blogspot.gr