Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΚΑΙ Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑ









Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΣΤΑΜΟΥ ΧΑΨΑ



Στις αρχές Ιουνίου του 1821 ο Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς ξεκίνησε από τη Δράμα για να κινηθεί προς τη νότια Ελλάδα και να χτυπήσει τους επαναστάτες. Όμως έπρεπε πριν κατέβει προς τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο, να καταστείλει την επανάσταση της Χαλκιδικής, γιατί διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να πέσει η Θεσσαλονίκη στα χέρια των επαναστατημένων Χαλκιδικιωτών. Τα πεζοπόρα τμήματα που είχε συγκεντρώσει, ήταν πάνω από 30.000 και είχε και 5.000 ιππικό.
Ο Εμμανουήλ Παπάς πληροφορήθηκε μαζί με τον Κασσανδρινό οπλαρχηγό Στάμο Χάψα και τους υπαρχηγούς Δουμπιώτη και Βασιλικό, ότι πλησιάζουν μεγάλα τμήματα τουρκικού στρατού από την Ανατολική Μακεδονία. Είχε συγκεντρώσει μαζί με κάποιους πατριώτες καλογήρους του Όρους Άθω γύρω στις 4.000 άνδρες. Οι επαναστατημένοι Χαλκιδικιώτες κινήθηκαν από το Όρος προς την Κομίτσα (το χωριό αυτό καταστράφηκε μετά από τους Τούρκους) και Ιερισσό τα οποία και απελευθέρωσαν. Αφού απελευθερώθηκε η Κομίτσα και η Ιερισσός μοίρασαν το στράτευμα στα δύο, από 2.000 άνδρες το καθένα.
Στο ένα τμήμα που συγκροτήθηκε έμεινε επικεφαλής ο ίδιος ο Εμμανουήλ Παπάς και κινήθηκε προς τα στενά της Ρεντίνας (Μακεδονικά Τέμπη) για να προλάβει τον τουρκικό στρατό πριν περάσει από εκεί. Όμως ο τουρκικός στρατός είχε περάσει και οι πολεμιστές του Εμμανουήλ Παπά τους πρόλαβαν στη Νέα Απολλωνία (Εγρί Μπουτζάκ). Επειδή υπήρχε η πεδιάδα και ήταν ανοιχτό μέρος και ήταν υπεράριθμος ο τουρκικός στρατός, μετά από γενναία μάχη οι επαναστάτες άρχισαν να υποχωρούν προς το εσωτερικό της Χαλκιδικής, ενώ ο Μπαϊράμ πασάς με τα στρατεύματα του προχώρησε προς τη Θεσσαλονίκη χωρίς να τους καταδιώξει.
Το δεύτερο τμήμα των 2.000 ανδρών με επικεφαλής τον Καπετάν Χάψα (Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Κάψας αλλά ονομάστηκε Χάψας από τον λαό γιατί “έχαφτε” τους Τούρκους, κάτι σαν τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο δηλαδή) κινήθηκε από την Ιερισσό μέσω των χωριών της Βορείου Χαλκιδικής και μπήκε απελευθερωτής στη Γαλάτιστα όπου και στρατοπέδευσε.
Η μάχη στα Βασιλικά και ο θάνατος του Χάψα.
Ο Καπετάν Χάψας συνέχισε την πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη, οι άνδρες του ήταν γεμάτοι ενθουσιασμό και αποφασιστικότητα. Τα τούρκικα αποσπάσματα που τους αντιμετώπισαν δεν μπόρεσαν να τους αναχαιτίσουν, υποχωρούσαν γρήγορα και έτρεχαν να κρυφτούν προς τη Θεσσαλονίκη. Ο Αυστριακός πρόξενος στην πόλη, που παρακολουθούσε από κοντά τα γεγονότα, σε αναφορά του προς τον Αυστριακό Καγκελάριο Μέτερνιχ αναφέρει μεταξύ άλλων:
<<Η Ελληνική επανάσταση, που έχει ξεσπάσει κιόλας σε πολλές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προκαλεί τη γενική κατάπληξη. Σταματούν οι δουλειές και όπου υπάρχουν πολλοί Έλληνες οι εχθροπραξίες είναι ανοιχτές…
Κινήσεις ζωηρές γίνονται και στη Θεσσαλονίκη μέρα μεσημέρι, επειδή οι επαναστάτες βρίσκονται μόνο λίγες ώρες μακρυά. Βρίσκονται σε ένα χωριό που ονομάζεται Γαλάτιστα και ξεσηκώνουν παντού τις ψυχές των κατοίκων…
Πολυάριθμα πολεμικά καράβια με ξεχωριστή καινούρια σημαία λυμαίνονται τη Θάλασσα, συλλαμβάνουν τουρκικά πλοία, κάνουν νηοψίες στα πλοία των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, που όμως τα σέβονται…
Στο μεταξύ εδώ αυξάνονται οι αταξίες. Η αδημονία και ο γενικός φόβος, μήπως οι Έλληνες χτυπήσουν από στεριά και Θάλασσα την πόλη υπάρχει διάχυτος, αν και η κυβέρνηση έχει συλλάβει ως ομήρους τους πιο πλούσιους Έλληνες που ασκούν και την πιο μεγάλη επιρροή>>.
Ο Καπετάν Χάψας με τους άνδρες του στις 8 Ιουνίου του 1821 έφθασε στη Θέρμη (Σέδες). Εκεί έγινε μάχη με το ιππικό του Αχμέτ Μπέη των Γιαννιτσών (Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτή η μάχη έγινε κοντά στη Γεωργική Σχολή, πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη). Οι Τούρκοι νικήθηκαν και υποχωρούσαν πανικόβλητοι, τότε έκανε την εμφάνισή του ο Μπαϊράμ πασάς στη Θεσσαλονίκη.
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΣΤΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ
Έγινε αμέσως πολεμικό συμβούλιο υπό τον Καπετάν Χάψα και αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν στους πρόποδες του βουνού Βούζιαρη, όπως είχε προτείνει ο Γεώργιος Κοτζιάς, ένας γέρος προεστός από τα Βασιλικά. Ο Καπετάν Χάψας έδωσε εντολή να φύγουν οι άμαχοι και τα γυναικόπαιδα από τα Βασιλικά και να πάνε στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας. Όμως τους πρόλαβε το ιππικό του Αχμέτ Μπέη και ακολούθησε μεγάλη σφαγή των αμάχων στον κάμπο και στις βουνοπλαγιές της Αγίας Αναστασίας.
Η εμπροσθοφυλακή του τουρκικού στρατού του Μπαϊράμ Πασά, συγκρούστηκε με τους αποφασισμένους άντρες του Καπετάν Χάψα στους πρόποδες του βουνού Βούζιαρη, στην τοποθεσία που λέγεται “Του Τσελέπη η Πέτρα”. Ύστερα από σφοδρή μάχη η εμπροσθοφυλακή αναγκάστηκε να υποχωρήσει και οι επαναστάτες κυνήγησαν τους Τούρκους με τα γιαταγάνια. Λίγο αργότερα όμως έφθασε το κύριο σώμα του στρατού και ο κάμπος κοκκίνισε από τις φορεσιές και τα φέσια των Τούρκων. Η μάχη που ακολούθησε ήταν φοβερή, η τελευταία περιγραφή για τον Καπετάν Χάψα είναι ότι όρμησε με το σπαθί στο χέρι και ένα μαχαίρι στα δόντια, στον κύριο όγκο του τουρκικού στρατεύματος. Τον ακολούθησαν οι οπλαρχηγοί από τον Βάβδο: οι Χαλάλης, Τουρλάκης και Καραγιάννης. Έπεσαν όλοι πολεμώντας μέχρι ενός. Ήταν Δευτέρα 10 (κατά άλλους 13) Ιουνίου του 1821. Οι Έλληνες άφησαν στο πεδίο της μάχης 63 ή 68 νεκρούς και οι Τούρκοι πολύ περισσότερους. Βέβαια υπήρχαν εκατοντάδες νεκροί (δικοί μας από τα γυναικόπαιδα και από άλλους πολεμιστές που είχαν πέσει νωρίτερα στις μάχες) σε ολόκληρη την περιοχή. Η τοποθεσία εκεί λέγεται αλλιώς και Στασιομάνι και βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Μονής της Αγίας Αναστασίας. Πολλοί πολεμιστές, τα “Παιδιά του Χάψα” όπως ονομάστηκαν από τον λαό, οπισθοχώρησαν προς τα υψώματα του Βάβδου και του Πολυγύρου με σκοπό να συναντήσουν το σώμα του Εμμανουήλ Παπά και να συνεχίσουν τον αγώνα εναντίον των Τούρκων και του Μπαϊράμ πασά.
Τα γυναικόπαιδα και οι άμαχοι που είχαν διασωθεί στο Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, βρισκόταν σε κατάσταση πανικού, οι Τούρκοι απλώθηκαν και έζωναν όλο το μοναστήρι. Ο Γέρο Χιμευτός (προεστός της Κασσανδρείας) καθισμένος σταυροπόδι έξω από το Μοναστήρι έστριβε τσιγάρο, τα μάτια του κοίταζαν τον κάμπο και τις πλαγιές του βουνού που ήταν γεμάτα από Τούρκους, μίλησε ξαφνικά απευθυνόμενος στον Τσολάκη και τον Σκανδήλα που ήταν κοντά του
- Θα πάω τους είπε.
- Πού θα πας γέροντα; τον ρώτησαν.
- Θα πάω στον παλιό μου φίλο Αγκούς αγά να δηλώσω υποταγή και να τον παρακαλέσω να μεσιτεύσει στον Μπαϊράμ πασιά να δώσει αμνηστία.
- Θα έρθουμε μαζί σου. Του είπαν οι άλλοι δύο και ξεκίνησαν και οι τρείς (προφανώς για τα Βασιλικά με λευκή σημαία, αυτές είναι λεπτομέρειες που δεν αναφέρονται στα δημοσιεύματα για τη μάχη, κακώς βέβαια).
Ο τουρκαλβανός μόλις τους είδε χαμογέλασε με κακία, ακολούθησε ο εξής διάλογος:
- Χρόνια και ζαμάνια μπρέ.
- Άλλαξαν οι καιροί αγά μου.
- Η ανταρσία;
- Ναι, η ανταρσία.
- Και γιατί ήρθες εδώ τι θέλεις να ζητήσεις;
- Ήρθα να δηλώσω υποταγή.
- Εσύ; Το θεριό της Χαλκιδικής;
- Είμαι γέρος και ανήμπορος, Αγκούς, δεν ήρθα όμως να ζητήσω τίποτα για τον εαυτό μου. Ήρθα για τα γυναικόπαιδα που είναι στο μοναστήρι. Θέλουμε την ειρήνη και θέλουμε ήσυχη ζωή…
- Κάτω από την προστασία του πολυχρονεμένου μας σουλτάνου μπρέ;
- Ναι, κάτω από την προστασία του.
- Συνέχισε μπρέ.
- Να μεσιτεύσεις, Αγκούς, στον Μπαϊράμ για αμνηστία. Είσαι φίλος μου γι’ αυτό ήρθα σε εσένα.
- Είμαι σκύλος μπρέ και όχι φίλος σου.
Γύρισε τότε ο Αγκούς αγά προς τους άνδρες του και έδωσε διαταγή:
- Πάρτε τους δυο και χαλάστε τους.
Ο Τσολάκης και ο Σκανδήλας σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του γέροντα.
- Άπιστο ζαγάρι καλύτερα να σφάξεις κι εμένα, φώναξε ο Γέρο Χιμευτός
- Όχι, όχι, απάντησε ο Αγκούς, Εσύ θα μείνεις ζωντανός, γιατί είσαι φίλος μου και γιατί έτσι προστάζει το δικό μου το αρβανίτικο δίκαιο. (Ουσιαστικά του έδωσε μια νύχτα διορία να περιμαζέψει τα γυναικόπαιδα και να φύγουν από το μοναστήρι).
Ο Γέρο Χιμευτός ανηφόρισε προς το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, μάζεψε τους άμαχους και τα γυναικόπαιδα και μέσα στη νύχτα τους οδήγησε προς τη Γαλάτιστα, το Βάβδο, τον Πολύγυρο και τον Άγιο Νικόλαο. Άλλοι από αυτούς πήγαν στην Κασσάνδρα και ορισμένοι γέροντες προς το Όρος.
Την άλλη μέρα το πρωί, οι Τούρκοι από το Γαλαρινό έστειλαν μια περίπολο προς το μοναστήρι, γιατί ο Μπαϊράμ πασάς πίστευε πως υπάρχουν επαναστάτες μέσα. Κάποιος καλόγερος όμως ή φύλακας του μοναστηριού, έριξε μερικούς πυροβολισμούς, σκότωσε 2-3 Τούρκους, οι υπόλοιποι οπισθοχώρησαν και τότε ο Μπαϊράμ πασάς διέταξε την κατάληψη, την λεηλασία και την πυρπόληση της Μονής της Αγίας Αναστασίας.
Τα στρατεύματα του Εμμανουήλ Παπά, τα “Παιδιά του Χάψα”, οι Πολυγυρινοί, οι Κασσανδρινοί και οι πολλοί άλλοι Χαλκιδικιώτες συνέχισαν να πολεμούν. Οι Τούρκοι σύντομα πέρασαν τους λόφους του Βάβδου και προχώρησαν προς τον Πολύγυρο. Όμως έξω από τον Πολύγυρο συνάντησαν σφοδρή αντίσταση, οι επαναστατημένοι Πολυγυρινοί κέρδισαν ακόμη και το θαυμασμό του νικητή Μπαϊράμ πασά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου