Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Η "ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ" ΤΟΥ Δ' ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΟ GOERLITZ 1916-1919









Το Γκαίρλιτς (Gorlitz) είναι μια πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας η οποία στον Α΄ Παγκόσμιο είχε 90.000 κατοίκους. Από το 1945 το ανατολικό τμήμα της πόλης που χωρίζεται από τον ποταμό Νάισε, ανήκει στην Πολωνία και ονομάζεται Ζγκορζέλετς. Η πόλη του Γκαίρλιτς είναι συνδεμένη με την ποιο παράδοξη ιστορία των πολέμων.

Το 1916 μια τραγική ιστορική συγκυρία οδήγησε το Ελληνικό Δ σώμα στρατού να παραδοθεί με την θέληση του στους Γερμανούς μετά την κατάκτηση της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βουλγάρους. Περίπου 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί παρέμειναν στο Γκαίρλιτς υπό περιορισμό «φιλοξενούμενοι» του Κάιζερ για δυόμισι χρόνια περίπου. Είναι  η μοναδική στην παγκόσμια ιστορία περίπτωση αιχμαλωσίας στρατιωτών από ένα στρατό που δεν βρισκόταν σε άμεση εμπόλεμη κατάσταση με τους αιχμαλώτους.

Η ιστορία αυτή αποτελεί το σύμπτωμα του τρομακτικού πολιτικού, κοινωνικού και ταξικού διχασμού των Ελλήνων, που είχε  ως τελική κατάληξη τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αυτή η άγνωστη σελίδα της ιστορίας , ήρθε να επαναληφθεί μετά από μια ολόκληρη γενιά και συγκεκριμένα μετά το 1945 στη διάρκεια του Ελληνικού εμφυλίου πολέμου, όταν 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν στην ίδια πόλη (Ζγκορζέλετς) κατά μια παράξενη ιστορική σύμπτωση.

Η «φιλική αιχμαλωσία» του Δ’ Σώματος Στρατού είναι ένα θέμα που, όπως τόσα άλλα που αφορούν την Ελληνική Ιστορία, αποτελεί ταμπού και παραμένει σχεδόν άγνωστο .

Στις 18 Αυγούστου 1916 ο Βουλγαρικός στρατός συνοδευόμενος από Γερμανούς αξιωματικούς εισβάλει αιφνιδιαστικά στην Αν. Μακεδονία. Την ίδια μέρα οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στην Αθήνα με επίσημες ανακοινώσεις των κυβερνήσεών τους διαβεβαίωναν ότι η εισβολή είχε αποκλειστικά στρατιωτικά κίνητρα και στρεφόταν εναντίον της Αντάντ, ενώ ταυτόχρονα παρείχαν εγγυήσεις για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και την διατήρηση των τοπικών αρχών στα πόστα τους.

Οι Σύμμαχοι από την άλλη θορυβημένοι από την επίθεση δεξιά του οχυρωμένου στρατοπέδου τους στην Θεσσαλονίκη και θεωρώντας ότι πρόκειται για προσυνεννοημένη συμπαιγνία Αθηνών – Βερολίνου κηρύσσουν τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον Βρετανικό στόλο. Η στρατιωτική ηγεσία των Γερμανών ενημερώνει τους Βούλγαρους για επικείμενη αποβατική ενέργεια της Αντάντ στην Καβάλα, γεγονός που τους καθιστά ακόμη πιο σκληρούς στον ντόπιο πληθυσμό. Ο Γερμανός στρατηγός Χίντεμπουργκ με τηλεγράφημά του ζητά από τους Βούλγαρους την περικύκλωση της Καβάλας με πυροβολικό, προκειμένου να παραδοθεί ο ελληνικός στρατός. Σε περίπτωση άρνησης , η διαταγή είναι «άμεσο πυρ κατά της πόλης». Μεταξύ του διλήμματος παράδοσης του στρατού ή καταστροφής της πόλης, ο Έλληνας συνταγματάρχης Χατζόπουλος, ύστερα από επαφή του με την Αθήνα και έκκληση για τη μεταφορά του στρατεύματος σε ασφαλή χώρο της Στερεάς Ελλάδας, που δεν έγινε αποδεκτή, αποφασίζει να παραδώσει τον ασύρματο στον Άγγλο ναύαρχο. Λίγο αργότερα αλλάζει στάση και  σε συνομιλίες με τον ίδιο τον Χίντεμπουργκ, διαπραγματεύεται την εκκένωση της εμπόλεμης περιοχής και τη μετακίνηση του Δ’ Σώματος Στρατού στη Γερμανία παίρνοντας εγγυήσεις για  την μεταφορά των ελληνικών μονάδων και του οπλισμού τους στην Γερμανία όπου θα παρέμεναν φιλοξενούμενοι μέχρι το τέλος του πολέμου, ώστε να μην πέσουν αιχμάλωτοι στα χέρια των Βουλγάρων. Ο λόγος που ο Χατζόπουλος αρνήθηκε την εναλλακτική πρόταση των Βρετανών για ένωσή του με τις δυνάμεις της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη, ήταν  ότι δεν ήθελε να ενισχύσει το κίνημα της Εθνικής Αμύνης του Βενιζέλου, λόγω του ότι ήταν πιστός στον βασιλιά Κωνσταντίνο .

Έτσι αρχίζει η μεγάλη πορεία του Δ΄ Σώματος προς την Γερμανία μέσω τρένου από τη Δράμα.

Το βράδυ της 11ης  Σεπτεμβρίου 1916 ολόκληρη η φρουρά της Καβάλας μαζί με τις οικογένειες των αξιωματικών ξεκίνησε την πορεία προς την Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού αφήνοντας την πόλη στο έλεος των εισβολέων με αποθήκες γεμάτες πανάκριβο στρατιωτικό υλικό , καπνά και τρόφιμα. Την επόμενη μέρα  τα Βουλγαρικά στρατεύματα έθεταν αμαχητί την πόλη υπό την κατοχή τους. Ωστόσο περίπου 3.000 στρατιώτες και 150 αξιωματικοί με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χριστοδούλου αυτομολούν προς Θάσο και από κει προς Θεσσαλονίκη για να ενωθούν με την Εθνική Άμυνα. Αυτοί οι στρατιώτες θα αποτελέσουν τον πυρήνα της αξιόμαχης μετέπειτα Μεραρχίας Σερρών.

Οι άνδρες του κατακερματισμένου Δ Σώματος συγκεντρώθηκαν στην Δράμα και ο πρώτος συρμός με προορισμό το Γκαίρλιτς ξεκίνησε στις 15 Σεπτεμβρίου 1916. Απαιτήθηκαν συνολικά 10 αμαξοστοιχίες που αναχωρούσαν ανά μία ημέρα, διασχίζοντας την Βουλγαρία , την Σερβία και την Αυστροουγγαρία πριν φτάσουν στον προορισμό τους μετά από ταξίδι 12 ολόκληρων ημερών. Συνολικά μετακινήθηκαν 6100 στρατιώτες , 430 αξιωματικοί και χωροφύλακες, 93 γυναίκες και 5 παιδιά .

Το στρατόπεδο

Η επιλογή του  χώρου φιλοξενίας των Ελλήνων δεν ήταν εύκολη υπόθεση αφού η συστέγαση ή έστω η απλή γειτνίαση με τα συνηθισμένα στρατόπεδα αιχμαλώτων απορριπτόταν λόγω του ιδιότυπου καθεστώτος της κράτησης . Τελικά επιλέχθηκε η μικρή πόλη Γκαίρλιτς στην Πρωσική επαρχία της Σιλεσίας, όπου υπήρχε ένα άδειο στρατόπεδο Ρώσων αιχμαλώτων. Αφού πείστηκαν οι τοπικές αρχές για την εθνική σημασία και την τοπική ωφελιμότητα του πρωτοφανούς αυτού εγχειρήματος , ξεκίνησαν οι εργασίες καλλωπισμού και ανακαίνισης. Σε μήνυμά του στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, για την μεταφορά των στρατιωτών από την Καβάλα στο Γκέρλιτς ο Γερμανός επιτελάρχης Λούντερντορφ επισημαίνει: «Η μεταφορά των ελληνικών στρατευμάτων μας παρέχει την μοναδική ευκαιρία να διαδώσουμε στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για την γερμανική υπόθεση, τη γερμανική εργασία και το γερμανικό μεγαλείο. Οφείλουμε να την αξιοποιήσουμε.  Οι Έλληνες δεν πρέπει να αισθάνονται ότι είναι αιχμάλωτοι ή ότι τελούν υπό περιορισμό….Τα ελληνικά στρατεύματα θα πρέπει να τυγχάνουν περίθαλψης εφάμιλλης με εκείνη των γερμανικών στρατευμάτων …. Οι συναλλαγές τους με την τοπική κοινωνία καθώς και η επαφή τους με την πατρίδα τους, επιβάλλεται να τελούν υπό παρακολούθηση, χωρίς όμως ακρότητες».

Ο καθορισμός του νομικού καθεστώτος της παραμονής του Σώματος στην Γερμανία ήταν πονοκέφαλος για τους αρμοδίους αφού από πλευράς διεθνούς δικαίου συνιστούσε παγκόσμια πρωτοτυπία. Τελικά το Δεκέμβριο του 1916 υπογράφηκε συμφωνία όπου καθοριζόταν οι σχέσεις του Σώματος με το Γερμανικό κράτος. Τα κύρια σημεία αυτής της συμφωνίας ήταν :

Το Ελληνικό Σώμα υπαγόταν κατευθείαν στο Γερμανικό υπουργείο εξωτερικών

Ο Έλληνας σωματάρχης στο εσωτερικό του στρατοπέδου διατηρούσε τις εξουσίες που είχε και στην  πατρίδα του ενώ τα άλλα ζητήματα αντιμετωπίζονταν από κοινού με τον Γερμανό φρούραρχο του Γκαίρλιτς.

Ταξίδια εντός της χώρας γινόταν με ειδική άδεια και για τα υπεραστικά τηλεφωνήματα απαιτούνταν η χρήση της Γερμανικής γλώσσας.

Οι αξιωματικοί θα εξακολουθούσαν να παίρνουν τον μισθό τους σε μάρκα με αναλογία ένα προς ένα.

Οι Έλληνες θα είχαν τις ίδιες επισιτιστικές παροχές με τον άμαχο πληθυσμό της χώρας.

Διατέθηκε στρατιωτικό νοσοκομείο για τους Έλληνες υπό Γερμανική διοίκηση (Griechenlazarett)

Τα επιτελεία θα στεγάζονταν στο χώρο ενός σχολείου ενώ οι Έλληνες αξιωματικοί θα είχαν στην διάθεση τους δύο λέσχες στο κέντρο της πόλης.

Παρά τη χαλαρή επιτήρηση οι Ελληνικές δυνάμεις ποτέ δεν έπαψαν να θεωρούν ότι βρίσκονταν υπό περιορισμό.

Όταν ο φιλογερμανός Έλληνας πρέσβης στο Βερολίνο Θεοτόκης ζήτησε τον επαναπατρισμό τους η απάντηση των Γερμανών ήταν αρνητική, ενώ δεν τελεσφόρησε ούτε η ανεπίσημη παρέμβαση του εκλεκτού των ανακτόρων Ιωάννη Μεταξά ,ούτε οι εκκλήσεις της Γερμανικής πρεσβείας της Αθήνας. Η δυσπιστία των Γερμανών σχετικά με τις αβέβαιες εξελίξεις και την απρόβλεπτη στάση του Ελληνικού στρατού διατηρήθηκαν μέχρι τέλος .

ΧΑΙΡΕΤΕ ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ

Σε όλη την διάρκεια της μεταφοράς του Σώματος στην Γερμανία τα φώτα της δημοσιότητας είχαν στραφεί στους ασυνήθιστους διερχόμενους ξένους . Οι ανταποκριτές του Γερμανικού τύπου βρισκόταν σε όλους στους σταθμούς της διαδρομής και προπαγάνδιζαν την ασυνήθιστη μεταφορά «των φίλων αιχμαλώτων». Το πρωτότυπο αυτό εγχείρημα δεν διέφυγε της προσοχής ούτε του διεθνούς τύπου. Η Μάντσεστερ Γκάρντιαν έγραφε  «εξωφρενικό και ασύληπτο» ενώ η Ντέιλι Νιους έκανε λόγο για «απίστευτο πραξικόπημα» . Η Νιου ΓιορκμΤαιμς είχε τακτικές ανταποκρίσεις για την «απαγωγή του στρατού μιας ουδέτερης χώρας» ενώ δεν έλειπαν και τα καυστικά σχόλια για «τους Έλληνες τουρίστες».

Η πόλη του Γκαίρλιτς έπειτα από την  τόση προβολή από τον διεθνή  τύπο  είχε φορέσει τα καλά της για να καλωσορίσει τους «Έλληνες φίλους». Στους δρόμους και στις πλατείες είχαν αναρτηθεί Ελληνικές σημαίες ενώ διπλωμάτες δημοσιογράφοι , ανώτατοι Γερμανοί κρατικοί λειτουργοί και  φιλέλληνες καθηγητές ερχόταν από ολόκληρη την Γερμανία. Το στρατόπεδο έλαμπε από καθαριότητα ενώ στην είσοδο είχε αναρτηθεί μια μεγάλη επιγραφή: ΧΑΙΡΕΤΕ

Όταν το τρένο πλησίαζε στον σταθμό της άγνωστης πόλης οι εξουθενωμένοι άντρες δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ολόκληρη η πόλη τους περίμενε με μουσικές και δώρα. Η Γερμανική  μπάντα έπαιζε τον Ελληνικό εθνικό ύμνο και τα Ελληνικά στρατεύματα παρέλαυναν στον κεντρικό δρόμο της πόλης καθ οδόν προς το στρατόπεδο «φιλοξενίας».

Ένας στρατιώτης έγραφε στον πατέρα του:

«Είναι αδύνατο να περιγραφεί η υποδοχή ήτις μας εγένετο εκ μέρους στρατιωτικών και πολιτικών….μας μοίραζαν διάφορα γλυκίσματα , τσιγάρα, αβγά και άλλα …» ενώ ένας άλλος αφηγείται μετά από χρόνια:

«Άρχισαν να ηχούν οι σάλπιγγες κι εμείς βάλαμε εφ’ όπλου λόγχη κι αρχίσαμε την παρέλαση. Οι Γερμανοί στα μπαλκόνια και στους δρόμους έριχναν λουλούδια, ρύζια και κουφέτα. Θερμή υποδοχή σ’ έναν τόπο όπου όλα μάς φαίνονταν διαφορετικά. Πρόσωπα ξανθά, μεγάλη καθαριότητα και μεγάλος ενθουσιασμός, σα να είμαστε οι καλύτεροι φίλοι».

Αυτή η υποδοχή ήταν κατά κάποιον τρόπο η ανταμοιβή του Κάιζερ προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α’, για την «εξυπηρέτησή» στο οχυρό Ρούπελ και την προσπάθειά του να κρατήσει την Ελλάδα ουδέτερη.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου επελέγησαν προσεκτικά από τον ιδιαίτερο του βασιλιά δύο ζεύγη έμπιστων αξιωματικών για να κατασκοπεύσουν και έφυγαν για την Ελλάδα σε δύο ξεχωριστές αποστολές, για λόγους ασφαλείας.
Κατέβηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο.
Στην πρώτη αποστολή ήταν ο υπολοχαγός Καλαμαράς και ο ανθυπολοχαγός Χατζόπουλος.
Οι δύο νεαροί αξιωματικοί σχεδόν αμέσως εντοπίστηκαν, συνελήφθησαν και ομολόγησαν τα πάντα. Στο Στρατοδικείο παραδέχθηκαν την ενοχή τους και καταδικάσθηκαν σε θάνατο.
Η εκτέλεση έγινε χωρίς καθυστέρηση.
Στον τόπο της εκτέλεσης ο επίτροπος τους είπε:
«Κρίμα, εσείς δεν πεθαίνετε για την Ελλάδα, αλλά για τον βασιλιά σας».
Οι άλλοι δύο αξιωματικοί, κυνηγημένοι δε μπόρεσαν να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους. Ονομάζονταν Παπακώστας και Ποτηρόπουλος.
Κρύβονται επί δύο χρόνια σε κάποιο χωρίς της Μεσσηνίας.
Ο Παπακώστας πέθανε μέσα στην κρύπτη του και ενταφιάστηκε εκεί.
Ο Ποτηρόπουλος γλύτωσε με την αλλαγή του καθεστώτος το 1920.



Η Ελληνική εφημερίδα «Νέα του Γκαίρλιτς»

Μετά από έναν μήνα από την άφιξη του στρατού στο Γκαίρλιτς εμφανίζεται στις 3 Νοεμβρίου το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Τα Νέα του GORLITZ». Εκδότης ήταν ο Γερμανός που εξέδιδε την τοπική γερμανόφωνη εφημερίδα και αρχισυντάκτης ο Έλληνας αξιωματικός Διονύσιος Αγαπητός. Το τεχνικό προσωπικό όπως και η συντακτική επιτροπή αποτελούνταν από Έλληνες στρατιώτες. Οι θέσεις αυτές ήταν περιζήτητες αφού εξασφάλιζαν αμοιβή και διαμονή εκτός στρατοπέδου. Η εφημερίδα ήταν  τετρασέλιδη και εκδιδόταν καθημερινά εκτός Κυριακής. Περιείχε κείμενα από τα πολεμικά μέτωπα, ειδήσεις από την ελληνική πολιτική σκηνή, άρθρα, αναλύσεις, χρονογραφήματα, αγγελίες και διαφημίσεις. Η απήχηση ήταν μεγάλη και εκατοντάδες συνδρομές δεχόταν η εφημερίδα από παντού, ενώ η κυκλοφορία της έφτασε μέχρι και το Βερολίνο. Το 1918 έγινε Γερμανικής εμβέλειας με έδρα το Βερολίνο και αλλαγή του τίτλου της σε «Ελληνικά Φύλλα». Εκτός από τις εφημερίδες κυκλοφόρησαν στην Γερμανία και άλλα έντυπα στην Ελληνική ή την Γερμανική γλώσσα. Εκεί πρωτοεκδόθηκε η ποιητική συλλογή του Βασίλη Ρώτα, υπολοχαγού τότε στο Γκέρλιτς και αργότερα διάσημου συγγραφέα θεατρικών έργων και ιδρυτή του θεάτρου του βουνού στα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Επίσης εκδόθηκαν τα «Γράμματα από την Γερμανία» του αξιωματικού Λέοντα Κουκούλα. Εκδόθηκαν επίσης τρία ημερολόγια φιλολογικών αναζητήσεων, δέκα επτά τεύχη του φιλολογικού παρατήματος των Ελληνικών Φύλλων, βιβλία εκμάθησης της Ελληνικής, το πρώτο έργο του Παπαδιαμάντη ¨Αλιβάνιστος» στην Γερμανική κ.α.

Σπάνιες ηχογραφήσεις

Η παρουσία των Ελλήνων αποτέλεσε θείο δώρο για τους κύκλους των φιλελλήνων . Οι 7000 Έλληνες από όλα τα κοινωνικά στρώματα και από όλες τις γωνιές της Ελλάδας αποτελούσαν ανεκτίμητης αξίας «πρώτη ύλη». Ένα έμψυχο υλικό άφθονο, πρόθυμο και συγκεντρωμένο ανά πάσα στιγμή. Κύκλοι ειδημόνων αντιλήφθηκαν τις ευκαιρίες αξιοποίησης για τις ακμάζουσες τότε νεοελληνικές σπουδές και έτσι οι Έλληνες έγιναν αντικείμενο σοβαρών λαογραφικών μελετών από τους Γερμανούς επιστήμονες με επικεφαλής τον κορυφαίο ελληνιστή και ερευνητή Χάιζενμπεργκ. Ο πρόεδρος της Βαυαρικής Ακαδημίας Κρούζιους στις αρχές του 1917 διαπίστωνε : «… Η ιδέα της Γερμανοελληνικής Εταιρείας να επωφεληθούμε από την παρουσία των Ελλήνων με στόχο την προώθηση των νεοελληνικών ερευνών – ενός κατά παράδοσιν προσφιλούς αντικειμένου της Ακαδημίας μας- εμφανίστηκε από την πρώτη στιγμή που το Σώμα βρήκε καταφύγιο στη φιλόξενη στέγη της Γερμανίας. Συγκεκριμένα προτάθηκε η συστηματική ηχητική καταγραφή όλων των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων, τα οποία χάριν ευτυχούς ιστορικής συγκυρίας αντηχούν τώρα στα βουνά της Σιλεσίας..». Με την συνεργασία των δύο κορυφαίων ιδρυμάτων της Γερμανίας, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βαυαρικής Ακαδημίας , η ιδέα της καταγραφής άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Χάιζενμπεργκ ως επικεφαλής υιοθέτησε  την ιδέα του μουσικολόγου Σύνεμαν να ηχογραφηθούν εκτός από τα γλωσσικά ιδιώματα και η ελληνική παραδοσιακή μουσική. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν τον Ιούλιο του 1917 σε ειδικά διαμορφωμένο παράπηγμα του στρατοπέδου. Η Βασιλική Πρωσική Φωνογραφική Εταιρεία με ανάλογη εμπειρία από άλλα στρατόπεδα «εξωτικών» αιχμαλώτων ανέλαβε το δύσκολο αυτό επιχείρημα. Το αποτέλεσμα ήταν 72 δίσκοι γραμμοφώνου με καταγεγραμμένα γλωσσικά δείγματα από όλες τις περιοχές του τότε Ελληνικού βασιλείου. Εκτός από τις ηχογραφήσεις του Χάιζενμπεργκ τις ίδιες μέρες έγινε από τον Σύνεμαν μια δεύτερη σειρά εγγραφών με αποκλειστικά μουσικό περιεχόμενο. Για την μουσική ηχογράφηση χρησιμοποιήθηκε άλλο μηχάνημα «φωνόγραφος τύπου Εντισον» που αποτύπωνε τον ήχο σε παλιού τύπου κέρινους κυλίνδρους.

Τα ντοκουμέντα αυτά με την πολύ καλή ακουστική ποιότητα αποτελούν τους παλαιότερους διατηρημένους δίσκους στην Ελληνική γλώσσα. Φυλάσσονται σήμερα  στο ηχητικό αρχείο του Πανεπιστημίου Χούμπολτ του Βερολίνου, ασφαλισμένα σε μεταλλικές ντουλάπες, ενώ μεθοδικά υφίστανται ψηφιακή επεξεργασία και καταγράφονται σε βάση δεδομένων, προκειμένου να σωθούν για πάντα.

Ανάμεσα στα παραμύθια, τα δημοτικά τραγούδια, τους εκκλησιαστικούς ύμνους, τους αμανέδες, τις μαντινάδες  και τα μοιρολόγια συγκαταλέγεται και η πρώτη παγκόσμια ηχογράφηση μπουζουκιού και ίσως Κρητικής λύρας .

Η ζωή στο Γκαίρλιτς

Η παρουσία των 7.000 Ελλήνων στο Γκαίρλιτς  ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην καθημερινότητα της πόλης. Μια παρισινή εφημερίδα σε ρεπορτάζ έγραφε: «Οι αξιωματικοί έχουν λέσχη στην οποία τρώγουν και περπατούν στους δρόμους της πόλης με σταθερό βήμα σαν να είναι στην πατρίδα τους. Κάνουν τις προμήθειές τους ακολουθούμενοι από έναν στρατιώτη ο οποίος κρατάει τα πακέτα. Το ευγενές και αρειμάνιο παράστημά τους κάνει εξαιρετική εντύπωση. Στους δρόμους οι Γερμανοί στρατιώτες τους χαιρετούν. Τα καταστήματα της πόλης έβαλαν στις προθήκες τους και ελληνικές επιγραφές. Το βράδυ ολόκληρη η φρουρά βγαίνει στον δρόμο.»

Πίσω από την βιτρίνα τα πράγματα δεν ήταν κι τόσο ειδυλλιακά. Ο βαρύς χειμώνας 1916-1917 προκάλεσε πολλές δυσαρέσκειες στον τοπικό πληθυσμό που έβλεπε τους αξιωματικούς να παίρνουν τον μισθό τους, να αδειάζουν τα καταστήματά τους και να αυξάνονται οι τιμές. Το φάσμα του υποσιτισμού και της πείνας ήταν ο μόνιμος εφιάλτης των στρατιωτών, αφού η άφιξη τους στο Γκαίρλιτς συνέπεσε με την μεγαλύτερη επισιτιστική κρίση, λόγω μιας ασθένειας που αφάνισε την σοδειά της πατάτας που ήταν το κυριότερο διατροφικό αγαθό των Γερμανών, ενώ η φυματίωση και η Ισπανική γρίπη θέρισαν τους Έλληνες στρατιώτες από τους οποίους αρκετοί άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Αλλά και το σουλατσάρισμα των Ελλήνων δεν δημιουργούσε ιδιαίτερα φιλικά συναισθήματα. Οι αντιζηλίες δεν άργησαν να έρθουν από την αποδοχή των Ελλήνων και τα ερωτικά αισθήματα που προκαλούσαν στις Γερμανίδες. Συχνές ήταν οι αγγελίες στις εφημερίδες τύπου «ενοικιάζεται δωμάτιο από μόνη νεαρά κυρία εις αξιοπρεπήν νεαρόν κύριον» Σύντομα ήρθαν στη ζωή και πολλά εξώγαμα τα οποία αποκαλούσαν περιφρονητικά «μικρές σταφίδες». Όταν όμως σταμάτησε ο πόλεμος, στα τέλη του 1918, και γύρισαν από το μέτωπο οι Γερμανοί στρατιώτες, πολλοί βρέθηκαν προ οδυνηρών εκπλήξεων καθώς οι γυναίκες τους τα είχαν μπλέξει με τους Έλληνες με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί  μεγάλο μίσος ανάμεσα τους. Υπήρξαν όμως και  αρραβώνες οι οποίοι οδήγησαν σε γάμο πολλά ζευγάρια μικτά από Έλληνες και Γερμανίδες τα οποία έμειναν για πάντα στο Γκαίρλιτς. Οι σχέσεις της Γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης και των Ελλήνων όσο περνούσε ο καιρός γινόταν και πιο εχθρικές. Οι Γερμανοί υποχρέωσαν τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες και με την βία ένα μεγάλο μέρος από αυτούς διασκορπίστηκε από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια κ.α. Ο Ελληνικός τύπος κατακεραύνωνε «τον εξαναγκασμό των στρατιωτών να μεταβούν εις Έσσεν  κατά παρακίνησιν των αξιωματικών και βιασθέντων εις τούτο υπό των γερμανικών αρχών», ενώ αντίθετα ο Χάιζενμπεργκ σε ομιλία του προς του Γερμανούς βιομηχάνους έπλεκε το εγκώμιο του Έλληνα εργάτη ο οποίος «διακρινόταν ήδη παντού με την αξιοσύνη του…όπου ο Έλληνας εργάζεται από κοινού με άλλους όπως συμβαίνει τώρα σε εμάς, εκεί συνήθως προκόβει…»

Είναι χαρακτηριστική μια μαντινάδα που διασώθηκε  «Ανάθεμα σας Γερμανοί , δέκα φορές την ώρα γιατί μας ετραβήξατε στην εδική σας χώρα».

 Η επανάσταση των Σπαρτακιστών και τα Ελληνικά «Σοβιέτ» του Γκαίρλιτς

 Άγνωστη παραμένει μέχρι σήμερα  και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη Γερμανική επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918, τη γνωστή ως επανάσταση των Σπαρτακιστών, με επικεφαλής την Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Κάρλ Λήμπνεχτ. Επηρεασμένοι από το διάχυτα ανατρεπτικό μεταπολεμικό κλίμα, αλλά και για δικούς τους ειδικούς λόγους, ήρθαν σε ρήξη με τους αξιωματικούς, καθαίρεσαν τη διοίκηση του Σώματος και εξέλεξαν επαναστατικά στρατιωτικά συμβούλια, με κορυφαίο αίτημα την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Το βραχύβιο συμβούλιο με διάρκεια ζωής 33 ημερών που αποτελούνταν κυρίως από υπαξιωματικούς καθαίρεσε την φιλοβασιλική διοίκηση και απαίτησε την απελευθέρωση 53 έγκλειστων βενιζελικώνΕλλήνων αξιωματικών. Η νέα πραγματικότητα ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτή από τις Γερμανικές αρχές αφού έβλεπαν να περνά ο έλεγχος του φιλικού στρατοπέδου στα χέρια των «βενιζελικών εχθρών».

Στις 9 Δεκεμβρίου 1918 οι Γερμανικές αρχές κάλεσαν τους πρωτεργάτες της εξέγερσης σε γενική συνέλευση στο Δημαχείο για την επίλυση «πληθώρας εκκρεμών ζητημάτων» . Με το δόλιο αυτό τέχνασμα προσέλκυσαν εκτός στρατοπέδου τους «ταραχοποιούς» με αποτέλεσμα να συλλάβουν 32 άτομα του συμβουλίου. Ταυτόχρονα δυνάμεις του στρατού περικύκλωσαν το στρατόπεδο ενώ με προκύρηξη καλούσαν του Έλληνες στρατιώτες  «να συμμορφώνονται με τις διαταγές των αξιωματικών τους» καθώς με την ακραία στάση τους «έθεταν σε κίνδυνο τα γερμανικά συμφέροντα». Η επαναφορά στη διοίκηση  του στρατοπέδου του βασιλικού Καράκαλου, ξεχείλισε το ποτήρι και οι χιλιάδες στρατιώτες πανικόβλητοι με κάθε μέσο ακόμη και με τα πόδια άρχισαν να  αναζητούν τρόπο διαφυγής  προς τα σύνορα της Βοημίας και από κει προς την Ελλάδα.

«… Το άγνωστο αυτό προλεταριάτο της χώρας μας μεγαλειώδες επαναστατικό κίνημα των φαντάρων του Γκαίρλιτς , πρέπει να αποτελέσει για τούς φαντάρους και ναύτες , καθώς και για όλους τους εργαζομένους της χώρας μας το φωτεινό παράδειγμα…» έγραψε ο Ριζοσπάστης, πολύ αργότερα όταν έγιναν γνωστά τα γεγονότα αυτά.

Η επιστροφή

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη το 1918 στο στρατόπεδο των Ελλήνων οδήγησαν τον κύριο όγκο των στρατιωτών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Εκνευρισμένοι οι Γερμανοί από την απειθαρχία των Ελλήνων και επειδή φοβούνταν για επεισόδια άρχισαν να κάνουν αψυχολόγητες ενέργειες  ανοίγοντας πυρ για ασήμαντες  αφορμές με αποτέλεσμα να σκοτωθούν πέντε  στρατιώτες και να τραυματιστούν αρκετοί. Μετά από αρκετές παλινωδίες οι Γερμανικές αρχές αποφάσισαν να αντιστρέψουν την τακτική τους και να ξεφορτωθούν τους Έλληνες. Άνοιξαν διάπλατα τις πύλες του στρατοπέδου και έδωσαν εντολή στους συνοριακούς φρουρούς να επιτρέπουν ανεμπόδιστα την φυγή . Οι φυλακισμένοι ταραξίες αφέθηκαν ελεύθεροι και οδηγήθηκαν στα σύνορα και απελάθηκαν. Μετά από διαπραγματεύσεις απελάθηκαν και οι τελευταίοι 600 στρατιώτες οι οποίοι ήταν οι μισοί ασθενείς .Με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών μεταφέρθηκαν τον Φεβρουάριο του 1919 στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα. Η υποδοχή τους στην βενιζελική Ελλάδα δεν ήταν και τόσο φιλική. Οι απλοί στρατιώτες και υπαξιωματικοί πήγαν στα σπίτια τους ενώ οι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί πέρασαν στρατοδικείο και καταδικάστηκαν, 8 σε θανατικές καταδίκες ανάμεσά τους και ο Καράκαλος οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν, ενώ άλλοι φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά. Όλα άλλαξαν με την ήττα του Βενιζέλου το 1920 και την επαναφορά του Κωνσταντίνου. Οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν πήραν προαγωγές και πήγαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας που ήταν σε έξαρση.

Πάνω από 200 Έλληνες έμειναν στο Γκαίρλιτς, ορισμένοι σπούδασαν ενώ άλλοι παντρεύτηκα ή ανέπτυξαν επαγγελματική δραστηριότητα. Σήμερα στο Γκαίρλιτς ζουν πάνω από 40 απόγονοι δεύτερης έως τέταρτης γενιάς Ελλήνων, ενώ Ελληνικά ονόματα ακούγονται ακόμη στην πόλη αυτή.
Ο αριθμός των Ελλήνων που πέθαναν στο Γκαίρλιτς κυμαίνεται μεταξύ 350 με 400. Από αυτούς 133 ήταν θαμμένοι στο ελληνικό νεκροταφείο της πόλης το οποίο ισοπεδώθηκε την δεκαετία του 60. Σήμερα επτά τάφοι αξιωματικών ανάμεσα τους και του διοικητή Χατζόπουλου μαρτυρούν την παρουσία των Ελλήνων στην πόλη πριν από 95 περίπου χρόνια.

 Μικρές αγγελίες από την εφημερίδα του στρατοπέδου εδώ


2 σχόλια: