Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

ΘΩΡΗΚΤΟ ΥΔΡΑ

         To Β.Π. Θ/Κ ΥΔΡΑ ναυπηγήθηκε στο Saint - Nazaire της Γαλλίας μεταξύ των ετών 1887 - 1889, μετά από παραγγελία της Ελληνικής Κυβέρνησης, με σχέδια και μελέτες του Γάλλου ναυάρχου Dupont. Ιδίου τύπου αδελφά πλοία ήταν τα Β.Π. Θ/Κ ΣΠΕΤΣΑΙ και ΨΑΡΑ.
          Τον Ιανουάριο του 1897 με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Ι. Βωκό και Διοικητή της Μοίρας  Θωρηκτών τον Πλοίαρχο Α. Ραϊνέκ, στάλθηκε στην Κρήτη με τα Μυκάλη, Αλφειός και Πηνειός και άλλα μικρότερα πλοία με σκοπό να προστατεύσει το διωκόμενο χριστιανικό ελληνικό πληθυσμό του νησιού από τους Τούρκους και να υποστηρίξει τον Ελληνικό Στρατό υπό τον Συνταγματάρχη Τιμ. Βάσσο, που είχε αποβιβασθεί στο Κολυμπάρι Σελίνου.
          Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πολέμου του 1897, στους Βαλκανικούς 1912-1913 και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο με τη λήξη του οποίου, τον Νοέμβριο του 1918 παροπλίστηκε. Από το 1922 μέχρι και το 1929 χρησιμοποιήθηκε για την στέγαση της Σχολής Πυροβολικού. Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1929-1930 φέρεται να διαλύθηκε.

Thorikton Hydra.JPG
Χαρακτηριστικά
Ναυπηγείο ‘SAINT- NAZAIRE’
Γενικά Χαρακτηριστικά
Εκτόπισμα 4900 τόνοι
Μήκος 108 μέτρα
Πλάτος 15,8 μέτρα
Βύθισμα 6,4 μέτρα
Πρόωση Δύο (2) μηχανές παλινδρομικές και 3 λέβητες - 6700 ΗΡ
Ταχύτητα 17,5 κόμβοι
Οπλισμός αρχικά 3 πυροβόλα των 27 εκατοστών (2 ΠΡ και 1 ΠΜ), 5 πυροβόλα των 15 εκατοστών, 1 ταχυβόλο των 10 εκατοστών και 3 Τ/Σ. Αργότερα προστέθηκαν 8 ταχυβόλα ‘ΚΑΝΕ’ των 65 χιλιοστών και μερικά ελαφρύτερα πυροβόλα
Θωράκιση προστασία επί της ισάλου 12-30 εκατοστά, καταστρώματος 7,5 εκατοστά και κεντρικού πυροβόλου 35 εκατοστά












Το θωρηκτό Ύδρα



 Πολεμικό Πάσχα του Θωρηκτού «Ύδρα»




  Του Κ. Παΐζη –Παραδέλλη (Αειμνήστου Προέδρου του Ν.Μ.Ε.)
 
       Βρισκόμαστε στα μέσα του πρώτου Βαλκανικού  πολέμου που είχε αρχίσει τον Οκτώβρη του 1912 από τα κράτη Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ελλάδα ήταν η μόνη σύμμαχη χώρα που διέθετε ναυτικές δυνάμεις και σ’ αυτές έτυχε η δύσκολη αποστολή να αντιμετωπίσουν με αποτελεσματικότητα το κραταιό Τουρκικό Ναυτικό. Το Ελληνικό σχέδιο ήταν να αποκλειστεί ο Τουρκικός Στόλος μέσα στα Στενά ώστε να μην μπορέσει με κανένα τρόπο να ενισχύσει με θαλάσσιες μεταφορές τις χερσαίες του δυνάμεις που μάχονταν στα διάφορα Βαλκανικά μέτωπα. Για το σκοπό αυτό ο Αρχηγός του Στόλου, Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, είχε εγκαταστήσει, με έδρα του τον όρμο Μούδρο της Λήμνου, ένα στενό αποκλεισμό των Δαρδανελλίων.
          Είχε ήδη προηγηθεί η ναυμαχία της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912 κατά την οποία η προσπάθεια των Τούρκων να διασπάσουν τον αποκλεισμό, είχε καταλήξει στην πλήρη καταναυμάχηση του Τουρκικού Στόλου και την άτακτη επιστροφή  του μέσα στα Στενά. Εν  τω μεταξύ οι χερσαίες επιχειρήσεις δεν πήγαιναν καθόλου καλά για τους Τούρκους. Η Θεσσαλονίκη είχε καταληφθεί και τα Βαλκανικά στρατεύματα πολιορκούσαν τα Γιάννενα, τα Σκόρδα και την Αδριανούπολη ενώ η τουρκική υποχώρηση ήταν παντού εμφανής.
       Τα μεσάνυχτα της 1ης Γενάρη του 1913, μέσα σε μεγάλη κακοκαιρία, το Τουρκικό καταδρομικό «Χαμιδιέ» διέφυγε απαρατήρητο από τα ελληνικά πλοία που επιτηρούσαν την έξοδο των Στενών και χάθηκε στο Αιγαίο. Σκοπός του «Χαμιδιέ» ήταν η δημιουργία αντιπερισπασμού για να παρασύρει προς καταδίωξή του ένα μέρος του Ελληνικού Στόλου ώστε στην επόμενη έξοδό του από τα Στενά του Τουρκικού, ο Ελληνικός Στόλος να βρεθεί ασθενέστερος. Ο Κουντουριώτης δεν έπεσε στην παγίδα και στην επόμενη ναυμαχία, της Λήμνου, που έγινε σε μερικές μέρες, στις 5 Ιανουαρίου 1913, η ήττα του Τουρκικού Στόλου ολοκληρώθηκε και από τότε δεν δοκίμασε πια να αμφισβητήσει την Ελληνική κυριαρχία.
         Το «Χαμιδιέ» στην αρχή πήγε στη Σύρο, όπου βομβάρδισε το οπλιταγωγό «Μακεδονία» και στη συνέχεια άρχισε να περιφέρεται στην Ανατολική Μεσόγειο προξενώντας μερικές ζημιές όχι όμως αξιόλογες ώστε να μπορέσουν να επηρεάσουν την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Σαν έδρα ανεφοδιασμού είχε τα διάφορα τουρκικά λιμάνια της Μεσογείου όπως Μυρσίνη, Βυρηττό, Γάζα, Χάιφα, Αττάλεια κ.α. Στα λιμάνια αυτά σε σύντομες παραμονές έκανε μικροεπισκευές και ανεφοδιαζόταν βιαστικά με τρόφιμα, κάρβουνο και άλλα εφόδια. Στην περιήγηση αυτή από 8 έως 27 Ιανουαρίου είχε περάσει την διώρυγα του Σουέζ και είχε καταφύγει στην Ερυθρά Θάλασσα. Λίγο αργότερα αναγκάστηκε να κάνει το ίδιο στις 25 Μαρτίου , όταν, όπως αποκαλύφθηκε μετά τον πόλεμο, οι φθορές και οι βλάβες από την τρίμηνη μετακίνησή του είχαν υπερβεί τα όρια για την επιχειρησιακή χρησιμοποίηση του πλοίου.
       Στο διάστημα αυτό ο Ελληνικός Στόλος είχε λάβει διάφορα μέτρα προστασίας της ναυσιπλοΐας αλλά με τη δεύτερη είσοδο του «Χαμιδιέ» στην Ερυθρά αποφάσισε να συγκροτήσει ειδική Μοίρα, τη Μοίρα του Λιβυκού, με σκοπό τη καταστροφή του πλοίου αυτού που είχε επίσης επηρεάσει με τις κινήσεις του και την ψυχολογία της κοινής γνώμης.
            Η Μοίρα αυτή συγκροτήθηκε από το θωρηκτό «Υδρα» με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Δ. Παπαχρήστου που ήταν και ο Διοικητής της Μοίρας, το ανιχνευτικό «Πάνθηρ» με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Αθ. Μιαούλη και τα τορπιλλοβόλα «Κεραυνός» (Πλώτάρχης Κ. Μαλλικόπουλος) και «Δόξα» (Υποπλοίαρχος Α. Χατζηκυριάκος). Η αποστολή της Μοίρας ήταν ο αποκλεισμός του «Χαμιδιέ» στην Ερυθρά και η καταστροφή του στην περίπτωση που επιχειρούσε να επιστρέψει στην Μεσόγειο. Η πρόταση του επιθετικού Ναυάρχου Κουντουριώτη να κυνηγήσουν το τουρκικό καταδρομικό στην Ερυθρά Θάλασσα δεν εγκρίθηκε απο το Υπουργείο Ναυτικών.
       Έτσι το «Ύδρα» με τη συνοδεία του «Κεραυνός» και του «Δόξα» κατέπλευσε έξω από το Πορτ-Σάιτ το πρωί της Παρασκευής 6 Απριλίου 1913  δυο μέρες πριν από την Κυριακή των Βαΐων. Το «Πάνθηρ» είχε παραμείνει νότια της Κρήτης για να χρησιμεύσει σαν σταθμός αναμετάδοσης των σημάτων του «Ύδρα» προς το Υπουργείο Ναυτικών και τον «Αβέρωφ».
Ο Αντιπλοίαρχος Παπαχρήστος σεβόμενος την ουδετερότητα της Αιγύπτου, η οποία δεν θα επέτρεπε την παραμονή στο λιμάνι περισσότερο από 24 ώρες, αγκυροβόλησε έξω από τα χωρικά ύδατα σε απόσταση 24 ναυτικών μιλίων από την ακτή. Για καύσιμα την Μοίρα συνόδευε το επίτακτο ανθρακοφόρο «Αλίκη».
            Ο κατάπλους της Ελληνικής Μοίρας στα Αιγυπτιακά ύδατα αποτέλεσε ένα γεγονός που ηλέκτρισε τον Ελληνισμό της Αιγύπτου. Μόλις μαθεύτηκε η άφιξη των πλοίων, εκατοντάδες άτομα με διάφορα πλωτά μέσα έφταναν γύρω από το θωρηκτό που βρισκόταν αγκυροβολημένο στην ανοικτή θάλασσα, για να χαιρετίσουν τους εκπροσώπους των νικητών των ναυμαχιών της Έλλης και της Λήμνου και γενικότερα του μαχόμενου Ελληνισμού ενάντια στον προαιώνιο δυνάστη. Οι Έλληνες της Αιγύπτου ήταν πάντοτε ιδιαίτερα ευαίσθητοι και ενθουσιώδεις πατριώτες και συμμετείχαν σε όλες τις Εθνικές προσπάθειες. Η συμβολή τους σε αυτές ήταν σημαντική τόσο με προσωπική συμμετοχή όσο και με αξιόλογη οικονομική βοήθεια.
       Στις 12 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή, επιτράπηκε η γενική άνοδος επισκεπτών στο πλοίο. Με την ευκαιρία αυτή οι κυρίες και οι δεσποινίδες της Ελληνικής Παροικίας του Πόρτ-Σάιτ ήλθαν με άνθη και στόλισαν τον επιτάφιο του πλοίου και στη συνέχεια παρέμειναν για να παρακολουθήσουν την λειτουργία και την περιφορά. Η όλη τελετή ήταν ιδιαίτερα κατανυκτική και εντυπωσιακή, πλαισιωμένη από τους ψαλμούς της χορωδίας του πλοίου που την αποτελούσαν καλλίφωνοι Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και ναύτες. Η πρώτη μέρα του Πάσχα, 14 Απριλίου, γιορτάστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και ζεστασιά.  Τα πλοία γέμισαν από ομογενείς επισκέπτες οι οποίοι έφεραν κόκκινα αυγά, χριστόψωμα και μια μεγάλη ποικιλία από πασχαλινές λιχουδιές και δώρα. Στα περιτυλίγματα των δώρων υπήρχαν ταινίες με διάφορους χαιρετισμούς χαρακτηριστικά των αισθημάτων του Αιγυπτιακού Ελληνισμού όπως, «Χριστός Ανέστη Θαλασσοπούλια», «Καλώς ήλθατε ελευθερωτές του υπόδουλου Ελληνισμού» κ.α. Τα πασχαλινά αυτά δώρα αναμείχθηκαν με το πασχαλινό φαγητό του πληρώματος και με την ενθουσιώδη παρουσία στο ίδιο τραπέζι των ομογενών δόθηκε το σύνθημα της πατροπαράδοτης γενικής χαράς του Ελληνικού Πάσχα. Ήταν μια σημαντική προσφορά για τα στρατευμένα αυτά παιδιά, αλλά και για τα μόνιμα στελέχη, που βρίσκονταν τόσους μήνες, και ιδιαίτερες τις ημέρες αυτές, μακριά από τις οικογένειές τους.
         Το Πάσχα αυτό έμεινε αλησμόνητο στα πληρώματα των πλοίων της Μοίρας αυτής και είμαστε σίγουροι ότι θα το θυμόταν για πολλά χρόνια και η εκεί Ελληνική Παροικία.
           Το θωρηκτό «Ύδρα» και τα υπόλοιπα πλοία της Μοίρας παρέμειναν έξω από το Πόρτ-Σάιτ για 45 ημέρες ελέγχοντας την έξοδο της διώρυγας για το «Χαμιδιέ» και άλλα Τούρκικα ή όχι πλοία που θα μετέφεραν υλικά πολέμου.
            Η επιτήρηση αυτή έληξε με την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου που έδωσε τέλος στον πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο, και είχε σαν αποτέλεσμα τον σημαντικό περιορισμό των Οθωμανικών κτήσεων στα Βαλκάνια σε όφελος της Ελλάδος, Βουλγαρίας και Σερβίας.


ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr
            http://el.wikipedia.org    
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου