Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑ








ΤΟ 5/42 ΣΎΝΤΑΓΜΑ ΕΥΖΩΝΩΝ






Τoν Σεπτέμβριον του 1918 το Μακεδονικόν Μέτωπον έπεσεν ' ο συμμαχικός στρατός κατεδίωκε τον αποσυντεθειμένον βουλγαρικόν στρατόν. Όλοι όσοι επεράσαμε αρκετά εξάμηνα την εκνευριστική ζωή των χαρακωμάτων αναπνεύσαμε, γιατί επί τέλους βλέπαμε ότι εκαρποφόρησαν οι κόποι μας και ότι σε λίγο θα εκπληρωθούν προαιώνια όνειρα και πόθοι πατριωτικοί. Ο ελληνικός στρατός θα μπη νικητής στη Σόφια και στην Πόλη. Σόφια και Πόλη! Σε κάθε στιγμή αι λέξεις αύται ήσαν στα χείλη των στρατιωτών μας. Κάθε λίγο λέγαμε « και στη Σόφια», «και στην Πόλη». Ο καθένας ήτο πεπεισμένος πως εκεί ήτο το τέρμα των αγώ­νων, αγώνων πολυχρονίων, αιματηρών, σκληρών, εκνευριστικών. Γιαυτό και η καταδίωξις εγένετο με ασυγκράτητη ορμή για να φθάσωμε μια ώρα αρχίτερα στον τελικό σκοπό. Όταν όμως εφθάναμε στα σύνορα της Βουλγαρίας μια ξαφνική δια­ταγή του αρχηγού των συμμαχικών στρατευμάτων [1] σταματά την προέλασί μας! Οι Βούλγαροι εδέχθησαν άνευ όρων ανακωχήν. Τα ελληνικά στρατεύματα διετάχθησαν να επανέλθουν εις τα παλαιά μας σύνορα! Η λύπη ήταν ζωγραφισμένη εις τα πρόσωπα όλων! Η ευχή μας δεν εκπληρούτο! Μεγάλη πίκρα υπήρχε στην ψυχή μας που οι σύμμαχοι μας υστέρησαν της ευτυχίας να μπούμε νικηταί στη Σόφια και στην Πόλη. To θεωρούσαμε αυτό αδικία, ύστερα από τόσους αγώνας να μας βάζουν σε δεύτερη μοίρα καi να προορίζουν για την κατάληψι της Σόφιας και της Πόλης μόνον τους στρατούς των τριών συμμάχων Μεγάλων Δυνά­μεων.
Και η πίκρα αύτη ήταν πιο μεγάλη όταν αναλογιζόμεθα ότι η αιτία της τοιαύτης στάσεως των δυνάμεων προς τον ελληνικόν στρατόν, ήταν κυρίως τα στασιαστικά κινήματα της Κοζάνης και των Σερβίων γενόμενα 4 μήνας μόλις προ της ανατροπής του Βαλκανικού Μετώπου και σε μια στιγμή που ο στρατός μας δια της λαμπράς νίκης του Σκρα απέκτα εξαιρετικόν γόητρον και πλήρη εμπιστοσύνην των συμμάχων. Έτσι λοιπόν πικραμένοι περνούσαμε τον καιρό μας στρατοπεδευμέ­νοι έξω από την Γευγελή. Εκεί επεράσαμε ολόκληρους δυο μήνας, Οκτώβριο και Νοέμβριο. Διοικούσα το 6ο Πεζικό Σύνταγμα της Μεραρ­χίας Αρχιπελάγους της Αμύνης, από Χιώτες κυρίως και πρόσφυγες της Ερυθραίας. Στο τέλος Νοεμβρίου μας ήλθε διαταγή να μετασταθμεύση το σύν­ταγμα στην Ανατολική Μακεδονία της οποίας η ανακατάληψις μόλις είχε συντελεσθή. Έπρεπε να καταλήξωμε στο Σαρί-Σαμπάν (Χρυσούπολη) και η πο­ρεία διήρκεσε πλέον από 10 ημέρες. Η πορεία αυτή εγένετο υπό τον χειρότερο καιρό που μπορούσε κανείς να φαντασθή. Κρύο, αέρας, ακατά­παυστες βροχές· χωραφόδρομοι με λάσπες έκαμναν την πορεία αυτή αληθινό μαρτύριο και για τους άνδρας και για τα ζώα.
Περάσαμε τον Στρυμόνα στας εκβολάς του. Εμπήκαμε πλέον στην Ανατολική Μακεδονία. Ερείπια φρικτά, οι άνθρωποι σκιαί μάλλον, ως επί το πολύ γυναικόπαιδα. Είχαν περάσει οι Βούλγαροι απ' εκεί, τους είχε δεχθή τότε ως φίλους η ελληνική κυβέρνησις! Έμειναν δυο χρόνια. Παρεδώκαμε παράδεισο και παραλαμβάναμε κολασι [2]. Περάσαμε το Παγγαίο, το Πράβι, την Καβάλλα. Το θέαμα της καταστροφής και της ερημώσεως ήταν απερίγραπτο. Όποιος εγνώρισε τα μέρη αυτά προ του 16 και τα έβλεπε τώρα ήτο αδύνατον να συγκρα­τήση την αγανάκτησί του δια το καταστροφικό ένστικτο των Βουλγά­ρων. Εφθάσαμε επί τέλους στο Σαρί-Σαμπάν. Το σύνταγμα επεστάθμευσε οπωσδήποτε ανθρωπινά σε τζαμιά και μερικά κτίρια χωρίς παράθυρα. Από τις κακουχίες όμως αυτής της πορείας ο οργανισμός των ανδρών ευρέθη αιφνιδίως εξησθενημένος υπό την προσβολήν της ισπανικής γρίππης. Και εντός 10 ημερών, 110 οπλίται και 2 αξιωματικοί απέθνησκον, εις τα νοσοκομεία Καβάλλας όπου απεστέλλοντο προς νοσηλείαν.

Τα νοσοκομεία δεν είχον τα απαιτούμενα μέσα προς πλήρη περίθαλψιν. Δεν είχαν ούτε τζάμια, ούτε κρεβάτια, ούτε αρκετά σκεπάσματα και όσοι μετεφέροντο εκεί σχεδόν απέθνησκον. Όταν επληροφορήθηκα αυτό, έπαυσα να στέλλω τους ασθενείς και τους εκράτουν εις τα αναρρωτήρια του συντάγματος που ελειτούργουν ασυγκρίτως καλλίτερα από τα πρό­χειρα νοσοκομεία της Καβάλλας. Θερμή τροφή και διαρκής θέρμανσις των δωματίων των ασθενών επρόλαβε το κακόν, ώστε κανείς θάνατος να μη σημειωθή στο σύνταγμα. Εις το Σαρί-Σαμπάν αντικατεστήσαμε το 5/42 Ευζωνικό Σύνταγ­μα του οποίου ύστερα από 2 μήνες ανέλαβα την διοίκησι για να το οδηγήσω στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Μου εδόθη η ευκαιρία τες ολίγες αυτές ημέρες που έμεινε εκεί το σύνταγμα αυτό να διαπιστώσω την μεγάλη διαφορά ως προς την πειθαρ­χία και το ηθικό που υπήρχε μεταξύ του στρατού της Εθνικής Αμύνης και του της Παλαιάς Ελλάδος. Οι κάτοικοι της περιφερείας και ιδίως οι Τούρκοι υπέφεραν πολύ από τας αταξίας και κλοπάς των ευζώνων εις τας οποίας ατυχώς ελάμβανον μέρος και



τίνες αξιωματικοί. Όταν το 5/42 Ευζωνικό ανεχώρησε δια το Πράβι, ολόκληρη η περιφέρεια ησθάνθηκε ανακούφισι, διότι η ασφάλεια της ζωής, η τιμή και η ελευθερία των κινήσεων υπήρξε πλήρης από το 6ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους. Κατά Ιανουάριον ελήφθη η απόφασις παρά της κυβερνήσεως όπως εις την κατά της Ουκρανίας εκστρατείαν λάβει μέρος και ένα σώμα ελληνικού στρατού καί ως τοιούτον ωρίσθη το Α' Σώμα [4] με τας Μεραρχίας I, II, καί ΧΙΙΙ.[5]

H πληροφορία αύτη με ηλέκτρισε. Είχε αρχίσει να με στεναχωρή ο μονότονος βίος της απραξίας, Ύστερα από δυόμισυ χρόνια έντονη πο­λεμική προσπάθεια όπου ο οργανισμός είχε συνηθίσει σε μια διαρκή υπερδιέγερσι και των αισθήσεων και του νευρικού συστήματος, ήτο φυσικόν με την μετάπτωσιν αυτήν εις την απόλυτον ησυχίαν και αδράνειαν να κάνη την ζωή του πολεμιστού ανιαρά και αχάριστη, και τόσο περισσότερον, διότι μετά ένα τόσον σκληρόν πόλεμον δεν εβλέπαμε τίποτε το θετικόν μέχρι της στιγμής ως προς τας εθνικάς διεκδικήσεις, αφού εστερή-θημεν και της ικανοποιήσεως να εισέλθωμεν στη Σόφια και στην Πόλη. Ήτο λοιπόν φυσικόν η πληροφορία της νέας εκστρατείας στην Ου­κρανία να εξάψη την φαντασίαν και να μας ελκύση με τον ασυγκράτητο πόθο προς νέας περιπετείας. Θα μου μείνη αξέχαστη η συγκίνησι που αισθάνθηκα από την πλη­ροφορία αυτή, Ήτο αδύνατον να κρύψω την χαρά μου. Έγινα άλλος άνθρωπος, ανέκτησα το ηθικόν μου, το οποίον είχε συντρίψει η απραξία τεσσάρων μηνών. Έσπευσα αμέσως την ιδίαν ημέραν να υποβάλω αναφοράν παρακαλών όπως με δοθή η διοίκησις ενός των συνταγμάτων από εκείνα που θα συμμετείχον εις την εκστρατείαν της Ουκρανίας.

Εν τω μεταξύ και μέχρις ότου λάβω απάντησιν εις την αναφοράν μου, την ανυπομονησία μου και την νευρικότητα εξουδετέρωνα με καθη­μερινά πολύωρα κυνήγια εις τα πέριξ του Σαρί-Σαμπάν. Όταν μετ' ολί­γας ημέρας ελάμβανα την απάντησιν ότι ενεκρίθη η αίτησις μου, και ότι μου αναθέτουν την διοίκησιν του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων [6] της XIII Μεραρχίας η χαρά μου δεν περιγράφεται. Είχα κάποια αμφιβολία ότι δεν θα υπήρχε σύνταγμα διαθέσιμον για να μου δοθή, με την ιδέαν οτι κανείς δεν θα εδέχετο εκ των ήδη διοικούντων τα συντάγματα να μη συμμετάσχη της εκστρατείας αυτής. Ευτυχώς δι' εμέ ο διοικητής του συντάγματος των ευζώνων εζήτησε νά μη συμμετάσχη [7] .
Από της στιγμής αυτής δύο συναισθήματα επίεζον την ψυχήν μου, η πλήρης ικανοποίησις και η άμετρος χαρά αφ' ενός διότι μετ' ολίγον επρόκειτο να συμμετάσχω εις τας περιπετείας μιας υπερποντίου εκστρατείας και η μεγάλη λύπη μου αφ' ετέρου που εδοκίμαζα εγκαταλείπων σύνταγμα [8] και προσφιλείς συμμαχητάς με τους οποίους επί δυόμισυ συνεχή χρονιά συνεμερίσθηκα την χαράν και την λύπην, τας νίκας και τους μόχθους εις ένα αφαντάστως σκληρόν αγώνα χαρακωμάτων.
Την λύπην μου ηύξησαν ακόμη περισσότερον τας τελευταίας ημέρας αι ειλικρινείς και συγκινητικαί εκδηλώσεις των συμμαχητών αξιωματικών και οπλιτών δια τον υπό τοιαύτας συνθηκας επερχόμενον αποχωρισμόν.

Και όταν την παραμονήν της αναχωρήσεως μου ανεγνώσθη εις τους λόχους μία συγκινητική και εγκάρδιος αποχαιρετιστήριος διαταγή μου ακολουθηθείσα με την προσωπικήν εις τα τάγματα επίσκεψιν μου, ευρέθην προ θεάματος εκτάκτως συγκινητικού. Όλοι έκλαιαν με λυγμούς εγώ δε ήτο αδύνατον να μιλήσω. Μόνον ένα συγκεκομμένον «γεια σας και καλή αντάμωσι» κατώρθωσα ν' αρθρώσω ' ήτο σπαρακτική η στιγμή αυτή του αποχωρισμού από τους ανθρώπους αυτούς που με συνέδεσαν κοινοί αγώνες και σκληραί περιπέτειαι. Και από μέσα από τους λυγμούς των πολεμιστών εκείνων έξήρχοντο μερικές διακεκομμένες λέξεις, «στο καλό»... «καλή επιτυχία»... «πάντα νικητής»... «εμάς πού μας αφήνεις»... «πάρε μας και εμάς»...Εσπηρούνισα το άλογο και τράβηξα δακρυσμένος και συντετριμμένος προς την Καβάλλα ακολουθούμενος από τον ιπποκόμον μου. Δεν εδέχθηκα να πάρω μαζί μου κανένα αξιωματικόν, δια να μη υπάρξουν παράπονα ότι επροτιμήθησαν κάποιοι.

Δυό ώρες αφέθηκα επάνω στο άλογο να με σύρη έως την Καβάλλα. Δυό ώρες σκέψεις και συλλογισμοί διάφοροι επέρναγαν από το κεφάλι μου. Πίσω άφηνα ένα σύνταγμα που έβαλα όλη μου την ψυχή για να το συγκροτήσω ' άρχισα από τον Νοέμβριο του 16 στην Χίο· το ωδήγησα τον Απρίλη του 17 στο Μακεδονικό Μέτωπο, λίγους μήνες στα Βιτώλια και έπειτα έως τον Οκτώβριο του 18 συνεχώς εις τον τομέα της Μποέμιτσας (Σκρά-Λούμνιτσα). Τρία εξάμηνα σκληρή ζωή μέσα σε μισοφτιαγμένα χαρακώματα και αμπρί, με καθημερινούς βομβαρδισμούς και ατελείωτη υπόγεια εργασία. Μιά μεγάλη μάχη αιματηρά, του Σκρά, με 50% απώλειες! Έπειτα σπάσιμο του μετώπου, καταδίωξις των Βουλγάρων, νίκαι, αιχμάλωτοι, λάφυρα άπειρα, δόξαι, ελπίδες, χαρές. Άφηνα φίλους, συμπολεμιστάς, ανθρώπους αφωσιωμένους, με ατσαλένια ψυχή, με ειλικρίνεια, με φρόνημα, και προ παντός πολεμιστάς δοκιμασμένους και με εξαιρετική πείρα. Όλα αυτά επέρναγαν κινηματογραφικώς από το νου μου, ήταν ένα παρελθόν περιπετειώδες και ιστορικόν, που το άφηνα τώρα πίσω μου. Και έφθανα εις το παρόν και προχωρούσε η σκέψι μου στο μέλλον, στη νέα περιπέτεια.
Εσκεπτόμην πως άφηνα ένα σύνταγμα εμπειροπόλεμο, που ήταν έργον των χειρών μου και επήγαινα να τεθώ επί κεφαλής ενός νέου συντάγματος για το οποίον αι πρώται εντυπώσεις μου εκ της γνωριμίας που έκαμα με αυτό προ δύο μηνών στο Σαρί-Σαμπάν κάθε άλλο παρά ευχάριστες ήσαν. Ήταν σύνταγμα σχεδόν απόλεμο. Ήταν μεν για κάμποσο καιρό στον τομέα του Στρυμόνος, αλλ' ο τομεύς αυτός δεν παρουσίαζε δράσιν τινα, αφού καθ' όλον το διάστημα της υπηρεσίας του μετώπου είχε μόνον ένα τραυματία. Έπειτα ήταν σύνταγμα απ' άκρου εις άκρον φρονημάτων φανατικώς βασιλικών. Είχε ποτισθή με το δηλητήριον του μίσους κατά του καθεστώτος της Θεσσαλονίκης της Εθνικής Αμύνης. Αφού ένα μήνα προ της ανατροπής του Μακεδονικού Μετώπου και κατ' Αύγουστον 1918 είχαν προετοιμασθή όλα, ώστε να αυτομολήση ολόκληρος η μεραρχία (ΧΙΙΙ) προς τους Βουλγάρους και προς τον σκοπόν αυτόν απέστειλαν προς συνεννόησιν ως αυτόμολον τον έφεδρον υπολοχαγόν του συντάγματος Καρύδην [9]. Ένα τυχαίον γεγονός απέτρεψε την αυτομολίαν της XIII Μεραρχίας, πράξιν αποτροπαίαν και συγχρόνως καταστρεπτικήν δια τα εθνικά συμφέροντα, αφού μάλιστα θα εγίνετο εις τας παραμονάς του τέλους του Μεγάλου Πολέμου.

Εξ άλλου είχα πλείστα δεδομένα δια την πειθαρχίαν του συντάγματος αυτού η οποία ευρίσκετο εις οικτρόν σημείον. Το εξής γεγονός και μόνον είνε ικανόν να διαπιστώση περί τούτου. Όταν τον Δεκέμβριον [10] έφθασα εις Σαρί-Σαμπάν με το 6ον Αρχιπελάγους διά να αντικαταστήσω το 5/42 Ευζώνων, εκλήθην το βράδυ εις γεύμα παρά του διοικητού του 5/42 εις το κατάλυμα του, οικίαν ευρισκομένην εις το κέντρον της πόλεως. Μετά το γεύμα και περί την 11ην νυκτερινήν ώραν ηκούσθησαν πολλοί πυροβολισμοί και φωνές έξωθεν της οικίας και εις τον κεντρικόν δρόμον της πόλεως. Έτρεξα αμέσως εις τον εξώστην και έρριξα δυνατές και απειλητικές φωνές εναντίον μιας ομάδος συμπλεκομένων ευζώνων και χωροφυλάκων τους οποίους μόλις κατώρθωνα να διακρίνω εις το πυκνόν σκότος της νυκτός. Με τες φωνές μου ετράπησαν εις φυγήν οι εύζωνοι και έμειναν επί τόπου οι χωροφύλακες εκφραζόμενοι δριμύτατα διά την επικρατούσαν απειθαρχίαν εις το σύνταγμα των ευζώνων. Έσπευσα αμέσως και κατέβηκα εις τον δρόμον. Είδα τους χωροφύλακας καταλασπωμένους ύστερα από την πάλην με τους ευζώνους και διασκορπισμένα ευζωνικά φάρια εις τη λάσπη και σφαγμένα αρνιά.

Οι χωροφύλακες καταγανακτισμένοι μου διηγήθησαν πως ομάς ευζώνων είχε κόψει από ένα ποίμνιον περί τα 300 πρόβατα τα οποία από της προηγουμένης νυκτός είχαν οδηγήσει εις δασώδες μέρος. Οι ιδιοκτήται του ποιμνίου κατήγγειλαν το πράγμα εις την αστυνομίαν, η οποία έλαβε ανάλογα μέτρα διά την ανακάλυψιν των κλοπιμαίων. Ανεκάλυψεν ότι εύζωνοι είχαν προτείνει εις κάποιον κρεοπώλην τής πόλεως να του πωλήσουν τό βράδυ εκείνο περί τα τριάκοντα πρόβατα. Ο κρεοπώλης υποψιασθείς κλοπήν ανέφερε τό γεγονός εις την αστυνομίαν. Η αστυνομία είπε εις τον κρεοπώλην να δεχθή την πρότασιν των ευζώνων, ο οποίος κατόπιν τούτου συνεφώνησε περί την 11ην ώραν της νυκτός, όπως του τα φέρουν εις το κατάστημα του. Πράγματι η ομάς των ευζώνων μετέφερε επί των ώμων εσφαγμένα μερικά πρόβατα. Και την στιγμήν που έμπαιναν εις τό κατάστημα παρουσιάσθηκαν οι ενεδρεύοντες κάπου εκεί πλησίον χωροφύλακες. Οι εύζωνοι με τους χωροφύλακας ήλθαν στα χέρια και εκυλίοντο στες λάσπες παλαίοντες οι μεν να συλλάβουν τους δε, οι δε να αποδράσουν, εξ ου και ο θόρυβος και οι πυροβολισμοί που ηκούσαμεν από το μόλις 100 μέτρων απέχον κατάλυμα του συνταγματάρχου. Μετά δε την αναχώρησιν του συντάγματος γενομένην ύστερα από 2-3 ημέρας, διέταξα ανακρίσεις αι οποίαι έφεραν εις φως πλήθος κλοπών και εκβιασμών εις βάρος του τουρκικού ιδίως πληθυσμού. Το σύνταγμα λοιπόν αυτό επρόκειτο να παραλάβω και να το οδηγήσω εντός δύο ημερών εις την Ουκρανίαν! Και από τας θλιβεράς αυτάς σκέψεις κατεχόμενος έφθασα εις τήν παραλίαν εις το μέσον του δρόμου μεταξύ Σαρί-Σαμπάν καί Καβάλλας.

Εις το αντίκρυσμα της θάλασσας τα μαύρα αυτά σύννεφα εξαφανίσθηκαν από τη σκέψι μου και ο νους μου με τα φτερά της φαντασίας επέταξε πέρα μακριά σε θαλασσινό ταξείδι, στο πέρασμα του Ελλησπόντου, στη Θάλασσα του Μαρμαρά, στη ξακουσμένη Πόλη, στα περίφημα στενά του Βοσπόρου, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Οδησσό, στην Ουκρανία, στες απέραντες ρωσσικές στέπες με ένα στρατό ελληνικό και μπροστά να κυματίζη δοξασμένη η γαλανόλευκη σημαία τής πατρίδας.
Και ύστερα σαν όνειρο επέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η ελληνική ιστορία με τες εικόνες των μεγάλων ιστορικών γεγονότων τριάντα αιώνων. Και επερνούσαν στη φαντασία μου, η Αργοναυτική Εκστρατεία, ο πόλεμος της Τροίας, αι μυριάδες των Περσών φεύγουσαι καταισχυμέναι μετά τον Μαραθώνα καί την Σαλαμίνα, η αδάμαστη Μακεδονική Φάλαγξ με τον ημίθεον Αλέξανδρον διαβαίνουσα τα Δαρδανελλια διά να κατακτήση την Ασίαν, ολόκληρη έπειτα η χορεία των μεγάλων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, οι επιδρομείς ύστερα Άβαροι, Σλάβοι, Σταυροφόροι, Τούρκοι και τέλος η πτώσις της Πόλης με τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου. Έτσι εβάδιζα καβάλα στο άλογο μου πλέοντας μέσα σε μια φανταστική ευτυχία περασμένων μεγαλείων, τα οποία μου εφαίνοντο τώρα, μετά διακοπήν 5 αιώνων, πως συνεχίζονται και πάλιν. Αλλά από τα ονειροπολήματα αυτά μου απέσπασε ο θόρυβος του πλήθους. Είχα φθάσει πλέον εις την Καβάλλα.

Κατευθύνθηκα αμέσως στο Σώμα Στρατού. Παρουσιάσθηκα στον επιτελάρχη - ήταν ο συνταγματάρχης Οθωναίος. Τον ευχαρίστησα διότι συνετέλεσε να εγκριθή από το υπουργείο η αίτησις μου για την τοποθέτησί μου σε μονάδα που θα λάβη μέρος στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Συζητήσαμε κατόπιν με εγκαρδιότητα - εγνωριζόμαστε από το 12 και 13 που υπηρετούσαμε μαζί στο ίδιο σύνταγμα, το 5ο Πεζικό Τρικάλων, - για τους δρόμους που ανοίγονται πλέον, για το ευρύ μέλλον της Ελλάδος. Ωραματιζόμεθα και οι δυο μίαν μεγάλην και ευτυχή Πατρίδα, η οποία σύντομα θα αντικαταστήση τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Εστηρίζαμεν όλα αυτά αφ' ενός μεν εις την πλήρη αποσύνθεσιν και διάλυσιν του τουρκικού κράτους, αφ' ετέρου δε εις την υποστήριξιν των συμμάχων, προς τους οποίους η συμμετοχή μας εις την εκστρατείαν της Ουκρανίας θα δημιουργήση

Αλέξανδρος Οθωναίος
υποχρεώσεις δια την Θράκην και την Μικράν Ασίαν. Ήταν η εποχή που επιστεύαμε ότι όσα συνελάμβανε η φαντασία μας ήταν δυνατόν και να πραγματοποιηθούν. Εζούσαμε σε μια ατμόσφαιρα απερίγραπτου αισιοδοξίας και η ψυχή μας ήταν πλημμυρισμένη από άφθαστη ευτυχία δια το μέλλον της πατρίδος. Και συγκεκινημένοι μέχρι δακρύων ειδικεύσαμε τη συζήτησι δια την εκστρατείαν της Ουκρανίας και τα ευτυχή αποτελέσματα που θα έχη δια την Ελλάδα.

Του εζήτησα κατόπιν να με συνδράμη εις τον πληρέστερον εφοδιασμόν του συντάγματος, την διοίκησιν του οποίου επρόκειτο να αναλάβω την επομένην. Μου υπεσχέθη απόλυτον την συνδρομήν.
Έπιασα το τηλέφωνο και εζήτησα τα γραφεία του συντάγματος στο Πράβι. Παρουσιάσθηκε ο υπασπιστής του συντάγματος υπολοχαγός Παπαθανασόπουλος, άγνωστος εις εμένα. Του εζήτησα να μου πη αμέσως τι ελλείψεις έχει το σύνταγμα και του έδωκα την πληροφορίαν ότι αύριον φθάνω διά να αναλάβω την διοίκησιν και ότι την άλλην ημέραν πρόκειται το σύνταγμα να αναχώρηση διά τας Ελευθεράς όπου θα επιβιβασθή διά την Οδησσόν. Μου απήντησεν ότι είνε αδύνατον να αναχωρήση τόσον σύντομα το σύνταγμα διότι στερείται και ιματισμού και υποδήσεως και κλινοσκεπασμάτων. Ότι ο αξιωματικός του εφοδιασμού ευρίσκεται από ημερών εις Καβάλλαν χωρίς να κατορθώση να εφοδιασθή με τα ζητηθέντα είδη. Εκάλεσα αμέσως τον αξιωματικόν του εφοδιασμού πλησίον μου, ενώ συγχρόνως διετάσσετο παρά του επιτελάρχου ο αρχηγός της επιμελητείας να παραδώση εντός της ημέρας , όλα τα είδη τα ζητηθέντα παρά του ευζωνικού συντάγματος, οπερ και εγένετο.
Καί ενώ παρελαμβάνοντο τα είδη, διετάσσετο συγχρόνως και επίταξις των των αναλόγων αραμπάδων διά την εντός της ημέρας μεταφοράν εις Πράβι. Το απόγευμα εξεκίνησα διά το Πράβι αφού εβεβαιώθην ότι και η εφοδιοπομπή εξεκίνησε. Έφθασα ολίγον προ της δύσεως του ηλίου εις τα γραφεία του συντάγματος όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι αξιωματικοί.΄Ολοι πλην 3-4 μου ήσαν άγνωστοι. Ως εκ των φρονημάτων των δέν διέκειντο ευμενώς προς έναν αντισυνταγματάρχην της Αμύνης και διέκρινα εις τας φυσιογνωμίας των την δυσφορίαν των. Ούτε ήσαν καλώς διατεθειμένοι διά την εκστρατείαν της Ουκρανίας την οποίαν εθεώρουν τυχοδιωκτικήν επιχείρησιν.

Τους ωμίλησα με λίγα λόγια. Τους είπα πως έρχομαι να συνταυτίσω την τύχη μαζί τους σε μιαν υπερπόντιον εκστρατείαν, ότι θα προσπαθήσω να εκτελέσω το καθήκον μου πληρέστερον, όπως αξιώ και από αυτούς να εκτελέση έκαστος το καθήκον του. Ότι δια την Ελλάδα ανοίγονται δρόμοι ευρείς προς δράσιν και θα εξαρτηθή από την εθελοθυσίαν και την επιμονήν των στελεχών όπως η απόδοσις είνε όσον το δυνατόν μεγαλύτερα. Ότι η τύχη και το μέλλον της φυλής είνε στα χέρια μας. Ότι περιστάσεις ωσάν τας παρούσας σπανίως παρουσιάζονται εις τα έθνη, τας οποίας πρέπει να εκμεταλλευθώμεν κατά τον επωφελέστερον τρόπον. Τους είπα πως εννοώ να διοικήσω το σύνταγμα, ότι δεν λαμβάνω υπ' όψιν τα φρονήματα αλλά την ικανότητα και την αξίαν εκάστου• ότι τίποτε δεν θα μεταβάλω από την σύνθεσιν του συντάγματος και ότι έχω απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον πατριωτισμόν των αξιωματικών, από τους οποίους εξαρτάται και η ανύψωσις του φρονήματος των οπλιτών. Τους έδωκα εν τέλει οδηγίας όπως εντός της νυκτός διανείμουν τα καταφθάνοντα την στιγμήν εκείνην είδη εις τους άνδρας και να είνε έτοιμοι δια την αύριον προς μεταστάθμευσιν εις τας Ελευθεράς. Δεν ξέρω ποία υπήρξεν η εντύπωσις των αξιωματικών εκ της πρώτης μου αυτής εμφανίσεως. Καθ' όσον δε ηδυνάμην να μαντεύσω από τας φυσιογνωμίας των μάλλον έδειξαν αδιαφορίαν και εδέχθησαν ψυχρώς τα λεχθέντα [11].

Όταν μετ' ολίγον ανήλθον εις το γραφείον ο υπολοχαγός υπασπι­στής του συντάγματος Χαρ. Παπαθανασόπουλος εζήτησε να του απαλ­λάξω των καθηκόντων του και να του αναθέσω διοίκησιν λόχου, νομίζον­τας ότι θα έπαιρνα κάποιον της εμπιστοσύνης μου γνωστόν αξιωματικόν. Του είπα να μείνη εις την θέσιν του και ότι δεν σκοπεύω να μεταβάλω τίποτε από την παρούσαν σύνθεσιν. Τους αξιωματικούς δεν θα τους κρίνω από τα φρονήματα των αλλ' από την επαγγελματικήν των αξίαν και από την δράσιν των. Ήμην υποχρεωμένος κατόπιν διαταγής της μεραρ­χίας όπως εντός της ημέρας υποβάλω κατάλογον 17 αξιωματικών εκ των της δυνάμεως του συντάγματος, οι οποίοι δεν θα ελάμβανον μέρος εις την εκστρατείαν και θα ετοποθετούντο εις άλλας μονάδας εκτός του σώματος. Τους αξιωματικούς τούτους κατόπιν πληροφοριών του υπασπιστού εξέλεξα μεταξύ εκείνων οι οποίοι είτε δια λόγους υγείας είτε δι' επαγγελματικάς ελλείψεις εθεωρήθη σκόπιμον να παραμείνουν. Μεταξύ τούτων συμπεριέλαβα και τρεις κατωτέρους αξιωματικούς της Αμύνης τοποθετημένους προ πολλού εις το σύνταγμα και οι οποίοι ως επληροφορήθην δια της αδεξίου και αυθάδους ίσως συμπεριφοράς των προς τους συναδέλφους των, είχον προσελκύσει την δυσφορίαν και το μίσος αυτών. Όλοι οι αξιωματικοί του συντάγματος από του συνταγματάρχου μέχρι του τελευταίου ανθυπασπιστού εθεώρουν τους τρεις αυτούς αξιωματικούς της Εθνικής Αμύνης ως τοποθετημένους εκεί επίτηδες παρά της υπηρε­σίας δια να κατασκοπεύουν τους συναδέλφους των και να παρακολουθούν τας κινήσεις των. Αυτό ίσως να ήτο αληθές μέχρι τινός, δηλαδή μέχρι του Οκτωβρίου που ετελείωσεν ο πόλεμος, αφού είνε εξηκριβωμένον απολύτως ότι το κέντρον της συνεννοήσεως προς ομαδικήν αυτομολίαν προς τον εχθρόν υπήρξε το 5/42 Ευζώνων με επί κεφαλής αυτόν τούτον τον συνταγματάρχην. Αλλά από της στιγμής εκείνης εξέλιπον οι λόγοι της παρακολουθήσεως, διότι φαντάζομαι ότι μετά την νίκην των συμμά­χων θα ησθάνοντο και τύψεις συνειδήσεως όσοι είχον παρασυρθή εις την τρομεράν αυτήν σκέψιν να διαπράξουν ένα τόσον αποτρόπαιον κατά της πατρίδος έγκλημα, έστω και από πεπλανημένην αντίληψιν, ότι δεν προέβαινον εις την πράξιν αυτήν εκ κακής προθέσεως δια να βλάψουν την πατρίδα των.
Εν τούτοις έκρινα σκόπιμον ν' απομακρύνω τους τρεις αυτούς αξιω­ματικούς της Αμύνης δια να αποκατασταθή η ηρεμία εις τας ψυχάς των στελεχών του συντάγματος. Ήταν η πρώτη πράξις μου η οποία ευχαρί­στησε τους αξιωματικούς. Από της στιγμής αυτής ήρχισαν να ανακτούν το ηθικόν των και το κύρος των, προς δε και την πίστιν προς τον νέον διοικητήν των, ο οποίος επιστοποίησε και δια πράξεως τους λόγους του.

Καθ' όλην την νύκτα οι λόχοι ετοιμάζοντο δια την αυριανήν εκκίνησιν, διαμοιράζοντες τον καινουργή ιματισμόν και παραδίδοντες τον άχρηστον εις την αποθήκην. Ήταν εργασία δύσκολη και επίπονη για μια νύκτα. Όλοι έδειξαν ζήλον και δραστηριότητα αξιέπαινον, ώστε να κατορθώσουν την άλλην ημέραν κατά τας πρωϊνάς ώρας να είνε έτοιμοι προς αναχώρησιν. Και έτσι το σύνταγμα εξεκίνησε δια τον λιμένα των Ελευθερών, πλησίον του οποίου συνεκεντρώθη και κατηυλίσθη κατά τας απογευματινάς ώρας. Ήταν η πρώτη ημέρα που θα παρουσιαζόμην εις ολόκληρον το σύν­ταγμα. Και ήταν μοναδική ευκαιρία που ήταν συγκεντρωμένοι και θα μπορούσα να μιλήσω και προς τους άνδρας αφού από της επομένης που θα επεβιβάζοντο εις το ατμόπλοιον δια τριήμερον ταξείδι δέν θα ήτο εύκολον να επιτύχω συγκέντρωσιν ολοκλήρου του συντάγματος. Διέταξα το απόγευμα της ημέρας αυτής την συγκέντρωσιν του συν­τάγματος εις τετράγωνον, μετά προηγηθείσαν σύντομον επιθεώρησιν και προβάς έφιππος εις το μέσον του τετραγώνου ωμίλησα προς τους άνδρας.

Τους είπα περίπου τα εξής:
«Ένας μεγάλος πόλεμος που ξέρετε πως ετελείωσε προ δύο μόλις μηνών, εις τον οποίον παρεσύρθησαν όχι μόνον όλα τά κράτη τής Ευρώ­πης άλλα και άλλα μεμακρυσμένα όπως η Αμερική, δεν ήτο δυνατόν να αφήση την Ελλάδα να μένη εις την ουδετερότητα, θά ήταν πράγμα αφύσικο. Εμπήκαμε όμως κάπως αργά και ύστερα μάλιστα από μια φοβερή εσωτερική διαίρεσι για την οποία θα ξέρετε όλοι πλέον ότι αφορ­μή ήτο ένας βασιληάς που δεν ηθέλησε ν' ακολουθήση, ως είχε καθήκον, την πολιτικήν εκείνου που εξέλεξεν ο λαός να τον κυβερνήση.
Αν δεν έκανε αυτό το λάθος ο βασιληάς και μπαίναμε όλοι ενωμέ­νοι από την αρχή στον πόλεμο όπως είχε υποδείξει ο Βενιζέλος, σήμερα δεν θα είμεθα εδώ, θα είμαστε στην Πόλη, θα είμαστε στη Σμύρνη. Σήμερα δέν θα αντικρύζαμε αυτό το μελαγχολικό θέαμα που μας παρου­σιάζει η φρικτή καταστροφή του τόπου αυτού, της άλλοτε πανευτυχούς Ανατολικής Μακεδονίας. Σήμερα δεν θα μας εσπάρασσε την καρδιά που βλέπουμε σ' όλη την χώρα αυτή σαν σκιές πεινασμένα γυναικόπαιδα, ξεκληρισμένα από τους προστάτες των τους οποίους άτιμα εξωλόθρευσε ένας εχθρός άγριος που ατυχώς κάποιοι Έλληνες και ένας βασιληάς τους δέχθηκαν για φίλους σ' αυτόν εδώ τον τόπο. Σήμερα δεν θα είχαμε να αντικρύσωμε άλλους αγώνας, θα είχαμε δημιουργήσει την Ελλάδα τόσο μεγάλη που θα ζούσαν ελεύθερα και ευτυχισμένα όλα τα παιδιά της.

Αλλά πάλι καλά που ο θεός της Ελλάδος βοήθησε και ευρεθήκαμε έστω και αργά με το μέρος των νικητών. Πρέπει όμως να ξέρετε ότι όπως σε κάθε εταιρεία μοιράζονται οι συνέταιροι τα κέρδη ανάλογα με τα κεφάλαια που διαθέτει ο καθένας, έτσι και κάθε χώρα που έλαβε μέρος στον πόλεμο αυτό θα πάρη μερίδιο ανάλογο με τη δύναμι που διέθεσε και τας θυσίας που υπέστη. Ημείς , ξέρετε καλά, με την άρνησι του βασιληά να ακολουθήση τις συμβουλές του Βενιζέλου, μπήκαμε και πολύ αργά στη συμμαχία, αλλά και με όχι όλας τας δυνάμεις ηνωμένας που διέθετε η πατρίδα μας. Είνε γνωστό επίσης ότι στο συμβούλιο των συμμάχων που συζητεί αυτή τη στιγμή για το μοίρασμα των κερδών δεν έχομε να παρουσιάσωμε και ανάλογους θυσίας.

Ευτυχώς όμως φαίνεται ότι ο θεός της Ελλάδος παρά τα σφάλμα­τα μας δεν μας εγκατέλειπε, αφού σήμερα παρουσιάζεται μια μοναδική ευκαιρία να συμπληρώσουμε ό,τι παραλείψαμε άλλοτε και να αποκτήσωμε δικαιώματα περισσότερα στας εθνικάς μας διεκδικήσεις. Είνε η εκστρατεία των συμμάχων στη Ρωσσία, εις την οποίαν προσεκλήθη να λάβη μέρος και η Ελλάδα. Από τη συμμετοχή μας στην εκστρατεία αυτή έχομε να ωφεληθούμε πολύ, διότι τα δικαιώματα μας στη Θράκη και στη Μικρά Ασία θα εύρουν μεγάλους υποστηρικτάς. Ο δρόμος μας για τη Θράκη και τη Μικρά Ασία περνά από τη Ρωσσία. Ημείς πρέπει να είμεθα ευτυχείς που μας τυχαίνει αύτη η τιμή να προσφέρουμε τόσες μεγάλες υπηρεσίες στην πατρίδα. Νομίζω δε ότι είμεθα περισσότερο ευ­τυχείς γιατί μαζί με τας υπηρεσίας προς την πατρίδα ικανοποιείται και κάποιος προσφιλής εις όλους μας πόθος, να αντικρύσωμε την ξακουσμένη Πόλη με την Αγιά Σοφιά.

Θα περάσωμε τα περίφημα Δαρδανέλλια και τα όμορφα στενά του Βοσπόρου, θα πάμε ακόμη πιο πέρα, θα διαβούμε τη Μαύρη θάλασσα για να φθάσωμε στην Οδησσό. Σκεφθήτε πόσο περήφανοι πρέπει να είμαστε που μας έτυχε η τιμή να μεταφέρωμε ημείς την ελληνική σημαία, δοξασμένη στη Ρωσσία, σε μιά τόσο μεγάλη δύναμι, στην προστασία της οποίας πολλές φορές στα περασμένα χρόνια είχαμε καταφύγει. Για όλα αυτά δεν αξίζει να δώση κανείς και τη ζωή του ακόμη;». Έτσι περίπου ωμίλησα στους ευζώνους. Αυτά τα χρόνια είχα απο­κτήσει μεγάλη πείρα, ώστε όταν ωμιλούσα προς τους άνδρας να διακρί­νω από τη φυσιογνωμία των ποιός ήτο ο βαθμός του φρονήματος και του ηθικού των. Στην περίπτωσι αυτή δεν έμεινα καθόλου ευχαριστημένος· διέκρινα ότι όχι μόνον δεν συνεκινήθησαν από τα λόγια μου, αλλά και φανερή ήταν η ψυχρότης και η αδιαφορία των.

Επείσθην πλέον ότι έχω να κάμω με σύνταγμα εις το οποίον ποτέ δεν εκαλλιεργήθη το πολεμικόν φρόνημα, ούτε ο πόθος προς τας πολεμικάς περιπετείας και τους κινδύνους. Και όχι μόνον αυτό, αλλά καθώς αργότερα μου το εξεμυστηρεύθησαν οι ίδιοι, συνέβη και κάτι χειρότερον. Την στιγμή που τους ωμιλούσα εξεδηλώθη και κάποια τάσις αποδοκιμα­σίας, γενομένη αντιληπτή μόνον από τους αξιωματικούς και διμοιρίτας και αν δεν υπήρχεν ο φόβος των συνεπειών ίσιος να εξεδηλώνετο και εντονώτερα ιδίως όταν εξεφράσθην δυσμενώς γιά τόν βασιλέα Κωνσταντίνον. Μου έβεβαίωσαν δε επίσης πολύ βραδύτερον καί όταν είχα κατα­κτήσει τάς ψυχάς των, ότι και μίσος άσπονδον έτρεφον εναντίον μου, εκφέροντες καί βαναύσους ύβρεις εις τας ιδιαιτέρας των συζητήσεις. Έλεγον π.χ.: «Μας ήλθε και αυτός ο άτιμος ο Αμυνίτης, ο μαύ­ρος, που θέλει νά μας πάη στου διαβόλου τη μάνα, στη Ρουσσία, δεν ξέρει που άμα ανοίξη το ντουφέκι η πρώτη μας σφαίρα θα είνε δική του».

Όλα αυτά βέβαια δεν μου ήσαν καθόλου ευχάριστα και δεν αποκρύ­πτω ότι μου είχαν επηρεάσει κάπως ψυχικώς, διότι ευρέθηκα εν μέσω ενός συντάγματος εχθρικώς προσκειμένου προς το πρόσωπον μου και μά­λιστα εις στιγμάς που ωδηγείτο προς δράσιν και δεν υπήρχε καθόλου χρόνος προς φρονηματισμόν. Αλλά δεν απογοητεύθηκα· είχα πεποίθησιν ότι αν δεν κατώρθωσα να επιτύχω με τα λόγια τον σκοπόν μου θα τον επιτύχω δια του παραδείγματος και των έργων, όταν θα δοθή προς τούτο η ευκαιρία. Καί πράγματι μετά τινας ημέρας όταν το σύνταγμα ευρέθη εις τας ουκρανικάς στέπας εν μέσω πολεμικών αγώνων και κινδύνων, επετεύχθη εντός μιας ημέρας, ως θα ίδωμεν εις τα επόμενα, το μεγαλύτερον μέρος του επιδιωκομένου σκοπού, δηλαδή η απόκτησις της εμπιστοσύνης των ανδρών προς τον διοικητήν τους...

Το σύνταγμα την επομένην επεβιβάζετο επί του μεγαλοπρεπούς επιβατικού ρωσσικού ατμοπλοίου Αυτοκράτωρ Νικόλαος το οποίον έπλεε προς τα Δαρδανέλλια υπό ωραίας καιρικάς συνθήκας. Κατά τό ταξείδι επανειλημμένως ανέβηκα στό κατάστρωμα τού πλοίου γιά να έλθουν εις πληρεστέραν επαφήν με τους ευζώνους. Τους εξηγούσα τους σκοπούς της εκστρατείας, τους έλεγα διάφορες ιστορίες, τους εξήγειρα το φρόνημα και προσπαθούσα να τους κάμω να επιθυμούν την περιπέτειαν. Αντελήφθηκα ότι αυτά τους άρεσαν πολύ, διότι όταν μου έβλεπαν να βγαίνω στο κατάστρωμα συνεκεντρώνοντο γύρα μου αυ­θορμήτως και με ερωτούσαν για πολλά και διάφορα πράγματα. Είδα ότι άρχισαν κάπως να με συμπαθούν και προ παντός διότι τους μιλούσα φιλικά και με την ευζωνική τους γλώσσα. Έτσι επεράσαμε τα Δαρδανέλλια, όπου ευρήκα αφορμή να τους μιλήσω για την εκστρατεία του Ξέρξη που πέρασε απ' εκεί για να πάη στην Ελλάδα, πως αργότερα από εκεί επέρασεν ο Μέγας Αλέξανδρος, τους είπα χιουμοριστικά και για την Ηρώ και τον Λέανδρο , και εσυνεχίζετο το ταξίδι στη γαληνεμένη θάλασσα της Προποντίδος.

Υποσημειώσεις

1. Franchet d' Esperey.
2. Προδοσία Κωνσταντίνου.
3. Ιανουάριον 1919. [Η απόφαση είναι προγενέστερη. Οι σχετικές συζητήσεις «περί ανταλλαγμάτων τα οποία θα εκαρπούτο η Ελλάς αττοστέλλουσα εν Σώμα Στρατού εις Ουκρανίαν» είχαν αρχίζει τό Νοέμβριο 1918 στο Παρίσι. Βλ. Καρακασσώνη, σ.12-13
4.Νίδερ . [Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Νίδερ παρέμεινε διοικητής του Α' Σ.Σ. αττό τις 2 Δεκεμβρίου 1918 ως τις 20 Μαΐου 1919.]
5. Κ.Μανέτα [Διοικητής της ΧΙΙΙ Μεραρχίας ήταν ο Υποστράτηγος Ιάκωβος Νεγρεπόντης που στις 21 Μαΐου 1919 θα αντικαταστήση τον υποστράτηγο Κ.Νίδερ επικεφαλής του Α. Σ.Σ.........
6.Το ληστρικό 5ο Ευζωνικό βλ σελ 3.
7. Όνομα;...[«Το κέντρον της όλης. κινήσεως ήτο η XIII μεραρχία και ιδία το 5/42 σύνταγμα ευζώνων, διοικούμενον τότε παρά του αποβιώσαντος συνταγματάρχου Κον­τού...» Γράφει ό Χ. Παπαθανοσόπουλος στις 4.10.1929 στον Γ. Βεντήρη. Γ. Βεν­τήρη, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα Ι970 , Τόμ. 2, σ. 383.Ο Χ. Π. αναφέ­ρεται στις επαναστατικές αντιβενιζελικές κινήσεις στο στρατό τον Ιανουάριο του 1918.]
8. Μεραρχία Αρχιπελάγους, 6ο Πεζικό Σύνταγμα .
9. Καρύδης και Παπαρρηγόπουλος προδότες.(Πρβ.Γ . Βεντήρη, ο.π σ. 372-376 και 382-384)
10.1918
11. Βασιλικοί αξιωματικοί μαθημένοι να παραδίδονται αμαχητί.





ΠΗΓΗ http://www.ermis-ekdotiki.gr/

                 http://www.istorikathemata.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου