Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΤΥΦΕΚΙΟ KROPATSCHEK ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


                         ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΥΦΕΚΙΟΥ

        ΣΤΟΙΧΕΙΑ                                                       ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
1. Διαμέτρημα                                                                   11 χιλ.
2. Σύστημα λειτουργίας                                              Επαναληπτικό,
                                    με κινητό ουραίο και κυλινδρικό γεμιστήρα κάτω  από την κάνη
3. Χωρητικότητα γεμιστήρα                               7 φυσίγγια (1+1= 9)            
4. Μήκος όπλου                                                               1.24μ.
5. Μήκος κάνης                                                                0.72μ.
6. Βάρος όπλου                                                  4.4Kgr (4.7Kgr) γεμάτο
7. Ραβδώσεις                                               4 αριστερόστροφες, με βήμα 0.55μ.         
8. Κλισιοσκόπιο                                                               1800μ.      
9. Αρχική ταχύτητα                                                       430- 455μ/δ                        






                   




                        ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΤΥΦΕΚΙΟ



   Η παρουσίαση από τους Ρώσους στη Μαύρη Θάλασσα, κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878 ενός τορπιλοβόλου - πυρπολικού σκάφους, έκανε τους Γάλλους να αναζητήσουν για το Ναυτικό τους, το οποίο μέχρι τότε χρησιμοποιούσε το τυφ. Chassepot υποδ 1866 ένα επαναληπτικό όπλο, με το οποίο θα μπορούσαν να αποκρούσουν από μικρή απόσταση επιθέσεις από τέτοια σκάφη. Κατά το σχετικό διαγωνισμό προκρίθηκε το επαναληπτικό τυφέκιο του Αυστριακού συν/χη πυ/κου Alfred von Kropatschek (1838-1911), το οποίο ήταν μία τροποποίηση του τυφ. Gras υποδ 1874, με την προσθήκη στο ξυστό, κάτω από την κάνη, ενός κυλινδρικού γεμιστήρα (σωληνοειδούς αποθήκης), κατά το πρότυπο του αμερικανικού τυφ. Winchester υποδ 1866.
   Το τυφέκιο αυτό, παρότι έγινε αποδεκτό από το Γαλλικό Ναυτικό στις 28.6.1878, απορρίφθηκε από τον Γαλλικό Στρατό, με το επιχείρημα ότι ο επαναληπτικός μηχανισμός και το ελατήριο του γεμιστήρα, μετά από συνεχή χρήση, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προβλήματα στο χειριστή του. Με το τυφέκιο αυτό, η Γαλλία γινόταν η πρώτη ΜΔ που το Ναυτικό της θα οπλιζόταν με επαναληπτικό τυφέκιο. Οι γαλλικές οπλοβιομηχανίες την εποχή εκείνη ήταν απασχολημένες και δεν μπορούσαν ν' ανταποκριθούν στις προθεσμίες που είχε θέσει το Γαλλικό Ναυτικό, γιαυτό και το τυφέκιο αυτό κατασκευάστηκε από την αυστριακή βιομηχανία Steyr.
   Η εισαγωγή του τυφ. Kropatschek στο Γαλλικό Ναυτικό ώθησε τη Γερμανία να επισπεύσει την παραδοχή επαναληπτικού τυφεκίου για τον Στρατό της και το 1884 εισήχθη το επαναληπτικό τυφέκιο Mauser υποδ. 1871/84, διαμ. 11 χιλ (11x60R). Αυτό ήταν η τροποποίηση του βασικού, μονοβόλου τυφ Mauser υποδ. 1871, διαμ. 11 χιλ., με την προσθήκη κυλινδρικού γεμιστήρα στο ξυστό, κάτω από την κάνη, όπως ακριβώς είχε γίνει και στο τυφ. Kropatschek, ως μεταβατικό, επαναληπτικό τυφέκιο, μέχρι την οριστική εισαγωγή του τυφ. Lebel υποδ. 1886, που άνοιξε νέους ορίζοντες στον τομέα των φορητών όπλων. Το μεταβατικό αυτό τυφέκιο ονομάστηκε "υποδ. 1884" (fusil Mle 1884) ή "Γαλλικό Kropatschek", γιατί η κατασκευή του έγινε από την γαλλική οπλοβιομηχανία.



Η πορεία του τυφεκίου Kropatschek στην Ελλάδα.




   Στα τέλη της δεκαετίας του 1870, το Ναυτικό είχε ήδη οπλισθεί με τυφ. Gras υποδ. 1874, όπως και ο Στρατός. Μετά την εισαγωγή, όμως, του 7σφαιρου επαναληπτικού τυφ. Kropatschek υποδ. 1878, διαμ. 11 χιλ., από το Γαλλικό Ναυτικό, μικρός αριθμός τέτοιων όπλων αγοράστηκε από την Ελλάδα και χορηγήθηκε στο Ναυτικό, για τους ίδιους λόγους που είχε γίνει παραδεχτό από το Γαλλικό Ναυτικό.
   Παρότι είναι βεβαία η εισαγωγή του όπλου αυτού στο Ναυτικό και μνημονεύεται στα βιβλία των αξ/κων - καθηγητών της ΣΣΕ Ν. Ζορμπά (1885), Π. Δαγκλή (1893) και Γ. Σολιώτου (1904), εν τούτοις πουθενά δεν υπάρχουν στοιχεία που δίνουν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό. Βέβαια είναι, επίσης, όπως προκύπτει από τα αρχεία της Steyr, ότι ποτέ δε δόθηκε στην ελληνική παραγγελία για την κατασκευή τέτοιων όπλων, οπότε, τα όπλα που προμηθεύτηκε η Ελλάδα, το πιθανώτερο να προέρχονταν, είτε από πλεονάσματα της γαλλικής παραγγελίας, είτε από μεταπώληση από τη Γαλλία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το 1878, το σύνολο της δυνάμεως του Ναυτικού ήταν 1.983 άνδρες και συνεπώς ο αριθμός των τυφ. Kropatschek που αγοράστηκαν, μπορεί να ήταν και μικρότερος από τον αριθμό αυτό, αφού το Ναυτικό είχε πρόσφατα εξοπλιστεί με τυφ. Gras υποδ. 1874. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος της πλήρους αγνοήσεως του γεγονότος αυτού από τους συγγραφείς και την βιβλιογραφία. Ως τελευταίο στοιχείο περί της διελεύσεως των όπλων Kropatschek από την Ελλάδα θα πρέπει να θεωρηθεί η ύπαρξη τριών τέτοιων όπλων στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών και στη Σαρόγλειο Συλλογή, εκ των οποίων μόνον ένα είναι αυστριακής κατασκευής, ενώ τα άλλα δύο γαλλικής, 2 στο Μουσείο της ΣΣΕ και 2 στη ΣΝΔ.

ΠΗΓΗ:  ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.    

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015

ΚΑΣΤΡΟ ΜΥΡΙΝΑΣ (ΛΗΜΝΟΣ)


Το Φρούριο της Μύρινας είναι κτισμένο σε βραχώδη και απόκρημνη χερσόνησο, πάνω από τη Μύρινα την πρωτεύουσα τα της Λήμνου, και επικοινωνεί με την ξηρά μόνο από τα ανατολικά. Είναι το μεγαλύτερο κάστρο του Αιγαίου.
Το κάστρο κατασκεύασαν οι Βενετοί διατηρώντας τμήματα προγενέστερης φάσης βυζαντινής περιόδου (αρχές 12ου αι). ΟΙ Βυζαντινοί είχαν κτίσει το κάστρο πάνω σε αρχαία ακρόπολη.
Η σημερινή δομή και διάταξη οφείλεται στους Γενουάτες Gattilusi που το αναδιαµόρφωσαν (15ος αι.) καθώς και στις μεταγενέστερες επεμβάσεις Βενετών και Τούρκων. 



Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Το κάστρο είναι σε μια βραχώδη και δυσπρόσιτη χερσόνησο ύψους 120 μέτρων περίπου που εποπτεύει δύο όρμους και το εξαιρετικό φυσικό λιμάνι της Μύρινας. Η ίδια η Λήμνος είναι σε στρατηγικό σημείο ευρισκόμενη κοντά στην είσοδο των Δαρδανελίων και επί της θαλασσίας οδού από τη Μικρά Ασία προς τη Βαλκανική χερσόνησο.


Το Όνομα του Κάστρου

Η Μύρινα πήρε το όνομά της από τη Μύρινα, κόρη του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και συζύγου του πρώτου βασιλιά της Λήμνου, του Θόαντα.
Το όνομα αυτό ξεχάστηκε με τον καιρό και από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα η πόλη ονομαζόταν απλά «Κάστρο».
Στην Ενετοκρατία ονομαζόταν και «Παλαιόκαστρον», σε αντιδιαστολή με τα νεόκτιστα κάστρα του Κότσινου και του Μούδρου (από τα οποία παρεμπιπτόντως δεν σώζεται σχεδόν τίποτα).

Η ονομασία Paleocastro αναφέρεται από διάφορους περιηγητές (και στους χάρτες του Piri Reis, 1521) μέχρι και τον 17ο αιώνα.
Τελικά φαίνεται πως και το «Παλιόκαστρο» ξεχάστηκε και παρέμεινε το «Κάστρο» σκέτο. Μέχρι το 1955, οπότε στην πόλη ξαναδόθηκε επισήμως το αρχαίο της όνομα «Μύρινα».

Ιστορία

Στο σημείο όπου υπάρχει το κάστρο υπήρχε αρχαία ακρόπολη με κυκλώπεια τείχη, πιθανότατα από τον 13ο αιώνα π.Χ.. Την εποχή εκείνη το νησί το είχαν αποικίσει οι Μινύες, ελληνικό προϊστορικό φύλο από τη Βοιωτία. Στη Λήμνο διαδραματίστηκε και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπέτειες της αργοναυτικής εκστρατείας (βλ. παρακάτω).
Τον 8ο π.Χ. αιώνα η Λήμνος κατακτήθηκε από Πελασγούς που είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Αττική. Έμειναν εκεί μέχρι το 511 π.Χ. και στο διάστημα αυτό ενίσχυσαν την οχύρωση σε βαθμό που να δικαιολογεί την αναφορά για πελασγική ακρόπολη στη Μύρινα. Στη συνέχεια η Λήμνος καταλήφθηκε για λίγο από τους Πέρσες και μετά από Αθηναίους, Μακεδόνες και Ρωμαίους.
Το μεσαιωνικό κάστρο, σε μια πρώιμη μορφή, κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και οι οχυρώσεις του ενισχύθηκαν το 1185 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε ό,τι υλικό είχε απομείνει από την αρχαία ακρόπολη, η οποία έτσι εξαφανίστηκε.
Η σημερινή μορφή του ανάγεται στο 1207, όταν ο Ενετός Φιλόκαλος Ναβιγκαγιόζο (Filocalo Navigajoso), Μεγάλος Δούκας της Λήμνου από το 1207 έως το 1214, ανακατασκεύασε το κάστρο. Μετά την άλωση του 1204, ο Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνος είχε αναθέσει την κατάκτηση των νησιών του Αιγαίου στους Ενετούς. Για τη Λήμνο, η αποστολή αυτή ανατέθηκε στην επιφανή οικογένεια των Navigajoso που την έφεραν σε πέρας το 1207, οπότε άρχισε η περίοδος της Ενετοκρατίας για το νησί που έγινε Μεγάλο Δουκάτο.

Τυπικά η Λήμνος δεν ανήκε στη Βενετία. Ο Φιλόκαλος υπήγαγε το νησί στον Λατίνο αυτοκράτορα, όπως είχε συμφωνηθεί, και εκείνος του απένειμε τον τίτλο του Μεγάλου Δούκα της Λήμνου. Τον τίτλο αυτό είχαν όλοι οι ηγεμόνες του νησιού επί 70 χρόνια, ως το τέλος της Eνετοκρατίας. Οι Μεγάλοι Δούκες της Λήμνου είχαν ως έδρα το Κάστρο της Μύρινας.

Ο ιδρυτής του δουκάτου Φιλόκαλος ενίσχυσε την άμυνα του νησιού ισχυροποιώντας τα φρούρια και τα κάστρα της. Μετά το θάνατό του, το 1214, τον τίτλο και το μισό του νησιού κληρονόμησε ο γιος του Λεονάρδος, που είχε ως έδρα την πρωτεύουσα Παλαιόκαστρο (Μύρινα). Το υπόλοιπο μοιράστηκαν οι δυο θυγατέρες του Φιλόκαλου και οι γαμπροί του, παίρνοντας από ένα τέταρτο με έδρες τα δυο άλλα σημαντικά κάστρα της Λήμνου.

Ο Λεονάρδο Ναβιγκαγιόζο είναι εκείνος που ισχυροποίησε το κάστρο και το κράτησε υπό την κυριαρχία του επί 45 χρόνια, μέχρι το 1260. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Παύλος.

Το Μεγάλο Δουκάτο της Λήμνου κατέλυσε ο βυζαντινός ναύαρχος Λικάριος την περίοδο 1276-78. O Λικάριος (Licario ή Ικάριος κατά τους Βυζαντινούς) ήταν περιβόητος Φράγκος ιππότης από την Εύβοια στην υπηρεσία των Βυζαντινών για λογαριασμό των οποίων είχε ανακτήσει πολλά εδάφη και νησιά. Του είχε απονεμηθεί προκαταβολικά από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο ο τίτλος του Μεγάλου Δούκα της Λήμνου, ώστε να έχει επιπλέον κίνητρο.





Ο Λικάριος έγινε εύκολα κύριος των άλλων δύο φρουρίων του νησιού, του Μούδρου και του Κότσινου και στη συνέχεια πολιόρκησε τη Μύρινα, όπου αμύνθηκε σθεναρά ο Μέγας Δούκας Παύλος Ναβιγκαγιόζο με 700 άνδρες αρνούμενος να παραδοθεί ή να εξαγοραστεί. Το επόμενο έτος 1277 ο Παύλος πέθανε ξαφνικά, αλλά η άμυνα συνεχίστηκε με επικεφαλής τη χήρα του.

Τελικά, το 1278, η χήρα αποφάσισε να παραδοθεί και αποσύρθηκε στην Εύβοια, ενδεχομένως έπειτα από συμφωνία, αφήνοντας το Παλαιόκαστρο στους Βυζαντινούς.

Μετά από αυτό, η Λήμνος παρέμεινε Βυζαντινή κτήση μέχρι το 1453. Στο διάστημα αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στους εμφύλιους πολέμους του Βυζαντίου. Το 1361, το κάστρο επισκευάστηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου.

Μετά την Άλωση, τη Λήμνο την πήραν οι Γατελούζοι, οι Γενοβέζοι ηγεμόνες της Λέσβου, οι οποίοι φαίνεται ότι εκμεταλλεύτηκαν την ενασχόληση των Τούρκων με την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας. Την ηγεμονία ανέλαβε ο Νικολό Γατελούζος ο οποίος ήταν αδελφός του άρχοντα της Λέσβου και, προφανώς, μεγάλη "λέρα". Το 1458 εκθρόνισε τον αδελφό του και στη συνέχεια πουλούσε προστασία στους κατοίκους των μικρο-ασιατικών παραλίων από τους πειρατές. Επιπλέον ήταν αλαζονικός και τυραννικός και προκάλεσε την εξέγερση των κατοίκων της Λήμνου, που αναγκάστηκαν να ζητήσουν την επέμβαση του Τούρκου σουλτάνου Μωάμεθ Β’ (του Πορθητή).




Οι Τούρκοι που ούτως ή άλλως ήθελαν να διώξουν τους Γενουάτες από το Αιγαίο, πολιόρκησαν το κάστρο το 1462 και το κυρίευσαν. Την ίδια χρονιά κατέλαβαν και τη Λέσβο. Ο Νικολό απαγχονίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με την χορδή ενός τόξου. Ο σουλτάνος δώρισε τη Λήμνο στον Δημήτριο Παλαιολόγο, τον φιλότουρκο αδελφό του Θωμά, του τελευταίου νόμιμου δεσπότη του Μυστρά.

Ο Δημήτριος είχε έδρα την Αίνο της Αν. Θράκης (απέναντι από την Αλεξανδρούπολη) και δεν φαίνεται να ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Έτσι το 1464 η Λήμνος περιήλθε ξανά στους Ενετούς. Το 1476 οι Τούρκοι προσπάθησαν να ανακαταλάβουν το κάστρο και το νησί, αλλά χάρη στη γενναία αντίσταση Ενετών και Ελλήνων, δεν τα κατάφεραν. Το 1479 όμως οι Ενετοί το παρέδωσαν στους Τούρκους, μετά τη συνθηκολόγηση στο τέλος του πρώτου Ενετο-Τουρκικού πολέμου.

Οι Ενετοί διέκοψαν την τουρκοκρατία ξανά, για πολύ λίγο το 1656, μετά από τη μεγάλη νίκη τους στη μάχη των Δαρδανελίων στον 6ο Ενετο-Τουρκικό πόλεμο. Ένα χρόνο μετά όμως, το 1657, οι Τούρκοι επικράτησαν σε μια νέα μάχη στα Δαρδανέλια και ξαναπήραν το κάστρο μετά από πολιορκία 36 ημερών.








Στα Ορλωφικά, το 1770, το κάστρο πολιορκήθηκε από το Ρωσικό στόλο υπό τον κόμητα Ορλώφ. Οι Ρώσοι βομβάρδισαν το κάστρο που υπέστη τότε πολύ σοβαρές ζημιές. Ο Ορλώφ πέτυχε την παράδοση του νησιού, αλλά λίγο πριν αυτή ολοκληρωθεί, αποβιβάστηκε στο νησί τουρκική δύναμη υπό τον Χασάν Γαζή πασά που ακύρωσε την παράδοση.

Ο Χασάν Γαζή πασάς ή Τζεζαϊρλή(ς) έγινε αργότερα αρχιναύαρχος και το 1780 αποκατέστησε κάπως τις ζημιές στο κάστρο και το εξόπλισε με 150 κανόνια.
Το 1912 η Λήμνος παραδόθηκε στους Έλληνες, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

 

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο καλύπτει έκταση 144 στρεμμάτων.
Έχει τριπλό τείχος με 14 πύργους συνολικά, ύψους έως 8 μ. και πάχους 1,5 μ., το οποίο προστάτευε βαθιά τάφρος στα ανατολικά, που σήμερα δεν υπάρχει. Έχει μια κεντρική πύλη, ανατολική, στην οποία οδηγούσε ανηφορικό λιθόστρωτο μονοπάτι και μια μικρότερη, βόρεια, κοντά στην ακτή.
Στην ανατολική και νότια πλευρά το τείχος είναι υψηλό και ο αριθμός των πύργων σχετικά μεγάλος, ενώ στην βόρεια και δυτική πλευρά το τείχος είναι κατά πολύ χαμηλότερο και οι πύργοι σπανιότεροι. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου υπάρχει ημικατεστραμμένο οχυρό κτίσμα με πολλούς εσωτερικούς χώρους. Ακόμα, εντός του Φρουρίου υπάρχει ένα τούρκικο Τέμενος, υπόγειος θολωτός χώρος και δεξαμενές.
Τελευταία, το 1990-1991 έγιναν εργασίες συντήρησης και στήριξης του μνημείου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Πολλά ραγίσματα στα τείχη της νότιας και της ανατολικής πλευράς διορθώθηκαν και το Κάστρο έγινε επισκέψιμο με ασφάλεια

Παράλληλες Ιστορίες

Ανάμεσα στα χαλάσματα ζουν αρκετά αγριοκάτσικα και μια πολυπληθής ομάδα από ελάφια! Πρόκειται για τα γνωστά πλατώνια, που μεταφέρθηκαν πριν μερικές δεκαετίες από τη Ρόδο, πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν οι νέοι κάτοικοι του κάστρου.

ΠΗΓΗ http://www.kastra.eu

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Η ΜΗΛΟΣ ΩΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ (17ος αιώνας)


Νίκος Νικολούδης
Διδάκτωρ Ιστορίας  του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
(King’s College)
Από το βιβλίο του Ν. Νικολούδη: «Η Αττική και τα
νησιά του Αιγαίου στον Μεσαίωνα και την Τουρκοκρατία»,
εκδ. Αντώνη Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 127-156.



Το 1537 κατέκτησε την Μήλο ο Βαρβαρόσσα και από το 1566 πέρασε από τους Ενετούς στους Τούρκους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν ορμητήριο πειρατών. ΦΩΤΟ: ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ/ Wikipedia

Στις αρχές του 17ου αιώνα το σκηνικό της πειρατικής δραστηριότητας στο Αιγαίο διαφοροποιείται με τη συχνή εμφάνιση Ευρωπαίων και κυρίως Άγγλων πειρατών. Κατά την Κραντονέλλη/1991 (σελ. 251) ειδικά η αγγλική πειρατεία στη Μεσόγειο ευνοήθηκε την ίδια περίοδο κυρίως από τρεις παράγοντες: από την έλλειψη επαρκών κουρσάρικων στόχων στον Ατλαντικό κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας της Ελισάβετ Α΄, από την αδυναμία των βραδυκίνητων βενετικών γαλερών να εμποδίσουν τα γρήγορα αγγλικά πειρατικά ιστιοφόρα που εμφανίστηκαν στη Μεσόγειο, και από την κήρυξη από το διάδοχο της Ελισάβετ, Ιάκωβο Α΄, όλων των Άγγλων πειρατών ως εκτός νόμου, με παράλληλη απαγόρευση εισόδου τους σε όλα τα αγγλικά λιμάνια (1603). Η συχνή παρουσία πειρατών από την Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία και Μαγιόρκα στο Αιγαίο ευνοήθηκε περισσότερο περί τα τέλη του 17ου αιώνα λόγω του πολέμου μεταξύ της Γαλλίας από τη μία πλευρά και της Αγγλίας και Ολλανδίας από την άλλη (1688-97) ο οποίος μεταφέρθηκε και στο Αιγαίο, όπου εξελίχθηκε σε σειρά πειρατικών επιδρομών (Slot/1975, σελ. 83). Aλλά και νωρίτερα, περί τα μέσα του ίδιου αιώνα, ο Κρητικός Πόλεμος, μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1645-69), είχε προσελκύσει στο Αιγαίο ένα πλήθος πλοίων ποικίλης προέλευσης, η παρουσία των οποίων συνδυάστηκε με πειρατικές ενέργειες.
Για όλους τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η Μήλος του 17ου αιώνα τοποθετείται στο επίκεντρο της πειρατικής δραστηριότητας στο Αιγαίο. Το 1601 αναφέρεται η παρουσία τριών αγγλικών πειρατικών πλοίων στην περιοχή της (Κραντονέλλη/1991, σελ. 333). Το 1603 το μαρσεγιέζικο πλοίο Βersatone το οποίο μετέφερε φορτίο λαδιού από την Κρήτη δέχθηκε επίθεση στο θαλάσσιο χώρο της Μήλου από δύο ολλανδέζικα πειρατικά πλοία (Κραντονέλλη/1991, σελ. 250, Τenenti, σελ. 70). Στις 13 Ιουνίου του ίδιου χρόνου το αγγλικό πλοίο Salamander συγκρούστηκε με ένα γαλλικό στον κόλπο της Μήλου και μετά από τετράωρη μάχη αιχμαλωτίστηκε. Τον επόμενο χρόνο αναφέρεται ότι δύο μικρά μαλτέζικα πειρατικά αιχμαλωτίστηκαν από δύο αγγλικά πειρατικά και οδηγήθηκαν στη Μήλο, όπου όμως τα αγγλικά πληρώματα εξοντώθηκαν από τον συνεργάτη των Μαλτέζων, Ναπολιτάνο κουρσάρο Vinciguerra (Κραντονέλλη/1991, σελ. 109, 209, 253). Το 1624 ένα ολλανδικό εμπορικό πλοίο που μετέφερε ποικίλο φορτίο (εμπορεύματα, κασσίτερο, μόλυβδο, τζίντζερ, μοσχοκάρυδο, ξυλεία από τη Βραζιλία) καθώς και 3.000 τάλληρα για τον πρεσβευτή και τον πρόξενο της Ολλανδίας στην Κωνσταντινούπολη έπεσε θύμα Τυνήσιων πειρατών στη θάλασσα κοντά στη Μήλο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 61, Κεφαλληνιάδης, σελ. 223-4). Εξάλλου, την περίοδο 16-25 Αυγούστου 1628 ένας αγγλικός στολίσκος πέντε πλοίων υπό τον σερ Kenneth Digby στάθμευσε στη Μήλο και στην Αντίμηλο όπου και συνέλαβε δύο γαλλικά πλοία (Κραντονέλλη/1991, σελ. 262).


Μπριγκαντίνι. (από τον 17ο και κατά άλλους από τον 14ο αι.) Χρησιμοποιήθηκε πολύ για ανίχνευση, μετάδοση μηνυμάτων, πειρατεία και ρήξη αποκλεισμού. Εξυπηρετώντας αυτές τις αποστολές εξελίχτηκε σε μέγεθος, οπλισμό και εξαρτισμό, ώστε στα τέλη του 18ου αι, το βρίσκουμε στα χέρια των Ελλήνων να είναι ένας τέλειος πάρων ( μπρίκι ) Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας ΦΩΤΟ: www.greekshipmodels.com

Οι πειρατικές δραστηριότητες στην περιοχή της Μήλου δεν άφηναν αδιάφορους τους εκπροσώπους της Βενετίας. Είναι γνωστό ότι ο Βενετός πρόξενος στο νησί κρατούσε λεπτομερώς ενήμερες τις Αρχές της Βενετίας για την κίνηση των πειρατικών πλοίων. Σχετικές αναφορές σώζονται π.χ. για αρκετούς μήνες του 1607 (Τenenti, σελ. 169-70, σημ. 41). Οι πειρατές που χρησιμοποιούσαν ως βάση τη Μήλο φαίνεται πάντως ότι προσπαθούσαν να διατηρούν καλές σχέσεις με τον Βενετό πρόξενο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 83).
Η έκρηξη του Κρητικού Πολέμου το 1645 προκάλεσε γενικότερη αναταραχή στο Αιγαίο η οποία δεν άφησε ανεπηρέαστη τη Μήλο, δεδομένης μάλιστα της εγγύτητάς της προς την Κρήτη. Το ίδιο έτος οι Βενετοί συγκρούστηκαν με τον οθωμανικό στόλο κοντά στη Μήλο και τον κατανίκησαν. Κατά τη διάρκεια του ίδιου χρόνου (κατά τον Μπαμπούνη/1993, σελ. 40, το 1646) αναφέρεται επίσης ότι μικτός στόλος από φλωρεντινά, μαλτέζικα, ναπολιτάνικα, ρωμαϊκά και βενετικά πλοία που έπλεε προς την Κρήτη υπό την ηγεσία του Τζιρόλαμο Μοροζίνι (κατά την Κραντονέλλη: του Φραγκίσκου Μοροζίνι) λαφυραγώγησε αρκετές τουρκοκρατούμενες περιοχές μεταξύ των οποίων και τη Μήλο (Κραντονέλλη/1991, σελ. 186, 352, Βακαλόπουλος, ΙΙΙ, σελ. 490-1, Κεφαλληνιάδης, σελ. 196, 197, Slot/1975, σελ. 69). Bενετική επίθεση υπέστη η Μήλος και το 1667. Γενικά φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου το πολιτικό καθεστώς του νησιού ήταν απροσδιόριστο. Σε επιστολή του τού 1658 προς την "Προπαγάνδα της πίστεως" ο Καθολικός επίσκοπος του νησιού Α. Serra ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "η νήσος εξουσιάζεται άλλοτε μεν υπό των Τούρκων, άλλοτε υπό των Eνετών. Όποιος έλθει με μεγαλυτέραν δύναμιν αυτός κυριαρχεί. Προς το παρόν όμως και συνήθως κυριαρχούν οι Ενετοί" (Slot/1975, παράρ. Α’, έγγρ. 10, σελ. 132). Για τον ίδιο επίσκοπο αναφέρεται ότι έδρασε ως πληροφοριοδότης του Φραγκίσκου Μοροζίνι ο οποίος τον συνάντησε γι’ αυτό τον σκοπό στη Μήλο το 1659 (Μπαμπούνης/1993, σελ. 40, Slot/1975, σελ. 72, 83). Κατά τη διάρκεια του πολέμου, εξάλλου, ο βενετικός στόλος ναυλοχούσε συχνά μεταξύ της Μήλου και της Κιμώλου (Κραντονέλλη/1991, σελ. 354) είτε στην ίδια τη Μήλο (Βακαλόπουλος, ΙΙΙ, σελ. 503). Παράλληλα, από αναφορές του Λατίνου ιερέα της Μήλου Giorgio Rossi, του Καθολικού επισκόπου Sebastiani και κάποιου Gillet γνωρίζουμε ότι το νησί Αρζαντιέρα (πρόκειται για τη σημερινή Κίμωλο), σε απόσταση μόλις ενός μιλίου από τη Μήλο, αποτελούσε βάση Δυτικοευρωπαίων πειρατών ήδη το 1667 (δηλαδή πριν από τη λήξη του Κρητικού Πολέμου), αλλά και το 1690 (Slot/1975, παράρ. Α’, έγγρ. 16, 18, σελ. 142, 144, 175, αντίστοιχα, Κεφαλληνιάδης, σελ. 198, 202 κ.ε.).
Το 1670, αμέσως δηλαδή μετά τη λήξη του Κρητικού Πολέμου, ο τουρκικός στόλος αποπειράθηκε να εκκαθαρίσει τη Μήλο από τους πειρατές αλλά αποκρούστηκε (Κραντονέλλη/1991, σελ. 72, 122 (όπου το γεγονός χρονολογείται στο 1671), 361). Τον επόμενο χρόνο το νησί δέχθηκε την επίθεση του διαβόητου Γάλλου πειρατή Τemericourt, ο οποίος συνέλαβε και λεηλάτησε τα πλοία των κατοίκων, λαφυραγώγησε τα χωριά του νησιού αρπάζοντας ιερά σκεύη και βασάνισε πολλούς νησιώτες. Οι συνέπειες των ενεργειών του μετριάστηκαν κάπως από την έγκαιρη παρέμβαση του μαρκησίου De Preuilly o oποίος τον ανάγκασε να επιστρέψει τα κλοπιμαία. Για τον Τemericourt μαρτυρείται εξάλλου ότι είχε αιχμαλωτίσει μέσα στο λιμάνι της Μήλου τη φρεγάτα του προξένου της Βενετίας στην Κρήτη, Γάσπαρου Κοντόσταυλου. Παρόλο που το πλοίο έφερε τη βενετική σημαία, ο Τemericourt αρνήθηκε να το επιστρέψει (Κραντονέλλη/1991, σελ. 123-4, 124-5, 237, 362, 363).

Χάρτης της Μήλου του 1764. ΦΩΤΟ: www.mapandmaps.com

Ο Τemericourt όμως δεν ήταν ο μόνος Γάλλος πειρατής που σχετίζεται με τη Μήλο. Κατά το ίδιο το έτος της επιδρομής του (1671) αναφέρεται ότι στη Μήλο ναυλοχούσαν 15 γαλλικά πειρατικά πλοία, ενώ αναμένονταν άλλα 10 (Κραντονέλλη/1991, σελ. 238). Η συχνότητα της πειρατικής παρουσίας στο νησί φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα έντονη ώστε να προκαλέσει την ίδια περίπου περίοδο (1675) τον χαρακτηρισμό της Μήλου από τον Άγγλο περιηγητή του Αιγαίου Βernard Randolph ως τον μεγαλύτερο κουρσαρότοπο των ελληνικών θαλασσών (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 688).
Ένα από τα επιφανέστερα θύματα της πειρατικής δράσης στο Αιγαίο κατά τον 17ο αιώνα υπήρξε ο Άγγλος περιηγητής Francis Vernon (για τον οποίο βλ. τώρα Leonora Navari, "Francis Vernon, a little known traveller in the Morea", στον τόμο Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο. Περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία 1994, σελ. 223-9). Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του από την Αθήνα προς τη Σμύρνη (1675), ο Vernon αιχμαλωτίστηκε από Χριστιανούς πειρατές που τον λήστεψαν και τελικά τον εγκατέλειψαν στη Μήλο. Εκεί κατόρθωσε να δανειστεί χρήματα από Άγγλους μικρεμπόρους-πειρατές που στάθμευαν στο νησί (παρά την πολιτική της αγγλικής Levant Company που ήταν αντίθετη με την άσκηση πειρατείας από Άγγλους) και να συνεχίσει το ταξίδι του (Κραντονέλλη/1991, σελ. 220, 265, Φίνλεϋ, σελ. 141, σε υποσημείωση).
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα η Μήλος είχε εξασφαλίσει μια ιδιότυπη ασυλία έναντι της οθωμανικής εξουσίας. Ο Άγγλος περιηγητής Robert, ο οποίος διετέλεσε αιχμάλωτος των πειρατών, αναφέρει σε έργο του που εκδόθηκε το 1696 ότι κάθε χρόνο μεταξύ Δεκεμβρίου και Μαρτίου η Μήλος, η Πάρος και η Αντίπαρος μετατρέπονταν σε χώρους διαχείμασης πειρατών (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 106, Ζακυθηνός, σελ. 29). Γι’ αυτό τον λόγο η παρουσία τουρκικών Αρχών στο νησί καθίστατο αδύνατη κατά τη χειμερινή περίοδο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το 1674 ο γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, Sieur de la Croix, "ο τουρκικός στόλος δεν προσεγγίζει ποτέ τις Κυκλάδες κατά τους μήνες της κακοκαιρίας". Ο ίδιος προσέθετε ότι το 1671 είχε καταστεί αδύνατη η παρουσία Τούρκου καδή στη Μήλο κατά τους χειμερινούς μήνες (Κραντονέλλη/1991, σελ. 122, 361, Σιμόπουλος, Ι, σελ. 659). Πάντως, φαίνεται ότι και κατά τους υπόλοιπους μήνες του έτους η παρουσία του συγκεκριμένου Τούρκου αξιωματούχου στο νησί κάθε άλλο παρά απρόσκοπτη ήταν.
Σαϊτα. Τύπος σκάφους που έφερε λατίνια ή έφερε στο κατάρτι της πλώρης σταυρώσεις. Εμφανίζεται στην ανατολική Μεσόγειο από το 1100 μέχρι το 1700. Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας ΦΩΤΟ: www.greekshipmodels.com

Σύμφωνα με ενθύμηση των Καπουτσίνων μοναχών της μονής του Αγίου Αντωνίου του Κάστρου της Νάξου, "1678, μηνί Αυγούστω, οι εν Μήλω [Καπουτσίνοι] μοναχοί έσωσαν εκ της αιχμαλωσίας τον καδήν της νήσου καταφυγόντα εις το μοναστήριον. Οι πειραταί ηθέλησαν να συλλάβωσιν αυτόν, αλλά οι μοναχοί υπερήσπισαν αυτόν και εσώθη εκ της αιχμαλωσίας" (Κεφαλληνιάδης, σελ. 224, Ζερλέντης, σελ. 94). Οι Τούρκοι φαίνεται ότι απέφευγαν γενικότερα να εγκαθίστανται στη Μήλο. Ο Γάλλος περιηγητής Τhevenot ο οποίος την επισκέφθηκε περί το 1655-56 αναφέρει την παντελή απουσία τους (Σιμόπουλος, Ι, σελ. 570). Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να οφειλόταν μόνο στο ότι το νησί ήταν φωλιά επικίνδυνων για τους Τούρκους πειρατών (ο Earl of Sandwich κάνει το 1738 ειδική μνεία του φόβου των Τούρκων για τους Μαλτέζους πειρατές) αλλά και στο ότι κατά περιόδους (ιδίως κατά τον Κρητικό Πόλεμο) είχε διατελέσει βάση του βενετικού στόλου (Σιμόπουλος, ΙΙ, σελ. 184). Ο Χατζηδάκης προσθέτει εύστοχα ως αποτρεπτικούς παράγοντες για την εγκατάσταση των Τούρκων την έλλειψη εξοικείωσής τους με το θαλάσσιο στοιχείο καθώς και τη φτώχεια του εδάφους των Κυκλάδων (Χατζηδάκης, σελ. 200).
 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ...


              Το πώς έγινε παγκοσμίως γνωστό το όνομα Βυζάντιο είναι λίγο πολύ γνωστό... Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, κάποιοι  Ευρωπαίοι μελετητές θεώρησαν άστοχο για μια αυτοκρατορία, που δεν είχε πρωτεύουσα τη Ρώμη, να ονομάζεται ρωμαϊκή και συνεπώς χρειαζόταν ένα όνομα. Τελικά οι ονοματοθέτες επέλεξαν τη λέξη Bυζάντιο και βυζαντινή αυτοκρατορία επηρεασμένοι από την ομώνυμη αρχαία πόλη του Βοσπόρου, η οποία επανιδρύθηκε το 323 ως Κωνσταντινούπολη. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι η αυτοκρατορία δεν είχε άμεσο διάδοχο, ως ένα σημείο, στη σύγχρονή εποχή και στο ότι θάφτηκε από την οθωμανική κατάκτηση.
              Τελικά το όνομα <<Βυζάντιο>> το αποδέχτηκαν και οι Έλληνες,ενώ υπήρχε και η  επιλογή  <<Ρωμανία - Ρωμιός και Ρωμιοσύνη>> που είχε περάσει πολύ έντονα στη συνείδηση του λαού. Το ίδιο το πανεπιστήμιο της Αθήνας ίδρυσε σχετική έδρα με το όνομα <<Βυζάντιο>> ακολουθώντας το παράδειγμα του πανεπιστημίου της Σορβόννης. Έτσι, παγκόσμια, η  μεσαιωνική ελληνική αυτοκρατορία ονομάστηκε με  αυτόν τον αδόκιμο όρο, αποτελώντας μοναδική πρωτοτυπία διότι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν προσδιορίζονταν με αυτό το  όνομα αλλά ως Ρωμαίοι. Η λέξη <<Βυζαντινός>> την εποχή εκείνη χρησιμοποιείται μόνο για να δηλώσει τον κάτοικο της Πόλης, όπως διαβάζουμε στα κείμενα του Μιχαήλ Ψελλού και του Μιχαήλ Χωνιάτη.
              Είναι γνωστό ότι η χρήση του ονόματος  << Έλληνας>> στα πρώτα χρόνια της αυτοκρατορίας, προσδιόριζε τον οπαδό της αρχαίας θρησκείας που αποτελούσε αντίπαλο και κίνδυνο για το  χριστιανισμό. Όπως γνωστό είναι επίσης  ότι το ανατολικό κομμάτι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας βαθμιαία εξελληνίζεται, διαδικασία που ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι ξεκινάει από το χωρισμό του σε ανατολικό και δυτικό, άλλοι από την εποχή του Ηράκλειου και ορισμένοι από τις μεταρρυθμίσεις του Λέοντα Γ’. Το σίγουρο είναι ότι η αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης δημιουργείται και συγκροτείται από τον ελληνισμό που έχει ασπαστεί τον χριστιανισμό και ακμάζει στην Ασία. Είναι ο ελληνισμός που διαδόθηκε και εδραιώθηκε στην Ανατολή κατά τα ελληνιστικά χρόνια, ο οποίος με τη σειρά του προέκυψε από την αρχαία Ελλάδα.
            Η επανεμφάνιση του ονόματος Έλλην με την εθνική του σημασία θα γίνει προοδευτικά όταν πια ο χριστιανισμός θα επικρατήσει.
             Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος γράφει («Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν») ότι οι Μανιάτες ως τώρα από τους ντοπιους ονομάζονται Έλληνες, διότι παλαιότερα ήταν ειδωλολάτρες κατά το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων.
             Η Άννα Κομνηνή γράφει («Αλεξιάδα»), αναφερόμενη στο εκπαιδευτήριο ορφανών που είχε ιδρύσει ο πατέρας της:
              «Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα.».  «Ρωμαίοι» είναι εδώ οι επίσημοι Βυζαντινοί, διοικητικοί υπάλληλοι, στρατιωτικοί κ.ο.κ. «Αγράμματοι Έλληνες» που μαθαίνουν να «ελληνίζουν ορθώς», τα μεγάλα πλήθη του λαού. (Λατίνοι οι δυτικοί και Σκύθες οι Σλάβοι.) Οι Βυζαντινοί δηλ. είναι πάντοτε Ρωμαίοι ως προς την κρατική τους υπόσταση, ως προς την εθνική τους υπόσταση πλέον όμως Έλληνες. Η ίδια νιώθει υπερήφανη («Αλεξιάς») ότι είχε σπουδάσει «ες άκρον το ελληνίζειν».
              Η ελληνική κλασσική παιδεία προωθείται έντονα ήδη από τον 9ο αι., με την επανίδρυση του Πανδιδακτηρίου στα ανάκτορα της Μαγναύρας. Ο Φώτιος διαπιστώνει τη δημοφιλία των ελληνικών γραμμάτων: «προς τα ελληνικά φιλοτιμότερον διέκειτο ή προς τα εκκλησιαστικά». Τον 11ο αι. ο Μιχαήλ Ψελλός τονίζει τo πλεονέκτημα  του  Ρωμανού Γ' που ήταν αναθρεμμένος «λόγοις ελληνικοίς» και το μειονέκτημα του Μιχαήλ Δ'  διότι ήταν εντελώς άμοιρος «παιδείας ελληνικής».
            Τον 14ο αι. ο Νικόλαος Καβάσιλας αποκαλεί Έλληνες τους λογίους της Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί  «οίκο του ελληνισμού», διάδοχο της Αθήνας.

                                                     το καθοριστικό γεγονός...
   
             Το κομβικό και καθοριστικό σημείο για τη συγκρότηση του εθνικού φρονήματος των Βυζαντινών είναι η Τέταρτη Σταυροφορία και η  άλωση του 1204. Από τότε είναι σίγουρο ότι η λέξη <<Έλλην>>, δεν αναφέρεται πια στον ειδωλολάτρη ούτε στον αρχαιομαθή, αλλά τον κάτοικο της Μικράς Ασίας, της Πόλης και της κυρίως Ελλάδας. Η τραγική εμπειρία της άλωσης από τους ομόθρησκους θα αποτελέσει ένα σοκ για την βυζαντινή κοινωνία, το Γένος, που η Ορθοδοξία και η ελληνικότητα του  θα το διαχωρίζει από εδώ και πέρα από τους Δυτικούς.
             Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους (1204), οι Βυζαντινοί λόγιοι τονίζουν περισσότερο τον ελληνικό χαρακτήρα. Ο Νικήτας Χωνιάτης επιμένει στην ονομασία «Έλληνες» («Τα μετά την άλωσιν συμβάντα τη πόλει»). Ο Νικηφόρος Βλεμμύδης αποκαλεί Έλληνες τους Βυζαντινούς βασιλείς. Ο Θεόδωρος Αλανίας γράφει στον αδελφό του ότι «εάλω μεν η πατρίς, αλλ' ανδρί σοφώ πας τόπος Ελλάς».
             Ο αυτοκράτωρ της Νικαίας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης γράφει προς τον πάπα Γρηγόριο Θ' για τη  σοφία η οποία «εν τω γένει των Ελλήνων ημών βασιλεύει». Υποστηρίζει ότι η μεταφορά της κληρονομιάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι εθνική «εις το ημέτερον γένος» (και δεν ανήκει επομένως στον Λατίνο, πλέον, αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως).
                Ο γιος  του Βατάτζη Θεόδωρος Β' Λάσκαρις προβάλλει το όνομα των Ελλήνων με πραγματικό εθνικό ζήλο: Δεν τονίζει απλώς ότι «απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος», αλλά και ότι «Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα... Συ δε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;».
               Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων τονίζει προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο ότι οι άνθρωποι των οποίων ηγείται είναι «Έλληνες το γένος ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί» και συμπυκνώνοντας καταλήγει :
<<Έλληνες γαρ το γένος εσμέν,ως η ημετέρα γλώσσα και παιδεία μαρτυρεί>>, ενώ ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης απαιτεί να αντικατασταθεί πλήρως η ρωμαϊκή με την ελληνική εθνική ονομασία.
            Σε πολλούς συγγραφείς γίνεται πάντοτε, όπως είδαμε και στην Κομνηνή, η διάκριση ονομάτων: Έλληνες για τον λαό και Ρωμαίοι για τον στρατό και την διοίκηση.
             Αλλά και στους μουσουλμάνους, όπως για παράδειγμα το σουλτάνο της Αιγύπτου Νασίρ Νασρεδδίν Μωχάμαδ, στην επιστολη του προς τον Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο, σχετικά με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αναφέρεται: «σπάθην της βασιλείας των Μακεδόνων... ανδρειότητα της βασιλείας των Ελλήνων.., κληρονόμον της βασιλείας των Ρωμαίων».
              O τελευταίος και ηρωικός αυτοκράτορας  Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σε ομιλία του προς τον στρατό (Γεωργίου Φραντζή, «Ιστορία») επικαλείται την Θεοτόκο ως «καταφύγιο των Χριστιανών, ελπίδα και χαρά πάντων των Ελλήνων». 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΙΤΩΛΙΚΟΥ 2/5/1829


ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΤΣΑΒΟΥ
Υπαξιωματικού ΠΝ – Νοσηλευτή

 

Η περίτεχνη πρύμνη της φρεγάτας «ΕΛΛΑΣ».
Μοντέλο σε κλίμακα 1:46 από ξύλο πεύκου.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας, Μηχανολόγος
Μηχανικός M. Sc., Μικροναυπηγός. ΦΩΤΟ:


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μετά τη συνθηκολόγηση στις 13 Μαρτίου 1829 της φρουράς των Τουρκαλβανών, ακολούθησε στις 18 Απριλίου 1829, μετά από παρόμοια συνθήκη και η φρουρά της Ναυπάκτου, που είχε παραμείνει σε όλη τη διάρκεια της εθνεγερσίας υπό την κατοχή των Οθωμανών. Κατόπιν, η στρατιωτική δύναμη των Ελλήνων η οποία την πολιορκούσε, από 4000 περίπου πεζικό, και ιππικό, κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι και το Ανατολικό (Αιτωλικό) [1], για να καταστήσει πλέον στενή την συνεχιζόμενη και από την ξηρά πολιορκία τους. Οι δύο πόλεις, εκτός από το Βραχώρι (Αγρίνιο) [1], το οποίο απελευθερώθηκε οριστικά στις 25 Απριλίου, ήταν οι μόνες που παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Οθωμανών στη Δυτική Στερεά Ελλάδα.


Η Αλβανική φρουρά τους είχε περιέλθει σε δεινή θέση, επειδή, εκτός από την απομόνωσή τους, –ήδη το φθινόπωρο 1828 η Πελοπόννησος είχε πλήρως απελευθερωθεί από τις δυνάμεις του Γάλλου στρατάρχη Μαιζών– αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού λόγω του στενού αποκλεισμού από ξηρά και θάλασσα, αλλά και της κόπωσης, καθώς και της
απογοήτευσης που αισθάνονταν από τους πολυχρόνιους αγώνες που έδωσαν μακρυά από την πατρίδα τους, χωρίς ανάλογη ανταμοιβή. Στην αποθάρρυνσή τους συνέβαλε και η μετάθεση τον Μάρτιο 1829 του δραστήριου Κιουταχή από την Άρτα στο Μοναστήρι (Μπιτώλια), λόγω προαγωγής του στο αξίωμα του Βεζύρη, ενώ ο αντικαταστάτης του, ο γιος του Εμίν, δεν διέθετε ανάλογα ηγετικά προσόντα. Επίσης, ευνοϊκή απήχηση στους Αλβανούς είχε και η πιστή τήρηση από τους Έλληνες των πλεονεκτικών όρων της συνθηκολόγησης των φρουρών τόσο στο Αντίρριο όσο και στην Ναύπακτο, γεγονός που διασκέδασε αρκετά τις σχετικές επιφυλάξεις τους.


ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ
Το πρόσφορο αυτό κλίμα προσπάθησε να εκμεταλλευθεί ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, ο οποίος είχε διορισθεί από τον αδελφό του «Πληρεξούσιος Τοποτηρητής» στην Στερεά Ελλάδα στις 23 Ιανουαρίου 1829 με το υπ’ αρ. 8905 διάταγμα και χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του επιφανούς οπλαρχηγού Γ. Βαρνακιώτη που είχε, εν τω μεταξύ, πλήρως αποκατασταθεί, μετά την μακρά «απραξία» [2] του. Απευθύνθηκε προς αυτόν, χωρίς χρονοτριβή με τρεις προτρεπτικές και εγκωμιαστικές επιστολές (26 Μαρτίου, 10 και 24 Απριλίου), τις οποίες διέσωσε ο Κάρπος Παπαδόπουλος [3] και τον κάλεσε να συναντηθούν στην ελεύθερη νησίδα του Άη Σώστη της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, ενώ ταυτόχρονα τον επιφόρτισε να ενεργήσει επιτήδεια, ώστε να επιτύχει γρήγορα και αναίμακτα τη συνθηκολόγηση των Αλβανικών Φρουρών Μεσολογγίου και Ανατολικού.
Ο Βαρνακιώτης πράγματι έσπευσε στον Άη Σώστη, αναμένοντας τον Αυγουστίνο και απ’ εκεί έστειλε τον γυναικάδελφό του, Μεσολογγίτη αγωνιστή, Γεώργιο Κουτσούμπα στην πόλη, για να προτείνει τη συνθηκολόγηση της Αλβανικής φρουράς, χωρίς όμως αυτή να γίνει αποδεκτή από τον σκληροτράχηλο αρχηγό τους Μουσταφά Γκιριτλή Αγά. Ωστόσο, ο Γ. Βαρνακιώτης φρόντισε να τηρήσει με αλληλογραφία τακτική επαφή με τον παραπάνω αρχηγό, με τον οποίο άλλωστε ήταν από παλιά γνώριμοι.


Ύστερα από μερικές ημέρες, περί τα τέλη Απριλίου, κατέπλευσε στον Άη Σώστη και η θρυλική φρεγάτα, το δίκροτο «Ελλάς» προερχόμενη από τη Ναύπακτο με επιβαίνοντες τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Νάξιο διπλωμάτη - φιλικό Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην συνθηκολόγηση των φρουρών Αντιρρίου και Ναυπάκτου, για τον προσφορότερο συντονισμό των ενεργειών.


ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΑΓΓΛΩΝ
Εν τω μεταξύ, ο Άγγλος Μοίραρχος πλοίαρχος Ρ. Σπένσερ, που είχε καταπλεύσει με την πολεμική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη» στην Πρέβεζα περί τα μέσα Απριλίου, ενημερώθηκε από τον εκεί Άγγλο Υποπρόξενο Μάγερ, πως το Μεσολόγγι πολιορκείται από τους Έλληνες στενά από ξηρά και θάλασσα και ότι επίκειται η πτώση του. Παράλληλα, πήρε άνωθεν εντολή να σπεύσει στο Μεσολόγγι και να διαλύσει τον θαλάσσιο αποκλεισμό, ώστε να προληφθεί η συνθηκολόγηση της φρουράς του. Τούτο, προφανώς γιατί οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, με πρωτοστατούσα την Αγγλία, σχεδίαζαν τότε την αναγνώριση αυτόνομου Ελληνικού Κράτους φόρου υποτελούς στον Σουλτάνο, το οποίο θα περιλάμβανε μόνο την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Ας σημειωθεί, ότι ο Άγγλος φιλέλληνας Πρωθυπουργός Γεώργιος Κάνινγκ [4] είχε πεθάνει αιφνιδίως τον Αύγουστο 1827, ενώ, ο διάδοχός του από τον Ιανουάριο 1828 Στρατάρχης Ουέλλιγκτων, ο θριαμβευτής του Βατερλώ, τηρούσε πολύ εφεκτική στάση έναντι των Τούρκων και εξαιρετικά φειδωλή προς τους Έλληνες. Άλλωστε και η εκκένωση (αποπομπή) των αμάχων της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και του Μεσολογγίου από την νήσο Κάλαμο το φθινόπωρο 1828 και η μεταφορά τους στην περιοχή των Πατρών, οφείλεται μάλλον στη μεταβολή «επί τα χείρω» της πολιτικής των Άγγλων απέναντί μας.




Ο Βρετανός Ναύαρχος
Sir Pulteney Malcolm.
Αρχηγός του Βρετανικού
Στόλου της Μεσογείου από
τον Αύγουστο 1828, όταν
αντικατέστησε τον
Κόρδιγκτων, μέχρι το 1832.
Πίνακας του Samuel Lane.
ΦΩΤΟ: Wikipedia.


Ο Σπένσερ, κατά την πορεία του προς νότο, στο πλαίσιο της αποστολής του, υπέδειξε στον Έλληνα Υποναύαρχο Αντώνιο Κριεζή, που επέβαινε στον «Επαμεινώνδα», απ’ όπου υποστήριζε τις χερσαίες Δυνάμεις των Ελλήνων, να λύσει τον αποκλεισμό του Αμβρακικού Κόλπου και να απομακρύνει τη Μοίρα του από τα παράλια της Ακαρνανίας. Συνεχίζοντας, ωστόσο, το «Μαδαγασκάρη» την κίνησή του, συνάντησε ενάντιους ανέμους, οι οποίοι το υποχρέωσαν, μέχρι να κοπάσουν, να προσορμισθεί επί 2ήμερο στο νησάκι Πεταλά, βόρεια από τις εκβολές του Π. Αχελώου. Απ’ εκεί, ο επίμονος και φλεγματικός Σπένσερ δεν έμεινε αδρανής και έστειλε με τον πεζοπόρο αγγελιαφόρο Στάθη Τζανάκη γράμματα στους Αρχηγούς των Αλβανικών φρουρών Αιτωλικού και Μεσολογγίου, με τα οποία τους ειδοποιούσε ότι κατέφθανε για να τους βοηθήσει και τους παρότρυνε να συνεχίσουν την αντίστασή τους. Κατ’ ευτυχή, όμως, συγκυρία, ο Αχελώος λόγω εποχής ήταν πλημμυρισμένος και εμπόδισε τη διάβασή του Τζανάκη ή ενδεχομένως και ο ίδιος προφασίσθηκε αργότερα σχετική αδυναμία διασχίσεως του ποταμού, με αποτέλεσμα η προσπάθεια αυτή του Σπένσερ να αποβεί άκαρπη, ενώ όμως αυτός είχε μείνει με την εντύπωση ότι οι επιστολές του είχαν εγκαίρως επιδοθεί.


Όταν τελικά, στις παραμονές υπογραφής της συνθήκης, το «Μαδαγασκάρη» κατέπλευσε πλησίον του Άη Σώστη, ο Σπένσερ επιδίωξε επειγόντως να συναντηθεί αρχικά με τον Μιαούλη και κατόπιν με τον Αυγουστίνο, για να ζητήσει τη λύση του αποκλεισμού.
Οι παραπάνω, όμως, για να καθυστερήσουν την ανεπιθύμητη συνάντηση, τήρησαν παρελκυστική τακτική προς κέρδος χρόνου και παράλληλα κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να αποτραπεί η επαφή Σπένσερ και Αλβανών.
Στο διάστημα αυτό, οι δύο Έλληνες μεσολαβητές Γ. Βαρνακιώτης και Ι. Παπαρρηγόπουλος πέρασαν με βάρκα στο Μεσολόγγι και τελικά κατάφεραν να πείσουν τους Αλβανούς Αρχηγούς για το μάταιο της αντίστασής τους, με το πρόσθετο επιχείρημα ότι δήθεν το «Μαδαγασκάρη» είχε έλθει σε επικουρία των Ελλήνων.
Το γεγονός αυτό συνετέλεσε να καμφθούν και οι τελευταίες αντιρρήσεις των Αλβανών και να υπογραφεί επιτέλους η συνθήκη παράδοσης και των δύο πόλεων στις 2 Μαΐου 1829, ενδεχομένως προχρονολογημένα αντί της πραγματικής 3 ή 4 Μαΐου.


Εν τέλει, η συνάντηση Αυγουστίνου και Σπένσερ πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαΐου, οπότε έκπληκτος ο τελευταίος πληροφορήθηκε τα της συνθηκολόγησης των Φρουρών και «μη δυνάμενος να μεταβάλη τα πεπραγμένα ανεχώρησεν εν οργή και αγανακτήσει». (Παπαδόπουλος Κάρπος, Ό.π. σ. 217).


Ο επίλογος αυτού του σοβαρού επεισοδίου, σύμφωνα με την αφήγηση του Ν. Σπηλιάδη [5], γράφτηκε ως εξής μετά από λίγες ημέρες, προς μεγάλη απογοήτευση των Άγγλων για τη ματαίωση των επιεικώς απαράδεκτων σχεδίων τους: «Μετ’ ολίγον ελθών και ο Μάλκολμ [6] εις Γλαρέντσαν, επί σκοπώ να λύση τον αποκλεισμόν του Μεσολογγίου, έστειλε κορβέτταν Αγγλικήν και προσεκάλεσε τον Μιαούλην να υπάγη εις συνέντευξίν του και ούτος ητοιμάσθη να υπάγη με την λέμβον του. Αλλ’ εκείνος, αμ’ ακούσας από τον πλοίαρχον της κορβέττας ότι εκυματίζετο η Ελληνική σημαία εις τα φρούρια Μεσολογγίου και Αιτωλικού, έλυσε πανιά και απήλθεν».


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ
Τελικά και οι δύο πόλεις, που συνδέονται αναπόσπαστα και ανέκαθεν με κοινούς αγώνες, ασχολίες, ήθη και έθιμα, συγγενικούς δεσμούς, γλωσσικό ιδίωμα κ.ά. απελευθερώθηκαν, όπως προείπαμε, οριστικά [7] με την ίδια συνθήκη στις 2 Μαΐου 1829, η οποία είχε ως εξής: Το γεγονός αυτό χαιρετίσθηκε με ιδιαίτερη λαμπρότητα από το αναγεννώμενο Έθνος, αλλά και τους Ευρωπαϊκούς και όχι μόνο λαούς. Ενδεικτικά, ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄, ο πατέρας του Όθωνα, αφιέρωσε για την ανάκτηση του Μεσολογγίου σχετικό ποίημα, όπως είχε κάνει και κατά την κατάληψή του.


Έκτοτε άρχισε σταδιακά από τις 6 Μαΐου και για αρκετά χρόνια η επανίδρυσή των δύο πόλεων και η επανεγκατάσταση μέρους των διασωθέντων πολύπαθων κατοίκων τους. Πολλοί είτε χάθηκαν είτε εκπατρίσθηκαν ή και το τραγικότερο βίαια εξισλαμίσθηκαν!!


Η ευρύτερη, ωστόσο, σημασία της οριστικής απελευθέρωσής τους, η οποία σήμαινε ταυτόχρονα και την αντίστοιχη της Δυτικής (Στερεάς) Ελλάδος, πλην της Πούντας (του Ακτίου), συνδυαζόμενη με την λίγο αργότερα αίσια έκβαση της μάχης στην Πέτρα της Βοιωτίας (12/9/1829) στην Ανατολική (Στερεά) Ελλάδα, της τελευταίας μάχης του Αγώνα, ήταν τεράστια.


Η εν συνεχεία μεθοδική και αριστοτεχνική στον διπλωματικό τομέα προσπάθεια του Ιω. Καποδίστρια, με βάση κυρίως τα γεγονότα αυτά, συντελούντων και άλλων ευνοϊκών παραγόντων, όπως η υπέρ των Ρώσων έκβαση του Ρωσοτουρκικού πολέμου με την υπογραφή της συνθήκης της Αδριανούπολης (2/14 Σεπ. 1829), αποσόβησε τον επικρεμάμενο κίνδυνο. Ήτοι της δημιουργίας αυτόνομου κρατιδίου φόρου υποτελούς στον Σουλτάνο με υπό συζήτηση σύνορα, περιλαμβάνοντα, ενδεχομένως, μόνο την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες και μέρος της Αττικής.


Έτσι, με το πρωτόκολλο του Λονδίνου 3ης Φεβρουαρίου 1830, των τριών Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων της εποχής, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, η Ελλάδα για πρώτη φορά αναγνωριζόταν ως πλήρως ανεξάρτητο κράτος, με αρχικά σύνορα – κατόπιν πιέσεως των Άγγλων, οι οποίοι τότε δεν επιθυμούσαν την άμεση γειτνίασή μας στο Ιόνιο πέλαγος – τα εξής: εκβολές Αχελώου – μέση γραμμή των λιμνών Λυσιμαχίας και Τριχωνίδας – Ορεινή Ναυπακτία – Βαρδούσια (Αρτοτίνα) – Οίτη – εκβολές Σπερχειού – Εύβοια – Κυκλάδες. (Εκδ. Αθηνών, Οπ. π.σ. 536,537).


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ωστόσο, το γεγονός ότι αφενός και κυρίως είχε απελευθερωθεί ολόκληρη σχεδόν, πλην της Πούντας (του Ακτίου), η Στερεά Ελλάδα και αφετέρου σταδιακά είχε μεταστραφεί η Αγγλική εξωτερική πολιτική - είχε εν τω μεταξύ επισυμβεί και η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια τον Σεπτέμβριο 1831, καθώς και η μη αποδοχή του Ελληνικού θρόνου από τον πρίγκιπα του Σαξ Κοβούργου Λεοπόλδο, λόγω της δυσμενούς χάραξης των συνόρων- κατέστησαν ιδίως όλα αυτά δυνατή την επαναδιαπραγμάτευση και αναθεώρηση των όρων της παραπάνω συνθήκης. Έτσι, με το νέο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 18ης Αυγούστου 1832 καθορίσθηκαν τα τελικά μας σύνορα επί της μέσης γενικής γραμμής Αμβρακικός, πλην Πούντας (Ακτίου) – Παγασητικός κόλπος – Εύβοια – Σποράδες – Κυκλάδες, τα οποία με την προσάρτηση το 1864 και των Ιονίων Νήσων, διατηρήθηκαν μέχρι το 1881. (Εκδ. Αθηνών, Όπ. Π.σ. 577).



Σύγχρονο Μεσολόγγι. Παναγία της Φοινικιάς. Η μικρή αυτή
εκκλησία, μέσα στα νερά της λιμνοθάλασσας, αποτέλεσε τόπο
αναψυχής του Λόρδου Βύρωνος, τον οποίο προσέγγιζε με την
γαΐτα του Γαζή. ΦΩΤΟ: Nick Ifantis
https://www.facebook.com/ifanik


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’
Συνθήκη Παραδόσεως Μεσολογγίου-Ανατολικού στις 2 Μαϊου 1829. Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, Φ35, 8/5/1829.
«Γενομένη μεταξύ Μουσταφά Κρητικού πληρεξουσίου του Φρουρίου Μεσολογγίου και Ανατολικού και λοιπών πρωτίστων Οθωμανών και του κ. Καπετάν Γεωργάκη Βαρνακιώτου και του κ. Ιωάννου Παπαρρηγοπούλου, κατ’ επιτροπήν του Εκλαμπροτάτου Πληρεξουσίου Τοποτηρητού του Κυβερνήτου της Ελλάδος.


Αφού οι εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ Οθωμανοί επολιορκήθησαν και επολεμήθησαν δια ξηράς και δια θαλάσσης δια πολύν καιρόν, βλέποντες, ότι δεν μπορούν να αντιτείνουν περισσότερον απεφάσισαν, ως ακολουθεί:


Α. Να υπάγουν δια θαλάσσης αι φαμιλίαι των εις Μεσολόγγιον και Ανατολικόν Οθωμανών συντροφευμέναι με τους άνδρες των, συμποσούμεναι όλαι σχεδόν ψυχαί εξακόσιοι, και να πληρωθεί ο ναύλος έως εις Σαγιάδαν ή Πρέβεζαν από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν. Τα άνω πλοία θέλουν είναι συντροφευμένα από δύο πολεμικά δι’ ασφάλειαν.
Β. Αι άνω φαμίλιαι θέλουν εμβαρκαρισθή ευθύς οπού ειδοποιηθούν, ότι τα πλοία είναι έτοιμα, παίρνοντας μαζί τους όσα από τα κινητά των είδη ή πράγματα θελήσουν, εκτός των ζώων.
Γ. Ευθύς όπου αι φαμίλιαι έμβουν εις τα πλοία, όλα τα λοιπά στρατεύματα με τα ζώα των θέλουν αναχωρήσει δια ξηράς παίρνοντας ενέχυρα αμοιβαίως κατά την θέλησιν του Καπετάν Γεωργίου Νικολού, όστις θέλει τους συντροφεύσει έως την Μπούνταν (‘Ακτιον) Πρεβέζης δια να μην ενολχηθούν καθ’ οδόν.
Δ. ‘Ολοι τόσον οι δια ξηράς, καθώς και δια θαλάσσης, θέλουν αναχωρήσει με τα άρματά των και λοιπήν κινητήν περιουσίαν.
Ε. Αφού έμβουν εις τα πλοία αι φαμιλίαι των, θέλουν διορισθή εκ μέρους του Πληρεξουσίου Τοποτηρητού δύο γυναίκες δια να εξετάζουν με ακρίβειαν, και όσαι γυναίκες θέλουν να μένουν με τους Οθωμανούς, να μένουν με αυτούς, όσαι δε θελήσουν να μένουν με τους Χριστιανούς να μένουν με αυτούς. Εάν καμμία από εκείνας που μένουν με τους ‘Ελληνας, έχη παιδίον ομολογούμενον από την ιδίαν μητέρα, ότι είναι από Οθωμανόν, να το κρατή ο πατήρ του.
ΣΤ. Τα ανήλικα, είτε θηλυκά, είτε αρσενικά παιδία, όντα ολιγώτερα των δεκατεσσάρων χρόνων, εάν είναι και Τουρκευμένα, να κρατώνται από τους ‘Ελληνας χωρίς να εξετάζεται η θέλησίς των, τα οποία υπόσχονται οι Οθωμανοί να φανερώσουν όλα, και εάν ευρεθή κανένα χωρίς να το παραστήσουν, ή θέλοντας να το περάσουν δια Τούρκον, θέλουν είναι παραβάται της συνθήκης.
Ζ. ‘Οσα πράγματα έχουν ίδια κινητά, τα οποία θέλουν να πωλήσουν, εμπορούν να τα δώσουν εις όποιον θέλουν, όμως χωρίς άργηταν.
Η. Τα Ελληνικά στρατεύματα δεν θέλουν εμβή, ούτε πλησιάσει εις το φρούριον Μεσολογγίου, εάν πρώτον δεν έβγουν όλοι οι εν αυτώ Οθωμανοί.
Της παρούσης συνθήκης έγειναν δύο ίσα και επεκυρώθησαν από τον Πληρεξούσιον Τοποτηρητήν και εσφραγίσθησαν από τα μέρη αμφότερα, δια να έχουν όλην την ισχύν και βεβαιότητα.,
Προσθέτονται ότι εις την άνω συνθήκην εννοούνται και οι εν τω Ανατολικώ Οθωμανοί.


Εν Μεσολογγίω 2 Μαϊου 1829
Μουσταφάς Γκιριτλής Γεώργιος Βαρνακιώτης
Χασάν Τοπζήμπασης Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος
Πέσος Ασήμπεης
Σούφας Ζάνης
Σούφας Ζουλίου Φκιάρης
Ζατζή Χουσένης
Φετάγιας Ουσπτόπλης

ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

ΤΑ ΑΙΜΑΤΗΡΑ "ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ" (8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1901)

 



Τη δεκαετία του 1880 το γλωσσικό ζήτημα εμφανίστηκε μαζί με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Η όξυνση της διαμάχης για τη γλώσσα χώρισε τον ελλαδικό και εξωελλαδικό ελληνισμό ανάμεσα στους καθαρευουσιάνους και τους δημοτικιστές ή «μαλλιαρούς» όπως τους αποκαλούσαν οι αντίπαλοί τους. Ιδιαίτερα στην Αθήνα όμως η σύγκρουση έλαβε μεγάλη ένταση και συσχετίστηκε άμεσα και έμμεσα με κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που εκκινούνταν από αντιθέσεις του ίδιου του ελλαδικού κοινωνικού σχηματισμού ή και πιο συγκεκριμένα των αντιθέσεων που πήγαζαν από τις αντιφάσεις της αθηναϊκής κοινωνίας.


Στα 1888 ο Γιάννης Ψυχάρης ο οποίος διέμενε μόνιμα στο Παρίσι κυκλοφόρησε «Το ταξίδι μου», με το οποίο θα αναδειχτεί ο ίδιος ως το σύμβολο του δημοτικισμού και θα καταστεί ο κατεξοχήν «διδάσκαλός του» εισάγοντας ταυτόχρονα και μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοτική που ονομάστηκε «ψυχαρισμός» και οι οπαδοί της «ψυχαριστές». Από τον κύκλο του Ψυχάρη προέρχεται και ο λόγιος βαμβακέμπορος Αλέξανδρος Πάλλης ο οποίος ζούσε εγκατεστημένος όπως και ο Ψυχάρης στο εξωτερικό. Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην απλή νεοελληνική από τον Πάλλη έδωσε την αφορμή να ξεσπάσουν τα «Ευαγγελικά».

Αυτή ήταν μια ιδιαίτερα τολμηρή κίνηση του Πάλλη καθώς «εις την καθωμιλημένην ελληνικήν γλώσσαν η ελληνική ορθόδοξος Εκκλησία απηγόρευσε πάσαν μετάφρασιν ή παράφρασιν του πρωτοτύπου ελληνικού κειμένου της Κ. Διαθήκης και αυτού του ελληνικού κειμένου της Π. Διαθήκης» κατά τους πρόσφατους αιώνες. Ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα η ορθόδοξη ελληνική Εκκλησία είχε απαγορεύσει αυστηρά μέσω πατριαρχικών και συνοδικών αποφάσεων με την ποινή του αφορισμού την αγορά, την κατοχή ή την ανάγνωση μεταφράσεων της Αγίας Γραφής στην καθoμιλουμένη και με την ποινή του αναθέματος την μετάφρασή της σε απλούστερη γλώσσα.
Αλέξανδρος Πάλλης
Δεν ήταν όμως προσπάθεια του Πάλλη το μοναδικό μεταφραστικό εγχείρημα. Αντίθετα, είχε προηγηθεί η μετάφραση της «Αναπλάσεως» στα 1900 από τον ομώνυμο θρησκευτικό σύλλογο με τίτλο: «Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον εις το πρωτότυπον κείμενον εις ερμηνείαν σύντομον και εις προσευχάς. Έκδοσις Συλλόγου «Αναπλάσεως» τη συστάσει δι’ Εγκυκλίου της Μεγάλης Εκκλησίας προς ακώλυτον κυκλοφορίαν και εν τω κλίματι του Οικουμενικού Θρόνου. Εν Αθήναις δαπάνη Μελετίου Βαγιανέλλη Αρχιμανδρίτου».
Η έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» περιελάμβανε το πρωτότυπο κείμενο του κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, σύντομη ερμηνεία και προσευχές. Εξαιτίας του ερμηνευτικού χαρακτήρα της δε θεωρήθηκε μετάφραση, αλλά ερμηνευτική παράφραση. Η έκδοση αυτή είχε την έγκριση του Πατριαρχείου από το 1896 με εντολή να γραφτεί σε απλή καθαρεύουσα. Επίσης, οι προσευχές που περιελάμβανε είχαν την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η έκδοση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής μόνο κατά την περίοδο των ταραχών μέσα στο γενικότερο κλίμα. Στο ίδιο κλίμα και εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό θα κυκλοφορήσει λίγους μήνες μετά την έκδοση του συλλόγου «Ανάπλασις» μια πραγματική μετάφραση και των τεσσάρων Ευαγγελίων.

Η μετάφραση αυτή έγινε με μέριμνα της βασίλισσας Όλγας και εκδόθηκε σε 1000 αντίτυπα στα τέλη του 1900 δηλώνοντας ότι είναι γραμμένη για οικογενειακή χρήση (Ο ακριβής τίτλος είναι: «Κείμενον και μετάφρασις του Ιερού Ευαγγελίου προς αποκλειστικήν οικογενειακήν του ελληνικού λαού χρήσιν μερίμνη της Α.Μ. της βασιλίσσης των Ελλήνων Όλγας εκδιδόμενα. Εν Αθήναις τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900»). Η μετάφραση έγινε από την ιδιαιτέρα γραμματέα της Όλγας, Ιουλίας Σουμάκη (μετέπειτα Καρόλου) έχοντας ως βοηθό το θείο της καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωάννη
Βασίλισσα Όλγα
Πανταζίδη. Από τους κύκλους του παλατιού παρουσιάστηκε η ιδέα της μετάφρασης στη νέα ελληνική ως μια αναγκαιότητα που συνειδητοποίησε η βασίλισσα στις επισκέψεις της στα νοσοκομεία των Αθηνών κατά τον πόλεμο του 1897, όταν αντιλήφθηκε πως οι τραυματίες στους οποίους διάβαζε αποσπάσματα από την Αγία Γραφή δεν κατανοούσαν τα βιβλικά κείμενα.
Η νέα μετάφραση έγινε υπό την επιτήρηση και τη σύμφωνη γνώμη του Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου. Χρειάστηκε όμως την αναγνώριση του Υπουργείου για την έκδοση. Το Υπουργείο αρνήθηκε να εκδώσει μια εγκύκλιο αναγνώρισης χωρίς την προηγούμενη έγκριση από την Ιερά Σύνοδο. Το ζήτημα έτσι περιπλέχτηκε. Η Σύνοδος όμως αρνήθηκε να εγκρίνει την έκδοση θέτοντας ως πρόβλημα τη χρήση χυδαίας και ταπεινής γλώσσας παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρός της Προκόπιος συμφωνούσε με το κείμενο. Παρ’ όλ’ αυτά η βασίλισσα επέμεινε. Συνέστησε ειδική επιτροπή επί αυτού του ζητήματος με τη συμμετοχή του Προκοπίου, του Πανταζίδη, του Φίλιππου Παπαδόπουλου, καθηγητή της Ριζάρειου Σχολής, του Διονύση Μεσσαλά, κλειδούχου της βασίλισσας. Στη συνέχεια αποδόθηκε εκ περιτροπής στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής. Από τους καθηγητές άλλοι συμφώνησαν άλλοι διαφώνησαν και άλλοι πρότειναν να γραφτεί μια νέα από τους ίδιους. Η Ιερά Σύνοδος συνέχισε να αρνείται, αλλά παρά τις συνεχείς αρνητικές απαντήσεις της και «προφορική αδεία» του Μητροπολίτου Αθηνών Προκοπίου προχώρησε στην έκδοση της μετάφρασης με δικά της έξοδα.

Μέχρι το Μάρτιο του 1901 τα αντίτυπα του βιβλίου είχαν εξαντληθεί και η βασίλισσα σκεφτόταν να προχωρήσει σε μια δεύτερη έκδοση, αλλά φαίνεται πως την πρόλαβαν τα γεγονότα. Η μετάφραση αυτή, αλλά και το ίδιο το πρόσωπο της βασίλισσας έγινε στόχος επικρίσεων κατά την περίοδο του αντιμεταφραστικού κινήματος και των ταραχών του 1901. Μετά τα γεγονότα δόθηκε διαταγή να κατασχεθούν όλα τα αντίτυπα της μετάφρασης.

Η μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη ήταν εκείνη όμως που προκάλεσε την ένταση. Την εποχή που η βασίλισσα ετοίμαζε τη δική της έκδοση, η εφημερίδα «Ακρόπολις» στο φύλλο της Κυριακής 9 Σεπτεμβρίου 1901, ξεκίνησε τη δημοσίευση της μετάφρασης των Ευαγγελίων αρχίζοντας από εκείνο του Ματθαίου. Ο ακριβής τίτλος ήταν: «Η Νέα Διαθήκη κατά τον αρχαιότατο κώδικα, μεταφρασμένη από τον Αλεξ. Πάλλη. Μέρος πρώτο. Τ’ άγια Ευαγγέλια. Κατά τον Ματθαίον».
Ο ιδρυτής και διευθυντής της εφημερίδας Βλάσης Γαβριηλίδης, φυσιογνωμία προοδευτική, έκρινε ότι «θεάρεστον έργον είναι» να φθάσει σε κάθε ελληνικό σπίτι και να «γίνει απολύτως αντιληπτόν» από κάθε Ορθόδοξο Έλληνα το Ευαγγέλιο. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, ο Γαβριηλίδης ενήργησε έχοντας τη σύμφωνη γνώμη τού τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Προκοπίου για τη δημοσίευση του Ευαγγελίου και τη συγκατάθεση του κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Εμμανουήλ Ζολώτα. Η δημοσίευση διακόπηκε στις 20 Οκτωβρίου λόγω των μεγάλων αντιδράσεων, δηλαδή πολύ πιο νωρίς από τα γεγονότα του Νοεμβρίου. Η μετάφραση αυτή δημοσιεύτηκε στα 1902 ολόκληρη στο Λίβερπουλ τη μόνιμη κατοικία του Πάλλη.

Ο δρόμος προς τα αιματηρά γεγονότα (Τα «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά»)

Στις 17 Οκτωβρίου επιλήφθηκε του θέματος η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας καταδικάζοντας ως βέβηλη κάθε μετάφραση του Ευαγγελίου σε απλούστερη ελληνική γλώσσα. Η σχετική όμως απαγορευτική εγκύκλιος δημοσιεύτηκε πολύ καθυστερημένα, 21 μέρες αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου υπό την πίεση ήδη του κινήματος. Στις 29 Οκτωβρίου και ενώ είχε ήδη παύσει η δημοσίευση της μετάφρασης, συνεδρίασε και η Θεολογική Σχολή με αποκλειστικό θέμα το ζήτημα της μετάφρασης, ορίστηκε μια τριμελής επιτροπή που ετοίμασε ένα καταδικαστικό υπόμνημα το οποίο εγκρίθηκε παμψηφεί στη συνεδρίαση της 5 Νοεμβρίου και στάλθηκε επειγόντως στην Ιερά Σύνοδο. Από την άλλη πλευρά την υποστήριξη της συγκεκριμένης μετάφρασης ανέλαβε η εφημερίδα «Ακρόπολις» και η εφημερίδα «Άστυ».
Στο εξής ο αφορισμός θα αποτελεί το βασικό αίτημα των φοιτητών. Ο Μητροπολίτης συνομίλησε με επιτροπή και υποσχέθηκε να μεταφέρει τα αιτήματά τους στην Ιερά Σύνοδο αποδεχόμενος την ανάγκη να διαφυλαχθούν οι Αγίες Γραφές όπως παραδόθηκαν από τους Αποστόλους. Οι φοιτητές διαλύθηκαν καθορίζοντας συγκέντρωση την επομένη στα προπύλαια. Οι Συντεχνίες αποφάσισαν «πάνδημον λαϊκόν συλλαλητήριον, μετά των κ. κ. Φοιτητών, εις τους Στύλους του Ολυμπίου Διός» την επόμενη ημέρα Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 1901 στις 2 το μεσημέρι. Ο μόνος όρος που έβαλαν οι Συντεχνίες στους φοιτητές για να συμμετάσχουν ήταν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον των εφημερίδων.


Οι φοιτητές εν τω μεταξύ συνέχιζαν να προσπαθούν να σπάσουν τον κλοιό του ιππικού με σκοπό να φτάσουν στο Μητροπολιτικό Μέγαρο χωρίς να τα καταφέρουν. Τελικά, στον Μητροπολίτη πήγε ο καθηγητής της Ιστορίας Παύλος Καρολίδης, ο οποίος είχε ήδη συνομιλήσει με τους φοιτητές, καταθέτοντας το αίτημα των φοιτητών για αφορισμό. Η απάντηση που έλαβε ήταν πως «ο αφορισμός εξεπληρώθη κατ’ ουσίαν και ότι η Ιερά Σύνοδος έλαβεν όλα τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία, αν δεν θεωρηθώσιν επαρκή, θα τα επεκτείνη, αφού υποβληθή αναφορά εκ μέρους των φοιτητών». Η δήλωση του Μητροπολίτη κρίθηκε ανεπαρκής. Τη νύχτα οι φοιτητές, επειδή κυκλοφορούσαν φήμες για κατάληψη του πανεπιστημίου από τον στρατό, συγκρότησαν φρουρά. Τη νύχτα στο πανεπιστήμιο έμειναν γύρω στου 500 φοιτητές.

Από το πρωί της Πέμπτης της 8ης Νοεμβρίου 1901 ο φρουρούμενος χώρος του Πανεπιστημίου είχε γεμίσει από πλήθος φοιτητών και λαού. Ζωηρές συζητήσεις με επίκεντρο το συλλαλητήριο που είχε προγραμματιστεί τις απογευματινές ώρες λάμβαναν χώρα μεταξύ των φοιτητών καθώς η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να το επιτρέψει. Πράγματι, μετά από λίγη ώρα τοιχοκολλήθηκε στα Προπύλαια έγγραφο του αρχηγού της Χωροφυλακής Στάικου ο οποίος είχε επιφορτιστεί την ανώτατη εποπτεία των στρατιωτικών δυνάμεων της πρωτεύουσας, προς τον πρύτανη του Εθνικού Πανεπιστημίου. Με αυτό η κυβέρνηση τον έθετε προ των ευθυνών του για τη διατήρηση της τάξης και τον καλούσε να παρεμποδίσει ακόμη και με τη βία, εάν χρειαστεί, τη διαδήλωση στην πόλη.
Το κείμενο αυτό όμως εξερέθισε τα πνεύματα των συγκεντρωμένων φέρνοντας τα αντίθετα αποτελέσματα. Οι συγκεντρωμένοι φοιτητές εξέλεξαν δύο αντιπροσώπους οι οποίοι εστάλησαν στους Προέδρους των συντεχνιών για να συζητήσουν μαζί τους τα μέτρα που θα έπαιρναν σε περίπτωση παρεμπόδισης του συλλαλητηρίου. Η απάντηση των συντεχνιών δεν άργησε και ήταν κατηγορηματική: «Θα γίνη αντί πάσης θυσίας το συλλαλητήριο». Μεγάλος ενθουσιασμός κατέλαβε τους παρευρισκομένους, ενώ συνεχιζόταν η προσέλευση κόσμου στο Πανεπιστήμιο και τους χώρους γύρω από αυτούς. Όλοι συμμετείχαν στις συζητήσεις χωρίς να μπορεί να υπάρξει κάποια απόφαση. Για αυτό εκλέχτηκε μια 15μελής Κεντρική Επιτροπή η οποία ανέλαβε να καταρτίσει το ψήφισμα του συλλαλητηρίου το οποίο θα αποδιδόταν στο βασιλιά, την Ιερά Σύνοδο και την Κυβέρνηση, αφού πρώτα το ενέκριναν και οι Πρόεδροι των Συντεχνιών. Ορίστηκαν στη συνέχεια οι ομιλητές και αποφασίστηκε η συγκρότηση φρουράς που θα παρέμενε μέσα στο Πανεπιστήμιο για την αποφυγή της κατάληψης από την χωροφυλακή όσο θα απουσίαζε το πλήθος.

Τα πάντα ήταν έτοιμα και περίπου στις 2.30 μ.μ. παρά τις απαγορευτικές διατάξεις, οι φοιτητές και ο λαός ξεχύθηκαν στην οδό Πανεπιστημίου κατευθυνόμενοι προς τις στήλες του Ολυμπίου Διός όπου εκεί είχαν συγκεντρωθεί οι Συντεχνίες με επικεφαλής τους Προέδρους τους. Στην διασταύρωση όμως της οδού Πανεπιστημίου και της Σίνας οι διαδηλωτές συνάντησαν το πρώτο εμπόδιο. Ίλη ιππικού βρισκόταν παρατεταγμένη εκεί εμποδίζοντας τη συνέχιση της πορείας. Οι διαδηλωτές άρχισαν τότε να ζητωκραυγάζουν υπέρ του στρατού και ο ανθυπίλαρχος χαιρέτισε στρατιωτικά τη διαδήλωση. Με αυτόν τον τρόπο ξεπεράστηκε το πρώτο εμπόδιο και η πορεία συνεχίστηκε ανενόχλητη επί της Πανεπιστημίου.

Το δεύτερο εμπόδιο συναντήθηκε στο ύψος της οδού Βουκουρεστίου. Εκεί άγημα ναυτών παρατεταγμένο κατά πλάτος της οδού εμπόδιζε τη διάβαση. Οι ζητωκραυγές υπέρ του Ναυτικού δεν ωφελούσαν σε τίποτα. Η πρόταση να διέλθουν από την Ακαδημίας δεν έγινε αποδεκτή από τους διαδηλωτές οι οποίοι επέμεναν. Ο επικεφαλής αξιωματικός των ναυτών διέταξε την πρόταξη των λογχών και στη συνέχεια ακούστηκε το παράγγελμα «Γεμίσατε!». Έντρομοι οι διαδηλωτές υποχώρησαν λίγο για να επανέλθουν και να επιτεθούν εναντίον των ναυτών. Ρίχτηκαν τότε μερικοί πυροβολισμοί στον αέρα και ακολούθησε πανικός. Στη συνέχεια όμως διασπάστηκε η ζώνη των πεζοναυτών και το πλήθος με αλαλαγμούς και ζητωκραυγές εισήλθε στην οδό Κηφισιάς (σήμερα Βασιλίσσης Σοφίας) και δια μέσου της Ηρώδου του Αττικού κατευθύνθηκε προς τους στύλους.
Έξω από τα Ανάκτορα οι διαδηλωτές ζητωκραύγασαν υπέρ της πριγκίπισσας Σοφίας, όπως προηγουμένως είχαν ζητωκραυγάσει και για το βασιλιά Γεώργιο. Στο τέλος της Ηρώδου του Αττικού και πριν το Παναθηναϊκό Στάδιο βρισκόταν παρατεταγμένη ίλη του ιππικού η οποία παρακολουθούσε τους διαδηλωτές κινούμενη παράλληλα με αυτού μέχρι το χώρο του συλλαλητηρίου. Πενήντα περίπου χιλιάδες ήταν οι συγκεντρωμένοι στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Πρώτος το λόγο πήρε ο πρόεδρος της Κρητικής αδελφότητας «Αρκάδιον», ο οποίος εξήρε την πρωτοβουλία των φοιτητών υπέρ του Ιερού Ευαγγελίου και συνέστησε πλήρη νομιμότητα στις ενέργειές τους και αποφυγή σύγκρουσης με τον στρατό, διότι «ο στρατός δεν είναι άλλο ή αδελφοί ημών εκτελούντες το εαυτόν καθήκον». Ανεφώνησε δε στο τέλος υπέρ του Έθνους, της Πανεπιστημιακής Νεολαίας και του Στρατού.

Ένα μέρος των διαδηλωτών όμως (χίλιοι περίπου) κατευθύνθηκε προς την οδό Κοραή όταν ακούστηκε επί της Σταδίου μια προτροπή που καλούσε «Εις του Μητροπολίτη!». Όλοι επανέλαβαν την προτροπή. Σε λίγο οι διαδηλωτές στους οποίους προστέθηκαν και άλλοι από τους τριγύρω οδούς βρέθηκαν αντιμέτωποι με το ναυτικό άγημα που πρωτύτερα βρισκόταν στη λεωφόρο Αμαλίας. Οι προτροπές του αρχηγού της Χωροφυλακής να υποχωρήσουν και να διαλυθούν δεν εισακούστηκαν και οι διαδηλωτές επιχείρησαν να σπάσουν τη ζώνη των παρατεταγμένων ναυτών. Τα πράγματα οξύνθηκαν και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο επικεφαλής της ίλης ιππικού ξιφουλκεί πρώτος και οι ιππείς τον ακολουθούν. Με γυμνά τα σπαθιά όρμησαν εναντίον του πλήθους το οποίο τραβήχτηκε και στριμώχτηκε στα πεζοδρόμια. Τότε ακούστηκαν διαμαρτυρίες εναντίον των ιππέων και προς στιγμή φάνηκε ότι η ίλη υποχωρούσε. Τότε παρουσιάστηκε ο μοίραρχος ο οποίος διέταξε νέα επέλαση του ιππικού. Κραυγές αποδοκιμασίας και σφυρίγματα ακούστηκαν από τα πεζοδρόμια, ενώ πέτρες ρίχνονταν κατά των ιππέων οι οποίοι είχαν καταπατήσει ένα σημαντικό αριθμό του πλήθους κατά τη δεύτερη επέλαση.

Τότε ένας από τους διαδηλωτές έβγαλε το περίστροφό του και πυροβόλησε στον αέρα. Τον μιμήθηκαν και άλλοι. Η ώρα των αιματηρών γεγονότων είχε έρθει, το σύνθημα δόθηκε. Ο επικεφαλής του ναυτικού αγήματος διέταξε «Πυρ ομαδόν!», άσφαιρο στην αρχή και στη συνέχεια με σφαίρες. Πανδαιμόνιο και πανικός ακολούθησε από την πλευρά των διαδηλωτών. Οι πυροβολισμοί γενικεύθηκαν από την πλευρά των στρατιωτικών τμημάτων. Οι τολμηρότεροι από τους διαδηλωτές έβγαλαν τα περίστροφα και απάντησαν. Σκηνές αληθινής μάχης έλαβαν χώρα στο κέντρο της πρωτεύουσας. Στην σύρραξη αυτή έλαβαν μέρος και οι αστυφύλακες που φρουρούσαν το Υπουργείο Οικονομικών από τις σφαίρες των οποίων σκοτώθηκε ο πρώτος διαδηλωτής ο Νικόλαος Πάστρας.

Το θέαμα του πρώτου νεκρού εξαγρίωσε το πλήθος και οι πυροβολισμοί από τις δύο πλευρές έγιναν εντονότεροι. Ο αριθμός των σκοτωμένων πολλαπλασιάστηκε, ενώ οι τραυματίες ανέρχονταν σε πολλές δεκάδες. Πολλοί από τους διαδηλωτές τράπηκαν σε φυγή. Μερικοί από αυτούς έφτασαν στο Πανεπιστήμιο ζητώντας όπλα από τους φοιτητές. Σε λίγο οι πυροβολισμοί αραιώθηκαν και οι συμπλοκές φάνηκε ότι είχαν σχεδόν καταπαύσει. Αλλά ξαφνικά ίλη ιππικού ανήλθε την οδό Κοραή από την οδό Σταδίου και έστριψε στην οδό Ρήγα Φεραίου πυροβολώντας διαρκώς. Οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο νόμισαν ότι επρόκειτο για έφοδο και άρχισαν να πυροβολούν εναντίον των ιππέων. Έπεσε ένας ιππέας, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν και από τις δύο πλευρές. Η ίλη κατευθύνθηκε προς την οδό Ιπποκράτους και το πυρ σταμάτησε. Δεν υπήρξαν περισσότεροι νεκροί από τη μεριά των φοιτητών διότι ο αρχηγός της φοιτητικής φρουράς δεν επέτρεψε την έξοδο προς τον χώρο της συμπλοκής.

Ομάδα φοιτητών και των συντεχνιών επισκέφθηκε τα Ανάκτορα και δια μέσου του υπασπιστού ζήτησε από τον βασιλιά την αποχώρηση του στρατού από την πόλη. Ο βασιλιάς έκανε αποδεκτή την πρόταση. Αλλά λίγο αργότερα έπεσε και άλλος νεκρός και υπήρξαν και άλλοι τραυματίες, όταν ο πρωθυπουργός Γ. Θεοτόκης έφευγε με την άμαξά του από το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Το πλήθος φωνάζοντας «Κάτω ο δολοφόνος! Κάτω ο φονιάς!» επιτέθηκε στη φρουρά του με πέτρες. Ανταλλάχτηκαν πυροβολισμοί, αλλά η προέλαση του ιππικού εμπόδισε τη γενίκευση.
Ο απολογισμός των αιματηρών γεγονότων ήταν οκτώ νεκροί (Ν. Πάνστρας, Α. Παπαναστασίου, Ε. Παπαντωνίου, Ε. Δράκος, Ι. Διβάρης, Φ. Ρήγος, Ι. Στεφανίδης και κάποιος Στράτος, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ενώ κατ’ άλλους οι νεκροί ανέρχονται σε έντεκα), γύρω στους εβδομήντα τραυματίες και 22 συλληφθέντες, οι οποίοι παρέμειναν στα κρατητήρια των στάβλων της Χωροφυλακής τρία εικοσιτετράωρα. Τη νύχτα της 8ης Νοεμβρίου πολλοί φοιτητές παρέμειναν εντός του Πανεπιστημίου.

Γεώργιος Θεοτόκης
Τα αιματηρά γεγονότα του 1901, οδήγησαν στην παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη (ενώ η βασίλισσα Όλγα έφυγε για λίγο διάστημα από την Ελλάδα) και στην απαγόρευση κάθε μετάφρασης των ιερών κειμένων που καταχωρήθηκε στο Σύνταγμα του 1911: «Το κείμενον των Αγίων Γραφών τηρείται αναλλοίωτον· η εις άλλον γλωσσικόν τύπον απόδοσις τούτου άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας απαγορεύεται απολύτως». Όταν έγινε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 1927 η φράση τροποποιήθηκε στη μορφή «άνευ της προηγούμενης εγκρίσεως της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας». Η διάταξη αυτή παρέμεινε απαράλλαχτη για τα επόμενα 50 περίπου χρόνια. Στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 3, παράγραφος 3) προστέθηκε η λέξη «επίσημος» («η εις άλλον γλωσσικόν τύπον επίσημος μετάφρασις»), ενώ στη συζήτηση που συνοδεύτηκε στη Βουλή διευκρινίστηκε η έννοια της “επίσημης” μετάφρασης. Μολαταύτα, οι μεταφραστικές προσπάθειες συνεχίστηκαν όλες τις επόμενες δεκαετίες καθώς ανταποκρίνονταν στη βαθύτερη ανάγκη του λαού για την απόδοση της Γραφής σε γλώσσα σύγχρονη και κατανοητή.