Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Η ΟΠΛΙΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΣΕ ΣΥΡΡΑΞΗ (ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ)

03Aναπαράσταση φάσης ωθισμού οπλιτικής σύρραξης από τον Ισπανικό Ιστορικό Σύλλογο Athena Promachos (copyright: Ana Belen Rubio).

Η επίθεση της οπλιτικής παράταξης διενεργείτο με τους πολεμιστές των τριών ή των τεσσάρων πρώτων στοίχων να κρατούν τα δόρατα τους σε οριζόντια θέση, προτεταμένα προς τον εχθρό. Τρεις ή τέσσερις αιχμές δοράτων εμπόδιζαν τον εχθρό να φτάσει στον πρώτο στοίχο της φάλαγγας. Οι πολεμιστές των γραμμών που ακολουθούσαν, είχαν τα δόρατα τους σε κεκλιμένη θέση προκειμένου να μην τραυματίσουν με τις αιχμές τους οπλίτες των εμπρόσθιων στοίχων και για να έχουν τους σαυρωτήρες* με κατεύθυνση προς τα κάτω, έτσι ώστε να σκοτώνουν τους τραυματισμένους εχθρούς όταν περνούσαν από πάνω τους. Ο κύριος σκοπός της κλίσης των δοράτων ήταν να ανακόπτουν τα βλήματα που δέχονταν από τους ψιλούς του εχθρού (ακόντια, βέλη, πέτρες, κ.α.).
Η μάχη ξεκινούσε με τις δύο αντίπαλες φάλαγγες να κινούνται η μια εναντίον της άλλης. Η είσοδος στο πεδίο της σύρραξης συνοδευόταν είτε από πολεμικά άσματα, τους παιάνες –όπως συνήθιζαν οι στρατοί των Σπαρτιατών και των άλλων Δωριέων – είτε από πολεμικές ιαχές. Όταν οι οπλιτικοί στρατοί πλησίαζαν μεταξύ τους σε απόσταση περίπου μισού έως ενός σταδίου (89-177 μέτρα), οι πολεμιστές άρχιζαν να τρέχουν με σκοπό να επιπέσουν ορμητικά επί του εχθρού. Αυτό έπραξαν οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εναντίον των Περσών στον Μαραθώνα. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες οι οποίοι βάδιζαν μέχρι την εκ του συστάδην σύρραξη, με οργανωμένο σχηματισμό και συγχρονισμένο βηματισμό, τον ρυθμό του οποίου έδιναν οι ήχοι αυλών. Στόχευαν στην τρομοκράτηση του εχθρού με την ψυχραιμία και την «απάθεια» τους. Μερικοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι και άλλοι στρατοί δωρικών πόλεων ακολουθούσαν αυτήν την τακτική εισόδου στη μάχη.
Το πρώτο στάδιο της σύρραξης των οπλιτών ήταν ο «δορατισμός», η ανταλλαγή πληγμάτων με τα δόρατα ανάμεσα στους πρώτους στοίχους των αντιμαχόμενων φαλαγγών. Τα ξύλινα στελέχη αρκετών δοράτων έσπαζαν κατά τη σφοδρή συμπλοκή. Οι αντίπαλοι πλησίαζαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλον ώστε οι ασπίδες τους ακουμπούσαν. Το δόρυ ήταν πλέον δύσχρηστο σε τόσο περιορισμένο χώρο για αυτόν τον λόγο ο οπλίτης συχνά το εγκατέλειπε και ξιφουλκούσε. Επρόκειτο για την φάση της συμπλοκής που ονομαζόταν «ωθισμός». Κύριο στοιχείο της ήταν η διαρκής καταπόνηση της εχθρικής φάλαγγας με την επιφάνεια των ασπίδων των προμάχων (των οπλιτών των εμπρόσθιων στοίχων), με τα ξίφη τους καθώς και με τις λόγχες των οπλιτών των πίσω γραμμών οι οποίοι έπλητταν τους αντιπάλους χάρη στα μακριά ξύλινα στελέχη των δοράτων τους. Οι πολεμιστές των πίσω στοίχων ωθούσαν τους μπροστινούς τους προκειμένου να ενδυναμώσουν την προσπάθεια. Η σωματική δύναμη είχε μεγάλη σημασία κατά την διάρκεια αυτού του αγώνα.
Επιδίωξη του ωθισμού ήταν η «παράρρηξις», δηλαδή η επίτευξη ρήγματος στον εχθρικό σχηματισμό. Το ρήγμα οδηγούσε στη διάλυση της εχθρικής φάλαγγας και στην άτακτη οπισθοχώρηση των πολεμιστών της. Στο προηγούμενο σχετικό άρθρο (βλ. στην αρχή) αναφερθήκαμε στον έτερο τρόπο διάλυσης μιας οπλιτικής παράταξης, την πλαγιοκόπηση και την περικύκλωση της. Ειδικά ο πανίσχυρος σπαρτιατικός σχηματισμός οπλιτών ήταν ικανός να επιτύχει ταυτόχρονα ρήγμα και υπερκέραση της αντίπαλης παράταξης. Έως την εποχή των «Μηδικών», οι Σπαρτιάτες επιτύγχαναν συχνά τη νίκη χωρίς καν να χρειαστεί να πολεμήσουν αγχέμαχα με τον εχθρό. Η θρυλική μαχητικότητα τους ενίοτε οδηγούσε τον αντίπαλο στο να διαλύσει την παράταξη του πριν αυτοί προλάβουν να πλησιάσουν. Εντούτοις, όταν οι αντίπαλοι οπλίτες είχαν την τόλμη να συμπλακούν με τους Σπαρτιάτες, δεν επιτύγχαναν τίποτα περισσότερο από μια ηθική νίκη θάρρους. Σύντομα οι οπλίτες της Σπάρτης επικρατούσαν και τους νικούσαν χάρη στο υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και αντοχής τους. Είναι χαρακτηριστικό πως επί τρεις αιώνες –από τη μάχη των Υσιών (669/8 π.Χ.) έως τη μάχη των Λεύκτρων (371)– οι Σπαρτιάτες δεν βίωσαν την ήττα σε καθαυτό μάχη οπλιτών. Η σπαρτιατική φάλαγγα έφερε τον οπλιτικό πόλεμο στον κολοφώνα του.
Οι νότιοι Έλληνες δεν κατεδίωκαν τον ηττημένο εχθρό προκειμένου να μη διασπάσουν τις τάξεις της φάλαγγας τους. Γενικά οι νότιοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η μάχη τελείωνε όταν η μια από τις δύο αντιμαχόμενες φάλαγγες κατελάμβανε το πεδίο της. Αντίθετα, οι βόρειοι Έλληνες, ειδικότερα οι Μακεδόνες, φρονούσαν ότι νίκησαν πραγματικά μόνο αν κατεδίωκαν και εξόντωναν ή αιχμαλώτιζαν σημαντικό μέρος του εχθρικού στρατεύματος, μια αποστολή που εξεπλήρωναν το ιππικό και οι υπασπιστές. Αυτός ήταν ο λόγος που οι μακεδονικές νίκες κατέληγαν συνήθως στη γενική σφαγή των αντιπάλων.
Η νοτιοελληνική πρακτική έναντι του ηττημένου εχθρού ενείχε το χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας αλλά η βορειοελληνική ήταν ορθότερη, διότι επιτύγχανε την αποτροπή της ανάκαμψης του εχθρού για σημαντικό χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα ο άτυπος «κανόνας» της μεγαλοψυχίας έναντι του νικημένου τηρείτο μόνο μεταξύ Ελλήνων επειδή αυτοί φρονούσαν ότι δεν έπρεπε να χύνεται άδικα ελληνικό αίμα. Αν ο αντίπαλος ήταν βάρβαρος, μάλλον δεν μπορούσε να ελπίζει στο έλεος του νικητή. Οι νότιοι Έλληνες κατακρεούργησαν τους Ασιάτες πολεμιστές κατά τους Περσικούς πολέμους. Περίπου ενάμιση αιώνα αργότερα, οι Μακεδόνες του Αλεξάνδρου σφαγίασαν με τον ίδιο μαζικό τρόπο τους πολεμιστές του Δαρείου, του Πώρου, των Μαλλών, κ.α. Οι ίδιες συνήθειες επικρατούσαν στην μεταχείριση των αιχμαλώτων, τουλάχιστον μέχρι τα «Μηδικά». Αν επρόκειτο για Έλληνες, κατά κανόνα ανταλλάσσονταν μεταξύ των δύο εμπολέμων ή απελευθερώνονταν με το τέλος των εχθροπραξιών. Αν οι αιχμάλωτοι δεν ήταν Έλληνες, κατέληγαν στα σκλαβοπάζαρα.
Η επίσημη παραδοχή της ήττας ήταν το αίτημα των νικημένων για σπονδές από τον νικητή, προκειμένου να τους επιτραπεί η συλλογή των νεκρών τους από το πεδίο. Αλλά πριν από αυτό, οι νικητές διενεργούσαν τη «σκύλευση», δηλαδή την συλλογή των όπλων των νεκρών αντιπάλων ως λάφυρα. Ένα μέρος τους χρησιμοποιείτο προκειμένου να κατασκευαστεί τρόπαιο στο σημείο της νίκης. Το τρόπαιο δεν αποτελούσε μόνιμο μνημείο, κάτι που οφειλόταν στην προαναφερόμενη πολιτική σεβασμού μεταξύ Ελλήνων. Το τρόπαιο μπορούσε να είναι μόνιμο σε περιπτώσεις που ο ηττημένος ήταν μη-Ελληνας.
.
Σαυρωτήρ: ορειχάλκινη αιχμή της πίσω απόληξης του οπλιτικού δόρατος.
.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

ΟΠΛΙΤΙΚΕΣ ΤΑΚΤΙΚΕΣ: Η ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΟΠΛΙΤΩΝ

14
Οι Σπαρτιάτες αντιμετωπίζουν τον περσικό στρατό στις Θερμοπύλες με κλειστό σχηματισμό φάλαγγας, σε κλασσικό πλέον πίνακα του Peter Connolly.
Ο οπλιτικός τρόπος πολέμου όπως μας είναι γνωστός από τις πηγές της Κλασσικής περιόδου, είχε πλέον διαμορφωθεί έως τους Μηδικούς πόλεμους (490-479 π.Χ.). Όταν οι στρατοί δύο αντίπαλων πόλεων-κρατών συναντούντο, οι οπλίτες τους σχημάτιζαν φάλαγγα, τασσόμενοι σε μικρή απόσταση  μεταξύ τους, δηλαδή σε κλειστό σχηματισμό (κλειστή τάξη). Ετσι παρατάσσονταν οι στοίχοι και οι ζυγοί της οπλιτικής φάλαγγας. Κάθε οπλίτης διέθετε έκταση περίπου ενός τετραγωνικού μέτρου προκειμένου να μάχεται και να ελίσσεται. Οι οπλίτες δύναντο να παραταχθούν σε ανοικτότερους σχηματισμούς, αν χρειαζόταν (π.χ. η ανοικτότερη τάξη εφαρμοζόταν συχνά κατά τη συντεταγμένη προέλαση έως το πεδίο ή αν το μήκος του εχθρικού μετώπου έπρεπε οπωσδήποτε να καλυφθεί εξολοκλήρου). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόσταση μεταξύ τους αυξανόταν τόσο στο μήκος μετώπου της φάλαγγας όσο και στο «βάθος» της. Από την άλλη πλευρά, αν η φάλαγγα έπρεπε να μετατραπεί στο γνωστό συμπαγές και αδιάρρηκτο «τείχος» από ασπίδες, οι οπλίτες πλησίαζαν τόσο μεταξύ τους, ώστε οι ώμοι τους ακουμπούσαν. Επρόκειτο για την κατάλληλη τακτική όταν η φάλαγγα έπρεπε να ασκήσει  μεγαλύτερη πίεση στον αντίπαλο ή να διασφαλίσει την καλύτερη δυνατή αυτοπροστασία της. Ηταν ο ιδανικός κλειστός σχηματισμός (αν και είχε κάποια μειονεκτήματα) επειδή κατά την εφαρμογή του, η δεξιά ακάλυπτη πλευρά του οπλίτη προστατευόταν από την ασπίδα του συστρατιώτη ο οποίος ήταν ταγμένος στα δεξιά του. Ετσι σχηματιζόταν μια συμπαγής αδιάρρηκτη παράταξη η οποία στηριζόταν στην αλληλοπροστασία και την αλληλεγγύη των μαχίμων της.
Η αποστολή των «προμάχων» των «ηρωικών χρόνων» (Υστερομυκηναϊκής και Γεωμετρικής εποχής), δηλαδή των καλύτερων και περισσότερο ευπατριδών μαχητών οι οποίοι τάσσονταν μπροστά από τους άλλους πολεμιστές, δεν ήταν πλέον οι προσωπικές μονομαχίες με τους προμάχους του εχθρού. Η τωρινή αποστολή τους ήταν να διατηρούν τη συνοχή της φίλιας φάλαγγας και να φονεύουν τους προμάχους της αντίπαλης, με σκοπό να την κλονίσουν και να τη διαρρήξουν. Λόγω αυτής της αποστολής, οι πρόμαχοι παρατάσσονταν στον πρώτο ζυγό της φάλαγγας, ουσιαστικά στην ίδια θέση με εκείνη που κατείχαν στην ασύντακτη παράταξη της Γεωμετρικής περιόδου.
15
Οπλιτική φάλαγγα οκτώ ζυγών (‘βάθος’) και οκτώ στοίχων (μήκος), με τους οπλίτες της σε σχηματισμό μάχης.
Οι γενναιότεροι και πλέον μεγαλόσωμοι οπλίτες πλαισίωναν τους προμάχους στους πρώτους ζυγούς της οπλιτικής παράταξης. Με την πάροδο των αιώνων, άρχισε να καθιερώνεται η συγκέντρωση των περισσότερο ρωμαλέων πολεμιστών στο δεξιό κέρας της φάλαγγας και δευτερευόντως στο αριστερό. Τα αίτια της συγκεκριμένης τάσης είναι τα ακόλουθα.  Η οπλιτική παράταξη αποτελείτο από τρία βασικά τμήματα: το κέντρο, το δεξιό κέρας (ή πτέρυγα) και το αριστερό κέρας. Η τιμητικότερη τοποθέτηση στη φάλαγγα ήταν στο δεξιό κέρας της, στελεχωμένο πάντα από επίλεκτους. Αυτό συνέβαινε επειδή στη δεξιά πτέρυγα στηριζόταν το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο της φάλαγγας. Το κύριο αίτιο της συγκεκριμένης κατανομής ήταν η ανεξέλεγκτη τάση των οπλιτών όλης της παράταξης να παρεκκλίνουν κατά τη μάχη, μη-συνειδητά προς εκείνη την κατεύθυνση, προκειμένου να καλύπτεται η δεξιά ευάλωτη πλευρά τους. Ομως δεν υπήρχαν άλλοι οπλίτες στα δεξιά εκείνων που τίθεντο στο δεξιό άκρο της φάλαγγας, προκειμένου να τους προστατεύσουν με τις ασπίδες τους. Λόγω αυτής της κατάστασης, οι ακραίοι πολεμιστές στα δεξιά έπρεπε να είναι αναγκαστικά οι ισχυρότεροι της φάλαγγας. Αν εκείνοι καταβάλλονταν κατά τη σύρραξη, θα διαλυόταν το σύνολο της. Για αυτόν τον λόγο, ο διοικητής της φάλαγγας βρισκόταν συνήθως στη δεξιά πτέρυγα, πλαισιωμένος από τους προμάχους του. Αν η οπλιτική παράταξη αποτελείτο από συνασπισμένες δυνάμεις διαφόρων πόλεων-κρατών, το δεξιό κέρας απαρτιζόταν κατά κανόνα από τα τμήματα των ηγεμονίδων πόλεων. Τέτοιες πόλεις ήταν η Σπάρτη, το Άργος, η Αθήνα, η Θήβα, οι Συρακούσες, ο Ακράγας, ο Τάρας, η Μίλητος κ.α., οι οποίες θα είχαν εξάλλου τα μεγαλύτερα οφέλη από την ενδεχόμενη νίκη της συμμαχίας τους. Για παράδειγμα, κατά τη μάχη των Πλαταιών εναντίον των Περσών, οι Σπαρτιάτες επάνδρωσαν το δεξιό ελληνικό κέρας λόγω της πολεμικής δεινότητας τους. Οι οπλίτες των Αθηνών, της δεύτερης ισχυρότερης πόλης, κατέλαβαν την αριστερή πτέρυγα (όπως συνηθιζόταν για τη δεύτερη ισχυρότερη δύναμη).
16
Εδώ οι οπλίτες της προαναφερόμενης φάλαγγας έχουν σχηματίσει πυκνή τάξη (πολύ κλειστό σχηματισμό) με συρρίκνωση των ζυγών της από 8 σε 4.
Οι «επιστάτες ουραγοί» ήταν άλλοι επίλεκτοι μάχιμοι της οπλιτικής φάλαγγας, τασσόμενοι στον τελευταίο ζυγό. Συνήθως ήταν βετεράνοι πολεμιστές με μακρόχρονη πείρα. Βασικός στόχος τους ήταν να διατηρούν την τάξη και τη συνοχή της φάλαγγας, επιτηρώντας την από τον τελευταίο ζυγό. Κύρια αποστολή τους ήταν η αποτροπή της λιποψυχίας των νεότερων μαχητών, που βρίσκονταν κυρίως στους μεσαίους ζυγούς. Οι οπλίτες γενικά των τελευταίων ζυγών αποκαλούντο «ουραγοί» και  ήταν επιφορτισμένοι με τη διατήρηση του αδιάσπαστου όλης της φάλαγγας, «ενθαρρύνοντας» τους οπλίτες των μπροστινών γραμμών ακόμη και με τις αιχμές των δοράτων τους (!) Σε περίπτωση που η φάλαγγα δεχόταν επίθεση από τα νώτα, η αποστολή των ουραγών και επιστατών ουραγών ήταν η υπεράσπιση της. Αν ο αντίπαλος κατόρθωνε να υπερκεράσει την φάλαγγα ή ομοίως να εκμεταλλευθεί ρήγματα στην παράταξη της, οι ουραγοί έκαναν μεταβολή και καθίσταντο πρόμαχοι της.
17
Ιρανός τοξότης. Σε αυτόν τον αθωράκιστο και ανεκπαίδευτο στην αγχέμαχη σύρραξη τύπο μαχίμου, ανήκαν οι περισσότεροι πεζοί του αχαιμενιδικού στρατού, οι οποίοι δεν μπορούσαν έτσι να αντιπαρατεθούν σοβαρά στους Ελληνες οπλίτες (copyright: Salamander).
Το μέτωπο της οπλιτικής φάλαγγας έπρεπε να είναι τουλάχιστον ισόμηκες με το εχθρικό, προκειμένου να αποτραπεί η υπερκέραση της. Αν υφίστατο πλεόνασμα οπλιτών, οι διοικούντες προέκτειναν το μέτωπο της παράταξης έτσι ώστε οι πτέρυγες της να διενεργήσουν υπερκέραση της αντίπαλης φάλαγγας, συνθλίβοντας την έτσι από τα νώτα. Τα κενά (χασμάτα) που εμφανίζονταν μεταξύ των επιμέρους σωμάτων της φάλαγγας κατά την προώθηση της στο πεδίο της σύγκρουσης, συνιστούσαν σημαντικό κίνδυνο για εκείνη. Δημιουργούντο συνήθως στα σημεία επαφής μεταξύ του κέντρου και των δύο  κεράτων. Αν η φάλαγγα συνίστατο από συνασπισμό στρατευμάτων συμμάχων κρατών, όπως π.χ. η ελληνική συμμαχική φάλαγγα στις Πλαταιές, τα κενά εμφανίζονταν συνήθως στα σημεία επαφής των συγκεκριμένων επιμέρους «εθνικών» τμημάτων. Η δημιουργία τους οφείλετο συχνά σε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διοικητών των τμημάτων, η οποία επετείνετο αν προέρχονταν από διαφορετικές πόλεις-κράτη. Άλλες σημαντικές αιτίες εμφάνισης χασμάτων στη φάλαγγα ήταν η διαφορετική γεωμορφολογία του εδάφους επί του οποίου κινούντο και μάχονταν τα επιμέρους σώματα της, η διαφορετική πίεση που δέχονταν εκείνα από τα αντίπαλα σώματα και η διαφορετική ταχύτητα προώθησης τους στο πεδίο. Εχθρικές μονάδες μπορούσαν να διεισδύσουν στα εν λόγω κενά και να καταλήξουν έτσι στα νώτα της φάλαγγας, από όπου της εξαπέλυαν επίθεση. Ετσι η φάλαγγα δεχόταν διμέτωπη επίθεση και συνήθως συντρίβετο.
18
Περικεφαλαία κορινθιακού τύπου, δημοφιλής στους οπλίτες των 8ου-5ου αι. π.Χ. 
Ο αριθμός των ζυγών της οπλιτικής φάλαγγας εξαρτάτο από το μήκος του μετώπου της αντίπαλης παράταξης, της πολεμικότητας του εχθρού και άλλων παραμέτρων. Μια συνήθης οπλιτική παράταξη είχε «βάθος»  τεσσάρων, οκτώ, δώδεκα ή και δεκαέξι ζυγών (γραμμών). Το βάθος των οκτώ ήταν μάλλον το συνηθέστερο όπως φαίνεται και στην αναφορά του Ασκληπιόδοτου ότι οι πρώτες φάλαγγες είχαν τον αναφερόμενο αριθμό ζυγών. Οι κλασσικοί Λακεδαιμόνιοι ήταν η εξαίρεση στον κανόνα, τάσσοντας τους οπλίτες τους σε αριθμό ζυγών που δεν ήταν πολλαπλάσιος του 4 αλλά του 6 (το ίδιο χαρακτηριστικό εμφανίζεται και στις υποδιαιρέσεις του σπαρτιατικού στρατού). Αντί των οκτώ ή δεκαέξι ζυγών άλλων ελληνικών οπλιτικών φαλαγγών, το συνηθέστερο βάθος της σπαρτιατικής-λακεδαιμονικής ήταν οι έξι ή δώδεκα ζυγοί. Η συγκεκριμένη κατανομή οφειλόταν στην πολεμική δεινότητα των Σπαρτιατών «ομοίων» και δευτερευόντως των Λακεδαιμόνιων υπομειόνων, περιοίκων κ.ά. Έξι ζυγοί τους αρκούσαν προκειμένου να διαρρήξουν οποιαδήποτε άλλη οπλιτική παράταξη βάθους οκτώ ζυγών.
Συχνά οι στρατηγοί των οπλιτών αντιμετώπιζαν το δίλημμα ανάμεσα στην αύξηση του μήκους (αριθμός στοίχων) της φάλαγγας τους σε βάρος του βάθους της (αριθμός ζυγών) ή το αντίθετο. Αυτό συνέβαινε διότι οι δύο «διαστάσεις» της οπλιτικής παράταξης είχαν την ίδια τακτική σημασία. Αν οι ζυγοί της φάλαγγας υστερούσαν αριθμητικά έναντι των εχθρικών, κινδύνευε από «παράρρηξιν», δηλαδή από ρήγμα στο μέτωπο της λόγω του «βάρους» των περισσότερων εχθρικών ζυγών. Αν οι στοίχοι της φάλαγγας υστερούσαν αριθμητικά έναντι των εχθρικών, τότε κινδύνευε από υπερκέραση.
.
Οπλιτική φάλαγγα του 4ου αι. π.Χ.,  προωθείται με σχετικά ανοικτή τάξη οπλιτών. Παρατηρείστε ότι οι παλαιές κορινθιακές περικεφαλαίες έχουν πλέον αντικατασταθεί από πιλόσχημες (λακωνικές-βοιωτικές), θρακικές, φρυγικές και αττικές.
.
Η οπλιτική παράταξη μπορούσε να επιχειρήσει σε πεδινή έκταση ή με υπερπροσπάθεια σε ημιπεδινή. Ήταν σχεδόν αδύνατον να βαδίσει και να πολεμήσει σε ορεινό έδαφος. Οι αντίπαλοι οπλιτικοί στρατοί ήταν συνήθως της ίδιας αριθμητικής τάξεως (κατά προσέγγιση). Όμως κατά τους Περσικούς πόλεμους, η παράταξη του τεράστιου στρατού των Αχαιμενιδών ήταν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα. Οι Σπαρτιάτες αντιμετώπισαν τον αχαιμενιδικό περσικό στρατό στις Θερμοπύλες με το ίδιο μήκος μετώπου λόγω της στενής διάβασης. Στις Πλαταιές, οι πολεμιστές του Μαρδόνιου (στρατηγού των Περσών) ήταν λίγο περισσότεροι από τους Έλληνες συμμάχους. Ετσι ο ελληνικός στρατός ήταν επαρκής αριθμητικά ώστε να ταχθεί σε ισόμηκες περίπου μέτωπο με την ασιατική παράταξη.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Αντώνιος Παπαδόπουλος
Αρχαιολόγος, Μεταπτυχιακός Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Χαϊδελβέρης




Η παρούσα μελέτη είναι σεμιναριακή εργασία (Εθνικό και

Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών)

 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Οι Λαοί της Θάλασσας απασχόλησαν έντονα την επιστημονική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα όταν έγινε γνωστή η ύπαρξή τους από τις αιγυπτιακές πηγές .
Από τότε η έρευνα συστηματοποίησε και διεύρυνε τις γνώσεις μας πάνω στο θέμα χωρίς όμως να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν εξαρχής, όπως ποια ήταν η ταυτότητα αυτών των λαών. Πριν ασχοληθούμε όμως με αυτό το φαινόμενο πρέπει να αναφερθούμε γενικότερα στο τέλος της Εποχής του Χαλκού στην ανατολική Μεσόγειο και στα αίτια τα οποία οδήγησαν σε αυτό.
Είναι γνωστό ότι κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και το πρώτο μισό του 12ου αιώνα π. Χ. διαπιστώνουμε ότι τα περισσότερα ανακτορικά κέντρα στο Αιγαίο, την Ανατολία και τη Συροπαλαιστίνη καταστρέφονται. Με άλλα λόγια παύουν να υπάρχουν τα μυκηναϊκά κέντρα, το κράτος των Χετταίων, τα συριακά βασίλεια, το κράτος της Αλασίγια, και παρά το ότι στην Αίγυπτο δεν παρατηρούνται καταστροφές, φαίνεται ότι από τα τέλη του 12ου αιώνα δεν ελέγχει την Παλαιστίνη και περιορίζεται στην κοιλάδα του Νείλου. Η Μεσοποταμία δεν επηρεάζεται άμεσα από την κρίση του 12ου αιώνα. Και έτσι άλλαξε οριστικά η εικόνα της ανατολικής Μεσογείου (εικ. 1) που προηγουμένως χαρακτηριζόταν από μια σχετική σταθερότητα και ένα αρκετά συστηματικό εμπόριο για τα δεδομένα της εποχής που ευνοούσε την επικοινωνία και τις πολιτισμικές επιρροές .

ΕΙΚΟΝΑ 1 ΦΩΤΟ: http://sitemaker.umich.edu/mladjov/files/ane1250.jpg
Πολλές προτάσεις έχουν γίνει για να αιτιολογήσουν αυτή την κατάσταση. Θα προσπαθήσουμε να τις συνοψίσουμε.
Μία θεωρία είναι αυτή των σεισμών αλλά δε φαίνεται ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο καθώς τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι ο κυριότερος παράγοντας για τις καταστροφές ήταν ο ανθρώπινος.
Μία άλλη είναι αυτή της κλιματικής αλλαγής . Είναι πολύ πιθανό ότι αυτή την περίοδο υπήρχε ξηρασία αλλά όχι σε όλη την λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου ώστε να προκληθεί έλλειψη τροφίμων.
Η θεωρία για τη χρήση του σιδήρου ως πιο αποτελεσματικού υλικού για την κατασκευή όπλων και άρα ως αποφασιστικού μέσου στον πόλεμο δεν ισχύει επειδή σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα ο σίδηρος δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος στις εξεταζόμενες περιοχές .
Η θεωρία σχετικά με την κατάρρευση του συστήματος αν και πιθανόν έχει σωστά σημεία όπως αυτό της υπερεξειδικευμένης οικονομίας και της εξάρτησης από το εμπόριο δεν απαντά ικανοποιητικά στις εκτεταμένες καταστροφές .
Η θεώρηση των καταστροφών ως έργο πειρατικών επιδρομών δεν εξηγεί αν αυτές προκάλεσαν την κατάρρευση ή αν ήταν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης .
Η θεωρία σχετικά με την αλλαγή στις τεχνικές πολέμου αν και θίγει μερικά πρακτικά ζητήματα δεν δίνει μια πειστική λύση .
Τελευταία άφησα τη θεωρία των μεταναστεύσεων η οποία και έχει άμεση σχέση με τους Λαούς της Θάλασσας . Όσον αφορά πιο συγκεκριμένα στις μεταναστεύσεις φαίνεται ότι η περίπτωση των Δωριέων δεν έχει απαντηθεί ικανοποιητικά και πιθανόν να έχει σχέση με την παρακμή των ανακτόρων στο Αιγαίο .




ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Ας δούμε λοιπόν πως αντιλήφθηκαν τις καταστροφές οι άνθρωποι που έζησαν τότε. Ξεκινάμε με την αιγυπτιακή οπτική, η οποία αποτέλεσε τη βάση για πολλές σύγχρονες θεωρίες .




ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Τον 19ο αι. διαβάστηκαν οι επιγραφές στο Medinet Habu, στον ταφικό ναό του Ραμσή III. Εκεί αναφέρονται επιδρομές από συγκεκριμένους λαούς οι οποίοι ονομάστηκαν συμβατικά «Λαοί της Θάλασσας» από τους ερευνητές της εποχής .
Το ακόλουθο απόσπασμα, που χρονολογείται στο 1176 π. Χ., είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό:


« Οι ξένες χώρες έκαναν μία συνωμοσία στα νησιά τους. Ταυτόχρονα όλες οι χώρες μετακινήθηκαν, διασκορπίστηκαν πολεμώντας. Καμία χώρα δεν μπορούσε να αντισταθεί στη δύναμή τους, η χώρα των Χετταίων, το Qode (Κιλικία), η Κάρχεμις, η Αρζάβα και η Αλασίγια (Κύπρος) καταστράφηκαν [με τη μία]. Ένα στρατόπεδο [στήθηκε] σε μια τοποθεσία στο Amor (Amurru). Εξόντωσαν τους κατοίκους του, και η χώρα ήταν σαν να μην έχει υπάρξει. Έρχονταν προς την Αίγυπτο, ενώ η φλόγα ετοιμαζόταν εναντίον τους. Η ομοσπονδία τους αποτελούταν από τις ενωμένες χώρες των Peleset, των Tjeker, των Shekelesh, των Denye(n), και των Weshesh.
Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στις χώρες τόσο μακριά όσο ή περιφέρεια της γης, οι καρδιές τους ήταν βέβαιες και γεμάτες αυτοπεποίθηση: ‘Τα σχέδια μας θα πετύχουν’.»


Μετά ο Φαραώ περιγράφει τη νίκη του: « Εκείνοι που έφτασαν στο σύνορό μου, το σπέρμα τους δεν υπάρχει, η καρδιά τους και η ψυχή τους έχουν τελειώσει διαπαντός. Εκείνοι που ήρθαν μαζί από τη θάλασσα, η ολόκληρη φλόγα ήταν μπροστά τους στα στόμια του ποταμού, ενώ ένας φράχτης από λόγχες τους περιέβαλλε στην ακτή. Τους άρπαξαν, τους περικύκλωσαν, τους έριξαν καταγής
νεκρούς στην ακτή και στοίβαξαν τα πτώματα. Τα πλοία τους και τα υπάρχοντά τους χάθηκαν στη θάλασσα.»


ΕΙΚΟΝΑ 2 ΦΩΤΟ: http://ancientgreece-earlyamerica.com/after_cnossos.html


Οι παραπάνω επιγραφές συνοδεύονται και από την εικονιστική αναπαράσταση της μάχης στο χερσαίο σύνορο της Αιγύπτου, το Djahi, και της ναυμαχίας στο στόμιο του Νείλου, δίνοντάς μας έτσι μια εικόνα των εισβολέων (εικ. 2). Γενικά φορούν κοντό περίζωμα, φέρουν στρογγυλές ασπίδες, ξίφη και δόρατα.
Ένα στοιχείο που τους χωρίζει σε δύο διακριτές ομάδες είναι το κάλυμμα της Κεφαλής . Οι μεν που φορούν αυτό που συμβατικά αποκαλείται «φτερωτό κάλυμμα κεφαλής» και οι δε που φορούν κερασφόρο κράνος.



Πειραματική ανακατασκευή πανοπλίας οπλίτη των «Λαών της Θάλασσας» όπως αυτή αποτυπώνεται στις τοιχογραφίες του Αιγυπτιακού ναού Μedinet Habu  κατασκευασμένο από τον Φαράω Ραμσή ΙΙΙ. Η πανοπλία είναι ορειχάλκινη , αρθρωτού τύπου και ενσωματώνει ιδιαίτερα ανατομικά και κατασκευαστικά χαρακτηριστικά. Η οπλοσκευή του οπλίτη περιλαμβάνει:  ένα ζεύγος περικνημίδες, δύο  ημιθωράκια για την προστασία του κορμού, ευμεγέθης επωμίδες, ξύλινη ασπίδα στρογγυλής διατομής ενισχυμένη με ορειχάλκινους ομφαλούς . Ως επιθετικά όπλα ο οπλίτης φέρει πολεμικό πέλεκυ της περιόδου.

Η πανοπλία παρουσιάστηκε επισήμως από το Σύλλογο Ιστορικών μελετών Κορύβαντες (www.koryvantes.org) στο Αρχαιολογικό Φεστιβάλ   “Gallo Romain Days”   που έλαβε χώρα στην Γαλλική  πόλη  Vienne, (Rhone-Alpes)   τον Ιούνιο του 2012 .

Έρευνα -αποκατάσταση : Κατσίκης Δημήτριος (www.hellenicarmors.gr)


Τα σχετικά περί μετανάστευσης συνδέονται με την απεικόνιση κάρων στα οποία επιβαίνουν γυναίκες και παιδιά και τα οποία σέρνουν βόδια. Ο τύπος απόδοσης των γυναικών δεν είναι ομοιόμορφος συμφωνώντας άλλωστε με το πλήθος των ονομαζόμενων λαών αλλά και με τη θεωρία ότι κατά τη διάρκεια της πορείας τους ενώθηκαν μαζί τους και κάτοικοι των τόπων από τους οποίους πέρασαν .


Εκτός από αυτό το «γεγονός», αν μπορούμε να το ονομάσουμε έτσι καθώς υπάρχει διαφωνία σχετικά με το αν οι αιγυπτιακές πηγές αναφέρονται σε ένα μόνο συμβάν ή αν συνόψισαν στη διήγηση πολλά μικροεπεισόδια , υπάρχει και ένα προγενέστερο το οποίο χρονολογείται στο 1209 π. Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Merneptah. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε μια εισβολή Λίβυων οι οποίοι απ’ ότι φαίνεται σκόπευαν να εγκατασταθούν κάπου στα δυτικά του Δέλτα του Νείλου. Οι Λίβυοι συνεπικουρούνταν από τους Sherden, τους Shekelesh, τους Teresh, τους Ekwesh ή Akaiwasha και τους Lukka .


Η έρευνα λόγω της παρουσίας των Shekelesh και στις δύο περιπτώσεις αλλά και λόγω των γεωγραφικών προσδιορισμών που δίνονται όπως, «οι βόρειες χώρες...», «... στα νησιά τους.», έχει συνδέσει αυτές τις δύο ομάδες .


Όμως για να ξαναγυρίσουμε στο πρώτο μισό του 12ου αι., διαβάζουμε στον πάπυρο Harris πως μεταχειρίστηκε ο Ραμσής ΙΙΙ τους ηττημένους αντιπάλους του:
«Διεύρυνα όλα τα σύνορα της Αιγύπτου. Κατατρόπωσα εκείνους που επέδραμαν σε αυτά από τις χώρες τους. Έσφαξα τους Denyen [που είναι] στα νησιά τους, οι Tjeker και οι Peleset έγιναν στάχτη. Οι Sherden και οι Weshesh της θάλασσας, έγιναν σαν αυτούς που δεν υπάρχουν, αιχμαλωτίστηκαν ταυτόχρονα, μεταφέρθηκαν σαν αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο, σαν την άμμο της ακτής. Τους εγκατέστησα σε οχυρά, δεμένους στο όνομά μου. Οι τάξεις τους ήταν πολυάριθμες, εκατοντάδες χιλιάδες...»



ΕΙΚΟΝΑ 3 ΦΩΤΟ: J. Latacz, 2005, Troia und Homer: Der Weg zur Lösung eines alten Rätsels (από τον χάρτη του εσωφύλλου)



ΟΥΓΚΑΡΙΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Τα αρχεία από την Ουγκαρίτ (εικ. 3) δεν είναι το ίδιο λεπτομερή με τα αιγυπτιακά για την ταυτότητα των εισβολέων. Περισσότερο καταγράφουν τα συναισθήματα τρόμου των κατοίκων της. Σε μία πινακίδα όμως έχουμε ένα όνομα.
Τη στέλνει ένας βασιλιάς των Χετταίων του οποίου δεν διασώζεται το όνομα:

« Έτσι λέει η Υψηλότητά του, ο Μεγάλος Βασιλιάς. Πες στον επικεφαλής επόπτη: Τώρα, [εκεί] μαζί σου, ο κύριος σου ο βασιλιάς είναι [ακόμη πολύ] νέος.
Δεν ξέρει τίποτα. Και εγώ, η Υψηλότητά μου, του είχα ανακοινώσει μια εντολή σχετικά με τον Ibnadusu, τον οποίο οι Shikalayu που ζουν πάνω σε πλοία είχαν
απαγάγει. Γι αυτό στέλνω τον Nirga’ili, ο οποίος είναι kartappu με εμένα, σε εσένα.
Και εσύ, στείλε τον Ibnadusu, τον οποίο οι Shikalayu είχαν απαγάγει, σε εμένα.
Θα τον ρωτήσω σχετικά με τους Shikalayu, και μετά ας επιστρέψει στην Ουγκαρίτ.»


Μεγάλο ενδιαφέρον επίσης έχει η απάντηση του βασιλιά της Ουγκαρίτ προς τον βασιλιά της Αλασίγια, η οποία χρονολογείται ακριβώς πριν την καταστροφή της πόλης: « Πες στον βασιλιά της Αλασίγια, τον πατέρα μου. Έτσι λέει ο βασιλιάς της Ουγκαρίτ, ο γιος σου: Πατέρα μου, τώρα τα πλοία του εχθρού έρχονται. Πυρπολούν τις πόλεις μου και έχουν κάνει κακό στη γη μου. Δεν ξέρει ο πατέρας μου ότι όλο το πεζικό και [άρματά] μου βρίσκονται σταθμευμένα στη χώρα των Χετταίων και ότι όλα τα πλοία μου βρίσκονται σταθμευμένα στη χώρα των Lukka; Δεν έχουν επιστρέψει ακόμη, και έτσι η χώρα μου είναι απροστάτευτη. Ο πατέρας μου ας είναι ενήμερος για αυτό το θέμα. Τώρα τα επτά πλοία του εχθρού που έρχονταν μας έχουν βλάψει. Τώρα αν άλλα πλοία του εχθρού εμφανιστούν, στείλε μου ένα μήνυμα με κάποιον τρόπο (;) ώστε να ξέρω.» 




ΧΕΤΤΙΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Αναφορικά με τους Χετταίους (εικ. 4) θα μας απασχολήσουν οι δύο τελευταίοι βασιλείς τους, ο Tudhaliya IV (1237-1209) και ο Suppiluliuma II (1207-;). Μαθαίνουμε από τα χεττιτικά αρχεία ότι ο Tudhaliya ηττήθηκε από τους Ασσύριους στην περιοχή του βόρειου Ευφράτη . Αυτό πιθανόν να μείωσε το κύρος του προς τους υποτελείς του. Όμως στα δυτικά αποδείχθηκε ιδιαίτερα δραστήριος καθώς κατέπνιξε μια εξέγερση στην περιοχή του ποταμού Seha, πήρε υπό τον έλεγχο του την Millawanda ελαχιστοποιώντας την επιρροή της Ahhiyawa στην περιοχή, επανέφερε τον έκπτωτο ηγεμόνα της Wilusa στο θρόνο του  και το σημαντικότερο από όλα κατέκτησε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, την Αλασίγια . Σε διπλωματικό επίπεδο απαγόρευσε τη διεκπεραίωση του εμπορίου της Ασσυρίας με την Ahhiyawa στα λιμάνια του Amurru . Στο εσωτερικό φαίνεται ότι αντιμετώπισε κάποιο πραξικόπημα .
Ο Suppiluliuma κατέκτησε τις χώρες Wiyanawanda, Tamina, Masa, Lukka και Ikuna, οι οποίες τοποθετούνται όλες στη νοτιοδυτική Ανατολία. Αυτές οι κατακτήσεις μάλλον σχετίζονται με την αστάθεια που προκαλούσε στην περιοχή το βασίλειο της Tarhuntassa, το οποίο δεν υπάκουε πλέον στη Hattusas . Απ’ ότι φαίνεται αντιμετώπισε και αυτός εσωτερικά προβλήματα. Ακόμη πραγματοποίησε τις μοναδικές ναυμαχίες στη χεττιτική ιστορία :
« Ο πατέρας μου [.............] κινητοποιήθηκα εγώ ο Suppiluliuma, ο Μεγάλος Βασιλιάς, αμέσως [διέσχισα/έφτασα] (σ)τη θάλασσα. Τα πλοία της Αλασίγια με συνάντησαν στη θάλασσα τρεις φορές για μάχη, και εγώ τους κατέστρεψα. Και κατέλαβα τα πλοία και τους έβαλα φωτιά μέσα στη θάλασσα. Αλλά όταν έφτασα σε στεγνή γη (;), οι εχθροί από την Αλασίγια ήρθαν με πλήθος εναντίον μου για μάχη.»


ΕΙΚΟΝΑ 4 ΦΩΤΟ: J. Latacz, 2005, Troia und Homer: Der Weg zur Lösung eines alten Rätsels (από τον χάρτη του εσωφύλλου)


Οι πολεμικές δραστηριότητες των δύο ηγεμόνων στην Αλασίγια εξηγούνται πιθανόν από την επιθυμία τους να κρατήσουν ανοιχτό το θαλάσσιο δρόμο με την Αίγυπτο από την οποία λάμβαναν σιτηρά, από τα οποία εξαρτούνταν όλο και περισσότερο. Όπως διαβάζουμε σε ένα γράμμα προς την Ουγκαρίτ:


« Και έτσι (η πόλη) Ura [έδρασε (;)] με αυτό τον τρόπο... και για τον Ήλιο Μου την τροφή που έχουν φυλάξει. Ο Ήλιος Μου τους έδειξε 2000 kor (περίπου 450 τόννοι) σιτάρι να έρχεται από το Mukish. Πρέπει να τους προμηθεύσετε με ένα μεγάλο πλοίο με πλήρωμα, και αυτοί πρέπει να μεταφέρουν το σιτάρι στη χώρα τους. Θα το μεταφέρουν σε μία ή δύο αποστολές. Δεν πρέπει να καθυστερήσετε το πλοίο τους!»

Το γράμμα τελειώνει δηλώνοντας ότι πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου.

Αυτό μοιάζει αρκετά με μια αναφορά του Merneptah για ένα φορτίο σιταριού που έστειλε για «να κρατήσει ζωντανή τη χώρα των Χετταίων» .

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Ένα Θαύμα της Αρχαιότητας

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε λειτουργία ώς την πλήρη καταστροφή του από δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ήταν ένας πύργος συνολικού ύψους 140 μέτρων και ήταν για εκείνη την εποχή το πιο ψηλό ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου μετά τις πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου ή Χεφρένης.




Κατασκευάστηκε από κομμάτια άσπρης πέτρας και ήταν δομημένος σε τέσσερα επίπεδα. Το χαμηλότερο ήταν η τετράγωνη βάση, το δεύτερο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, το τρίτο οκτάγωνο κτίσμα και το τέταρτο το ψηλότερο ένα κυκλικό κτίσμα επί της κορυφής του οποίου το άγαλμα του Ποσειδώνα ή Απόλλωνα. Στο τέταρτο επίπεδο υπήρχε ένας καθρέπτης που αντανακλούσε το φως του ήλιου κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ το βράδυ έκαιγε μία φλόγα για να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία για την ύπαρξη εμποδίων. 

Η λέξη φάρος υιοθετήθηκε από πολλές χώρες και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο λατινογενές λεξιλόγιο και σε γλώσσες όπως τα Γαλλικά (phare), τα Ιταλικά (faro), Πορτογαλικά (farol) και Ισπανικά (faro).
Γενικά
Ο φάρος κατασκευάστηκε επί της νησίδας Φάρος. Το νησί έδωσε το όνομα στο οικοδόμημα κι όχι το αντίθετο, όπως πιστεύεται. Οι σύγχρονοι φάροι "δανείζονται" επίσης το όνομα της νησίδας. Είναι παγκοσμίως γνωστός με την ονομασία "Φάρος" της Αλεξάνδρειας επειδή ήταν λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Συνδεόταν τεχνητά με ένα είδος γέφυρας, το λεγόμενο Επταστάδιο (είχε, όπως μαρτυρά το όνομά του, μήκος επτά στάδια) και σχημάτιζε το ένα μέρος του λιμανιού της Αλεξάνδρειας.

Επειδή η διαμόρφωση του λιμανιού και της ευρύτερης περιοχής ήταν επίπεδη και δίχως κάποιο σημάδι που να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία, χρησίμευε για να δίνει κάποιο είδος σινιάλου για την προσέγγιση στο λιμάνι. Ο φάρος χτίστηκε από τον Σώστρατο τον Κνίδιο μηχανικό, αρχιτέκτονα, γιο του επίσης αρχιτέκτονα Δεξιφάνους που είχε κατασκευάσει το στάδιο "Τέτρα" της Αλεξάνδρειας, το 282 π.Χ., ενώ αρχικά η μελέτη του έργου είχε ξεκινήσει επί Βασιλείας του πρώτου Βασιλιά της Ελληνιστικής περιόδου, τον Πτολεμαίο τον Α' της Αιγύπτου, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Φάρος λοιπόν είναι ένα μακρόστενο νησί, πάρα πολύ κοντά στην ξηρά και σχηματίζει μ αυτήν λιμάνι με δύο στόμια» στον βορειοδυτικό βραχίονα του Αιγυπτιακού Δέλτα, μας λέει ο Στράβων.


Η ονομασία του νησιού, Φάρος, είναι πιθανόν να χάρισε στους Φαραώ, το όνομά τους. Στο νησί αυτό, κατά την μυθολογία, κατοικούσε ο Πρωτέας. Η πρώτη λιμενική εγκατάσταση εκεί διαμορφώθηκε από τον Τούθμωση Γ΄ γύρω στο 1460 π.Χ. για να εξυπηρετήσει το εμπόριο με την Κρήτη. Αργότερα στα χρόνια του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου κτίσθηκε λίθινη γέφυρα, το Επταστάδιον, που ονομάστηκε έτσι επειδή το μήκος της ήταν επτά στάδια (1300 μ. περίπου) και ένωνε το νησί με την παραλία της Αλεξάνδρειας.

«…στο άκρο του νησιού» συνεχίζει ο Στράβων «υπάρχει ένας βράχος, που περιβρέχεται από την θάλασσα. Πάνω στο βράχο βρίσκεται ένας πύργος πολυώροφος χτισμένος θαυμαστά από άσπρο μάρμαρο που φέρει το ίδιο όνομα με το νησί.» 

Ο πύργος αυτός, έφερε σε κάποιο διαμέρισμά του πυρ και φτιάχτηκε για την σωτηρία των πλοίων κυρίως κατά την νυχτερινή πλοήγησή τους. Από τότε η λέξη «φάρος» δηλώνει κάθε θαλάσσιο ευκρινή πυρσοφόρο πύργο που τα βράδια φωτίζει, οδηγεί και κυρίως προειδοποιεί τους ναύτες και τα καράβια τους να μην πέσουν σε κακοτοπιές, όπως ξέρες ή αβαθή νερά, όπως με περιγράφει ο Στράβων την νήσο Φάρο, ή σε υφάλους, σε ύπουλους σκοπέλους κλπ.
Ένα Μηχανικό και Τεχνολογικό Θαύμα
Εκπληκτικό κατόρθωμα παραμένει στο πέρασμα του χρόνου η οικοδόμηση του περίφημου Φάρου της Αλεξάνδρειας, τόσο κατασκευαστικά όσο και τεχνολογικά. Δίκαια κατατάχθηκε στα επτά θαύματα. Από τους αρχαίους συγγραφείς περιγραφή του μας διασώζουν ο Στράβων (Γεωγραφικά, 17.1. 6-10) και ο Πλίνιος (Φυσική ιστορία 36.83). Κτίστηκε στη διάρκεια της περιόδου του Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου από το διάσημο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο, του Δεξιφάνους και η κατασκευή του διήρκεσε δώδεκα χρόνια. 

 Την ονομασία «Φάρος» την πήρε από την ομώνυμη νησίδα Φάρος που βρισκόταν στην είσοδο του λιμανιού της πόλης. Το αρχικό του όνομα ήταν «πυροφόρος πύργος», έμεινε όμως γνωστός σαν Φάρος και από αυτόν έλκουν την ονομασία τους οι γνωστοί φάροι της ναυτιλίας. Δεν άργησε να ταυτιστεί με την ίδια την πόλη και όταν έλεγαν «Φάρος» εννοούσαν την Αλεξάνδρεια. Το συνολικό του ύψος έφτανε τα 140μ.(!) και ήταν κτισμένος σε τέσσερα επίπεδα. 


Το πρώτο, ύψους 71 μέτρων, ήταν το ψηλότερο από όλα. Ήταν τετράγωνο, διάτρητο από παράθυρα, και γύρω – γύρω υπήρχαν πλήθος δωμάτια όπου στεγάζονταν οι μηχανικοί και οι φύλακες. Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός , με τη βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου. Το δεύτερο τμήμα, πάνω στο πρώτο, ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδείς σκάλες, και το τρίτο, πάνω στο δεύτερο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες. 

Στο τελευταίο τμήμα προς την κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως. Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά, όσο και ευαίσθητα όργανα που την αντανακλούσαν πολλά μίλια μακριά (300 στάδια). Πολλές αναφορές μιλούν για έναν παράξενο «καθρέπτη», που προκαλούσε θαυμασμό περισσότερο από το κτίριο και που δεν ράγιζε. 

Μερικοί λένε ότι ήταν από γυαλί, άλλοι από διαφανή επεξεργασμένη πέτρα, και όταν κάθονταν από κάτω, μπορούσαν να βλέπουν πλοία στη θάλασσα που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι. Έχουμε μήπως εδώ ένα πρώτο τηλεσκόπιο; Όλα είναι πιθανά. Και ήταν ένας μόνο ανακλαστήρας ή υπήρχαν πολλοί; Δυστυχώς τα στοιχεία που έχουμε είναι ελλιπή.
Αναφέρονται επίσης πολλά έργα τέχνης με αυτοματισμούς: Ένα άγαλμα που το δάκτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας (τι γινόταν άραγε τη νύχτα;) ένα άλλο που εσήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, και ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος που δεν ήταν ακόμη ορατός. Διακρίνουμε εδώ πολλές εφαρμογές αυτομάτων, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ. 

Μια λαμπρή παράδοση σε εφαρμογή, ένας κατασκευαστικός άθλος που υλοποιούσε τις τεχνολογικές προδιαγραφές της εποχής του. Οι Άραβες κατακτητές ενθουσιασμένοι από το Φάρο, που τον αποκαλούσαν «Ελ-Μανάρα», έδωσαν το όνομά του στα ψηλά κτίρια της θρησκείας τους, γνωστά σαν μιναρέδες. Στην Ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζει και αυτό το τόσο ενδιαφέρον θέμα. Πολύ ελάχιστα στοιχεία μας δίνουν οι Έλληνες συγγραφείς. 


Υπάρχουν φυσικά τα ελλιπή λήμματα των εγκυκλοπαιδειών και τρεις μόνο ξενόγλωσσες μελέτες που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά και που αναφέρονται στο Φάρο. Ξενόγλωσσες μελέτες υπάρχουν φυσικά πολλές και δεν μπορώ να τις αναφέρω, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα αφότου η Γαλλική εφημερίδα le Figaro δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «βρέθηκε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας» όπου ιστορούνταν οι έρευνες και οι ανακαλύψεις των Γάλλων αρχαιολόγων στην Αλεξάνδρεια.
Η Κατασκευή
Η κατασκευή του πολυώροφου κτιρίου, του φάρου, πιθανότατα άρχισε το 297 π.Χ. στα χρόνια του Πτολεμαίου Ά του Σωτήρος (305-282 π.Χ.), ή το 283/2 π.Χ σύμφωνα με τον μεταγενέστερο χρονικογράφο Ευσέβιο, επίσκοπο της Καισαρείας, και τελείωσε στα χρόνια του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου (284-246 π.Χ.).

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως οι Στράβων, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Ποσείδιππος και Λουκιανός από τα Σαμόσατα (115-180 μ.Χ.) μας πληροφορούν ότι η κατασκευή του φάρου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα και μηχανικό, ισάξιο του Αρχιμήδους, τον Σώστρατο του Δεξιφάνους από την Κνίδο (πόλη της Καρίας και έδρα της δωρικής Εξάπολης), ο οποίος ήταν και φίλος των βασιλέων Πτολεμαίου Α και Β. Στον Σώστρατο αποδίδονται οι στοές του ναού της Αφροδίτης στην Κνίδο, το «κρεμαστό περιπατητήριον», καθώς και η υποταγή της Μέμφιδος χωρίς πολιορκία, αλλά με απλή εκτροπή των υδάτων του Νείλου.

Σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο Σώστρατος, αφού οικοδόμησε το κτίριο, έγραψε το όνομά του επ’ αυτού, καθώς και το όνομα του Βασιλεύοντος. Ο Σώστρατος που αναφέρουν, ενδεχομένως να ταυτίζεται με έναν πρέσβη του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου, στη Δήλο. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποια σχετική ένδειξη.

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας συγκαταλέγεται στα επτά θαύματα της αρχαιότητας, φωτίζοντας τον πλου των καραβιών για περίπου 1500 χρόνια. Ξεκίνησε να κτίζεται στα 280 π.Χ., χρονιά κατά την οποία στη Ρόδο εγκαινιαζόταν ο περίφημος Κολοσσός. Ήταν φωτεινός σηματοδότης και λειτουργούσε νύχτα μέρα, ένας φανός για τους αρχαίους, φανάρι για τους σύγχρονους. Είχε ύψος 140 μέτρα και το φως του διακρινόταν από απόσταση 47 με 50 χιλιομέτρων. 


Επίσημα, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν γιος του Μακεδόνα ευπατρίδη Λάγου. Γι’ αυτό και δυναστεία των Λαγιδών ονομάζεται η Βασιλική γενιά της Αιγύπτου που ξεκίνησε με τον ίδιο και χάθηκε με την Κλεοπάτρα. Ανεπίσημα, όμως, όλοι στη Μακεδονία γνώριζαν πως ο Πτολεμαίος δεν ήταν παρά ένα από τα κρυφά κατορθώματα του Βασιλιά Φίλιππου, νόθος γιος του με την Αρσινόη κι επομένως ετεροθαλής αδελφός του Μεγαλέξανδρου. Άλλωστε, το όνομα Αρσινόη έπαιζε στο παλάτι της Αιγύπτου σχεδόν όσο και το όνομα των Πτολεμαίων Βασιλιάδων.

Μια Αρσινόη, κόρη του πρώτου Πτολεμαίου, δολοφόνησε τον άνδρα της, Βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο, για να παντρευτεί τον αδελφό της, Βασιλιά της Αιγύπτου, που απαλλάχθηκε από την πρώτη του γυναίκα, Αρσινόη κι αυτή. Μια άλλη παντρεύτηκε τον επίσης αδερφό της Πτολεμαίο (τον τέταρτο), από τον οποίο και δολοφονήθηκε. Κι ακόμα μια Αρσινόη ήταν αδερφή της Κλεοπάτρας που έβαλε τον Ιούλιο Καίσαρα να τη βγάλει από τη μέση, προκειμένου να μην έχει μελλοντικούς ανταπαιτητές του θρόνου.

Εκείνος, όμως, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν όμορφο και ανδρείο παλικάρι, συμπολεμιστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αρχηγός της σωματοφυλακής του. Ανέλαβε διοικητής της Αιγύπτου, όταν στα 323 π.Χ. ο στρατηλάτης πέθανε. Στα άγρια χρόνια που ακολούθησαν, συμμετείχε στους πολέμους των διαδόχων και, το 301 π.Χ., ήταν στην πλευρά των νικητών μετά την καθοριστική μάχη της Ιψού, όπου αυτός, ο Κάσσανδρος, ο Σέλευκος και ο Λυσίμαχος κατατρόπωσαν τον Αντίγονο. 

Του έλαχε η Αίγυπτος, στην οποία ήταν ήδη Βασιλιάς από το 305 π.Χ. Αποδείχτηκε άξιος του θρόνου, πήρε το προσωνύμιο Σωτήρ, προστάτευσε τα γράμματα και τις τέχνες κι έκτισε την περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, με ένα εκατομμύριο τόμους στις δόξες της, και το μουσείο, όπου έμεναν δωρεάν και συνεργάζονταν φιλόσοφοι, σοφοί και ποιητές. Πέθανε το 283 π.Χ.
Ο δεύτερος Πτολεμαίος, αυτός που απαλλάχθηκε από τη γυναίκα του για να παντρευτεί την αδερφή του, Αρσινόη, έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Φιλάδελφος, ακριβώς γι’ αυτή του την επιλογή. Τον αδικούσαν, όμως. 


Προστάτευε τα γράμματα και τις τέχνες εξίσου αποτελεσματικά, όπως κι ο πατέρας του και ήταν αυτός που χρηματοδότησε την ανέγερση του Φάρου της Αλεξάνδρειας, έργο που ο Πτολεμαίος Α’ είχε συλλάβει αλλά δεν έζησε να δει την ολοκλήρωσή του. Πατέρας και γιος, άλλωστε, ήταν αυτοί που έβαλαν γερά τα θεμέλια για να ανθίσει και να αναπτυχθεί στο έπακρο η «Αλεξανδρινή εποχή», παρ’ όλο που οι επόμενοι Πτολεμαίοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδείχτηκαν ανίκανοι, έκφυλοι και αιμοσταγείς.
Ο Πτολεμαίος Β’ έγινε συμβασιλιάς του πατέρα του το 285 π.Χ. και μονοκράτορας το 283 π.Χ. Τον επόμενο χρόνο (282 π.Χ.) εγκαινίασε το εντυπωσιακό στάδιο της Αλεξάνδρειας (το είπαν «Τέτρα»), που είχε κατασκευάσει ο αρχιτέκτονας Δεξιφάνης. Γιος του ήταν ο επίσης αρχιτέκτονας, Σώστρατος, που είχε αναλάβει να ανεγείρει τον Φάρο της Αλεξάνδρειας. 

Ο Πτολεμαίος του είχε απαγορεύσει να «υπογράψει» το έργο του (οπότε έβαλε το όνομά του κρυφά) ή ο ίδιος ήταν πολύ μετριόφρων. Ό,τι και να συνέβαινε, μια λαξευμένη επιγραφή στη βάση του έργου, πάνω σε στρώμα σοβά, ανέφερε ως κατασκευαστή του Φάρου τον Πτολεμαίο. Κάτω από τον σοβά, μια άλλη επιγραφή ανέφερε τα εξής:

«ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ ΔΕΞΙΦΑΝΟΥΣ ΚΝΙΔΙΟΣ ΘΕΟΙΣ ΣΩΤΕΡΣΙΝ ΥΠΕΡ ΠΛΩΙΖΟΜΕΝΩΝ» 

(Σώστρατος ο Κνίδιος, ο γιος του Δεξιφάνους, {το αφιερώνει} στους σωτήρες Θεούς υπέρ των ναυτιλομένων).
Το νησάκι Φάρος βρίσκεται λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας και συνδεόταν τεχνητά με αυτό χάρη σε μια κατασκευή, γνωστή ως Επταστάδιον («μήκους επτά σταδίων» ή 1.288 μέτρων). Το οικοδόμημα κτίστηκε με άσπρες πέτρες στην άκρη του νησιού, ώστε η θάλασσα να το περιβάλλει από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά του. 


Σύμφωνα με την περιγραφή του Άραβα περιηγητή Αμπού Γιουσέφ Χαγκάγκ ελ Ιμπν Ανταλουσί, που το επισκέφτηκε στα 1165, αλλά και διάφορες απεικονίσεις του Φάρου πάνω σε αυτοκρατορικά νομίσματα, κύπελλα, μωσαϊκά κλπ καταλήγουμε ότι το κτίσμα ήταν τετράγωνο, με περίπου 8,5 μέτρα η κάθε πλευρά. Το κτίριο αποτελούσαν τέσσερα επίπεδα (συνδεμένα μεταξύ τους με αρμούς από μολύβι) με πρώτο μια βάση πάνω στην οποία εδραζόταν:
Η βάση είχε ύψος 6,5 μέτρα από τη μεριά της στεριάς (από την πλευρά της θάλασσας ήταν πιο ψηλή) και ήταν τετράγωνο με κάθε πλευρά να έχει μήκος 8,5 μέτρων. Μια ράμπα πάνω σε 16 καμάρες, μήκους περίπου 183 μέτρων, οδηγούσε, από τα τείχη του νησιού, στην υπερυψωμένη πύλη του κτιρίου. Το ύψος του πρώτου πατώματος από το έδαφος ήταν περίπου εξήντα μέτρα (ή 57,73 μ. σύμφωνα με τον άραβα). 

Τρίτωνες ή και άλλα θαλάσσιοι θεοί, που φυσούσαν σάλπιγγες ή θαλάσσια κοχύλια διακοσμούσαν τις γωνίες της κορυφής του πρώτου πατώματος. Το δεύτερο επίπεδο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, με Τρίτωνες να κοσμούν τις γωνίες του, σύμφωνα με παράσταση σε ρωμαϊκό νόμισμα. Πάνω σ’ αυτό, είχε κτιστεί ένα οκτάγωνο (τρίτο επίπεδο) κτίριο, με εξώστη γύρω του. Πάνω του είχε κτιστεί το κυλινδρικό τέταρτο επίπεδο, στην κορυφή του οποίου είχε στηθεί άγαλμα του θεού Ποσειδώνα (ή του Απόλλωνα). 

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ 335 π.Χ


(Αρριανός Α.7-10, Διόδωρος 1Ζ.8-14, 15.1-5, 16.4, 17.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 11-13, 31.8, Δημοσθένης 14.2, 20. 4-5, 23.3-4, Ιουστίνος 11.2-5.5)
 Ενώ ο Δαρείος επιχειρούσε κατά της Αιγύπτου και απείχε μόλις λίγους μήνες από την υποταγή της, οι επιτυχίες του Αλεξάνδρου στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια επιβεβαίωναν τους φόβους των Περσών ότι παρά τη δολοφονία του Φιλίππου ο μακεδονικός κίνδυνος δεν είχε αποσοβηθεί και η αχαιμενιδική διπλωματία άρχισε να χρησιμοποιεί ένα-ένα τα αντίμετρα, που διέθετε. Οι πρέσβεις του Μεγάλου Βασιλέως με τα 300 τάλαντα αναζητούσαν στην Ελλάδα συμμάχους δικούς τους και εχθρούς του Αλεξάνδρου. Οι Αθηναίοι δεν δέχθηκαν να εξαγορασθούν, αλλά ο Δημοσθένης για πολλοστή φορά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη δωροληψία, πόσο μάλλον που τώρα μπορούσε να προφασισθεί ευγενείς σκοπούς και ανώτερα ιδανικά. Πήρε λοιπόν 70 τάλαντα και οι Σπαρτιάτες πήραν τα υπόλοιπα 230. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ιουστίνο, ο Δημοσθένης, «που είχε δωροδοκηθεί από τους Πέρσες με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό», ισχυριζόταν ότι οι Τριβαλλοί είχαν εξοντώσει τον Αλέξανδρο και όλο του το στράτευμα και, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, παρουσίασε στην Εκκλησία των Αθηναίων κάποιον, που δήλωσε ότι τραυματίσθηκε στη μάχη όπου σκοτώθηκε κι ο Αλέξανδρος.

Μέσα στη γενικότερη σύγχυση κάποιοι ακραίοι φιλοπέρσες Θηβαίοι εξόριστοι μπήκαν νύχτα στην πόλη. Λόγω των άριστων σχέσεων των Θηβαίων με την Αυλή της Περσέπολης, και της δραστήριας ανάμιξης του Δημοσθένη, δηλαδή της φιλοπερσικής (ή αντιμακεδονικής) παράταξης των Αθηνών, είναι μάλλον βέβαιο ότι κινήθηκαν με παρότρυνση των Περσών. Στην Εκκλησία των Θηβαίων εν ονόματι των πολύπαθων ιδεωδών της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ξεσήκωσαν το θηβαϊκό λαό σε εξέγερση, διαβεβαιώνοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί στις κλεισούρες της Ιλλυρίας. Οι Θηβαίοι πείσθηκαν πρόθυμα, εξεγέρθηκαν και απέκλεισαν τη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη των Θηβών κατασκευάζοντας γύρω της διπλό χάρακα (φράχτη).

Τα γεγονότα της Θήβας θεωρήθηκαν από τους Αρκάδες, Ηλείους, Αργείους και Αιτωλούς ως ευκαιρία, για να εξεγερθούν και ο συνεργάτης των Περσών, Δημοσθένης, έστειλε στη Θήβα πολλές πανοπλίες, τις οποίες αγόρασε με το περσικό χρυσάφι. Η εξοπλιστική δαπάνη ήταν δυσβάσταχτη, αφού τηρουμένων των αναλογιών οι πολεμικοί εξοπλισμοί στην αρχαιότητα ήταν εξίσου δαπανηροί με τους σημερινούς. Η κατάσταση ήταν πλέον πολύ σοβαρή για τον Αλέξανδρο.

Οι Αθηναίοι δεν είχαν ξεχάσει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες τους, αν και για κάποιον άγνωστο λόγο απέρριψαν την προσφορά του Δαρείου. Άραγε έκριναν τα 300 τάλαντα ως ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων; Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν είχαν αναγνωρίσει την Μακεδονική Ηγεμονία και συνεπώς δεν είχαν συμβατική υποχρέωση να την σεβαστούν. Η εξέγερση των Θηβαίων είχε ως πρώτο στόχο την απελευθέρωση των Θηβών και ως απώτερο σκοπό την επανάκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος. Τα ήδη εξεγερμένα κράτη μπορούσαν να παρασύρουν κι άλλα, οπότε η σύμπηξη αντιμακεδονικών συμμαχιών θα ήταν αυτόματη και η κατάσταση θα ξέφευγε από τον έλεγχο των Μακεδόνων. Ευτυχώς όμως για τον Αλέξανδρο, οι Αθηναίοι επέλεξαν την τακτική του καιροσκοπισμού, η οποία συνήθως χαρακτήριζε τους Σπαρτιάτες. Έτσι η Θήβα απέμεινε η μόνη επικίνδυνη εστία εξέγερσης.




Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και, αμέσως μόλις νίκησε τους Ιλλυριούς, στράφηκε προς Νότο. Μάλιστα φέρεται να είπε ότι ο Δημοσθένης, που τον αποκαλούσε παιδί όταν επιχειρούσε στη Θράκη και μειράκιον (παιδαρέλι) όταν διέσχιζε τη Θεσσαλία, μπροστά στα τείχη της Θήβας θα διαπίστωνε ότι ήταν άντρας. Επειδή οι Θηβαίοι δεν αποστατούσαν μόνο από τη Μακεδονική Ηγεμονία, αλλά και από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, πήρε μαζί του όλο το στράτευμα του Κοινού Συνεδρίου. Διέσχισε την Εορδαία και την Ελιμιώτιδα, πέρασε από τα όρια της Τυμφαίας (όλα αυτά ήταν κρατίδια της Άνω Μακεδονίας) και της Παρυαίας και σε μία εβδομάδα βρισκόταν στην Πέλιννα της Θεσσαλίας. Έξι ημέρες μετά μπήκε στην Βοιωτία, ενώ οι Θηβαίοι αντιλήφθηκαν ότι «είχε περάσει τις Θερμοπύλες» μόνον όταν έφτασε στον Ογχηστό, περί τα 20 χμ έξω από τη Θήβα. Συνολικά διήνυσε πολύ περισσότερα από 600 χμ σε 13 ημέρες, δηλαδή κινήθηκε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από 46 χμ ανά ημέρα. Η κίνησή του αυτή ήταν τόσο ταχεία, ώστε αρκετοί Θηβαίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν, πως ήταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος με τα στρατεύματα, που είχε πάρει μαζί του στον Βορρά. Έλεγαν λοιπόν ότι είναι άλλα στρατεύματα με επικεφαλής άλλον Αλέξανδρο, τον Λυγκηστή γιο του Αερόπου.

Εκ πρώτης όψεως η άμυνα της Θήβας οργανώθηκε υποδειγματικά, σύμφωνα με τους κανονισμούς θα έλεγε κανείς. Τα στρατεύματα, ιππείς και πεζοί, βρίσκονταν σε διασπορά γύρω από την πόλη και κάλυπταν μία σειρά από κωλύματα (τάφρους και χάρακες) που δημιουργούσαν τουλάχιστον δύο γραμμές άμυνας. Τα τείχη θα αποτελούσαν την έσχατη γραμμή άμυνας και για το λόγο αυτό τα είχαν επανδρώσει με μέτοικους, φυγάδες και απελευθερωμένους δούλους, δηλαδή τους πιο απαίδευτους στα πολεμικά θέματα. Όλοι οι ικανοί και έμπειροι πολεμιστές βρίσκονταν εκτός των τειχών για την καθοριστική μάχη.

Ο Αλέξανδρος γενικά απέφευγε να συγκρουστεί ανοιχτά με τα ισχυρά κράτη του νότου και προτιμούσε να τα υποχρεώνει σε υπακοή δια του εκφοβισμού. Αν συγκρουόταν μαζί τους θα έπρεπε να ικανοποιήσει τις ηθικές και οικονομικές απαιτήσεις των Μακεδόνων και των συμμάχων τους, βλάπτοντας ηθικά και οικονομικά τους απείθαρχους. Επιπλέον θα προκαλούσε και θα υφίστατο απώλειες σε ανθρώπινους πόρους, που ήταν χρήσιμοι για την υλοποίηση του οράματός του, την κατάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας. Έτσι, μπροστά στα τείχη της Θήβας ανέπτυξε τις δυνάμεις του, αλλά δεν προχώρησε αμέσως σε επίθεση. Άφησε το περιθώριο στους πιο συνετούς να μεταπείσουν την Εκκλησία των Θηβαίων και να δώσουν αναίμακτο τέρμα στην εξέγερση. Φαίνεται ότι ήθελε να φερθεί στους Θηβαίους, όπως τους είχε φερθεί κι ο Φίλιππος μετά τη μάχη της Χαιρώνειας.

Για να τους βοηθήσει περισσότερο και να κάνει σαφείς τις συμφιλιωτικές του προθέσεις, διακήρυξε ότι ζητούσε να του παραδώσουν μόνο τους δύο πρωταίτιους της εξέγερσης, τον Προθύτη και το Φοίνικα, και ότι σε όλους τους άλλους χορηγούσε αμνηστία, για να απολαύσουν την «κοινή ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων». Τότε οι Θηβαίοι νομίζοντας ότι ήταν ίσοι ή ισοδύναμοι ζήτησαν από τον Αλέξανδρο να τους παραδώσει τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και κάλεσαν όποιον από τους συμμάχους του ήθελε, να συστρατευθεί μαζί τους, για να ελευθερώσουν την Ελλάδα από τον τύραννό της με τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέως. Δηλαδή οι ευεργέτες του Πέρση βασιλιά, οι ενθουσιώδεις συνεργάτες των Περσών στους περσικούς πολέμους, προσφέρθηκαν με τη βοήθεια του Πέρση βασιλιά να … ελευθερώσουν την Ελλάδα! Επιπλέον αποκάλεσαν τύραννο τον Ηγεμόνα της Ελλάδος, λες κι εκείνοι ούτε τα άλλα βοιωτικά κράτη καταδυνάστευαν συστηματικά, ούτε Ηγεμόνες της Ελλάδος υπήρξαν ποτέ. Καλούσαν δηλαδή τους μεν στρατιώτες των κρατών-μελών του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να στασιάσουν και να αρνηθούν να πολεμήσουν κατά των Περσών, τα δε κράτη προέλευσής τους να εγκαταλείψουν την προοπτική επέκτασης στην Ασία και να ξαναβυθιστούν στο τέλμα της κοινωνικής και οικονομικής ύφεσης, που χαρακτήρισε την Ελλάδα κατά τη Θηβαϊκή Ηγεμονία. Ο Αλέξανδρος μόνο μετά από αυτήν τη βαριά προσβολή φέρεται να άρχισε τις τελικές ετοιμασίες για την πολιορκία και τη συναρμολόγηση των πολιορκητικών μηχανών.

Τα παραπάνω είναι η εκδοχή των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων της «λαϊκής παράδοσης», ωστόσο η πιο λογική και πιστευτή εκδοχή είναι εκείνη του Πτολεμαίου, την οποία καταγράφει ο Αρριανός. Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να επιτεθεί για τους λόγους, που αναφέραμε και οι δύο στρατοί παρέμειναν για μερικές ημέρες παρατεταγμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο αλλά αδρανείς. Ίσως μάλιστα ο Αλέξανδρος να προσδοκούσε και σε κάποια παρέμβαση τρίτων, για να λήξει αναίμακτα η υπόθεση. Όταν το θηβαϊκό ιππικό υποστηριζόμενο από αρκετούς ψιλούς, προσέβαλε τις προφυλακές των Μακεδόνων και σκότωσε μερικούς, ο Αλέξανδρος περιορίσθηκε να μετακινήσει τις δυνάμεις του παράλληλα προς τα τείχη της Θήβας και να στρατοπεδεύσει κοντά στην αποκλεισμένη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία.
 
Απεικόνιση ενός συντάγματος της φάλαγγας (256 άνδρες). Έξι Συντάγματα αποτελούσαν μία τάξη (1536 άνδρες) 


 Ο Περδίκκας (του οποίου οι φιλοδοξίες φάνηκαν καθαρά μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου) όντας στρατοπεδάρχης επιτέθηκε με την τάξη του, γκρέμισε τον πρώτο χάρακα και συγκρούσθηκε με την Θηβαϊκή προφυλακή. Ο γκρεμισμένος χάρακας ενθάρρυνε και τον Αμύντα του Ανδρομένη να ακολουθήσει με τη δική του τάξη , όμως οι Θηβαίοι ξεπέρασαν γρήγορα τον αρχικό τους αιφνιδιασμό και καθήλωσαν τους Μακεδόνες στο δεύτερο χάρακα, τραυμάτισαν δε σοβαρά τον Περδίκκα, που μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Βλέποντας τις δύο τάξεις της φάλαγγας να καταπονούνται στριμωγμένες ανάμεσα στους δύο χάρακες κι επειδή τα δύο διαδοχικά κωλύματα δεν ευνοούσαν τις κινήσεις της φάλαγγας και του ιππικού, ο Αλέξανδρος έστειλε τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές να καλύψουν την υποχώρηση των δύο τάξεων. Οι ψιλοί στην αρχή απώθησαν και καταδίωξαν τους Θηβαίους, οι οποίοι με μία αιφνιδιαστική και ορμητική αναστροφή έτρεψαν σε φυγή τους διώκτες τους και τους υποχρέωσαν να αναζητήσουν καταφύγιο έξω από τους χάρακες, στο μακεδονικό άγημα και τους βασιλικούς υπασπιστές.

Το γεγονός ότι οι άντρες του Περδίκκα γκρέμισαν με τόση ευκολία τον πρώτο χάρακα και ότι μόλις στον δεύτερο συνάντησαν σοβαρή αντίσταση, αποτελεί σαφέστατη ένδειξη του αιφνιδιασμού που προκάλεσε η αυθαίρετη ενέργειά του. Ακριβώς επειδή οι κυρίως δυνάμεις του Αλεξάνδρου δεν έδειχναν πρόθεση εμπλοκής, οι Θηβαίοι είχαν την πεποίθηση ότι επρόκειτο για μία ακόμη αψιμαχία. Ίσως πρέπει να συνεκτιμήσουμε την γενικά ανεπιτυχή πολεμική δράση των Θηβαίων από τη μάχη των Λεύκτρων (371) και μετά και ειδικά κατά των Φωκέων στον εννεαετή Ιερό πόλεμο (354-345), για να δικαιολογήσουμε το γιατί, αφού απέκρουσαν τους Μακεδόνες, διέλυσαν την παράταξή τους και όρμησαν σε καταδίωξή τους. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι αυτό ήταν το μοιραίο τακτικό σφάλμα τους.

Η απερισκεψία του Περδίκκα παρ’ ολίγο να του στοιχίσει τη ζωή, όπως τη στοίχισε στον αρχηγό των τοξοτών Κλέανδρο και σε άγνωστο αριθμό άλλων στρατιωτικών, αλλά η σημαντικότερη ζημία ήταν ότι δύο τάξεις της φάλαγγας, οι τοξότες και οι Αγριάνες τράπηκαν σε φυγή από τους Θηβαίους, που ούτως ή άλλως δεν είχαν δώσει σημάδια συνδιαλλαγής και τώρα πια θα είχαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ένα λόγο παραπάνω να αρνηθούν κάθε συζήτηση. Έχοντας υπόψη αυτά και μη θέλοντας να διακυβεύσει το γόητρό του ο Αλέξανδρος έρριξε στη μάχη όλο το υπόλοιπο στράτευμα.

Όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, οι διασκορπισμένοι Θηβαίοι δεν μπόρεσαν να προβάλουν αντίσταση στους συντεταγμένους Μακεδόνες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Εγκατέλειψαν την πρώτη γραμμή άμυνας, έσπευσαν μαζικά στις διόδους των κωλυμάτων της δεύτερης γραμμής, διωκόμενοι κατά πόδας και ο αιφνιδιασμός μετατράπηκε σε πανικό με αποτέλεσμα οι ιππείς να ποδοπατούν τους πεζούς και να επιτείνουν τον πανικό. Κάθε σκέψη να επανδρώσουν τις άλλες γραμμές άμυνας εγκαταλείφθηκε και οι Θηβαίοι έσπευσαν να κλειστούν στα τείχη, αλλά εξαιτίας της αλλοφροσύνης δεν πρόλαβαν να κλείσουν τις πύλες. Το θηβαϊκό ιππικό αφού μπήκε στην πόλη, διέφυγε στην πεδιάδα από κάποια άλλη πύλη, διότι απλώς μπορούσε να αποφύγει το επερχόμενο μοιραίο. Δηλαδή οι διάσημοι Θηβαίοι ιππείς συμπεριφέρθηκαν σαν να είχαν ηττηθεί σε κάποιο μακρυνό πεδίο μάχης και δεν λογάριασαν ότι εγκατέλειπαν απροστάτευτη την πατρίδα τους και τις οικογένειές τους, ενώ λίγο νωρίτερα ήθελαν να απελευθερώσουν ολόκληρη την Ελλάδα από τον «τύραννο». Οι Μακεδόνες και οι σύμμαχοί τους, αφού σάρωσαν με ανέλπιστη ευκολία τις αμυντικές γραμμές των Θηβαίων, εισέβαλαν ανεμπόδιστοι στην πόλη. Οι 6.000 νεκροί Θηβαίοι κατά την άλωση έναντι των 500 Μακεδόνων σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων δείχνουν τη σκληρότητα της σφαγής, που ακολούθησε.

Όσον αφορά στην αμιγώς στρατιωτική επιχείρηση, το γεγονός ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου έφτασε σε απόσταση 20 χμ από τη Θήβα, χωρίς προηγουμένως να γίνει αντιληπτή, σημαίνει ότι κανένα κράτος μεταξύ Μακεδονίας και Θήβας δεν συμπαθούσε τους Θηβαίους και την εξέγερσή τους, ώστε να τους ενημερώσει για τη θέση της στρατιάς. Επίσης σημαίνει ότι οι Θηβαίοι δεν είχαν ούτε άμεση ούτε έμμεση πρόσβαση στα ημεροσκοπεία επί βοιωτικού εδάφους. Δηλαδή εξεγέρθηκαν χωρίς την απαραίτητη οργάνωση στον κρισιμότερο απ’ όλους τους στρατιωτικούς τομείς, τις πληροφορίες, είναι δε γνωστό ότι η κακή στρατιωτική οργάνωση σε καμία περίπτωση δεν αντισταθμίζεται από τον ηρωισμό και την αποφασιστικότητα. Εν ολίγοις οι Θηβαίοι στρατιωτικοί ηγήτορες με την εντυπωσιακή ανεπάρκειά τους κατέστησαν διακοσμητικές όλες τις προετοιμασίες, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να αποκρούσουν την επίθεση ενός εχθρού αποφασισμένου να κυριεύσει την πόλη τους. Ίσως διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή η πόλη τους δεν ανήκε σ’ εκείνες, που κινδύνευαν πραγματικά από πολιορκία. Οι πολιτικοί των Θηβών φέρουν κάποιες ευθύνες, τις οποίες όμως δεν δικαιούμαστε να μεγαλοποιήσουμε, αφού οι αποφάσεις ήταν συλλογικές. Οι στρατευμένοι πολίτες, εφόσον δεν προέβαλαν συντεταγμένη αντίσταση στο πεδίο της μάχης και αρχικά εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, είναι αδιάφορο αν τελικά έπεσαν ηρωικά ή εκλιπαρώντας για τη ζωή τους. Είναι λοιπόν προφανής η προχειρότητα της στρατιωτικής προετοιμασίας, αυταπόδεικτη δε και βαρύτατη η ευθύνη του Δημοσθένη και των άλλων συνεργατών των Περσών για τη μοίρα της Θήβας.

Μετά την άλωση ο Αλέξανδρος συγκάλεσε σύσκεψη για την τύχη της Θήβας. Ο Διόδωρος λέει ότι «αφού συγκέντρωσε τους συνέδρους των Ελλήνων ανέθεσε στο Κοινό Συνέδριο [να αποφασίσει] πώς να χειριστεί την πόλη των Θηβαίων», είναι λοιπόν σαφής ότι παρέπεμψε το θέμα στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Φυσικά, οι Σύνεδροι δεν ακολουθούσαν τη στρατιά κι ο Διόδωρος φαίνεται μάλλον να εννοεί ότι το θέμα παραπέμφθηκε σε συνεδρίαση των Ελλήνων στρατηγών από τα κράτη μέλη του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Αντίθετα, ο Αρριανός λέει ότι «ανέθεσε στους συμμάχους του να ρυθμίσουν τα της Θήβας κι αυτοί διαμοίρασαν μεταξύ τους τη γη των Θηβαίων» και συνεπώς περιορίζει τη σύσκεψη κατά κύριο λόγο στους Βοιωτούς γείτονες των Θηβαίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να συμπεράνουμε χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο Αλέξανδρος επεδίωκε τη σκληρότερη δυνατή απόφαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατά την εκδοχή του Διόδωρου η τύχη των Θηβαίων θα ήταν πολύ διαφορετική. Αρκετά γειτονικά κράτη μισούσαν τους Θηβαίος για την αλαζονεία τους ως Ηγεμόνες της Βοιωτίας, πολύ πριν γίνουν Ηγεμόνες της Ελλάδος, και τελικά εύκολα έπεισαν και τους άλλους συνέδρους να πάρουν μία εκδικητική απόφαση. Σ’ αυτήν τη συνεδρίαση είχε έλθει η ώρα να πληρώσουν οι Θηβαίοι με το ίδιο νόμισμα τις καταστροφές και τους εξανδραποδισμούς, που είχαν επιβάλει παλαιότερα σε άλλες πόλεις της περιοχής, ακόμη και σε μερικές βοιωτικές (Θεσπιές, Ορχομενός, Πλαταιές) καθώς και το ότι ποτέ δεν συμμερίσθηκαν τις πανελλήνιες επιδιώξεις, ούτε καν κατά την εισβολή των Περσών. Οι αντιπρόσωποι των παθόντων κρατών ζητούσαν εκδίκηση, για όσα είχαν υποστεί, και θύμισαν στους υπόλοιπους ότι οι Θηβαίοι στην εισβολή του Ξέρξη είχαν μηδίσει, ότι ήταν οι μόνοι Έλληνες, που τιμούνταν από τους Πέρσες βασιλείς ως ευεργέτες, και ότι οι πρέσβεις τους είχαν το προνόμιο να κάθονται σε κάθισμα μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα, ενώ όλοι οι άλλοι πρέσβεις υποχρεούνταν να τον προσκυνούν.

Κατά τον Ιουστίνο, «οι Θηβαίοι μετά την ήττα τους υπέστησαν όλες τις τρομακτικές ποινές, που ακολουθούν μία ατιμωτική παράδοση». Η τελική απόφαση προέβλεπε την ισοπέδωση της πόλης, τον εξανδραποδισμό των κατοίκων και τον χαρακτηρισμό των Θηβαίων φυγάδων ως αγωγίμων, ώστε να μην μπορεί κανείς Έλληνας να τους παράσχει καταφύγιο. Επίσης αποφάσισαν να εγκαταστήσουν φρουρά στην πόλη και να μοιραστούν την ύπαιθρο εξαιρώντας τις ιδιοκτησίες των ναών, τέλος δε να ξαναχτίσουν και να τειχίσουν τις Πλαταιές και τον Ορχομενό, τις ανέκαθεν αντιθηβαϊκές πόλεις της Βοιωτίας που είχαν ισοπεδώσει οι Θηβαίοι. Από τον εξανδραποδισμό εξαίρεσαν τους ιερείς, τους συγγενείς του ποιητή Πίνδαρου, όσους εναντιώθηκαν στην εξέγερση και όσους είχαν φιλοξενήσει τον Φίλιππο κατά την ομηρία του εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι, περί τις 30.000, πουλήθηκαν ως δούλοι και από την πώληση των ανδραπόδων συγκεντρώθηκαν 440 τάλαντα. Χαρακτηριστικό του μίσους των γειτόνων των Θηβαίων είναι ότι έσυραν δια της βίας έξω από τους ναούς, όσους γέρους και γυναικόπαιδα είχαν καταφύγει εκεί ως ικέτες και συνεπώς είχαν ασυλία.

Καταγράφεται με σαφήνεια ότι η απόφαση για την καταστροφή της Θήβας ελήφθη από συλλογικά όργανα και ότι προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζαν όσοι επιζητούσαν να εκδικηθούν τους Θηβαίους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσουμε ότι πράγματι αυτό συνέβη, εντούτοις είναι αυταπόδεικτο ότι την πλήρη ευθύνη για την καταστροφή της Θήβας φέρει ο Αλέξανδρος. Είναι δε αυταπόδεικτο, διότι ήταν γνωστή σε όλους η αλαζονεία των Θηβαίων και η εχθρότητα, που είχαν δημιουργήσει σε πολλούς γείτονές τους. Ο Αλέξανδρος λοιπόν γνώριζε πολύ καλά ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν ζητούσε από τους εχθρούς των Θηβαίων να αποφασίσουν την τύχη των Θηβαίων, και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάσθηκε απ’ την απόφαση ή ότι οι σύνεδροι ξέφυγαν από τον πολιτικό του έλεγχο. Όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση στα νότια της Μακεδονίας, η καταστροφή ενός ισχυρού και απείθαρχου κράτους ήταν ταυτόχρονα η καλύτερη μέθοδος εκφοβισμού όλων των υπολοίπων, που αμφισβητούσαν τη μακεδονική Ηγεμονία της Ελλάδος, αλλά και όσων Μακεδόνων αμφισβητούσαν τη θέση του Αλεξάνδρου στο θρόνο. Έτσι, ο Αλέξανδρος απλώς επέτρεψε να εφαρμοσθούν οι δημοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες ήταν εκ των προτέρων γνωστό, που θα κατέληγαν.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της καταστροφής άλλων πόλεων παλαιότερα και αυτής των Θηβών ήταν η κατάργηση του κώδικα αλληλοσεβασμού μεταξύ των πρωταγωνιστών στις πολεμικές συγκρούσεις. Μέχρι τότε οι διεκδικητές της κορυφαίας πολιτικής διάκρισης στην Ελλάδα, της Ηγεμονίας, δεν έβλαπταν σοβαρά ο ένας τον άλλο. Ενώ ισοπέδωναν άλλες πόλεις και εξανδραπόδιζαν τους κατοίκους τους, δεν το έπρατταν ο ένας εναντίον του άλλου. Ακόμη και όταν η Θήβα ζητούσε την καταστροφή και τον εξανδραποδισμό της ηττημένης στον Πελοποννησιακό πόλεμο Αθήνας, οι αναδειχθέντες σε Ηγεμόνες της Ελλάδος, Σπαρτιάτες, περιόρισαν την ποινή της Αθήνας στην καταστροφή των τειχών της, την αφαίρεση του στόλου της και την επιβολή τυραννικού πολιτεύματος. Δηλαδή ενώ της αφαίρεσαν την στρατιωτική ισχύ και την έκαναν πολιτικά υποχείριό τους, δεν έβλαψαν τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της, προφανώς αναλογιζόμενοι την έκταση των επιδράσεων σε όλη την Ελλάδα. Η καταστροφή αυτών των δομών σε μικρότερες πόλεις λάμβανε χώρα, διότι απλώς δεν είχε πανελλαδική επίδραση. Το νέο στοιχείο, όμως που εισήγε τώρα η καταστροφή της Θήβας, ήταν η εξομοίωση της μοίρας των μεγάλων με εκείνη των μικρών κρατών. Αυτό δεν προξένησε αναστάτωση μόνο μεταξύ των μεγάλων, για τους οποίους αποτελούσε καινούργια ανησυχία, αλλά και μεταξύ των μικρών. Αν ο ισχυρός σύμμαχος και διεκδικητής της Ηγεμονίας, τον οποίο επέλεξαν και υποστήριζαν, απειλούνταν με καταστροφή και εξανδραποδισμό, τι μπορούσαν να ελπίζουν οι ίδιοι; Η διεκδίκηση της Ηγεμονίας από αγώνας επικράτησης μετατρεπόταν πλέον σε αγώνα επιβίωσης. Αυτός ακριβώς ο φόβος της κοινής μοίρας έκανε τους Αθηναίους να ξεχάσουν τις μακρόχρονες εχθρικές σχέσεις τους με τους Θηβαίους (παρά την πρόσφατη και περιστασιακή συμμαχία τους), να αναστείλουν τους εορτασμούς των Μυστηρίων, να περιθάλψουν τους φυγάδες και να προσπαθήσουν να μεταπείσουν τους Μακεδόνες.

Υπήρχε όμως και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Η μοίρα της Θήβας δεν αποφασίσθηκε μόνο από τους Μακεδόνες, αλλά κυρίως από τους συμμάχους τους. Οι διαθέσεις του ενός ελληνικού κράτους προς το άλλο ήταν ανέκαθεν γνωστές, αλλά τώρα ο Ηγεμών της Ελλάδος εμφανιζόταν πρόθυμος να υλοποιήσει κάθε απόφαση των συμμάχων του και όποιο κράτος προσαγόταν προς κρίση κινδύνευε να υποστεί όλα όσα είχε διαπράξει στο παρελθόν. Τα απείθαρχα κράτη διαπίστωσαν με τρόμο ότι τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα δεν λειτουργούσαν πλέον με τις συνήθεις πολιτικές συναλλαγές και προέβησαν σε σπασμωδικές, σχεδόν κωμικές, ενέργειες.

Οι Αρκάδες ανακάλεσαν τα στρατεύματα, που είχαν στείλει σε ενίσχυση των Θηβαίων και καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς, που τους υποκίνησαν. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω όσους διέκειντο φιλικά προς τον Αλέξανδρο, και τους οποίους είχαν εξορίσει νωρίτερα. Οι Αιτωλοί έστειλαν πρέσβεις κατά έθνη ζητώντας άφεση αμαρτιών, που παρασύρθηκαν. Οι Αθηναίοι διέκοψαν τις τελετές των Μυστηρίων και άρχισαν να μαζεύουν τις περιουσίες τους από την ύπαιθρο μέσα στα τείχη φοβούμενοι τα χειρότερα. Θυμήθηκαν πως είχαν παραλείψει την απαραίτητη διπλωματική αβρότητα να συγχαρούν τον Αλέξανδρο, που γύρισε σώος και νικητής από τις επιχειρήσεις στη Θράκη και την Ιλλυρία, και του έστειλαν πρέσβεις να τον συγχαρούν για τις νίκες του επί των βαρβάρων και για την τιμωρία της Θήβας. Με τους ίδιους πρέσβεις ο Αλέξανδρος έστειλε στους Αθηναίους επιστολή, με την οποία για τις κακές σχέσεις Αθήνας και Μακεδονίας, τα δεινά που επέβαλαν οι Μακεδόνες στους Αθηναίους μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, αλλά και την καταστροφή της Θήβας, καθιστούσε υπεύθυνη την αντιμακεδονική παράταξη της πόλης. Ζητούσε ακόμη να του εκδώσουν τους σημαντικότερους αντιμακεδόνες ηγέτες μεταξύ αυτών και τους Δημοσθένη, Λυκούργο, Υπερείδη, Πολύευκτο, Χάρητα, Χαρίδημο, Εφιάλτη, Δήμωνα, Καλλισθένη, Διότιμο και Μοιροκλή.

Σε απάντηση του αιτήματος έκδοσης οι Αθηναίοι πολιτικοί επικαλέσθηκαν τις βασικές αρχές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, που προέβλεπαν την αυτονομία των κρατών μελών. Με ενέργειες του Δημάδη, ο οποίος φέρεται να ανταμείφθηκε από τον Δημοσθένη με 5 αργυρά τάλαντα για αυτήν την εξυπηρέτηση, ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Αλέξανδρο ο ίδιος ο Δημάδης ως πρέσβης. Σ’ αυτό το ψήφισμα οι Αθηναίοι πρακτικά τόνιζαν ότι η πολιτική δράση των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας εντός της επικρατείας της και μέσα από τα θεσμοθετημένα όργανά της δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο έκδοσής τους σε άλλα κράτη, όσο ενοχλητική ή επιζήμια κι αν ήταν για τα κράτη αυτά. Οποιαδήποτε δίωξη Αθηναίου πολίτη μπορούσε να ασκηθεί μόνο από αθηναϊκό δικαστήριο με βάση την αθηναϊκή νομοθεσία. Επιπλέον ζήτησαν να τους επιτραπεί να δέχονται Θηβαίους φυγάδες αντίθετα προς την καταδικαστική απόφαση. Ο Αλέξανδρος, επειδή χρειαζόταν αλώβητο και ισχυρό το Κοινό Συνέδριο, αναγνώρισε ότι η άρνηση των Αθηναίων να του εκδώσουν τους ενοχλητικούς πολιτικούς ήταν νομικώς ορθή και παραιτήθηκε από την απαίτησή του. Η εξαίρεση των Αθηναίων από την υποχρέωση έκδοσης των Θηβαίων φυγάδων ήταν επιβεβλημένη πολιτική πράξη. Η Αθήνα είχε ήδη δεχθεί πολλούς Θηβαίους φυγάδες και αν αρνούνταν να τους εκδώσει, ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να θέσει την τύχη της Αθήνας στην κρίση των συμμάχων του, όπου οι εχθροί των Αθηναίων αναμφίβολα θα πετύχαιναν μία απόφαση παρόμοια με εκείνη της Θήβας. Το ενδεχόμενο αυτό ήταν εφιαλτικό κι έτσι προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα προνόμιά του και να τους απαλλάξει, διέταξε ωστόσο τον Χαρίδημο να εγκαταλείψει την Αθήνα. Φαίνεται πως αυτός ήταν ο πιο επικίνδυνος και όχι ο Δημοσθένης, ο οποίος ήταν εξαιρετικά προβεβλημένος λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Ο Χαρίδημος ακολουθώντας την παράδοση των απόβλητων και έκπτωτων Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών κατέφυγε –πού αλλού;- στην Αυλή του Πέρση βασιλιά και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του