Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

1882. Η ΕΛΛΑΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος – Αμυντικός Αναλυτής



Απόσπασμα από το άρθρο - ανάλυση: «Επιχείρηση Πτολεμαίος,
Ελληνική εμπλοκή στην Αίγυπτο» του Ιωάννη Σ. Θεοδωράτου,
περιοδικό «Στρατιωτική Ισορροπία και Γεωπολιτική», τεύχος 24,
σελ. 88, Φεβρουάριος 2012, Αιγίς Εκδοτική.



Ο Ατμοδρόμων ΕΛΛΑΣ Φωτο: Karamitsos.com
Μισόν αιώνα μετά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και ενώ η χώρα βάδιζε στα ίχνη της βρετανικής γεωπολιτικής, παρουσιάστηκε μια απρόσμενη ευκαιρία στρατιωτικής εμπλοκής στην Αίγυπτο, ελάχιστα γνωστή στο ελληνικό κοινό. Επί πρωθυπουργίας του Χαρίλαου Τρικούπη (ειδικότερα επί της τέταρτης θητείας 3 Μαρτίου 1882 – 19 Απριλίου 1885), και συγκεκριμένα από τον Μάιο έως τον Αύγουστο του 1882 ελληνικές ναυτικές δυνάμεις ενεπλάκησαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο δέλτα του Νείλου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός «διαβλέποντας γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας» μετά από την αποστολή 12 πολεμικών πλοίων των 
Αγγλογάλλων στην Αλεξάνδρεια, διέταξε τον απόπλου του ατμοδρόμωνα «Ελλάς» και της θωρακοβάριδας «Βασιλεύς Γεώργιος».  Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο ατμοδρόμων «Ελλάς» ήταν το πρώην «Αμαλία», το οποίο μετονομάστηκε μετά από την έξωση του Όθωνα. Με το συγκεκριμένο πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 18 Οκτωβρίου 1863 ο νέος βασιλιάς Γεώργιος Α΄ και επί του ιδίου σκάφους του παρεδόθη η σημαία της Επτανήσου από τον τελευταίο Βρετανό αρμοστή. Έφερε δύο πυροβόλα τύπου Paixhans των 22 εκατοστών και 24 πυροβόλα των 16 εκατοστών. Το δεύτερο σκάφος ο θωρακοδρόμων 

θωρακοβάρις «Βασιλεύς Γεώργιος». 
«Βασιλεύς Γεώργιος» αποτέλεσε μαζί το αδελφό πλοίο «Βασίλισσα Όλγα» τα πλέον σύγχρονα πολεμικά του τότε Βασιλικού Ναυτικού. Επίσης ήταν το πρώτο πλοίο του Στόλου που διέθετε διπύθμενα. Ο οπλισμός του ήταν εντυπωσιακός καθώς αποτελείτο από δύο πυροβόλα Krupp των 21 εκατοστών και τέσσερα άλλα μικρότερου διαμετρήματος. Η θωράκισή του κυμαινόταν από 4,5-7 ίντσες στο σκάφος και 6 ίντσες στους πύργους.

Τα δύο πλοία κατέπλευσαν στην Αλεξάνδρεια στις 23 Μαΐου 1882, όπου συνενώθηκαν με τον συμμαχικό στόλο, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να υποστηρίξει την χερσαία εισβολή, που κατέληξε στην βρετανική κατοχή της μέχρι τότε ημιανεξάρτητης υπό οθωμανική κυριαρχία Αιγύπτου. Σημειώνεται ότι στη χώρα διαβιούσε πολυπληθής ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, άνω των 30.000 ατόμων (σ.σ. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν ο Γεώργιος Αβέρωφ και ο Κωνσταντίνος Καβάφης), η οποία μετά από την κατοχή και την αλλαγή καθεστώτος αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο, ελέγχοντας την παραγωγή βαμβακιού, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη.
Ο ενθουσιασμός του Τρικούπη ήταν τέτοιος ώστε προθυμοποιήθηκε να αποστείλει και χερσαία εκστρατευτική δύναμη της τάξης των 5.000 ανδρών, γεγονός που τελικά δεν έγινε αποδεκτό από το Λονδίνο. Εντούτοις στις 13 Ιουλίου δύναμη 120 Ελλήνων πεζοναυτών αποβιβάστηκε στην Αλεξάνδρεια μαζί με άλλες συμμαχικές δυνάμεις. Η ελληνική σημαία κυμάτισε στην πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος έστω και για λίγο. Η επιχείρηση εκείνη υπήρξε απόδειξη της ανάδειξης της Ελλάδας σε βασικού γεωπολιτικού συμμάχου των ναυτικών δυνάμεων και ειδικά της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ παράλληλα ήταν απολύτως συμβατή με το πνεύμα της Μεγάλης Ιδέας.
Τρία χρόνια αργότερα το 1885 ο Ελληνισμός του Σουδάν θα συστρατευόταν μαζί με τον συνταγματάρχη Τσαρλς Γκόρντον και θα πλήρωνε βαρύ φόρο αίματος στους φονταμενταλιστές μουσουλμάνους πολεμιστές του Αλ Μαχντί. Περί τους 56 Έλληνες μαζί με τον επίτιμο πρόξενο της Ελλάδας Νικόλαο Λεονταρίδη θα πολεμήσουν τους φανατικούς ισλαμιστές και οι περισσότεροι θα σφαγιαστούν. Αργότερα όταν ο λόρδος Κίτσενερ θα προελάσει στο Σουδάν για να αντιμετωπίσει και εξολοθρεύσει τις δυνάμεις του Αλ Μαχντί θα χρησιμοποιήσει κατά κύριο λόγο Έλληνες εμπόρους και ανθρώπους της εκεί παροικίας για τον ανεφοδιασμό των δυνάμεών του.
Η αποστολή πολεμικών πλοίων και πεζοναυτών στην Αίγυπτο κατέδειξε την αναγκαιότητα συγκρότησης ισχυρού πολεμικού ναυτικού για την χώρα μας, γεγονός που αποτυπώθηκε στην παραγγελία των τριών θωρηκτών «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά» από τον Τρικούπη κατά τη διάρκεια της επόμενης θητείας του (1886-1890). Η προστασία των εθνικών συμφερόντων συνδέθηκε με την ικανότητα του Ελληνικού Στόλου να προβάλλει την ισχύ του και να διατηρήσει τον έλεγχο των θαλασσών. Η αρχή που θα οδηγούσε τα επόμενα χρόνια στον Στόλο των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων είχε γίνει.

ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Ο ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΙΝΕΪΚΟ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΠΙΖΑΝΙΟΥ

Φέτος συμπληρώνονται 89 χρόνια από την ημέρα που απεβίωσε στην Αθήνα ο Σίγκμουντ/Ζιγκμουντ Μινέϊκο (1840 - 1925), μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα που συνδέθηκε με την
Σίγκμουντ Μινέϊκο

κοινωνία των Πατρών. Το επώνυμο Μινέϊκο βέβαια είναι γνωστό στην Ελλάδα λόγω της Σοφίας Μινέϊκο, συζύγου του Γεωργίου Παπανδρέου και μητέρα του Ανδρέα Παπανδρέου. Πρόκειται για αριστοκρατική οικογένεια πολωνικής καταγωγής, μέλη της οποίας εντοπίζονται ακόμα και σήμερα στην Πολωνία. Σε αρκετά ιστολόγια διαβάζω για την δήθεν εβραϊκή καταγωγή της οικογένειας Μινέϊκο, πληροφορία που δεν επιβεβαιώνεται από καμία πηγή και που προφανώς αποτελεί μέρος της σφαίρας του φανταστικού.

Το πρώτο μέλος των Μινέϊκο που εμφανίζεται στον ελλαδικό χώρο ήταν ο Σίγκμουντ Μινέϊκο (1840 - 1925) γεννημένος το 1840 στη Λιθουανία. Σπούδασε μηχανικός στην Αγία Πετρούπολη και το 1863 συμμετείχε στην πολωνική επανάσταση εναντίον των ρωσικών δυνάμεων του Τσάρου. Για την δράση του αυτή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, εν τέλει όμως μεταφέρθηκε στη Σιβηρία απ' όπου δραπέτευσε το 1868 για να καταφύγει στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί συμπλήρωσε τις σπουδές του στη στρατιωτική σχολή της Γαλλίας με υποτροφία του Βασιλιά λόγω της συνεισφοράς του στην απελευθέρωση Γάλλων υπηκόων που συμμετείχαν στην πολωνική επανάσταση. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όπου εργάστηκε στις υπηρεσίες αυτής για την κατασκευή δρόμων, γεφυρών, οχυρών (Μπιζάνι) κ.α. ενώ μεταξύ άλλων πραγματοποίησε και αρχαιολογικές ανασκαφές. Από δημοσίευμα της εφημερίδας "Ελευθερία" μαθαίνουμε πως από αυτές τις ανασκαφές απέκτησε αρκετά αρχαία αντικείμενα, τα οποία πούλησε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Το 1891 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα υπηρετώντας από διάφορες θέσεις το ελληνικό κράτος και το 1910 του απονεμήθηκε τιμητικά η ελληνική υπηκοότητα. Στους Βαλκανικούς Πολέμους διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο καθώς χάρις αυτόν έγινε εφικτή η κατάληψη του οχυρού του Μπιζανίου. Ως μηχανικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συμμετείχε στην κατασκευή του γνωρίζοντας τα ακριβή σχέδια του οχυρού, τα οποία και αποκάλυψε στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Γι' αυτή του τη συμβολή τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος.  Να σημειωθεί ότι ήταν ανταποκριτής πολωνικών εφημερίδων κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας καθώς και επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου του Λβοφ.
Υπήρξε οπαδός του Ελευθέριου Βενιζέλου και τέκτονας με πλούσια δράση. Από τα δημοσιευμένα αρχεία της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος επιβεβαιώνεται ότι ήταν μέλος της Στοάς "Πυθαγόρας". Στα μέλη της ίδιας στοάς συγκαταλέγονταν εκείνη την εποχή σημαντικοί επιχειρηματίες, ακαδημαϊκοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί. Σύμφωνα με τα ίδια αρχεία φαίνεται να διετέλεσε και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος χρηματίζοντας Μέγας Αρχιτρίκλινος. Κατα καιρούς υπήρξε μέλος των Μεγάλων Στοών της Ιταλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας.
Γ. Παπανδρέου και Σ. Μινέϊκο
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 1925 στην Αθήνα και ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Το οικογενειακό μνήμα διατηρείται ακόμα στο νεκροταφείο Αθηνών. Η νεκρώσιμος ακολουθία πραγματοποιήθηκε στην Μητρόπολη Αθηνών, ο επικήδειος δε εκφωνήθηκε από τον τέκτονα Παναγιώτη Δ. Καλογερόπουλο, ο οποίος κατείχε σημαντική θέση στην στοά "Πυθαγόρας". Λόγω της ιδιότητας του Καλογερόπουλου ο Αρχιεπίσκοπος του απαγόρευσε να εκφωνήσει τον επικήδειο, κάτι που δεν έγινε λόγω αμέλειας του ιερέα του ναού, ο οποίος και τέθηκε σε αργία. Ήταν παντρεμένος με την Περσεφόνη Μάναρη, κόρη του Σπύρου Μάναρη, μαθηματικού & διευθυντού της Ζωσιμαίας Σχολής στα Ιωάννινα, και είχαν αποκτήσει αρκετά παιδιά: την Jadwiga (1886 - 1932), σύζυγο του Stanislaw Maria Ludwik Maciej Jablonowski, μέλους της πολωνικής αριστοκρατίας, την Ανδρομάχη, σύζυγος κάποιου κόμη, πέθανε στην Αυστρία το 1939, την Σοφία (1883 - 1981), σύζυγο Γεωργίου Παπανδρέου, την Έλενα (1904 - 1995), η οποία έζησε μεταξύ Πολωνίας, Βρετανίας και Ελλάδας και πέθανε στην Αθήνα, την Μαρία (1907 - 1978), την Καρολίνα (1906 - 1956), η οποία έζησε στην Πολωνία, τον Στανίσλαος (1875 - 1924), ιατρό που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό και ποιητή που πέθανε στη Θεσσαλονίκη, τον Βίτολντ, την Aldona - Safo,  σύζυγο Έλληνα αξιωματικού του στρατού που πέθανε το 1912 και τον Ευθύμιο (1893 - ;), σύζυγο Μερόπης Κατσαρού και πρόεδρο του ελληνοπολωνικού εμπορικού συμβουλίου. Εγγονός του τελευταίου είναι ο Φίλιππος Μινέϊκο που ζει στην Αθήνα.


οικογένεια Παπανδρέου. διακρίνεται: Σ. Μινέϊκο (πρώτη αριστερά)


Η παρουσία της οικογένειας στην Πάτρα χρονολογείται από το 1880. Στην Πάτρα γεννήθηκαν τα περισσότερα, αν όχι όλα, παιδιά του ζεύγους Μινέϊκο. Στην πλατεία Υψηλών Αλωνίων στην οδό Αθανασίου Διάκου υπήρχε μέχρι την δεκαετία του 1960 το κτίριο Μινέϊκο, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία της Παναχαϊκής. Ο Σίγκμουντ Μινέϊκο στην Πάτρα εργάστηκε ως νομομηχανικός Αχαιοήλιδος ενώ τον Ιούλιο του 1919 κλήθηκε ως αναπληρωματικό μέλος του δημοτικού συμβουλίου Πατρών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υποθέτω ότι θα διέμενε στην Αθήνα. Η Σοφία Μινέϊκο (1883 - 1981) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα. Το 1910

Στο κέντρο του card postal το κτίριο Μινέϊκο
αναγορεύθηκε διδάκτωρ φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου, τον μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας, με τον οποίο όμως χώρισε το 1926 για να παντρευτεί ο τελευταίος την διάσημη ηθοποιό Κυβέλη. Μοναχοπαίδι της Σοφίας ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ενώ εγγονός της ήταν ο Γιώργος Α. Παπανδρέου. Για την οικία της στο Παλαιό Ψυχικό υπήρξε διαμάχη μεταξύ των κληρονόμων λόγω της ανεύρεσης δεύτερης διαθήκης.
ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΣ Η ΠΥΡΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ




Ο "πύργος της Απολλωνίας" υψώνεται στη νότια πλευρά της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Καβάλας, μεταξύ Αμφίπολης και Νέας Περάμου, πάνω σε χαμηλό γήλοφο που δεσπόζει στην παραλία του κόλπου των Ελευθερών.


Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Ο πύργος ελέγχει τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των εκβολών του Στρυμόνα και του κόλπου των Ελευθερών. Βρίσκεται δηλαδή ανάμεσα στις δυο βυζαντινές πόλεις- κάστρα : Χρυσόπολη στα δυτικά και Ανακτορόπολη ανατολικά.

Ιστορία


Χρονολογείται στην υστεροβυζαντινή περίοδο (14ος αι.) και θεωρείται έργο στρατιωτικό με σκοπό τον έλεγχο των κινήσεων σε όλη τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Αγίου Όρους και Χριστούπολης (Καβάλα). Το όνομα "Πύργος της Απολλωνίας" είναι συμβατικό (και νεοελληνικό) και μάλλον προήλθε από τη σύγχυση της θέσης της αρχαίας πόλης Απολλωνίας.

 

Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Ο πύργος περιβάλλεται από οχυρωματικό περίβολο. Ο περίβολος είναι τετράπλευρος με τη νότια πλευρά σπαστή σε τρεις μικρότερες πλευρές. Το πλάτος του ποικίλει από 1,20 έως 2,35 μ. Θεμελιώνεται πάνω στον μαλακό ημίβραχο και είναι κτισμένος με αργούς λίθους. Στη νοτιοδυτική πλευρά του βρίσκεται κτιστή κλίμακα που οδηγούσε στον περίδρομο. 

Στην εσωτερική πλευρά ήταν προσκολημένα διάφορα βοηθητικά κτίσματα. Θεμέλια οικοδομημάτων διακρίνονται επίσης εξωτερικά της βόρειας πλευράς του. Η βόρεια και ανατολική πλευρά του απολήγουν στη δυτική και νότια αντίστοιχα πλευρά του πύργου ο οποίος σχηματίζει τη βορειοανατολική γωνία του περιβόλου. Είναι τετράπλευρος εξωτερικών διαστάσεων 11Χ10 μ. και σώζεται σε μεγάλο ύψος. Η είσοδός του ανοίγεται στη νότια πλευρά που αντικρύζει τη θάλασσα και βρίσκεται σε ύψος 2 μ. πάνω από το έδαφος. Αποτελείται από τυφλό ισόγειο, κάτω από το επίπεδο της εισόδου, και τέσσερις ορόφους. Ισόγειο και πρώτος όροφος χωρίζονται με ξύλινο δάπεδο. Το ίδιο και ο πρώτος όροφος από τον δεύτερο. Διατηρούνται μάλιστα οι δοκοθήκες του δαπέδου. Ο δεύτερος όροφος χωρίζεται από τον τρίτο με κτιστό φουρνικό που στηρίζεται μέσω σφαιρικών τριγώνων, λείψανα των οποίων διατηρούνται στις γωνίες, στους περιμετρικούς τοίχους. Ο τρίτος από τον τέταρτο μάλλον με ξύλινο δάπεδο. Ο τέταρτος όροφος καλύπτεται με καμάρα, επάνω από την οποία σχηματίζεται το δώμα του πύργου με τις επάλξεις, που όμως δεν σώζονται.
Στον ανατολικό τοίχο του διαμορφώνονται δυο κόγχες που ανήκουν στο παρεκκλήσιο του πύργου. Οι τρεις πρώτοι όροφοι επικοινωνούν με κτιστή θολωτή κλίμακα διαμορφωμένη μέσα στο πάχος της τοιχοποιίας. Η είσοδος προς την κλίμακα, απλό τοξωτό άνοιγμα βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του πρώτου ορόφου, απέναντι από την κύρια είσοδο. Η πρόσβαση προς τον τέταρτο όροφο γινόταν με ξύλινη εσωτερική σκάλα. Το ίδιο πρέπει να υποθέσουμε για την επικοινωνία του ισογείου με τον πρώτο όροφο. Φωτίζεται από μεγάλα τοξωτά παράθυρα που ανοίγονται σε όλες τις πλευρές και δυο φωτιστικές θυρίδες. Η αμυντική ικανότητα του πύργου ενισχύεται με δυο καταχύστρες, από μια στη βόρεια και νότια πλευρά. 


Ο Πύργος παρουσιάζει πιο επιμελημένη τοιχοδομία. Είναι κτισμένος με χονδροδουλεμένους συλλεκτούς λίθους, επάλληλα ή μεμονωμένα πλινθία στους οριζόντιους και κάθετους αρμούς ενώ στις ακμές προτιμώνται πελεκημένα αγκωνάρια. Σε δυο σημεία σχηματίζονται δυο ζώνες με τέσσερις σειρές πλίνθων. Ορίζουν το επίπεδο του δευτέρου και τρίτου ορόφου.


ΠΗΓΗ http://www.kastra.eu

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟΥ 480 π.Χ.

Αρτεμίσιο 480 π.Χ. 3 ναυμαχίες σε 2 μέρες



Οι μάχες στο πέρασμα των Θερμοπυλών και οι η θυσία των Σπαρτιατών επισκιάζει τις εξίσου σημαντικές επιχειρήσεις που διεξάγονταν παράλληλα με τον αγώνα στην ξηρά. Όπως έξοχα υποδεικνύει ο Πλούταρχος η πεποίθηση των Ελλήνων για την ανωτερότητά τους έναντι των Περσών στη θάλασσα χτίστηκε από τις συγκρούσεις στα βόρεια της Εύβοιας
Ο Ξέρξης είχε συγκεντρώσει ένα στόλο από  χίλια διακόσια επτά πλοία και είχε θέσει επικεφαλής τον αδελφό του Αριαβίγνη. Σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι σε αυτό τον αριθμό είχαν υπολογιστεί τα
μεταγωγικά,οι ημιολίες καθώς και κάθε βοηθητικό σκάφος. Στο στόλο υπηρετούσαν οι παράλιοι υποτελείς του Πέρση βασιλιά. Οι Λύκιοι, οι Κίλικες, οι Κάρες, και οι Φοίνικες. Οι Ιωνες και οι Κύπριοι ναυτολογήθηκαν καταναγκαστικά και οι Πέρσες είχαν επιβιβάσει στα πλοία τους αγήματα αποτελούμενα από Πέρσες και Σάκες για να εκτελούν υπηρεσία πεζοναυτών και να επιτηρούν τα πληρώματα. Αν και Φοίνικες της Κύπρου θεωρούνται αξιόπιστοι, οι Ιωνες που είχαν επαναστατήσει πριν είκοσι χρόνια αντιμετωπίζονταν από τους Πέρσες με καχυποψία.   Ο στόλος περιέπλεε τις ακτές παράλληλα με την πορεία του στρατού και εξασφάλιζε την επικοινωνία με την Ασία αλλά και την τροφοδοσία από τα σημείο ανεφοδιασμού των μετόπισθεν. Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ένας ακόμη λόγος ήταν η επιθυμία του Πέρση βασιλιά να εποπτεύει τα πιο «ατίθασα στοιχεία» των δυνάμεων του. Μια πιο κυνική άποψη θέλει τους αξιόπιστους Φοίνικες να αποτελούν τη μέθοδο «έκτακτης ανάγκης» για τη διαφυγή του Ξέρξη στην περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Αν και η πορεία του στρατού και του στόλου ήταν παράλληλη όταν ξεκίνησαν από το Θερμαϊκό κόλπο χωρίστηκαν καθώς ο στρατός μπήκε στη Θεσσαλική ενδοχώρα.


Πεζοναύτες στο αγκυροβόλιο του Αρτεμισίου δια χειρός Κώστα Νικέλλη
 
Ο στόλος παρέπλεε τη θεσσαλική ακτή με μεγάλο κόπο. Ένας λόγος ήταν η άγνοια των Ασιατών πλοηγών για τα νερά και τους υφάλους. Άλλος λόγος ήταν οι προστριβές των Περσών αγηματαρχών που δεν εμπιστεύονταν τους Ίωνες πλοιάρχους με αποτέλεσμα καθυστερήσεις και ατυχήματα. Στα ανοιχτά του Πηλίου οι βόρειοι άνεμοι και η έλλειψη ασφαλών αγκυροβολίων έκαναν πολλά πλοία να ναυαγήσουν . Πολλά ακόμη έπαθαν σοβαρές αβαρίες και πολλές μοίρες διασκορπίστηκαν. Ο περσικός στόλος έφτασε στο όρμο των Αφετών στο Παγασητικό με καθυστέρηση τεσσάρων ημερών. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος της τετραήμερης καθυστέρησης του Ξέρξη να επιτεθεί στη φρουρά των Θερμοπυλών.
Επικεφαλής του Ελληνικού στόλου ήταν ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδας. Είχε πολλή από την χαρακτηριστική υπεροψία των Λακεδαιμόνιων και παραλίγο να διαλύσει το στόλο με την απρόσεχτη συμπεριφορά του. Ευτυχώς για τους Ελληνες, ο Αθηναίος ναύαρχος Θεμιστοκλής κατάφερε να τον χειριστεί έξυπνα και να κρατήσει το στόλο ενωμένο. ΟΘεμιστοκλής είχε καταφέρει μετά τη μάχη το Μαραθώνα να πείσει τους συμπολίτες του να χρησιμοποιήσουν τα έσοδα των μεταλλείων του Λαυρίου για να ναυπηγήσουν στόλο από τριήρεις. Πέτυχε αυτό το σκοπό εξορίζοντας τον πολιτικό του αντίπαλο Αριστείδη και λέγοντας ότι τα πλοία χρειάζονταν για να αποσπαστεί η κυριαρχία του Σαρωνικού κόλπου από τους Αιγινήτες. Η ανάγκη του στόλου για κωπηλάτες και η ναυτική υπηρεσία, που δεν απαιτούσε τα υπέρογκα έξοδα προμήθειας του εξοπλισμού ενός οπλίτη, επέτρεψαν την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων στους θήτες. Έτσι θεμελιώθηκε η πολιτική άνοδος των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων της Αθηναϊκής κοινωνίας.
Μετά το συνέδριο της Κορίνθου ο Θεμιστοκλής είχε στείλει στα βόρεια της Εύβοιας το φίλο του Αβρώνυχο, γιο του Λυσικλή. Αυτός ο ικανός άνδρας οργάνωσε δίκτυο πληροφοριών χρησιμοποιώντας φρυκτωρίες και ταχύπλοα σκάφη. Έτσι οι Ελληνες είχαν καλύτερη πληροφόρηση για τις προθέσεις των Περσών αλλά και για τις κινήσεις του στόλου τους. Η πρώτη επαφή με τον Περσικό στόλο ήταν ατυχής.
Τρία Ελληνικά πλοία που εκτελούσαν αποστολή αναγνώρισης έξω από τη Σκιάθο ήρθα πρώτα σε επαφή με τους Πέρσες. Ένα Αθηναϊκό για να γλυτώσει την καταδίωξη εξώκοιλε στην ακτή και το πλήρωμά του διέφυγε μέσω Θεσσαλίας. Τα άλλα δύο περικυκλώθηκαν από το ασιατικά πλοία και υπέκυψαν μετά από σύγκρουση. Πρώτο υπέκυψε ένα πλοίο που ήταν από την Τροιζήνα. Οι βάρβαροι αφού συνέλαβαν το πλήρωμα έσφαξαν πάνω στην πλώρη ένα ωραίο αιχμάλωτο νέο που λεγόταν Λέων, για να έχουν την εύνοια των θεών τους . Στο πλοίο όμως, του Ασωνίδη από την Αίγινα ένας πεζοναύτης που λεγόταν Πυθέας πολέμησε άγρια και μόνο όταν έπεσε λιπόθυμος από την αιμορραγία κατάφεραν ν α τον συλλάβουν. Οι Πέρσες, που εκτίμησαν την ανδρεία του, περιποιήθηκαν τις πληγές του και τον μετέφεραν σε δικό τους γιατρό αλλά, μεταχειρίστηκαν το υπόλοιπο πλήρωμα σαν κοινούς δούλους.

Όταν οι φρυκτωρίες μετέδωσαν τα συμβάντα, πανικός κατέλαβε το στόλο. Οι Πελοποννήσιοι ήθελαν να εγκαταλείψουν το Αρτεμίσιο και να υποχωρήσουν στον Ισθμό. Οι Ευβοείς διαμαρτυρήθηκαν έντονα για αυτή την απόφαση. Ο κίνδυνος να εκτεθούν τα πλευρά του στρατού και να υποταχθεί η Εύβοια ήταν ορατός. Απελπισμένοι οι κάτοικοι της Εύβοιας έδωσαν στο Θεμιστοκλή τριάντα τάλαντα για να κρατήσει το στόλο εκεί. Ο Θεμιστοκλής χρησιμοποίησε αυτά τα λεφτά για να εξαγοράσει τους τριηράρχους ώστε να μην ψηφίσουν υποχώρηση αλλά και για να σωπάσει τους Αθηναίους που τον κατηγορούσαν για παράνομες πρακτικές..
Την περίοδο αυτή ξέσπασαν θύελλες και όσα Περσικά πλοία δεν είχαν είχαν βρει ασφαλές αγκυροβόλιο άρχισαν να έχουν πρόβλημα. Λόγω του συνωστισμού,της απειρίας αλλά και της αδεξιότητας των επικεφαλής Περσών οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει τετρακόσια πλοία. Πολλά από αυτά ήταν μεταγωγικά με ότι συνεπάγεται αυτό για τον περσικό εφοδιασμό. Ο Θεμιστοκλής φανέρωσε ένα χρησμό που έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα λάβουν βοήθεια από ένα συγγενή τους και υπενθύμισε το μύθο του θεού Βορέα που είχε παντερυτεί μιά κόρη του μυθικού αθηναίου βασιλιά Κέκροπα. Οι Αθηναίοι πάντως μετά του Περσικούς Πολέμους τίμησαν ιδιαίτερα τον Βορέα τον θεό των βορείων ανέμων και αρωγό τους στις δύσκολες στιγμές.  Το ηθικό είχε ανέβει και τώρα ο Θεμιστοκλής είχε το αντίθετο πρόβλημα. Έπρεπε να συγκρατεί τους τριηράρχους από το να κάνουν παράτολμες ενέργειες. Ο μεγάλος ναύαρχος δεν ξεχνούσε ότι κυρία αποστολή του στόλου ήταν η αποτροπή της υπερκέρασης του στρατού που φρουρούσε τις Θερμοπύλες.
Μία μοίρα δεκαπέντε περσικών πλοίων προερχόμενων από την Αιολίδα, την Καρία και τις Φοινικικές πόλεις της Κύπρου παρασύρθηκε από τη θαλασσοταραχή κοντά στο Αρτεμίσιο. Οι ναύτες του Ξέρξη νόμισαν ότι τα πλοία που συνάντησαν ήταν δικά τους κι έτσι συνελήφθησαν με ευκολία από τους Ελληνες. Ο Θεμιστοκλής φρόντισε να μην εκτελεστούν οι αιχμάλωτοι αλλά τους έστειλε σιδηροδέσμιους στην Κόρινθο για να πληροφορηθούν οι Ελληνες την επιτυχία και να διαπιστώσουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι Πέρσες δεν ήταν ανίκητοι. Η τριακόντορος του Αβρώνυχου έφερε είδηση ότι οι Πέρσες είχαν αρχίσει τις επιθέσεις στο στρατό αλλά είχαν αποκρουστεί. Οι Πέρσες απέσπασαν διακόσια πλοία για να περιπλεύσουν την Εύβοια και να περικυκλώσουν τον Ελληνικό στόλο. Ο υπόλοιπος στόλος κινήθηκε κατά του Αρτεμισίου. Οι παρατηρητές ενημέρωσαν τους Ελληνες και ο στόλος βγήκε να ναυμαχήσει.
Οι στόλοι συναντήθηκαν μετά το μεσημέρι. Οι Πέρσες εκμεταλλευόμενοι την αριθμητική τους υπεροχή περικύκλωσαν τους Ελληνες. Περιφρονούσαν τον Ελληνικό στόλο λόγω του μικρού του μεγέθους αλλά τα δικά τους πληρώματα ήταν ταλαιπωρημένα από την κακοκαιρία και τα πλοία τους δεν είχαν προλάβει να αποκαταστήσουν τις αβαρίες.   Ο Ελληνες σχημάτισαν κύκλο με τις πρύμνες προς το εσωτερικό το κύκλου και τα έμβολα να προεξέχουν προς τα έξω. Οι πεζοναύτες γονατισμένοι στα καταστρώματα προστατεύονται απο τις ασπίδες τους.. Τα περσικά πλοία όμως είχαν πιο πολλούς τοξότες και η ακινησία των στόχων τα ευνοούσε και σιγά σιγά θα έφθειραν τα Ελληνικά πληρώματα. Ο Θεμιστοκλής διέταξε έφοδο για τη διάσπαση το κλοιού. Τα ελληνικά πλοία κατέστρεφαν τα κουπιά των εχθρικών πλοίων με τα έμβολα και τα πλεύριζαν για να εκτελεστεί η έφοδος των πεζοναυτών. Στα σημεία που οι Ελληνες αντιμετώπιζαν Φοίνικες και Κάρες, οι οποίοι είχαν ναυτικές δεξιότητες και παρόμοιο εξοπλισμό,.οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και η κατάσταση αμφίρροπη. Τα περσικά αγήματα όμως που ήταν επιβιβασμένα σε Ιωνικά πλοία υπέφεραν πολύ καθώς οι Ιωνες ναυτικοί εκμεταλλευόντουσαν την σύγχυση για να δημιουργήσου προβλήματα στους Πέρσες.  Οι ελαφρότερα οπλισμένοι Πέρσες παρά τη γενναιότητα τους υστερούσαν στις συμπλοκές πάνω στα καταστρώματα, καθώς δύσκολα μπορούσαν να εξουδετερώσουν τους βαρύτερα θωρακισμένους Ελληνες οπλίτες.

Το κατάστρωμα του θανάτου δια χειρός Κώστα Νικέλλη
 
Ο πρώτος τριήραρχος που κατάφερε να κυριεύσει εχθρικό πλοίο ήταν ο Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, που βραβεύτηκε για αυτή του την πράξη. Οι Πέρσες δεν κατάφεραν να διασπάσουν τον αμυντικό κύκλο των Ελλήνων. Η σύγκρουση κράτησε μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Ο αντίπαλοι αναγκάστηκαν να χωρίσουν για να αποφύγουν την επικίνδυνη σύγχυση της νυκτερινής μάχης Οι Ελληνες κυρίευσαν τριάντα εχθρικά πλοία. Οι Πέρσες αποσύρθηκαν προς του Αφέτες και οι Ελληνες προς το Αρτεμίσιο. Ένα Ιωνας τριήραρχος στην υπηρεσία. Περσών, ο Αντίδωρος από τη Λήμνο αυτομόλησε στους Ελληνες και οι Αθηναίοι τον βράβευσαν γιαυτό. Οι Ελληνες είχαν αναθαρρήσει καθώς είχαν διασπάσει τις εχθρικές γραμμές σε κάποια σημεία και η αριθμητική υπεροχή των Περσών ήταν μεγαλύτερο πρόβλημα από τα οφέλη που προσέφερε. Τα τριάντα αιχμαλωτισμένα σκάφη, μαρτυρούσαν τις ανώτερες ναυτικές ικανότητες των Ελλήνων που έπαψαν πια να φοβούνται τους αντιπάλους τους.
Τη νύχτα ο καιρός χάλασε και άρχισε να βρέχει. Ο αέρας παρέσυρε τα συντρίμμια και τα πτώματα της ναυμαχίας προς τα Περσικά αγκυροβόλια. Πολλά πτώματα μπλέχτηκαν στα περσικά κουπιά. Το τρομερό θέαμα καταρράκωσε το ηθικό των Ασιατών, ειδικά των τμημάτων του πεζικού που φρουρούσαν τις ακτές που είχαν καταληφθεί απότους Πέρσες. Την ίδια νύχτα μια ξαφνική καταιγίδα ρήμαξε τη περσική μοίρα που είχε αποσπαστεί για να περικυκλώσει τον Ελληνικό στόλο.
Την επόμενη μέρα, τα πενηντα τρία ελληνικά πλοία που παρέμεναν εφεδρεία στον πορθμό του Ευρίπου έφτασαν στο ελληνικό αγκυροβόλιο και έφεραν την είδηση της περσικής συμφοράς. Οι Ελληνες ενθαρρυμένοι ευχαρίστησαν τους θεοποιημένους ανέμους και ετοιμάστηκαν να βγουν και να ναυμαχήσουν στα ανοικτά. Αντίθετα οι Πέρσες είχαν σκοπό να μην κάνουν τίποτα προτού αποκαταστήσουν τις βαριές ζημιές των πλοίων τους. Για προστασία του ελλιμενισμένου στόλου οι Πέρσες είχαν τοποθετήσει στην εξωτερική περίμετρο τους Κίλικες. Οι Κίλικες είχαν ναυτική δεξιότητα και έφεραν οπλισμό παρόμοιο με τον ελληνικό. Δεν ήταν λάθος επιλογή εκ μέρους του Πέρση ναυάρχου, εκτός από το γεγονός ότι εκτελούσαν την αποστολή τους με πλημμελή τρόπο.

Κορίνθιος Πεζοναύτης καταβάλει Πέρση τοξότη 
Τα Ελληνικά πλοία πλησίασαν όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Είναι πιθανό ότι ο ρυθμός κωπηλασίας δίνονταν με οπτικά σήματα από τους κελευστές αντί για τους αυλούς και τα κρόταλα, όπως συνήθως γίνονταν. Όταν Κίλικες αντηλιφτηκαν τους Ελληνες και προσπάθησαν να σημάνουν συναγερμό ήταν απελπιστικά αργά.. Οι Έλληνες εμβόλισαν τα κιλικικά πλοία και οι επιβαίνοντες οπλίτες εισέβαλαν στα καταστρώματά τους. Λόγω της αμέλειας τους οι Κίλικες ίσως δεν ήταν καλά θωρακισμένοι και οπλισμένοι. Όσοι από αυτούς δεν πρόλαβαν να πέσουν στη θάλασσα σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν από τους Ελληνες. Τα ξύλινα πλοία της εποχής επέπλεαν αν και εμβολισμένα. Γι αυτό το λόγο, οι Ελληνες, αφού μετέφεραν τους αιχμαλώτους και τα λάφυρα στα δικά τους πλοία, κατέστρεψαν τα εχθρικά. Πιθανώς τους έβαλαν φωτιά χρησιμοποιώντας το λάδι από τις προμήθειες του εχθρού. Επειδή άρχισε να πέφτει η νύχτα οι Πέρσες δεν τόλμησαν να τους καταδιώξουν. Επίσης το θέαμα των καιόμενων πλοίων μέσα στο σκοτάδι δεν θα ήταν και ότι καλύτερο για το ηθικό τους
Την Τρίτη μέρα ο Αριαβίγνης έξαλλος από το γεγονός ότι ένας τόσο μικρός αριθμός εχθρικών πλοίων αψηφούσε τον το στόλο του Μεγάλου Βασιλιά απείλησε τους πλοιάρχους του με σκληρές τιμωρίες αν ο Ξέρξης μάθαινε τις αποτυχίες τους. Υπο αυτές τις συνθήκες ξεκίνησαν από νωρίς για να ναυμαχήσουν. Παρέταξαν τα πλοία τους, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ημικύκλιο και προσπάθησαν να περικυκλώσουν τους Ελληνες. Οι Ελληνες από την πλευρά τους φρόντισαν ώστε τα άκρα της παράταξης τους να βρίσκονται κοντά στην ακτή για να αποφύγουν αυτή την περίπτωση. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι βάρβαροι φώναζαν στους δικούς τους να μη φοβούνται τους αντιπάλους τους που ήταν έτσι κι αλλιώς λίγοι ενώ οι Ελληνες φώναζαν ο ένας στον άλλο να μην επιτρέψουν στους βαρβάρους να εισέλθουν στον Ευριππο. Οι μάχες πάνω στα καταστρώματα ήταν πάλι, πολύ άγριες. Διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Αθηναίος τριήραρχος Κλεινίας από το γένος των Αλκμεωνιδών και πατέρας του Αλκιβιάδη.

Αθηναίοι οπλίτες από τις φρατρίες των Βουτάδων καιτων Φιλαϊδών που χάρη στον πλούτο τους ασκούσαν το λειτούργημα της Τριηραρχίας. Ευγενική παραχώρηση του Συλλόγου Ιστορικών Μελετών “Κορύβαντες“ 
Οι απειλές του Αριαβίγνη είχαν κάνει τους Ασιάτες πλοιάρχους να φοβούνται να υποχωρήσουν. Οι πίσω γραμμές πλοίων πίεζαν τα μπροστινά δημιουργώντας ξανά σύγχυση και ατυχήματα. Η εχθρική παράταξη όμως ήταν τόσο πυκνή που οι Ελληνες δεν κατάφερναν να την διασπάσουν. Οι Περσικές απώλειες ήταν βαριές αλλά και οι Ελληνικές δεν πήγαιναν πίσω. Τα μισά πλοία των Αθηναίων είχαν πάθει σοβαρές ζημιές και ο αριθμός των τραυματιών μεγάλος. Από το εχθρικό ναυτικό διακρίθηκαν οι Αιγύπτιοι που κατάφεραν να κυριεύσουν πέντε Ελληνικά πλοία. Με το πέσιμο της νύχτας οι στόλοι επέστρεψαν στο ορμητήρια τους. Οι Ελληνες είχαν καταφέρει και αυτή τη φορά να εμποδίσουν τους Πέρσες να υπερκεράσουν τις Θερμοπύλες αλλά οι αντοχές τούς είχαν δοκιμαστεί σοβαρά.
Την επόμενη μέρα έφτασε η τριοκόντορος του Αβρώνυχου που εκτελούσε χρέη συνδέσμου με τη φρουρά των Θερμοπυλών και ανέφερε ότι οι Πέρσες είχαν παραβιάσει το στενό, είχαν εκμηδενίσει τη φρουρά και ότι ο Λεωνίδας ήταν νεκρός. Ακούγοντας τα αυτά ο Θεμιστοκλής συμφώνησε με τον Ευρυβιάδα ότι ήταν περιττή πλέον η παρουσία τους στην περιοχή. Πριν αποχωρήσουν όμως, ανανέωσαν τις προμήθειες τους επιτάσσοντας τα κοπάδια και τα τρόφιμα των Ευβοέων γιατί θεώρησαν καλύτερο να τα πάρουν αυτοί από το να μείνουν στον εχθρό. Επίσης όλα τα αξιόπλοα πλοία στάλθηκαν σε όλα τα σημεία της περιοχής που μπορούσε να προσεγγίσει ο περσικός στόλος και άφησαν μηνύματα για τους Ιωνες που υπηρετούσαν στον περσικό στόλο καλώντας τους να αυτομολήσουν ή αν δεν μπορούν, να προκαλούν προβλήματα στους Πέρσες, όποτε τους δίνονταν η ευκαιρία. Παράλληλα τους έλεγε να προσπαθούν να πείσουν τους Κάρες που αποτελούσαν κι αυτοί, αξιόμαχα τμήματα του περσικού στόλου να κάνουν το ίδιο. Αυτά τα μηνύματα ακόμα κι αν δεν κατάφερναν να προκαλέσουν πολλές λιποταξίες θα έκαναν τους Πέρσες να υποπτεύονται ακόμα περισσότερο τους καταναγκαστικά ναυτολογημένους Ελληνες και ίσως να απέφευγαν να τους ξαναχρησιμοποιήσουν στη μάχη.
Ο ελληνικός στόλος  υποχώρησε στη Σαλαμίνα. Οι Πέρσες λεηλάτησαν τη Ιστιαία καί άρχισαν παλι να πλέουν πράλληλα με το στρατό τους που προήλαυνε προς τη Βοιωτία και τη Αττική Η ήττα στις Θερμοπύλες είχε ρίξει πάλι το ηθικό. Αν και τα ελληνικά πληρώματα είχαν αποδείξει ότι ένας προς ένας ήταν ίοσοι και ανώτεροι των βαρβάρων οι Πελοποννήσιοι στρατηγοί ήταν απογοητευμένοι και ήθελαν ανυπχωρήσουν στον Ισθμό. Μόνο ένας έβλεπε καθαρά τι έπρεπε να γίνει, Ο Θεμιστοκλής ήξερε ότι πλέον μόνο στη θάλασσα είχαν πιθανότητες να αποκρούσουν τον εισβολέα, Μένοντας ακλόνητος όταν οι αλλoι είχαν χάση την πίστη τους προετοίμαζε τη σωτηρία της Αθήνας και όλης της Ελλάδας  μεθοδεύοντας σύγκρουση με τος Πέρσες στο Σαρωνικό κόλπο υπενθυμίζοντας σε όλους ότι το Μαντείο των Δελφών είχε αποκαλέσει «Αγία» τη Σαλαμίνα.

ΠΗΓΗ http://olympia.gr

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Β' (958 -1025)







Όταν οι Έλληνες ανέκτησαν την Πόλη από τους Λατίνους το 1261, βρήκαν στο νεκροταφείο πεταμένο, ένα σκελετό στον οποίο οι Φράγκοι είχαν βάλει περιπαικτικά στο στόμα μία φλογέρα. Δίπλα στον σκελετό, ήταν παραβιασμένος και συλημένος ένας τάφος με μία επιγραφή πού έγραφε: «Βασίλειος Πιστός Εν Χριστώ Τω Θεώ Βασιλεύς Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ήταν ο σκελετός του ανθρώπου, πού έμελλε να δώσει στο Ελληνικό Μεσαιωνικό κράτος την μεγαλύτερη δόξα πού γνώρισε ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος πού πολεμώντας στην πρώτη γραμμή του μετώπου μέχρι τα βαθιά του γεράματα, έσωσε την Μακεδονία από τούς Βούλγαρους εισβολείς, πού απώθησε τούς Άραβες και τούς Αιγύπτιους από την Μικρά Ασία και τούς Σαρακηνούς από την Καλαβρία και εκείνος πού κυνήγησε αλύπητα την παντοδύναμη αριστοκρατία προς όφελος των ακτημόνων και των αδυνάτων, ενώ παράλληλα γέμισε τα ταμεία του κράτους.
Το κράτος του ήταν οικονομικά παντοδύναμο, με εξαγωγές ειδών πολλαπλάσιες από τις εισαγωγές. Αναφέρεται δε, ότι ο φόρος πού πλήρωναν τα εμπορικά πλοία κατά την έξοδό τους από τα στενά του Ελλησπόντου ήταν τετραπλάσιος, από τον φόρο πού πλήρωναν κατά την είσοδό τους στα στενά. Ο Βασίλειος ο Μακεδών ήταν εκείνος πού εκχριστιάνισε τούς Ρώσους θέτοντας έτσι τα θεμέλια του πολιτισμού τους. Βασανιζόταν από το στίγμα της μητέρας του (η Θεοφανώ σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς πιθανόν γνώριζε, ή συμμετείχε στη δολοφονία του πεθερού της και του πρώτου συζύγου της) γεγονός το οποίο τον συγκράτησε από την πολυτέλεια, την χλιδή, την επίδειξη και τον εμπόδισε να εμπιστευθεί γυναίκα ως σύντροφο στον αυτοκρατορικό θρόνο. Έζησε όλη του την ζωή ως απλός στρατιώτης και ετάφη χωρίς πομπές και επισημότητες.
Το ελληνικό κράτος μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου, περιελάμβανε περιοχές πού κατοικούνταν από Έλληνες, αρκετές χιλιετίες πριν. Ανατολικά από την Σικελία του Αρχιμήδη, μέχρι δυτικά τον Πόντο τού Διογένη και του Στράβωνα και την Καισάρεια του Μεγάλου Βασιλείου και βόρεια από την Μακεδονία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι την Κύπρο και την Κρήτη του Μίνωος. H Ελληνική γλώσσα, ακουγόταν όπως και στην αρχαιότητα, από τον Δούναβη μέχρι τον Ευφράτη και από την Βάρη της Ιταλίας μέχρι την Χερσώνα της Κριμαίας. Κατά τον Schlumberger, τον επιφανέστερο βυζαντινολόγο πού συνέγραψε χιλιάδες σελίδες για τον Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο «η βασιλεία του υπήρξε μακροτάτη καθ’ όλην την ύπαρξιν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και μία των πλέον μακροχρονίων της παγκοσμίου Ιστορίας. Με τον θάνατο του εξέλιπεν η μεγαλυτέρα και ενδοξοτέρα φυσιογνωμία του μεσαιωνικού Ελληνισμού». 
Χάρτης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τον θάνατο του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου_πηγή wikipedia
Χάρτης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά τον θάνατο του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου_πηγή wikipedia
Ο Βασίλειος Β’ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 958 ανήκε στην δυναστεία των Μακεδόνων και ήταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και της αυτοκράτειρας Θεοφανούς, η οποία ήταν Ελληνίδα, γεννημένη στη Λακωνία. Το 960, όταν ο Βασίλειος ήταν δύο ετών, ο πατέρας του τον έκανε συναυτοκράτορα. Όμως το 963 ο πατέρας του πέθανε ενώ ο Βασίλειος ήταν μόλις 5 ετών. Επειδή ο Βασίλειος και ο αδελφός του, ο μελλοντικός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η’ (βασίλεψε από το 1025 έως το 1028), ήταν πολύ μικροί για να βασιλέψουν, η μητέρα τους Θεοφανώ παντρεύτηκε έναν από τους κορυφαίους στρατηγούς του Ρωμανού, τον Νικηφόρο Β’ Φωκά, ο οποίος στέφθηκε αυτοκράτορας το ίδιο έτος. Το 969 ο Νικηφόρος Φωκάς δολοφονήθηκε από τον ανηψιό του, Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος έγινε αυτοκράτορας και βασίλεψε για 7 χρόνια πεθαίνοντας στις 10 Ιανουαρίου του 976.
Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του άτεκνου Ιωάννη Τσιμισκή, ο θρόνος περιήλθε στους δύο νόμιμους κληρονόμους της Μακεδονικής Δυναστείας, Βασίλειο και Κωνσταντίνο, οι οποίοι ήταν έφηβοι 18 και 16 ετών αντιστοίχως. Ενώ ο Βασίλειος υπήρξε άνθρωπος εγκρατής, καρτερικός, αυστηρός με αδάμαστη θέληση, σπάνια αίσθηση του καθήκοντος και εξαιρετικές ικανότητες, ο αδελφός του ήταν αδιάφορος για τα κοινά, ακόλαστος και επιρρεπής στις διασκεδάσεις, στα κυνήγια και στα συμπόσια. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας και συγκεκριμένα από το 976 μέχρι το 985, την διοίκηση ουσιαστικά την ασκούσε ο πρόεδρος της Συγκλήτου, ο πολυμήχανος ευνούχος Βασίλειος Λεκαπηνός. Το έτος 985 ο νεαρός αυτοκράτορας απομάκρυνε επιτέλους τον παρακοιμώμενο Βασίλειο και ανέλαβε και ουσιαστικά την διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Πρόλαβε μάλιστα και την συνωμοσία πού ετοίμαζε ο παρακοιμώμενος, δήμευσε την περιουσία του και τον περιόρισε σε μοναστήρι όπου μετά από λίγο πέθανε.
Στέψη Βασιλείου Β' ως συναυτοκράτωρ του πατέρα του Ρωμανού ΙΙ από τον Πατριάρχη Πολύευκτο
Στέψη Βασιλείου Β’ ως συναυτοκράτωρ του πατέρα του Ρωμανού ΙΙ από τον Πατριάρχη Πολύευκτο το 960
Ο νεαρός αυτοκράτορας εκτός από τον ικανότατο βασιλέα των Βουλγάρων, Σαμουήλ, είχε να αντιμετωπίσει την ανταρσία του “ισχυρού” Βάρδα Σκληρού και του στρατηγού Βάρδα Φωκά οι οποίοι διεκδικούσαν ο καθένας για λογαριασμό του τον θρόνο από τον άπειρο αυτοκράτορα ενώ ταυτόχρονα είχαν την υποστήριξη των μεγάλων γαιοκτημόνων της Μ. Ασίας και των αριστοκρατικών οικογενειών, πού απαριθμούσαν πολλούς ικανούς στρατιωτικούς. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βασιλείου δεν μπορούσαν να είναι χειρότερα. Οι Βούλγαροι υπό τον αρχηγό τους Σαμουήλ είχαν τον πλήρη έλεγχο της Μακεδονίας ενώ με συχνές επιδρομές λεηλατούσαν και τις περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς και της Πελοποννήσου.
Η Λάρισα πού κατελήφθη το 986 ισοπεδώθηκε και ολόκληρος ο πληθυσμός της σκλαβώθηκε και μεταφέρθηκε στην Πρέσπα. Ακολουθεί το ποίημα του Ιωάννου του Γεωμέτρου πού περιγράφει τις συμφορές των ελληνικών θεμάτων από τούς βάρβαρους εισβολείς: Σκυθών (Βουλγάρων) μεν πλήθος διατρέχουσι τας επαρχίας ταύτας απανταχού διασπειρόμενοι, ωσεί ήσαν εν τη ιδία αυτών πατρίδι. Πρόρριζον δ’ εκτέμνουσιν αυτής την ευγενή βλάστησιν ανδρών ακάμπτων και σιδηρών την φύσιν και το ξίφος θερίζει τας γενεάς των νηπίων. Και κρατούσι μεν ταύτα εν ταίς αγκάλαις αυτών αι μητέρες, αλλ’ εξαρπάζουσιν αυτα οι πολέμιοι διά των βελών θανατούντες. Κόνις λεπτή νυν κείνται αι το πρίν οχυρώταται πόλεις. Και τα κτηνη νέμονται σήμερον το έδαφος, εν ώ άλλοτε άνθρωποι έζων. Ταύτα βλέπων οίμοι! πώς νύν θά παύσω δακρύων; ούτω πυρπολούνται οι αγροί ημών και αι πόλεις!
Ο τσάρος Σαμουήλ της Βουλγαρίας με βυζαντινή εμφάνιση
Ο τσάρος Σαμουήλ της Βουλγαρίας με βυζαντινή εμφάνιση
Το 986 ο αυτοκράτορας της Ρωμιοσύνης τέθηκε επικεφαλής ισχυρού στρατού και αποφάσισε να κτυπήσει τον εχθρό στην πρωτεύουσά του την Τριαδίτσα (αρχαία Σαρδική, σημερινή Σόφια). Άφησε τον Λέοντα Μελισσηνό με φρουρά στην Φιλιππούπολη, να φυλά τα νώτα του και αφού διέσχισε την κοιλάδα του Έβρου και τα δύσβατα μονοπάτια της Ροδόπης έφτασε στην Τριαδίτσα την οποία πολιόρκησε ανεπιτυχώς. Κατα την υποχώρησή του παγιδεύτηκε από τούς Βούλγαρους σε μία βαθιά χαράδρα, και στις 16 Αυγούστου 986, ο Ελληνικός στρατός υπέστη πανωλεθρία. Ο ίδιος ο Βασίλειος σώθηκε την τελευταία στιγμή, χάρις την βοήθεια των πιστών στρατηγών του Νικηφόρου Ουρανού και Νικήτα Χρυσολωρά. Σημαντικό ρόλο στην αποτυχία της εκστρατείας έπαιξε και ο στρατηγός Κοντοστέφανος, ο οποίος εξυπηρετώντας τούς σφετεριστές του θρόνου, τον πληροφόρησε ψευδώς πώς ο Λέων Μελισσηνός είχε εγκαταλείψει την θέση του στην Φιλιππούπολη. Ο Κοντοστέφανος τιμωρήθηκε για την προδοσία του, αλλά τα θέματα της αυτοκρατορίας ήσαν πάλι στο έλεος του Σαμουήλ, ο οποίος διεύρυνε τα σύνορα του κράτους του από το Αδριατικό Πέλαγος μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Αργότερα κατέλαβε και το ισχυρό κάστρο της Βέροιας.
Πόλεμοι και διπλωματία του Βασίλειου Β’
Η τρομερή ήττα από τούς Βούλγαρους έφερε στο προσκήνιο τούς εσωτερικούς εχθρούς πού προαναφέραμε, τον Βάρδα Φωκά και τον Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς προχώρησε προς την Κωνσταντινούπολη και στρατοπέδευσε με το στρατό του στην Χρυσούπολη, στην ασιατική ακτή της Μ. Ασίας απέναντι από την Πόλη, ενώ ένα άλλο τμήμα του στρατού του το απέστειλε στην Άβυδο, για να επιχειρήσει συνδυασμένη επίθεση από ξηρά και θάλασσα κατα της πρωτεύουσας. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες για τον Βασίλειο. Όμως ο αυτοκράτορας δεν ήταν πλέον ο νεαρός άνδρας πού ανέβηκε στον θρόνο άπειρος και χωρίς ερείσματα. Η παρουσία του στον θρόνο επί μία δεκαετία σχεδόν, τον είχε πλουτίσει με αρκετή εμπειρία, ενώ και ο ίδιος ο χαρακτήρας του ήταν εκ φύσεως επίμονος και ανυποχώρητος.
Με 6.000 Ρώσσους μισθοφόρους και με τα εναπομείναντα πιστά στο πρόσωπο του στρατεύματα, ο Βασίλειος κινήθηκε εναντίον του Φωκά, ο οποίος καθυστερώντας αδικαιολόγητα, έδωσε την ευκαιρία στον αντίπαλο του να οργανωθεί και να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Αφού νίκησε στην Χρυσόπολη (απέναντι από την Κων/πολη) και κατέστρεψε τον στόλο του Φωκά, ο Βασίλειος μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, στρατοπέδευσε στην Άβυδο του Ελλήσποντου, για να επιφέρει το τελειωτικό πλήγμα κατά του Φωκά. Μετά από κάποιες ημέρες ηρεμίας, κατά τις οποίες τα δύο στρατεύματα αντιπαρατάσσονταν χωρίς να αποφασίζουν να επιτεθεί κάποιο από τα δύο, ο Φωκάς αποφάσισε να κινηθεί πρώτος. Μόλις όμως ξεκίνησε την έφοδο, ο Βάρδας Φωκάς έπεσε νεκρός κεραυνοβολημένος. Αν και είναι πιθανόν να υπέστη καρδιακή συγκοπή, κάποιοι άλλοι ιστορικοί ισχυρίστηκαν πως δηλητηριάστηκε. Το στράτευμα του Φωκά παραδόθηκε και οι άμεσοι συνεργάτες του θανατώθηκαν.
Το 989, οπότε έχουμε την εμφάνιση ενός πολύ φωτεινού κομήτη και την πτώση του Τρούλου της Αγίας Σοφίας από ισχυρότατο σεισμό, ο έτερος αντίπαλος, ο Σκληρός αποδεχόμενος τις προτάσεις του Βασίλειου ο οποίος Κορέσθητι χύνων αίμα χριστιανών“, συνθηκολόγησε. Ο νεαρός βασιλεύς όχι μόνο δεν τιμώρησε τον διεκδικητή του θρόνου, αλλά τον χρησιμοποίησε και ως σύμβουλό του. O Gustave Schlumberger μας παραθέτει ακριβώς και τις συμβουλές πού έδωσε ο γέροντας Σκληρός: Συνεβούλευσε τω βασιλεί να μήν ανεχθή αντί οίασδήποτε θυσίας εν τη αυτοκρατορία λειτουργούς υπεράγαν ισχυρούς, μηδενί δε των πρωτευόντων στρατηγών να επιτρέψη να κατέχη μεγάλα πλούτη, να βαρύνη πάντας ακαταπαύστως δι’ως μάλιστα αυθαιρέτων εισπράξεων αναγκάζων αυτούς ούτω να αφιερώσιν εξ’ολοκλήρου χρόνον και προσοχήν εις τας ιδιωτικάς αυτών υποθέσεις και εμποδίζων αυτούς να καταστώσιν ισχυροί ή επικίνδυνοι, να μή υπομείνη μηδεμίαν γυναικείαν εν τω Ιερώ Παλάτιω επίδρασιν, πρός ουδενα δε οίον δήποτε να φαίνηται ηγεμών επιεικής και επί πάσι τούτοις να μή ανακοινώνη τα μυστικότατα των σχεδίων του ή εις ελάχιστον αριθμόν“. 
Την εποχή αυτή έλαβε χώρα και ο εκχριστιανισμός των Ρώσσων, ενός λαού σκανδιναβικής προέλευσης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Κίεβο τον 9ο αιώνα, και συγχωνεύτηκαν με τούς κατοίκους της περιοχής πού ήταν Σλαβικής καταγωγής. Οι Ρώς με αυτόν τον τρόπο άφησαν το σκότος της ειδωλολατρείας και εκπολιτίζονταν, ενώ ταυτόχρονα το Βυζάντιο εξασφάλιζε ένα απέραντο χώρο πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ακτινοβολίας θέτοντας υπό την πνευματική του χειραγωγία το νέο χριστιανικό Ρωσσικό κράτος και τη Ρωσσική Εκκλησία.
Η βάπτιση του Βλαδίμηρου
Η βάπτιση του Βλαδίμηρου
Ο Βασίλειος λοιπόν, τις δύσκολες ώρες του 988 – 989, χωρίς στρατό και ικανούς αξιωματικούς, στράφηκε προς τον ηγέτη των Ρως, πρίγκηπα του Κιέβου Βλαδίμηρου (αρχικό όνομα Βάλνταμαρ Σβάιναλντσον). Αποστέλλοντας αντιπροσωπεία στην αυλή του Βλαδίμηρου στο Κίεβο, ζήτησε την συνδρομή του τελευταίου, υποσχόμενος πλούτη και σπουδαία δώρα. Ο Βλαδίμηρος συναίνεσε στο αίτημα του Βασίλειου, αλλά ζήτησε και κάτι παραπάνω, το χέρι της Άννας……πορφυρογέννητης αδελφής του Βασίλειου. Η επιλογή για τον αυτοκράτορα ήταν πολύ δύσκολη, διότι πανάρχαια παράδοση απαγόρευε να δίνονται ως σύζυγοι σε βάρβαρους ηγεμόνες πορφυρογέννητες πριγκίπισσες. Όμως η ανάγκη ήταν μεγάλη και τελικά ο Βασίλειος, παρά τις αντιρρήσεις της αδελφής του, αποδέχθηκε την απαίτηση του Βλαδίμηρου, θέτοντας με την σειρά του ως όρο να βαπτισθούν χριστιανοί ο Βλαδίμηρος και ο λαός του. Μόλις ο Ρώσσος πρίγκιπας συναίνεσε στον όρο του Βασιλείου, η συμφωνία κλείστηκε και στην Κωνσταντινούπολη έφτασαν στρατεύματα από την Ρωσία, οι Βάραγγοι, ένα φύλο σκανδιναβικής καταγωγής, σκληροτράχηλοι και πιστοί στρατιώτες, οι οποίοι έμελλε να γίνονταν σωματοφύλακες του εκάστοτε βασιλιά του Βυζαντίου.
Βάραγγοι πολεμιστές
Βάραγγοι πολεμιστές
Ο Βασίλειος όμως καθυστερούσε να στείλει την αδελφή του και ο Βλαδίμηρος κατέλαβε την Χερσώνα, της Κριμαίας. Ο αυτοκράτορας θορυβημένος αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τούς όρους της συμφωνίας και να επιτρέψει την αναχώρηση της αδελφής του, μαζί με αρκετούς επισκόπους πού ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το έργο του εκχριστιανισμού των Ρωσσων. Το 989, ο Βλαδίμηρος και ο λαός του βαπτίσθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου στην Χερσώνα και μετά την βάπτιση τελέστηκαν οι γάμοι του με την πριγκίπισσα Άννα.
Το απόγειον της δόξας
Μετά την εδραίωση της κυριαρχίας του στο εσωτερικό, ο Βασίλειος αφοσιώθηκε στον αγώνα εναντίον των εξωτερικών εχθρών του Βυζαντίου. Για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, δεν σταμάτησε να πολεμά σε διάφορα μέτωπα, αν και έγινε ευρύτερα γνωστός για την συντριβή των Βουλγάρων. Όμως οι επιτυχίες του μεγάλου στρατηλάτη αυτοκράτορα δεν περιορίστηκαν μόνο στο μέτωπο αυτό, αλλά σχεδόν σε όλες τις εκστρατείες του κατάφερε να έχει θετικά αποτελέσματα. Με υπομονή και επιμονή, με θάρρος και προσωπικές θυσίες, περνώντας όλη την ζωή του στα στρατόπεδα σαν απλός στρατιώτης, πέτυχε να διαλύσει το ισχυρό βουλγαρικό κράτος και να ενισχύσει τις βυζαντινές θέσεις σε όλη την γραμμή των συνόρων, στα ανατολικά και τα δυτικά. Στις αρχές του 991 επανήλθε στο μέτωπο της Βαλκανικής, αφού πέρασε από την Θεσσαλονίκη για να αποδώσει ευχαριστήρια στον μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο. Αποκατέστησε διπλωματικές επαφές με τούς άρχοντες της Κροατίας και της Σερβίας, ώστε να αποκλείσει από τα βόρεια τον Σαμουήλ. Η εκστρατεία αυτή του Βασιλείου διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Ο Βασίλειος γνώριζε πώς ο στρατός των Βουλγάρων, ήταν ισχυρότερος από τον Ελληνικό γι’ αυτό επισκέπτονταν ο ίδιος τα Ελληνικά φρούρια και οχυρά στην Βαλκανική, έδινε προσωπικά οδηγίες στους διοικητές τους, τούς εμψύχωνε και τούς κατεύθυνε ως προς το είδος του πολέμου πού έπρεπε να διαλέξουν απέναντι στους αντιπάλους. Αυτός ο πόλεμος βασιζόταν σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις και αναδιπλώσεις στα οχυρά, σε συνεχείς παρενοχλήσεις των βουλγαρικών στρατευμάτων χωρίς να εκτίθενται σε σοβαρούς κινδύνους οι ίδιοι. Μέχρι το 995, ο Βασίλειος συνέχισε τον ανταρτοπόλεμο του μη δίνοντας στον Σαμουήλ την ευκαιρία να αντιπαρατεθούν σε ανοικτό πεδίο.
Την χρονιά αυτή, ο αυτοκράτορας εκστράτευσε εναντίον της Συρίας, όπου ο διοικητής της Αντιόχειας είχε ηττηθεί από τους σουλτάνους της Αιγύπτου, τους Φατιμίδες και το Χαλέπιον κινδύνευε να πέσει στα χέρια τους. Η ταχύτητα της αφίξεως του στρατού του Βασιλείου ήταν τρομερή για τα δεδομένα της εποχής. Σε δεκαπέντε μόλις ημέρες ένας στρατός 40000 αντρών διέσχισε την απόσταση από τις χιονοσκέπαστες κορυφές της Μακεδονίας μέχρι τις ερήμους της Συρίας. Αλλά ας αφήσουμε τον Schlumberger να μάς περιγράψει τις αντιδράσεις των Αιγυπτίων πού πολιορκούσαν το Χαλέπιον της Συρίας. Η της αφίξεως του βασιλέως φοβερά αγγελία ούτω αιφνιδίως επισκήψαντος υπήρξε κεραυνός διά τον Αιγύπτιον στρατηγό. Ούτω δέ εταράχθη εκ της τρομεράς από Βορρά περιελθούσης αυτώ ειδήσεως αυτός ο πιστεύων ότι ωρών μόνον εσκέφθη πλέον, να φύγη. Διότι κατέπληξεν αυτόν ο μέγας ούτος των Ρούμ αυτοκράτωρ, όστις διασχίσας εν καλπασμώ ως εκ θαύματος μετά του στρατού αυτού ολόκληρον την αυτοκρατορίαν του ευρίσκετο ήδη εν αποστάσει πορείας ολίγων μόνο ωρών και δή, ότε επίστευεν ότι διετέλει ων εν μέση Βουλγαρία. Πιθανώς δέ εν τη καταπτοήσει επί τοις πρώτοις αγγέλμασι το πλήθος του Ελληνικού στρατού εμεγαλύνθη υπερμετρως. Αυθωρεί λύσας την πολιορκίαν της πόλεως, ης επί τοσούτους μήνας αντεποιείτο και δι’ ην τοσούτους είχε θυσιάσει στρατιώτας“. Η παρουσία και μόνον του Ελληνα βασιλέα έτρεψε σε φυγή όλους τούς εχθρούς πού απειλούσαν τα νοτιοανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Αφού όρισε διοικητή της Αντιόχειας τον Δαμιανόν Δαλασσηνόν, αντί του Μιχαήλ Βούρτζη, ο Βασίλειος επανήλθε στην πρωτεύουσα. 
Ο Σαμουήλ όμως επωφελήθηκε και άρχισε να λεηλατεί την Μακεδονία. Κατέλαβε πάλι την Βέροια και πολιόρκησε την συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη, όπου φόνευσε τον διοικητή της Γρηγόριο Ταρωνίτη και αιχμαλώτισε τον γιό του. Αργότερα (997) κατέβηκε νοτιώτερα, μέχρι την Πελοπόννησο, προκαλώντας τρομερές καταστροφές και διαπράττοντας ανήκουστες βιαιοπραγίες. Σοβαρή αντίσταση βρήκε μόνο στο Γαλαξείδι, όπου οι κάτοικοι πολέμησαν με μεγάλη ανδρεία και επρώτευσε κάποιος Γαλαξειδιώτης ονόματι Χαραλάμπης. Επιστρέφοντας όμως ο τσάρος των Βουλγάρων προς την Βουλγαρία, με την λεία του πού την αποτελούσαν χιλιάδες αιχμάλωτοι και πλήθος από πολύτιμα σκεύη, συναντήθηκε στον Σπερχειό ποταμό με τον στρατηγό του Βασιλείου, Νικηφόρο Ουρανό. Οι δύο στρατοί στρατοπέδευσαν στις απέναντι όχθες του ποταμού ο οποίος ήταν πλημμυρισμένος λόγω των συνεχών βροχοπτώσεων. Οι Βούλγαροι, μεθυσμένοι από την χαρά, το κρασί και τα πλούσια λάφυρα, υποτίμησαν τούς αντιπάλους και αιφνιδιάστηκαν όταν οι Έλληνες κατάφεραν να διέλθουν από ένα διαβατό σημείο του ποταμού κατά την διάρκεια της νύκτας και επέδραμαν κατά του στρατοπέδου τους. Επακολούθησε τρομερή σφαγή των Βουλγάρων οι οποίοι μισοκοιμισμένοι δεν αντιστάθηκαν καθόλου και χάθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Σαμουήλ με τον γιό του προσποιήθηκαν τούς νεκρούς και τραυματισμένοι κατόρθωσαν να γλυτώσουν. Αφού περιπλανήθηκαν στα βουνά για δέκα ήμερες έφτασαν τελικά στην Αχρίδα. Η μάχη του Σπερχειού, το 997, είναι μία σπουδαία καμπή στον πόλεμο μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων και σημαδεύει την απαρχή της νικηφόρας πορείας των Ελληνικών στρατευμάτων.

Μάχη του Σπερχειού_απεικόνιση από το χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτζη_Μαδρίτη
O Σαμουήλ γρήγορα κατάφερε να αναδιοργανώσει τον στρατό του και να αρχίσει μία σειρά επιθέσεων σε διάφορα φρούρια και πόλεις της δυτικής Βαλκανικής. Το 998, κατέλαβε το Δυρράχιο και την Διόκλεια. Ο Βασίλειος κατελάμβανε φρούρια και κλεισούρες στην ανατολική Μακεδονία. Ο γιός του Ταρωνίτη, Ασώτιος, εγλύτωσε την ζωή του, χάρις την αγάπη της κόρης του Σαμουήλ, η οποία έπεισε τον πατέρα της να τούς παντρέψει. Πράγματι παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν οι δύο νέοι στο Δυρράχιο (αρχαία Επίδαμνος). Στην πρώτη ευκαιρία δραπέτευσαν και έφτασαν στην Βασιλεύουσα όπου πληροφόρησαν τον Βασίλειο για την πρόθεση του άρχοντα του Δυρραχίου, Χρυσηλίου, να παραδώσει την πόλη στον αυτοκράτορα. Ο Βασίλειος απέστειλε τον Ευστάθιο Δαφνομήλη, ο οποίος παρέλαβε το μεγάλο λιμάνι. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τον Σαμουήλ, ο οποίος έβλεπε την αυτοκρατορία του να κλονίζεται. Όμως ο Έλληνας αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να τον αντιμετωπίσει όπως θα ήθελε, διότι το 999 αναγκάσθηκε να εκστρατεύσει και πάλι στην Συρία, όπου οι Αιγύπτιοι είχαν ξαναγίνει απειλητικοί.
Στην Απάμεια της Συρίας ο Δαμιανός Δαλασσηνός είχε σκοτωθεί μαζί με έξι χιλιάδες στρατιώτες. Το θέαμα των νεκρών Ρωμιών κλόνισε τον Βασίλειο ο οποίος διέταξε την ταφή τους και έκτισε εκκλησία για να τιμήσει την μνήμη τους. Στις 28 Οκτωβρίου 999, οι Έλληνες πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Καισάρεια (Χαϊζάρ) της Συρίας και αργότερα την Έμεσα (Χόμς), και την Ηλιούπολη τις οποίες και ισοπέδωσαν. Αφού απέτυχε ο Βασίλειος να καταλάβει την Τρίπολη του Λιβάνου, εγκατέλειψε την πολιορκία και την 1η Ιανουαρίου 1000, έφτασε στην Αντιόχεια όπου γιόρτασε την έλευση του νέου έτους. Αφού ενίσχυσε τις βυζαντινές θέσεις, ο βασιλέας των Ελλήνων στράφηκε βόρεια προς την Αρμενία και την Γεωργία (Ιβηρία) οι οποίες πιεζόμενες από διάφορες τουρκμενικές και σελτζουκικές φυλές ζήτησαν την βοήθεια του.
Από τα κράτη αυτά, ο Βασίλειος απέσπασε κάποια σημαντικά συνοριακά εδάφη, ο ηγεμόνας της Ιβηρίας, Δαυΐδ παραχώρησε το βασίλειο του οικειοθελώς στον Βασίλειο, ενώ ο αυτοκράτορας συνήψε συμφωνία με τούς πρίγκιπες του Ανί και του Βασπουραχάν πώς μετά τον θάνατο τους τα βασίλεια τους θα περιέρχονταν στην βυζαντινή εξουσία. Πράγματι, το Βασπουραχάν έγινε μέρος της βυζαντινής επικράτειας το 1021, ενώ το Ανί ακολούθησε το 1045. Θά παραμείνουν στή βυζαντινή εξουσία μέχρι την καταστροφική μάχη του Μαντζικέρτ (Μαναζκέρδης) το 1071, μετά την οποία θα περιέλθουν στα χέρια των Σελτζούκων. Επιστρέφοντας ο Βασίλειος από την επιτυχημένη εκστρατεία του στην Γεωργία και Αρμενία, σταμάτησε στην Καππαδοκία, στο Θέμα του Χαρσιανού, όπου τον υποδέχτηκε ο πολύ πλούσιος άρχοντας, ονόματι Ευστάθιος Μαλεϊνός. Η τόσο πλούσια φιλοξενία και γεμάτη χλιδή περιποίηση του Μαλεϊνού προβλημάτισε τον Βασιλέα, ο οποίος δεν είχε ξεχάσει τις συμβουλές του γέροντα Σκληρού. Εξανάγκασε λοιπόν τον πλούσιο άρχοντα να τον συνοδεύσει στην Βασιλεύουσα όπου παρέμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο διακανονισμός των ζητημάτων πού αφορούσαν στην Αρμενία, Γεωργία και Συρία, γύρω στα 1000, επέτρεψε στον αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης να στρέψει απερίσπαστος την προσοχή του στην αντιμετώπιση του Σαμουήλ. Με μεθοδικές κινήσεις, με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ξεκίνησε μία εκστρατεία που διήρκεσε 14 ολόκληρα χρόνια, χειμώνα και καλοκαίρι, μην δίνοντας στον αντίπαλο την ευκαιρία να αναπνεύσει ούτε στιγμή, περικυκλώνοντας τον και χτυπώντας τον στα αδύνατα σημεία του, μεχρι την ολοκληρωτική συντριβή του και την τελική του παράδοση. Τον Μάρτιο του 1001 με τον Πρωτοσπαθάριο Νικηφόρο Ξιφία και τον Πατρίκιο Θεοδωροκάνο, στράφηκε στις δυτικές επαρχίες του βουλγαρικού κράτους και κατέλαβε την Πρεθσλαύα. Στρεφόμενος νότια, κατέλαβε την Βέροια, την Καστοριά και τα Σέρβια. Τα Σέρβια ήταν πανίσχυρο κάστρο και την άμυνα είχε αναλάβει ο προδότης Νικολιτζάς, ο οποίος ήταν πιστος στον Σαμουήλ και τον είχε βοηθήσει να καταλάβει την Λάρισα. Ύστερα από εικοσαήμερη πολιορκία, έπεσαν τα Σέρβια, και Βασίλειος χάρισε την ζωή του προδότη. Ο Νικολιτζάς έμελλε όμως να δραπετεύσει και να τρέξει να επανασυνδεθεί με τον στρατό του Σαμουήλ. Η Θεσσαλία όμως, είχε απαλλαγεί από τον βουλγαρικό κίνδυνο και ο Ελληνικός στρατός φαινόταν ότι είχε ξεπεράσει σε αξία και ισχύ τον Βουλγαρικό.
Τα Βοδενά, η σημερινή Έδεσσα, υποτάχθηκε στους Έλληνες, ύστερα από πολιορκία πού κράτησε πολλές εβδομάδες, στο έτος 1002. Η ιαχή “Βασίλειε σύ νικάς“, αντηχούσε πλέον σε ολόκληρη την Μακεδονία. Αφού κατέλυσε τον χειμώνα στην Θεσσαλονίκη, τον Μάϊο κατέλαβε το Δορύστολο ή Σιλιστρία και ύστερα από πολυήμερη πολιορκία το Βιδύνιο, στον Δούναβη ποταμό. Ο Σαμουήλ όμως ήταν άξιος και πείσμων αντίπαλος. Σε μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, την ημέρα τής Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου επιτέθηκε στην Αδριανούπολη (Ανδριανού Πόλις) την λεηλάτησε και αιχμαλώτισε το σύνολο του πληθυσμού της. Ο Βασίλειος αναγκάστηκε να κινηθεί νότια. Το 1004 συναντώνται οι δύο στρατοί έξω από τα Σκόπια στις δύο όχθες του ποταμού Αξιού. Επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό του Σπερχειού ποταμού. Οι Βούλγαροι πιο ανοργάνωτοι, θεώρησαν τούς εαυτούς τους ασφαλείς λόγω του πλημμυρισμένου ποταμού. Ο Βασίλειος όμως είχε δώσει εντολή να βρεθεί πόρος διαβατός. Κάποιος στρατιώτης ονόματι Αλέξιος κατόρθωσε να βρει πέρασμα, και κατά την διάρκεια της νύκτας, ο Ελληνικός στρατός πέρασε κρυφά το πλημμυρισμένο ποτάμι, και έπεσε ως κεραυνός στο εχθρικό στρατόπεδο. Οι Βούλγαροι υπέστησαν δεινή ήττα, και υποχώρησαν. Ήταν η σειρά του Έλληνα Βασιλιά να μπει στην σκηνή του Σαμουήλ και να καθίσει στον θρόνο του, μετά την ήττα του 986. Το μόνο πού τον στεναχώρησε ήταν ο θάνατος του παλληκαριού πού είχε ψάξει και είχε βρει το πέρασμα. Τα Σκόπια, η πρωτεύουσα της αρχαίας Δαρδανίας, παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση.
Ιούλιος 1014, στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος νικά τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ.
Ιούλιος 1014, στη μάχη του Κλειδίου, ο Βασίλειος νικά τον Βούλγαρο τσάρο Σαμουήλ.
Κάθε χρόνο ο Βασίλειος επανερχόταν στην Μακεδονία πιέζοντας αφόρητα τον Σαμουήλ, έχοντας ως σκοπό του την τελειωτική νίκη. Η μάχη που σημάδεψε την αρχή του τέλους έγινε στις 29 Ιουλίου του 1014, στα στενά του Κλειδίου (Κίμβα Λόγγου), μεταξύ των Σερρών και του Μελενίκου. Ο Σαμουήλ είχε καταλάβει τα στενά εμποδίζοντας την διάβαση των βυζαντινών, χρησιμοποιώντας ολόκληρο τον όγκο των στρατευμάτων του στην επιχείρηση αυτή. Η πρώτη μερα της μάχης ήταν νικηφόρα για τα εχθρικά στρατεύματα. Ο Νικηφόρος Ξιφίας όμως, ένας ακόμη ικανότατος στρατηγός του αυτοκράτορα, κατά την διάρκεια της νύκτας, βρήκε κάποιο πέρασμα και βρέθηκε αναπάντεχα στις πλάτες του Σαμουήλ. Η καταστροφή του βουλγαρικού στρατού ήταν ολοκληρωτική. Ο τσάρος των βουλγάρων διέφυγε με άτακτη υποχώρηση, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος των βουλγάρων στρατιωτών συνελήφθη αιχμάλωτος. Θέλοντας να τελειώσει μια για πάντα με τούς εχθρούς του, ο Βασίλειος έδωσε τότε μία τρομερή και απάνθρωπη διαταγή. Αποφάσισε να τυφλωθούν και οι 15.000 αιχμάλωτοι, αφήνοντας ανά εκατοντάδα ένα μονόφθαλμο, ο οποίος θα οδηγούσε στον Σαμουήλ τούς τυφλούς του στρατιώτες. Στην Πρίλαπο, όπου είχε καταφύγει ο Σαμουήλ, αντίκρισε το τρομερό θέαμα των τυφλών στρατιωτών του και σύμφωνα με τούς Κεδρηνό και Σκυλίτζη, μετά από δύο ημέρες ο τσάρος των Βουλγάρων πέθανε από την λύπη του. Ο Έλληνας βασιλιάς δικαιώθηκε με την ενέργειά του αυτή και απαλλάχθηκε από τον άνθρωπο πού είχε απειλήσει την ακεραιότητα του κράτους του. Πολλοί κατακρίνουν και όχι αδίκως την ενέργεια του αυτοκράτορα. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι Βούλγαροι πλησίασαν να καταστρέψουν ολοσχερώς τον Μεσαιωνικό Ελληνισμό και έπρεπε αυτή η απειλή να εκλείψει διά παντός. Εάν οι Παλαιολόγοι είχαν αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο τούς Οθωμανούς, σίγουρα η κατάσταση της χώρας μας θα ήταν διαφορετική σήμερα. Οι Βούλγαροι όμως συνέχισαν πεισματικά τον πόλεμο. Λίγο μετά την μάχη του Κλειδίου αποδεκάτισαν, στην κοιλάδα της Στρουμνίτζας, απόσπασμα του ελληνικού στρατού μαζί με τον στρατηγό Θεοφύλακτο Βοτανειάτη.
Τον Σαμουήλ διαδέχθηκε ο γιός του Γαβριήλ, ο οποίος προσπάθησε να συνθηκολογήσει με τον αυτοκράτορα, αλλά δολοφονήθηκε από τον εξάδελφο του Βλαδισλάβο, το 1016. Ο τελευταίος άρχισε ειρηνευτικές συνομιλίες, με κύριο στόχο του να αναδιοργανώσει τα κατάλοιπα του βουλγαρικού στρατού. Όμως ο ακαταπόνητος Βασίλειος δεν πίστεψε τις ψεύτικες υποσχέσεις του Βλασιδισλάβου και συνέχισε να κατακτά την μία πόλη μετά την άλλη. Κατέκτησε τα Βιτώλια (Μοναστήριον), το Πρίλαπο, το Στυπείον, το Μελενίκο τα Μογλενα και τα Βοδενά (Έδεσσα) πού είχαν ανακαταλάβει οι Βούλγαροι. Κατά την διάρκεια άλλης εκστρατείας ο Ιβάτζης παγίδευσε απόσπασμα του αυτοκρατορικού στρατού και το κατέσφαξε μαζί με τούς αρχηγούς του Γεώργιο Γονιτζιάτη και Ορέστη. Το 1017 οι μάχες συνεχίζονται ακατάπαυστα. Για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του Βουλγαροκτόνου, παραθέτουμε το παρακάτω περιστατικό πού περιγράφει ο Σκυλίτζης: Σε μία ένεδρα του Βλαδισλάβου, παγιδεύεται η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού υπό τον στρατηγό Κωνσταντίνο Διογένη. Ο Βασίλειος πού ακολουθούσε και ο οποίος ήταν γύρω στα εξήντα, πήδηξε στο άλογό του, ανεφώνησε “Οστις πολεμιστής, ακολουθείτω μοι” και χωρίς να κοιτάξει πίσω του, κάλπασε προς τα εμπρός. Ο Διογένης διεσώθηκε, οι Βούλγαροι διασκορπίστηκαν και όλες οι αποσκευές του Βούλγαρου Τσάρου περιήλθαν στα χέρια του αυτοκρατορικού στρατεύματος. Ο Βλαδισλάβος σκοτώθηκε πολιορκώντας το Δυρράχιο το 1018 του οποίου την άμυνα είχε αναλάβει ο Νικήτας Πηγωνίτης. Αμέσως μετά ο Βασίλειος μπήκε θριαμβευτικά στην Αχρίδα, με την κατάκτηση της οποίας τελείωσε ο πόλεμος πού είχε αρχίσει το 986 και διήρκεσε 32 ολόκληρα χρόνια. Τα κάστρα παραδίδονταν στον βασιλέα, το ένα μετά το άλλο. Ο μόνος πού συνέχιζε πεισματικά να μάχεται ήταν ο Ιβάτζης. Και πάλι ο Σκυλίτζης μας αναφέρει αναλυτικά την περιπετειώδη σύλληψη του βογιάρου. «Ο Ιβάτζης ήταν οχυρωμένος στο απάτητο κάστρο του Βροχωτού, όταν μόνος με δύο συντρόφους, ο Κατεπάνω Ευστάθιος Δαφνομήλης κατέφθασε, προφασιζόμενος να μιλήσει με τον Ιβάτζη. Οι Βούλγαροι όταν είδαν τον Έλληνα στρατηγό μόνο του, φυσικά δεν ανησύχησαν και τον δέχθηκαν περίεργοι για τούς σκοπούς της επίσκεψεώς του. Μετά από το δείπνο, ο Δαφνομήλης εζήτησε κατ’ ιδίαν συνδιάλεξιν προς τον Ιβάτζην. Αφού απομακρύνθηκαν σε γειτονικό άλσος, ο πελώριος Έλληνας στρατηγός, τον ακινητοποίησε και με την βοήθεια των συντρόφων του πού ήταν κρυμμένοι, τον ετύφλωσαν. Φέροντας σε άθλια κατάσταση μπροστά από τούς Βούλγαρους στρατιώτες τον αρχηγό τους, με βροντερή φωνή τούς έπεισε ότι κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη, γιατί σε λίγο κατέφθανε ο αυτοκράτορας. Αυτό ήταν το τέλος και της τελευταίας εστίας αντίστασης των Βουλγάρων.
Basilios_II
Ο Βασίλειος μετά την πλήρη κυριαρχία του στην Μακεδονία, περιόδευσε στις νότιες επαρχίες, όπου τα πλήθη συνέρρεαν να τον συναντήσουν και να τον επευφημήσουν. Επισκέφθηκε τις Θερμοπύλες πού είχαν γραφτεί σελίδες αντάξιας δόξας από τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, πέρασε από την Θήβα πού ήταν το κέντρο της παραγωγής μεταξιού όλης της αυτοκρατορίας, με πολυάριθμες βιοτεχνίες και εξαγωγές προς την Δύση. Στο τέλος δε έφτασε στην πατρίδα των μαχητών του Μαραθώνος και της Σαλαμίνας, την πόλη της Παλλάδος Αθηνάς. Εκεί ανέβηκε στον Παρθενώνα, πού είχε στο εσωτερικό του κτισμένο ναό προς τιμήν της Θεοτόκου. Παραθέτουμε αφήγηση του σοφού ερευνητού Γάλλου Σλουμβερζέ: “Ενώ δέ χρόνω ο σεπτός νικητής των Βουλγάρων γονυκλινής ηυχαρίστει την Παναγίαν την Αθηνιώτισσαν, οι θεοί και οι ήρωες του Φειδίου εν τη μεγαλοπρεπεί αυτών πομπή εθεώντο τον γηραιόν αυτοκράτορα άνωθεν από των σεπτών ζωφόρων. Διότι οι των θαυμασίων συληταί Τούρκοι, Ενετοί και Άγγλοι δεν είχον παρέλθει επί τον ιερόν βράχον.” Αξίζει να αναφέρουμε μία λεπτομέρεια. Ο Ενετός Μοροζίνι το 1688, έκλεψε από τον Πειραιά ένα κολοσσιαίο αρχαίο άγαλμα που παρίστανε Λέοντα. Εξ’ ού και οι Βενετοί ονόμαζαν το λιμάνι Πόρτο Λεόνε. Τα λιοντάρια όπως γνωρίζουμε έμελλε να αποτελέσουν σύμβολο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στο άγαλμα αυτό ήταν χαραγμένες επιγραφές άγνωστης γλώσσας. Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι η γλώσσα ήταν σκανδιναβική και οι επιγραφές ήταν χαραγμένες από τούς μισθοφόρους Ρως του Αυτοκράτορα, ο οποίος το 1018 επέστρεψε ακτοπλοϊκώς στην Θεοφύλακτη Κωνσταντινούπολη και φυσικά για κάποιες ώρες είχε καταλύσει και στο μεγάλο λιμάνι του Πειραιά. Ο Βασίλειος είχε αποτρέψει την κλοπή έργων των προγόνων του. Η αίγλη της Ρωμιοσύνης τότε ήταν στο υψηλότερο σημείο πού είχε βρεθεί ποτέ.
Ο Βασίλειος δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τις υποθέσεις πού αφορούσαν στις δυτικές επαρχίες του κράτους. Προσπάθησε να δημιουργήσει διπλωματικές σχέσεις με την Γερμανική αυτοκρατορία η οποία διεκδικούσε με αξιώσεις την Κάτω Ιταλία, παραχωρώντας την αδελφή του Θεοφανώ, ως σύζυγο του Όθωνα Β’. Παραθέτω κρίσεις του Schlumberger για την επίδραση της Ελληνίδος πριγκίπισσας στο Γερμανικό κράτος: “… μεγάλη υπήρξεν η ροπή, ήν ήσκησεν επί του γερμανικού λαού η Ελληνίς αύτη ηγεμονίς, η εγγονή του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου …. ου μόνον η Σικελία και η Ιταλία, αλλά και η Γερμανία απέβη κατα τούς χρόνους τούτους υποτελής εις τούς καλλιτέχνας της Κωνσταντινουπόλεως. Τα μνημεία περί της επιδράσεως, ην ήσκησαν εν Γερμανία οι αντιπρόσωποι της βυζαντιακής τέχνης, εναργεστάτας περί τούτου παρέχουσιν αποδείξεις ….. Οι Ελληνες δικάιως υπερηφανεύονται επί τω ότι έδωκαν τω γερμανικώ λαώ ηγεμονίδα τοσούτον λαμπραίς περικοσμουμενην βασιλικαις αρεταίς……“. Η Θεοφανώ ανέθρεψε τον γιό της Οθωνα Γ’ με ελληνική παιδεία ορίζοντας ως παιδαγωγό τον ιερέα Ιωάννη Φιλάγαθο από το Ρωσσανό της Καλαβρίας. Ο Βασίλειος προσπάθησε επίσης να τοποθετήσει στον παπικό θρόνο τον πιο πάνω ιερέα, αλλά απέτυχε.
Φυσικά δεν πρέπει να λησμονούμε την λησμονημένη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή την Κάτω Ιταλία, η οποία κατά τούς χρόνους του Βασίλειου Β’ σημείωσε μεγίστη ακμή. Το κείμενο του ιστορικού Λένορμαν πού παρατίθεται παρακάτω επιβεβαιώνει την ελληνικότητα της Καλαβρίας, η οποία αποτελούταν από συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς με πλήθος βυζαντινών εκκλησιών και μοναστηριών. Ο μέγας ιεράρχης Άγιος Νείλος ήταν εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής, και κάθε ημέρα αφιέρωνε τρείς ώρες στην αντιγραφή κειμένων των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και των Πατέρων της Εκκλησίας. Με την βοήθεια του Γρηγορίου Τραχανιώτη, του βασιλικού πρωτοσπαθάριου και κατεπάνω της Ιταλίας, της οποίας πρωτεύουσα ήταν η Βάρη, μπόρεσε να εδραιώσει την βυζαντινή εξουσία στην περιοχή αυτή, απωθώντας τους Άραβες επιδρομείς από την Σικελία και τούς Ιταλολομβαρδούς από το βορρά. Δυστυχώς και αυτή η ελληνική περιοχή έμελλε να χαθεί για πάντα, μετά τις επιδρομές των Νορμανδών, αλλά όπως όλοι γνωρίζουμε παρά την προσπάθεια του Βατικανού, διασώζονται ακόμα και σήμερα Ελληνικά ήθη, θρησκεία και γλώσσα. Ανεξάντλητος, αν και σε προχωρημένη ηλικία πλέον, ο Βασίλειος σχεδίαζε να επιτεθεί κατά της Σικελίας για να την επαναφέρει στην βυζαντινή επικράτεια, αμέσως μόλις τελείωσε με την βουλγαρική απειλή. Όμως ο θάνατος τον πρόλαβε στις 15 Δεκεμβρίου του 1025. Ο μεγάλος στρατηλάτης αυτοκράτορας ετάφη σύμφωνα με τις επιθυμίες του στην μονή της Θεοτόκου, στο προάστιο Έβδομον, κοντά στα τείχη για να παρακολουθεί τούς στρατιώτες του όταν αναχωρούν για τις εκστρατείες τους.
basil_konstant_976
Όπως έχει αναφερθεί στο εσωτερικό μέτωπο ο κυριότερος στόχος του Βασιλείου ήταν η μεγάλοι γαιοκτήμονες της Μικράς Ασίας και οι παντοδύναμοι αριστοκράτες. Γι’ αυτό εξέδωσε μία σειρά από διατάγματα με τα οποία επιχειρούσε να πλήξει αυτά τα αρπακτικά. Έτσι το 996, με ένα διάταγμα του το Αλληλέγγυον, απαιτούσε την επιστροφή των εδαφών που είχαν αφαιρεθεί, με διάφορες μεθόδους, από το 922 και μετά στους προηγούμενους κατόχους τους, που συνήθως ήταν μικροϊδιοκτήτες. Επαναφέροντας σε ισχύ ένα παλιό νόμο του Νικηφόρου Α΄, καθόριζε πώς η πληρωμή του φόρου, θά γινόταν από τον πλησιέστερο πλούσιο κάτοχο γης, όταν κάποιος μικροϊδιοκτήτης αδυνατούσε να τον πληρώσει. Έτσι πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς γη, η οποία κατήσχετο ή διαμοιραζόταν σε ακτήμονες γεωργούς. Το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο γέμισε από τις πωλήσεις της κατασχόμενης γης και από τούς φόρους και οι φτωχοί καλλιεργητές ανακουφίστηκαν. Η δυσαρέσκεια της τάξης των πλουσίων θα εκδηλωθεί ανοικτά μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου και η πορεία προς τον φεουδαλισμό και την συγκέντρωση και πάλι μεγάλων εκτάσεων γης σε λίγα χέρια θα καταστεί ανεξέλεγκτη από την κεντρική εξουσία με αποτέλεσμα οι φτωχοί αγρότες πού αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του βυζαντινού στρατού να εξαθλιωθούν και η Μικρά Ασία να πέσει λίγα χρόνια αργότερα στα χέρια των Σελτζούκων Τούρκων.
Ο Βασίλειος διέπραξε το ίδιο λάθος με τον Μέγα Αλέξανδρο. Δεν επέλεξε ικανό διάδοχο πού θα συνέχιζε το έργο του. Αυτό το λάθος είχε ως αποτέλεσμα να καταρρεύσει όλο το οικοδόμημα του λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του από την ανικανότητα του διαδόχου και αδελφού του Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων ανίκανων βασιλέων, πού σε λίγα χρόνια θα φέρουν το Βυζάντιο στο χείλος της καταστροφής, μέχρι την σωτήρια έλευση του Αλέξιου Κομνηνού. Ολοκληρώνουμε την αναφορά στον μέγιστο της Ρωμιοσύνης με την κρίση των Ψελλού και Ζωναρά. “ο ηγεμών ούτος αφ’ ου και τούς βαρβάρους γείτονας κατέβαλε την δέ αριστοκρατία καθαιρέσας ισότιμον πρός τας άλλας κοινωνικάς ταξεις κατέστησε και εν πολλή γνώμης ελευθερίας κυβερνών το κράτος ετύγχανεν….. δαπανούσε μόνον τα αναγκαία εκ του δημοσίου ταμείου, αεί δέ προσθέτων εις αυτό έξωθεν, ώστε διά είκοσι μυριάδων ταλάντων χρυσού επλήρωσε τα ταμεία των ανακτορων……. αλλ’ ουδενός απήλαυε δίοτι διατελούσε εν εκστρατεία τον πλείστον της αρχής αυτού χρόνον….“.
Δεν μετεχειρίζετο τούς πολυτίμους λίθους, πλήν ολίγων κοσμούντων την πορφύραν, ίνα διακρίνηται, ότε εις τας θρησκευτικάς τελετας παρίστατο ή πρέσβεις εδέχετο, οι δέ άλλοι πολύτιμοι λίθοι ήσαν εις τα ταμεία αποτεθειμενοι….“.
**********************************
Ο Alexander Kiossev (καθηγητής πολιτισμικής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Σόφιας) γράφει χαρακτηριστικά για τον Βασίλειο Β’……Ο ήρωας ενός έθνους μπορεί να είναι ο κακός………του γείτονά του……Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, σημαντική προσωπικότητα στο ελληνικό πάνθεον των ηρώων, δεν είναι λιγότερο σημαντικός ως αντικείμενο μίσους για τη δική μας εθνική μυθολογία.