Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΟΥ 1922


Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.
Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.

Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, εν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.
Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και  εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».
Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον Βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.
Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.
Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.
Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός. Παρά την αναστάτωση που προκάλεσε το αναγκαστικό δάνειο δεν φαίνεται να έφερε πρόβλημα στη λειτουργία των περισσοτέρων τραπεζών. Δεν είναι γνωστό πόσα από τα χρήματα κατευθύνθηκαν προς το μικρασιατικό μέτωπο, υπολογίζεται όμως γύρω στα 500 εκατομμύρια δραχμές. Ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, ως γνωστόν, παραπέμφθηκε μαζί με άλλους πέντε σε δίκη και καταδικάστηκε σε θάνατο ως ένας από τους υπευθύνους της καταστροφής στη Μικρά Ασία. Το 2010 παύτηκε οριστικά από τον Άρειο Πάγο η δίωξη των Έξι (ανάμεσά τους και του Γεωργίου Μπαλτατζή) λόγω παραγραφής.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΛΑΠΙΘΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ Β' ΜΕΡΟΣ

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA
Μυκηναϊκά  ξίφη και εγχειρίδια του 16ου αι. π.Χ., εποχής της ακμής των Λαπιθών.

Άρθρο του Περικλή Δεληγιάννη
Οσοι  δεν  θεωρούν  τον  Θησέα  ιστορικό  πρόσωπο,  τουλάχιστον  στην  Αττική,  υποθέτουν  ότι  η  μορφή  του  προήλθε  από  τη  «σύνθεση»  διαφορετικών  ηρώων.  Ο  Βρετανός  φιλόλογος  Ρ.  Γκρέηβς  υποθέτει  πως  υπήρξαν  τρεις  ήρωες  με  αυτό  το  όνομα,  ένας  Λαπίθης  από  τη  Θεσσαλία,  ένας  Τροιζήνιος  και  ένας  Μαραθώνιος,  συμφωνώντας  με  τον  άλλο  σπουδαίο  μελετητή  Τζ.  Τόμσον.  Ο  τελευταίος  θεωρεί  ότι  η  ενοποίηση  των  τριών  ηρώων  σε  έναν  Θησέα  δεν  είχε  γίνει  πριν  τον  6ο  αι  π.Χ.,  όταν  οι  Βουτάδες,  μια  φυλή  Λαπιθών,  ηγέτες  των  αριστοκρατικών  στην  Αθήνα,  αντιπαρέθεσαν  τον  «Αθηναίο»  Θησέα  (στην  πραγματικότητα  Λαπίθη  ήρωα)  στον  «Δωριέα»  Ηρακλή  (στην  πραγματικότητα  Αχαιό  ήρωα  της  Τίρυνθας  τον  οποίο  οικειοποιήθηκαν  οι  Δωριείς).  Μερικοί  Γερμανοί  φιλόλογοι  θεωρούν  τον  Θησέα  ως  προσωποποίηση  του  ιωνικού  (ουσιαστικά  αττικού)  φύλου  ή  του  αθηναϊκού  κράτους,  δηλαδή  μία  «κατασκευασμένη»  πολιτική  προσωποποίηση  σε  αντιπαράθεση  με  τον  Δωριέα  Ηρακλή.
Ο  φιλόλογος  Γουώρντ  προσπάθησε  να  αποδείξει  την  ύπαρξη  ενός  ιστορικού  Θησέα  που  έζησε  στην  εποχή  του  Χαλκού  και  φαίνεται  πως  έχει  πείσει  αρκετούς  μελετητές.  Την  εποχή  των  Πεισιστρατιδών,  ο  Θησέας  είναι  ήδη  ο  «εθνικός  ήρωας»  των  Αθηναίων  παραμένοντας  έως  το  τέλος  της  αρχαιότητας  ο  ήρωας-εκπρόσωπος  της  αθηναϊκής  φήμης. Ομως  η  άποψη των Τόμσον και Γκρέηβς για την ύπαρξη τριών ηρώων με το όνομα «Θησέας» δεν θεωρείται  πλέον έγκυρη, επειδή οι άλλοι  δύο Θησείς, ο Θησέας του Μαραθώνα και εκείνος της  Τροιζήνας  είναι επίσης Λαπιθικής  προέλευσης, δηλαδή ταυτίζονται με τον Θησέα από τη Θεσσαλία (για  τα  επιχειρήματα  υπέρ  αυτής  της  ταύτισης  βλ. άρθρο μου για  τους  Λαπίθες  σε  μηνιαίο  ιστορικό  περιοδικό). Ο  αρχικός  ήρωας Θησέας ήταν  μία  μοναδική  μορφή  οι  μύθοι  του  οποίου  διαδόθηκαν  σε  διαφορετικούς  τόπους  εγκατάστασης  λαπιθικών  ομάδων.  Ετσι  προέκυψαν  οι  “διαφορετικοί”  Θησείς  οι  οποίοι  με το  πέρασμα  των αιώνων  “συνέκλιναν”  πάλι  σε έναν  Θησέα,  Αθηναίο  αυτή  τη  φορά.

mycenaean

Ένας κλασσικός  πλέον  πίνακας  του  Alton  Tobey  ο  οποίος  παρουσιάζει  τη σφοδρότητα  της σύρραξης  έξω  από  μία  μυκηναϊκή  ή  και  δυτική  μικρασιατική  ακρόπολη/ανάκτορο. To επεσόδιο αφορά  τον  φονικό αγώνα  γύρω  από  το  σώμα  ενός  νεκρού  πολεμιστή.  Οι  εχθροί  του  προσπαθούν  να  το  αποσπάσουν  και  να  το  πάρουν  μαζί  τους,   ενώ  οι  φίλοι  προσπαθούν  να  το  διασώσουν  μαζί  με  τη  στρατιωτική  τιμή  τους.

-

Έχει  υποτεθεί  πως  κατά  την  Πεισιστρατιδική  περίοδο  «δημιουργήθηκαν»  νέοι  μύθοι  για  τις  περιπέτειες  του  Θησέα  στην  περιοχή  του  Ισθμού,  ωστόσο  οι  συγκεκριμένοι  μύθοι  έχουν  φανερά  μυκηναϊκή  προέλευση.  Ενδεχομένως  οι  άθλοι  του  στη  χερσαία  πορεία  από  την  Τροιζήνα  έως  την  Αθήνα  αντιστοιχούν  σε  πολέμους  των  Αθηναίων  εναντίον  τοπικών  εχθρών  σε  όλες  τις  ακτές  του  Σαρωνικού.  Σύμφωνα  με  την  αντίθετη  άποψη,  οι  άθλοι  του  Θησέα  «συντέθηκαν»  επί  Πεισιστρατιδών  ή  νωρίτερα  προκειμένου  να  συνδεθούν  και  να  ταυτισθούν  ο  Μαραθώνιος  Θησέας  με  τον  Τροιζήνιο  Πιτθέα/Θησέα,  με  μια  μυθική  πορεία  του  δεύτερου  έως  την  Αττική  διαμέσου  του  Ισθμού.  Όμως  οι  παραδόσεις  για  τη  δράση  του  Θησέα  στην  Αττική,  στις  χώρες  του  Σαρωνικού  και  στην  Κρήτη  είναι  πολύ  έντονες,  εκτεταμένες  και  σαφείς  για  να  έχουν  «συντεθεί»  και  να  αναφέρονται  σε  μυθικό  πρόσωπο.  Οι  δώδεκα  άθλοι  του  Θησέα,  ισάριθμοι  με  εκείνους  του  Ηρακλή  για  πολιτικούς  λόγους  (προκειμένου  οι  Αθηναίοι  να  μην  υστερούν  έναντι  των  Δωριέων  ανταγωνιστών  τους),  έχουν  προφανώς  και  πολιτικοστρατιωτική  ερμηνεία  (πέρα  από  τις  άλλες  προτεινόμενες).  Φαίνεται  πως  συμβολίζουν  εκστρατείες  των  Λαπιθών  της  Αθήνας  κατά  εχθρικών  φύλων  και  κοινοτήτων  που  αντιστέκονταν  στην  επέκταση  τους.  Τα  ονόματα  των  εχθρών  του  Θησέα  στους  άθλους  του,  αντιστοιχούν  σε  πολεμικά  φύλα  και  όχι  απλώς  σε  ληστρικά  άτομα  (ή  επικίνδυνα  θηρία).  Αυτό  είναι  προφανές  π.χ.  στη  μορφή  του  Κερκύονος,  τον  οποίο  η  τοπική  ελευσίνια  παράδοση  θεωρούσε  ενάρετο  βασιλιά  της  Ελευσίνας  και  των  Μεγάρων,  και  στη  μορφή  του  Σκίρωνος,  τον  οποίο  η  τοπική  παράδοση  τιμούσε  ως  ήρωα  έντιμο  και  φιλάνθρωπο.

theseus

Ο Θησέας εξοντώνει τον Μινώταυρο, σε αγγειογραφία.

-

            Οι  παλαιότεροι  αρχέγονοι  μύθοι  τοποθετούν  τον  Θησέα  μεταξύ  των  Λαπιθών  στην  Θεσσαλία  όπου  αντιμετωπίζει  τους  Κένταυρους.  Αργότερα  αντιμετώπισε  τις  Αμαζόνες  στην  Αττική  (ή  στη  Θεσσαλία).  Οι  συγκεκριμένοι  πόλεμοι  του  έχουν  πανελλήνιο  χαρακτήρα  και  μάλλον  πρέπει  να  τοποθετηθούν  αμφότεροι  στη  Θεσσαλία,  επειδή  είναι  η  ακριτική  πρωτομυκηναϊκή  χώρα  που  φαίνεται  πως  υπέφερε  από  τις  επιδρομές  λαών  εκτός  των  μυκηναϊκών  ορίων,  ελληνικών  και  μη  (αντιπροσωπευόμενων  από  Κένταυρους  και  Αμαζόνες  που  εξορμούσαν  από  τα  βόρεια).  Οι  Λαπίθες  ζούσαν  στο  βόρειο  άκρο  του  μυκηναϊκού  κόσμου,  μαζί  με  τους  Αινιάνες  και  τους  Περραιβούς  που  ήταν  ανίσχυροι  συγκριτικά  με  εκείνους.  Αργότερα  οι  Λαπίθες  έφεραν  στην  Αττική  την  ανάμνηση  αυτών  των  πολέμων  με  τη  μορφή  του  μύθου  των  Αμαζόνων.  Το  ίδιο  έπραξαν  με  τον  μύθο  των  Κενταύρων  στην  Ήλιδα,  στη  Μαγνησία,  στο  Ταίναρο  και  αλλού.  Υπάρχει  η  πιθανότητα  οι  «Αμαζόνες»  (στην  πραγματικότητα  κάποιος  μητριαρχικός  λαός)  να  διείσδυσαν  μέχρι  την  Αττική,  αν  και  αυτή  είναι  μικρή.  Τέλος,  θεωρώ  πιθανό  ότι  στον  αρχικό  (γνήσιο)  λαπιθικό  μύθο,  ο  Θησέας  και  ο  γνωστός  ήρωας  Πειρίθοος/Πειρίθους  ήταν  αδέλφια  και  ότι  αργότερα  οι  Αθηναίοι  προκειμένου  να  «απαλείψουν»  τη  λαπιθική  καταγωγή  του  Θησέα,  τους  «μετέτρεψαν»  σε  αδελφικούς  φίλους.

XIR85146

Ο Θησέας μετά τον φόνο του Μινώταυρου, δέχεται την ευγνωμοσύνη των παιδιών που προορίζονταν για το θηρίο (κλασσικός πίνακας του  19ου αι.).

-

Η  γνωστή  μυθολογική  περιπέτεια  του  Θησέα  στην  Κρήτη  και  η  θανάτωση  του  Μινώταυρου,  αντικατοπτρίζει  μάλλον  την  αττική  συμμετοχή  στη  μυκηναϊκή  κατάκτηση  της  Κνωσού  (περίπου  1450  π.Χ.).  Ο  θρίαμβος  του  Θησέα  με  καθοδηγητή  του  έναν  Μινωίτη  φυγάδα  (μυθολογικός  Δαίδαλος)  και  συμπαραστάτη  την  κόρη  του  Μίνωα  (Αριάδνη),  μπορεί  να  απηχεί  μία  τέτοια  επιχείρηση  από  τους  Μυκηναίους  με  την  ενίσχυση  Κρητών  «αντιφρονούντων»,  ίσως  και  με  τη  σύμπραξη  κάποιων  Μινωιτισσών  πριγκιπισσών  που  είχαν  γοητευθεί  από  τους  Μυκηναίους  μισθοφόρους  στο  νησί.  Σύμφωνα  με  μία  παράδοση,  ο  Θησέας  αρνήθηκε  να  παραδώσει  στους  Μινωίτες  τον  Δαίδαλο  ο  οποίος  είχε  καταφύγει  στην  Αθήνα  και  ο  Μίνωας  έστειλε  μία  μοίρα  του  στόλου  του  με  ναύαρχο  τον  Δευκαλίωνα,  για  αντίποινα  εναντίον  της  Αττικής.  Ο  αθηναϊκός  στόλος  καταναυμάχησε  τον  κρητικό  και  στη  συνέχεια  ο  Θησέας  στράφηκε  εναντίον  της  μεγαλονήσου.  Ίσως  το  συγκεκριμένο  επεισόδιο  να  αντικατοπτρίζει  κάποιες  ναυτικές  συρράξεις  στα  ανοικτά  της  Αττικής.

taurocathapsia

Σύγχρονη αναπαράσταση με τομές, του ανακτόρου  της  Κνωσσού.  Οι  παρευρισκόμενοι  παρακολουθούν  ταυροκαθαψια.

-

Σε  κάθε  περίπτωση,  έως  τότε  η  Αθήνα  ήταν  υποτελής  της  Κρήτης,  με  υποχρέωση  καταβολής  φόρου  αίματος.  Μία  πολύ  πιθανή  εκδοχή  για  την  υπερίσχυση  των  Μυκηναίων  στην  Κνωσό,  είναι  εκείνη  που  υποστηρίζει  ότι  υπηρετούσαν  εκεί  ως  μισθοφόροι  και  εκμεταλλεύθηκαν  την  αναταραχή  που  επικράτησε  μετά  από  σεισμούς  ή  από  την  έκρηξη  του  θηραϊκού  ηφαιστείου  ή  από  την  επανάσταση  των  επαρχιακών  ανακτόρων  της  Κρήτης  (σύμφωνα  με  μερικές  μόνο  θεωρίες).  Έτσι  ανέτρεψαν  τον  Μίνωα  και  κατέλαβαν  την  αρχή.  Ο  Θησέας  έφθασε  στην  Κρήτη  την  εποχή  των  αναταραχών,  πιθανώς  συνοδεύοντας  τους  Αθηναίους  νέους  που  παραδίδονταν  στον  Λαβύρινθο  (το  Ανάκτορο-Ιερό  της  Κνωσσού)  για  τις  μινωικές  τελετές  ή  προκειμένου  να  προσφέρει  μισθοφορικές  υπηρεσίες.  Εκεί  ενδεχομένως  ενώθηκε  με  τους  άλλους  Μυκηναίους  (κυρίως  Πελοποννήσιους)  και  μετά  τη  νίκη  τους,  θυσίασε  στους  μυκηναϊκούς  θεούς  τον  Ιερό  Ταύρο  της  μινωικής  θρησκείας  (τον  «Μινώταυρο»)  σηματοδοτώντας  το  τέλος  της  μινωικής  εξουσίας.  Στο  μυθολογικό  δρομολόγιο  της  επιστροφής  του  Θησέα  στην  Αθήνα  αναφέρονται  τα  νησιά  Νάξος,  Δήλος  και  Κύπρος,  τα  οποία  πέρασαν  από  τη  μινωική  στη  μυκηναϊκή  επιρροή  μετά  το  1450  πΧ.  Φαίνεται  πως  τα  νησιά  του  δρομολογίου  του  ήταν  ο  κλήρος  των  Μυκηναίων  της  Αττικής  στη  διανομή  των  μινωικών  κτήσεων.  Στην  Κύπρο  οι  Αττικοί  θα  εξασφάλισαν  κάποιο  λιμάνι,  ενώ  αποκλείσθηκαν  τελείως  από  την  Κρήτη  την  οποία  διαμοίρασαν  μεταξύ  τους  οι  Πελοποννήσιοι  Αχαιοί,  κυρίως  εκείνοι  της  Αργολίδας.  προφανώς  οι  Αχαιοί  δεν  επιθυμούσαν  την  παρουσία  κάποιου  άλλου  ελληνικού  ηπειρωτικού  φύλου  στην  πλούσια  και  στρατηγική  Κρήτη.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΛΑΠΙΘΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ Α' ΜΕΡΟΣ





mycenaean helmet
Οδοντόφρακτο  κράνος  της  Μυκηναϊκής  περιόδου.  Προφανώς  οι  φιλοπόλεμοι  Λαπίθες,  όπως  και  τα  άλλα  φύλα  της  μυκηναϊκής  Ελλάδας,  το  χρησιμοποιούσαν  ευρέως.
 Άρθρο του Περικλή Δεληγιάννη


Πέρα  από  τα  συνήθη  αρχαιολογικά  και  τα  άλλα στοιχεία,  στο  παρόν  άρθρο  και  σε  επόμενα,  θα  κινηθω  προς  την  κατεύθυνση της  επεξήγησης  των  μεταγενέστερων  ελληνικών  μύθων  σχετικά  με  τη Μυκηναϊκή περίοδο,  πίσω από τους οποίους «κρύβονται» συχνά ιστορικές αλήθειες. Παρότι η επεξήγηση των αρχαίων μύθων ως μυθολογική απόδοση ιστορικών συμβάντων είναι υποθετική, η συγκεκριμένη προτεινόμενη ερμηνεία τους είναι δημοφιλής σε πολλούς ιστορικούς-αρχαιολόγους και ερευνητές και συχνά (αν όχι συνήθως) επαληθεύεται από την αρχαιολογική σκαπάνη.
            Σύμφωνα  με  τους  μύθους,  οι  τρεις  πρώτες  διαδοχικές  δυναστείες  της  Αθήνας  (η  οποία  κατά  τη  Μυκηναϊκή  περίοδο  στην  οποία  αναφέρεται  το  παρόν  άρθρο,  ταυτιζόταν  με  την  Ακρόπολη  και  ένα  μικρό  τμήμα  της  σύγχρονης  Πλάκας)  ήταν  εκείνες  των  Ακταίου-Κέκροπος,  του  Κραναού  και  του  Αμφικτύονος  οι  οποίες  χαρακτηρίζονται  αυτόχθονες.  Όταν  πέθανε  ο  μοναδικός  γιος  του  Κέκροπα,  ο  Ερυσίχθονος,  ο  Οίκος  του  Κραναού  ανέλαβε  την  εξουσία.  Η  τρίτη  δυναστεία  που  διαδέχθηκε  την  Κραναϊκή  έφερε  το  όνομα  του  αρχηγού  της,  Αμφικτύονος,  γαμβρού  του  Κραναού.  Εχει  υποτεθεί  βάσιμα  ότι  ο  Κέκροπας  αντιπροσωπεύει  το  φύλο  των  Κεκρόπων,  αυτοχθόνων  του  λεκανοπέδιου  μεταξύ  Υμηττού  και  Πάρνηθας.  Ο  περιηγητής  Παυσανίας  αποδίδει  στον  Κέκροπα  την  αντικατάσταση  της  ανθρωποθυσίας  στους  θεούς  με  προσφορές  εγχωρίων  γλυκισμάτων.  Ο  Εριχθόνιος  κατέλαβε  την  εξουσία  με  επανάσταση  περί  το  1510  π.Χ.  σύμφωνα  με  μία  χρονολόγηση,  ιδρύοντας  την  τέταρτη  δυναστεία  η  οποία  έχει  θεωρηθεί  από  τον  Αγγ.  Προκοπίου  και  άλλους  μελετητές  ως  μη-αθηναϊκή  με  βάση  τη  γενεαλογία  της.  Από  την  αρχαιολογική  άποψη,  οι  βασιλικοί  τάφοι  που  ανασκάφηκαν  στην  Ακρόπολη  και  ανήκαν  στην  περίοδο  έως  το  1500  π.Χ.  περίπου,  αποδόθηκαν  από  τον  Βρετανό  αρχαιολόγο  Ουέις  σε  μια  αρχαιότερη  δυναστεία  («Shaft  Grave  Dynasty»,  όπως  την  ονόμασε).  Ο  Τσούντας  αποκάλεσε  τη  συγκεκριμένη  δυναστεία  «Οίκο  των  Δαναών»,  προκειμένου  να  διακριθεί  σαφώς  από  τον  νεότερο  δυναστικό  Οίκο  που  κατασκεύασε  τους  θολωτούς  και  λαξευτούς  τάφους  εκτός  των  τειχών  της  Ακρόπολης  (τον  οποίο  ο  Τσούντας  αναφέρει  ως  «Οίκο  των  Αχαιών»  και  ο  Ουέις  ως  «Tholos  Tomb  Dynasty»).  Ο  Μυλωνάς  συμπέρανε  πως  οι  Αθηναίοι,  ακολουθώντας  την  αλλαγή  των  ταφικών  συνηθειών  που  έφεραν  οι  Αχαιοί  στις  Μυκήνες  τον  ίδιο  αιώνα,  άρχισαν  να  θάβουν  τους  νεκρούς  εκτός  των  τειχών.  Έτσι  ο  «Οίκος  των  Δαναών»  συνδέθηκε  με  τη  δυναστεία  του  Κραναού  και  ο  «Οίκος  των  Αχαιών»  με  τη  δυναστεία  του  Εριχθόνιου.  Η  πρώτη  αντιστοίχηση,  ενισχυμένη  και  από  το  επιχείρημα  της  ομοιότητας  των  ονομάτων  «Δαναός»  και  «Κραναός»,  φαίνεται  αξιόπιστη  και  οι  φορείς  των  δυναστειών  του  Κραναού  και  του  Αμφικτύονος  ήταν  ενδεχομένως  Δαναοί/Κραναοί.  Γι’  αυτό  χαρακτηρίζονται  από  την  παράδοση  ως  γηγενείς,  όπως  και  η  πρώτη  δυναστεία  του  Κέκροπα.

 theseus arms
Ο  Θησέας  ανασηκώνει  τον  βράχο  και  ανακαλύπτει  τα  σάνδαλα  και  τα  όπλα  του  πατέρα  του  με  την  υπόδειξη  της  μητέρας  του.  Κλασσικός  ευρωπαϊκός  πίνακας  του  19ου  αιώνα.
-
Ωστόσο  η  δεύτερη  αντιστοίχηση  (του  Οίκου  των  Αχαιών  με  τη  δυναστεία  του  Εριχθόνιου)  δεν  φαίνεται  να  ισχύει,  επειδή  τον  15ο  αι.  π.Χ.  η  Αθήνα  ελέγχεται  από  τη  λαπιθική  δυναστεία  του  Αιγέα  (ονόματος  παρόμοιου  με  εκείνο  του  Λαπίθη  βασιλιά  Αυγεία  της  Ηλιδας)  και  του  Θησέα.
Οι  Λαπίθες  ήταν  ένας  σημαντικός  αρχαίος  ελληνικός  λαός  (κάθε  άλλο  παρά  μυθολογικός  όπως  θεωρείται  συχνά)  με  καταγωγή  από  τη  βορειοδυτική  Θεσσαλία,  του  οποίου  μεγάλα  τμήματα  κατήλθαν  στη  νοτιότερη  Ελλάδα  ιδρύοντας  σε  αυτήν  αρκετές  λαπιθικές  αποικίες  (στις  Φερές  της  Μαγνησίας,  στη  νοτιότερη  Θεσσαλία,  στις  Φωκίδα,  Βοιωτία,  Σικυωνία-Κορινθία,  Λακωνία  και  Τριφυλία  και  κυρίως  στην  Ηλιδα/Ηλεία  και  την  Αττική).  Η  ισχύς  των  Λαπιθών  κατά  τη  μέση  Μυκηναϊκή  περίοδο  (περίπου  15ος-14ος  αι.  π.Χ.)  διαφαίνεται  στο  ότι  οι  αρχαίες  πηγές  αναφέρουν  πολυάριθμους  Λαπίθες  ήρωες,  περισσότερους  από  τους  ήρωες  οποιουδήποτε  άλλου  ελληνικού  λαού,  ακόμη  και  των  Αχαιών  και  των  Δωριέων.  Σημαντικοί  Λαπίθες  ήρωες  ήταν  οι  Θησέας,  Πειρίθους/Πειρίθοος  (pe-ri-to-wo,  ΠειρίθοFος,  σε  πινακίδα  Γραμμικής  Β΄),  Αιγέας,  Αυγείας,  Κόρωνος,  Μόψος,  Βούτης,  Φάληρος,  Λεοντεύς,  Πολυποίτης,  Πολύφημος,  Αμφίμαχος,  Θάλπιος, Ευρύπυλος, Διώρης  κ.ά.  Οι  Λαπίθες  φημίζονταν  ως  φιλοπόλεμοι  και  ισχυροί  πολεμιστές  και  φαίνεται  ότι  υπήρξαν  επιτυχημένοι  μισθοφόροι.  Λόγω  του  πυκνού  λαπιθικού  αποικισμού  στην  Αττική,  οι  Λαπίθες  έφθασαν  να  συνιστούν  σημαντικό  ποσοστό  του  πληθυσμού  της.  Στην  Κλασική  Αθήνα,  ισχυρά  γένη  όπως  οι  Φιλαϊδαι,  Βουτάδαι  (απόγονοι  του  ήρωα  Βούτη),  Πειριθοίδαι  (απόγονοι  του  Πειρίθοου)  κ.α.,  είχαν  λαπιθική  καταγωγή.  Το  Φάληρο  είναι  λαπιθικό  τοπωνύμιο,  από  τον  ήρωα  Φάληρο.  Μια  από  τις  δέκα  φυλές  της  Κλασικής  Αττικής  ήταν  η  Λεοντίς,  με  επώνυμο  ήρωα  τον  Λαπίθη  Λεοντέα.
mycenaean_greece-map
Ο  γνωστός  μύθος  της  υποτέλειας  του  Αιγέα  στη  μινωική  Κρήτη  και  η  προαναφερόμενη  αλλαγή  στα  ταφικά  έθιμα,  τοποθετούν  εκ  των  πραγμάτων  την  αρχή  της  λαπιθικής  δυναστείας  της  Αττικής  στο  διάστημα  1500-1450  π.Χ.  Η  Αθήνα  συμμετείχε  στην  Αργοναυτική  εκστρατεία  με  τους  ήρωες  Βούτη  και  Φάληρο,  αμφότερους  Λαπίθες.  Συμπερασματικά,  θεωρώ  πιθανό  ότι  ο  Εριχθόνιος  αντιπροσωπεύει  Λαπίθες  μισθοφόρους  των  Δαναών,  οι  οποίοι  επαναστάτησαν  και  κατέλαβαν  την  εξουσία,  αν  και  δεν  συνδέεται  μυθολογικά  με  τους  Λαπίθες  αλλά  ούτε  με  τους  Αχαιούς  (κατά  την  άποψη  του  Τσούντα).  Σε  κάθε  περίπτωση,  το  τελευταίο  εθνωνύμιο  είχε  συχνά  στην  αρχαιότητα  (και  σήμερα)  μία  ευρύτερη  έννοια  συμπεριλαμβάνοντας  όλους  τους  Μυκηναίους  Ελληνες.  Γι’  αυτό  υποθέτω  ότι  η  δυναστεία  των  λαξευτών-θολωτών  τάφων  ανήκε  σε  Λαπίθες,  οι  οποίοι  είχαν  την  ίδια  προέλευση  με  τους  Αχαιούς  (από  τη  Θεσσαλία),  μιλούσαν  μία  παρόμοια  πρωτοαιολική  διάλεκτο,  χαρακτηρίζονταν  από  την  ίδια  πολεμικότητα  και  μάλλον  μοιράζονταν  τον  ίδιο  υλικό  πολιτισμό  με  εκείνους  έως  το  1500  π.Χ.  Ενδεχομένως  η  δυναστεία  του  Αιγέα  να  είχε  αναμειχθεί  σημαντικά  με  Αχαιούς,  ενώ  όπως  φαίνεται  κατά  τον  13ο  αι.  είχε  «αχαιοποιηθεί».
            Τα  νέα  μυκηναϊκά  τείχη  της  Ακρόπολης  κατασκευάσθηκαν  μετά  από  εκείνα  των  Μυκηνών  και  της  Τίρυνθας,  μάλλον  τον  ύστερο  14ο  αι.  Ίσως  η  μυθική  εκστρατεία  των  Αμαζόνων  στην  Αθήνα  του  Θησέα  να  απηχεί  κάποια  επιδρομή  ενός  νομαδικού  μητριαρχικού  λαού  στη  νότια  Ελλάδα,  η  οποία  ανάγκασε  τους  Αθηναίους  να  οχυρώσουν  την  Ακρόπολη.  Την  ίδια  εποχή  επεκτάθηκαν  τα  τείχη  των  Μυκηνών  και  της  Τίρυνθας.  Τα  τείχη  της  Ακρόπολης  είχαν  παρόμοια  κατασκευή  με  εκείνα  των  Μυκηνών,  «αντιγράφοντας»  την  Πύλη  των  Λεόντων  και  τον  αμυντικό  πύργο  της.
Η  μυκηναϊκή  Αττική  ήταν  διηρημένη  σε  αυτόνομες  κοινότητες,  όπως  οι  τρεις  ισχυρότερες  Αθήνα,  Ελευσίνα  και  Παλλήνη,  και  ακολούθως  οι  Μαραθών,  Σούνιο,  Θορικός,  Περάτη,  Γαργηττός,  Βραυρών,  Ραμνούς,  Αφίδναι  κ.ά.  Τα  αναφερόμενα  κρατίδια  συγκρούονταν  συχνά  μεταξύ  τους.  Σύμφωνα  με  τη  μυθολογία,  μερικοί  από  τους  παλαιότερους  βασιλείς  που  έδρευαν  στην  Ακρόπολη  (Ακταίος,  Κέκροπας,  Ερυσίχθων,  Αιγέας)  είχαν  επιχειρήσει  να  τα  υποτάξουν  και  να  τα  ενώσουν  με  συνοικισμό,  όμως  η  ένωση  τους  σε  ένα  ανακτορικό  κράτος  συντελέσθηκε  από  τον  μυθολογικό  Θησέα,  μάλλον  κάποιον  άνακτα  με  αυτό  το  όνομα  από  τον  λαπιθικό  Οίκο  των  Αιγειιδών-Θησειδών  (ίσως  τον  ύστερο  14ο  αι  π.Χ.).  Τότε  το  τοπωνύμιο  της  Αθήνας  μετατράπηκε  σε  «Αθήναι»  (πληθυντικός)  λόγω  του  συνοικισμού  πολλών  κοινοτήτων.
 palace
Μία  ακριβής  αναπαράσταση  από  τον  Igor  Dzis,  αίθουσας  του  θρόνου  ενός  μυκηναϊκού  ανακτόρου.  Παρατηρείστε  τους  μαχίμους  και  τους  θώρακες  τους (copyright: Igor  Dzis).
-
Υποτίθεται  ότι  ο  Αιγέας  (πατέρας  του  Θησέα)  είχε  συνοικίσει  πρώτος  τις  αττικές  κοινότητες,  όμως  όταν  πέθανε,  οι  Παλλαντίδες  (μυθικοί  ηγεμόνες  της  Παλλήνης,  του  Σφηττού  και  του  Γαργηττού)  εκστράτευσαν  εναντίον  του  Θησέα  διεκδικώντας  τον  θρόνο  της  Αθήνας/Ακρόπολης.  Ο  Θησέας  νίκησε  τους  Παλλαντίδες  προσαρτώντας  την  επικράτεια  τους,  ενώ  σύντομα  υπέταξε  και  όποια  άλλη  κοινότητα  της  Αττικής  αντιστεκόταν,  συμπεριλαμβανομένης  της  Ελευσίνας.  Οι  αναφερόμενοι  μυθολογικοί  πόλεμοι  αντικατοπτρίζουν  εκστρατείες  της  λαπιθικής  δυναστείας  της  Ακρόπολης  για  την  υποταγή  των  αττικών  κοινοτήτων.  Η  Ωρωπία  και  το  νησί  της  Σαλαμίνας  δεν  ανήκαν  στην  Αττική  και  ειδικά  η  Σαλαμίνα  δεν  είχε  αττικό  πληθυσμό,  επειδή  κατοικείτο  από  Αχαιούς  υπό  τον  Οίκο  των  Αιακιδών.  Η  Ελευσίνα  αποτελεί  ειδική  περίπτωση  λόγω  της  ισχύος  και  της  ιερότητας  της.  Πρόσφατα  ανεσκάφη  στην  ακρόπολη  της  μία  ευρύχωρη  μυκηναϊκή  οικία,  μάλλον  το  μέγαρο  του  άνακτα  της.  Επίσης  πρόσφατα  ανεσκάφη  στη  Σαλαμίνα  μία  αντίστοιχη  μυκηναϊκή  οικία  σε  ακρόπολη,  η  οποία  θεωρήθηκε  ως  το  ανάκτορο  του  βασιλιά  της.  Έχει  προταθεί  ότι  η  Ελευσίνα  βρισκόταν  κατά  περιόδους  υπό  την  επιρροή  των  Σαλαμίνιων  Αχαιών,  ίσως  επειδή  χρειαζόταν  έναν  ισχυρό  σύμμαχο  έναντι  των  επιθετικών  Αθηναίων.  Η  δυναστεία  της  Ελευσίνας  ήταν  οι  πολεμικοί  Ευμολπίδες.
            Η  ισχύς  της  μυκηναϊκής  Ελευσίνας  διαφαίνεται  στον  μύθο  σύμφωνα  με  τον  οποίο  η  πόλη  επιχείρησε  να  καταλάβει  την  Αθήνα  με  την  ενίσχυση  ενός  σώματος  Θρακών  συμμάχων  (μισθοφόρων).  Η  αλληλουχία  των  γεγονότων  δείχνει  ότι  η  επίθεση  διενεργήθηκε  πριν  τον  Συνοικισμό  του  Θησέα,  όμως  μερικοί  φιλόλογοι  θεώρησαν  μάλλον  εσφαλμένα  ότι  οι  συγκεκριμένοι  Θράκες  ήταν  εκείνοι  που  κατέλαβαν  τον  Ορχομενό  μετά  τα  Τρωικά,  δηλαδή  τουλάχιστον  έναν  αιώνα  μετά  τον  Συνοικισμό.  Όμως  δεν  επρόκειτο  για  τους  Θράκες  του  υπομυκηναϊκού  Ορχομενού,  επειδή  η  παρουσία  Θρακών  μισθοφόρων  και  παροίκων  στον  μυκηναϊκό  κόσμο  θεωρείται  βέβαιη,  λόγω  της  ύπαρξης  αρκετών  θρακικών  στοιχείων  σε  εκείνον.  Η  Ιωλκός  ήταν  ενδεχομένως  σημαντικό  κέντρο  στρατολόγησης  Θρακών,  επειδή  η  μυκηναϊκή  Θεσσαλία  συνόρευε  απευθείας  με  τον  θρακικό  κόσμο.  Οι  Θράκες  σύμμαχοι  της  Ελευσίνας  ήταν  μάλλον  μία  μισθοφορική  ομάδα  που  προσέφερε  υπηρεσίες  σε  διάφορους  Μυκηναίους  βασιλείς,  την  οποία  προσέλαβε  ο  Ελευσίνιος  βασιλιάς  Ιμμάραδος  ή  την  «ενοικίασε»  από  κάποια  γειτονική  δύναμη  αντίπαλη  της  Αθήνας  (Θήβα;)  ή  του  παραχωρήθηκε  δωρεάν.
 lapithes centaurs
Ο  πόλεμος  Λαπιθών  και  Κενταύρων  σε  αγγειογραφία.  Ο  συγκεκριμένος  πόλεμος  μάλλον  αντικατοπτρίζει  συγκρούσεις  των  Λαπιθών  της  Θεσσαλίας  με  κάποιον  λαό  ιππομάχων  που  εξορμούσε  από  τα  βόρεια.
-
Η  επίθεση  των  Ελευσίνιων  στην  Αθήνα  αποκρούσθηκε  και  ο  Ιμμάραδος  σκοτώθηκε.  Οι  κλασικοί  Αθηναίοι  έδειχναν  τον  υποθετικό  τάφο  του  κοντά  στην  Ακρόπολη  τους.  Αργότερα  οι  Αθηναίοι  πέρασαν  στην  αντεπίθεση  υπό  τον  Θησέα,  κατορθώνοντας  να  υποτάξουν  την  Ελευσίνα.  Οι  αναφερόμενες  συγκρούσεις  δείχνουν  ότι  ο  πόλεμος  Αθήνας-Ελευσίνας  ήταν  μακροχρόνιος  και  αμφίρροπος.  Περί  το  1000  πΧ  η  Ελευσίνα  κατόρθωσε  να  ανακτήσει  την  ανεξαρτησία  της  λόγω  της  αναστάτωσης  που  προκλήθηκε  στον  Ελλαδικό  χώρο  από  την  έλευση  των  Δωριέων.  Η  Ελευσίνα  παρέμεινε  ανεξάρτητη  έως  τον  7ο  αι.  π.Χ.,  όταν  προσαρτήθηκε  οριστικά  στο  αθηναϊκό  κράτος  (με  εξαίρεση  ένα  μικρό  διάστημα  κατά  την  Κλασική  εποχή).    Η  προσήλωση  των  Ελευσίνιων  στην  αυτονομία  τους  ήταν  τέτοια,  ώστε  όταν  κατά  την  Ελληνιστική  περίοδο  οι  Μακεδόνες  εγκατέστησαν  για  ένα  διάστημα  φρουρά  στην  ακρόπολη  τους,  οι  πρώτοι  ανέπτυξαν  φιλικές  σχέσεις  με  τους  άνδρες  της  φρουράς  (όπως  συνάγεται  από  επιγραφές  κ.ά.)  ενώ  οι  Αθηναίοι  τους  απεχθάνονταν  ως  κατακτητές.
Ο  μυθικός  πρόγονος  της  αθηναϊκής  δυναστείας  του  Εριχθόνιου,  ουσιαστικά  το  τοτεμικό  της  σύμβολο,  ήταν  το  φίδι  (όπως  ο  λέων  ήταν  το  σύμβολο  της  δυναστείας  των  Μυκηνών  και  ο  ταύρος  του  μινωικού  Οίκου  της  Κνωσού).  Το  φίδι  ήταν  η  μινωική  μορφή  της  θεάς  Αθηνάς  και  κατά  την  Κλασική  κατέστη  σύμβολο  της  και  πιστός  ακόλουθος  της.  Είναι  πιθανό  ότι  ο  Οίκος  του  Εριχθόνιου  παρέλαβε  το  σύμβολο  από  τους  Μινωίτες  διαμέσου  των  προηγούμενων  αυτόχθονων  δυναστειών  (Αμφικτύονος  και  Κραναού).
Ο  ήρωας  Θησέας  (Γραμμική  Β΄:  Te-se-u,  Θησεύς)  τοποθετείται  χρονολογικά  συνήθως  στους  15ο-13ο  αι.  Η  μεγάλη  χρονική  απόσταση  ανάμεσα  στις  χρονολογικές  εκδοχές  δεν  αποτελεί  πρόβλημα  επειδή  όπως  και  στην  περίπτωση  άλλων  μυθολογικών  ηρώων,  αν  αυτοί  ήταν  ιστορικά  πρόσωπα  πιθανώς  υπήρχαν  περισσότεροι  από  ένας  ήρωες  με  το  ίδιο  όνομα  (Θησέας,  Ηρακλής,  Σαρπηδών  κ.ο.κ.)  οι  οποίοι  ήταν  γόνοι  της  ίδιας  οικογένειας  των  Θησειδών,  Ηρακλειδών  κ.ά.  (γιος,  εγγονός,  ανεψιός  κ.ο.κ).  Τα  κατορθώματα  τους  θα  αποδόθηκαν  μετά  από  αιώνες  σε  μία  μόνο  μορφή.




Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΑΒΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (674-678)

Walls of Constantinople
Άποψη των τειχών της Κωνσταντινούπολης

-

Το 661 μ.Χ. ο νέος χαλίφης Μωαβίας έμεινε ο απόλυτος κύριος του Αραβικού χαλιφάτου μετά την εξουδετέρωση του ανταγωνιστή του, Αλή. Κατέστησε τη Δαμασκό πρωτεύουσα του, ενώ η Συρία έγινε το νέο κέντρο του ισλαμικού κόσμου. Οι πολιτισμένοι πληθυσμοί της Συρίας-Παλαιστίνης και της Αιγύπτου έγιναν οι κύριοι υποστηρικτές της νέας χαλιφικής δυναστείας των Ομεϋαδών (661-750) την οποία ίδρυσε ο Μωαβίας. Επίσημη γλώσσα της διοίκησης και του κράτους παρέμεινε η ελληνική της παλαιάς Βυζαντινής εξουσίας. Ο Μωαβίας στηρίχθηκε για τη διοίκηση στους παλαιούς βυζαντινούς αξιωματούχους, επειδή οι Άραβες του δεν είχαν ακόμη την απαιτούμενη εμπειρία σε θέματα διακυβέρνησης. Με το κέντρο του στη Συρία και με ελληνική γλώσσα και διοικητική υποδομή, το χαλιφάτο των Ομεϋαδών ομοίαζε πολύ με ένα επαυξημένο Σελευκιδικό Βασίλειο. Το πολιτικοστρατιωτικό στήριγμα των Ομεϋαδών αποτελούσαν οι προϊσλαμικοί τοπικοί Άραβες της Συρίας-Παλαιστίνης (Ιτουραίοι, Παλμυρηνοί, Γασανίδες κ.ά.), οι οποίοι είχαν πλέον εξισλαμισθεί.

            Μετά την αναγόρευση του Μωαβία ως χαλίφη, οι αραβικές δυνάμεις κινήθηκαν πάλι εναντίον του Βυζαντίου, ακολουθώντας δύο κατευθύνσεις επίθεσης. Ένα μέρος τους διενεργούσε ολέθριες επιδρομές στη Μικρά Ασία, ενώ άλλα σώματα επιτέθηκαν στο Βυζαντινό Εξαρχάτο της Αφρικής. Ένα προς ένα τα βυζαντινά οχυρά και οι φυλές των Νουμιδών και των Μαυρουσίων υποτάχθηκαν στους Άραβες.


dromon

Μοντέλο ενός Βυζαντινού πυρφόρου  δρόμωνος.

-

Το τελευταίο αφρικανικό οχυρό της Αυτοκρατορίας, το Σέπτο στις Ηράκλειες Στήλες (στενά του Γιβραλτάρ), κατακτήθηκε από τους μουσουλμάνους περί το 709-711. Σύμφωνα με μια άποψη, ο τελευταίος Βυζαντινός διοικητής του Σέπτου, πριν το παραδώσει στους εισβολείς, φρόντισε να αντεκδικηθεί τους Βησιγότθους της Ισπανίας, για την εκδίωξη των βυζαντινών στρατευμάτων από την Ανδαλουσία αρκετές δεκαετίες πριν. Το 711 βοήθησε μερικές χιλιάδες Βέρβερους μουσουλμάνους πολεμιστές να αποβιβασθούν στο νότιο άκρο της Ιβηρικής (ενδεχομένως δωροδοκήθηκε από τους μουσουλμάνους για να το πράξει). Η μουσουλμανική πλημμυρίδα σχεδόν εξολόθρευσε τον βησιγοτθικό στρατό στη μάχη της Αλγεθίρας και στη συνέχεια, ενισχυμένη από νέα αραβικά στρατεύματα, εισόρμησε στην Ιβηρική Χερσόνησο κατακτώντας το μεγαλύτερο μέρος της κατά το 711-717. Το 717 το ισλαμικό-αραβικό Χαλιφάτο ήταν το μεγαλύτερο κράτος του κόσμου, ελέγχοντας μια τεράστια έκταση από τον Καύκασο έως τη Νουβία (Σουδάν) και από τις ιβηρικές και τις βορειοαφρικανικές ακτές του Ατλαντικού έως τα σύνορα της Κινεζικής Αυτοκρατορίας και την ινδική έρημο Θαρ. Συγκριτικά με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ήδη το 661 το Χαλιφάτο ήταν μεγαλύτερο και διέθετε περισσότερους πόρους.

            Με την απώλεια της Αφρικής, το Βυζάντιο είχε χάσει περισσότερη από τη μισή έκταση του υπέρ του Χαλιφάτου. Ωστόσο, δεν είχε την τύχη της Σασσανιδικής Αυτοκρατορίας η οποία κατακτήθηκε εξολοκλήρου από τους Άραβες, και τελικά ισχυροποιήθηκε από αυτές τις απώλειες. Ο πυρήνας της Αυτοκρατορίας αποτελείτο πλέον κυρίως από τις επαρχίες της Χερσονήσου του Αίμου και της Μικράς Ασίας (εκτός από τις δυτικομεσογειακές κτήσεις της), εξέλιξη που την κατέστησε περισσότερο συμπαγή και αδιάρρηκτη, επειδή οι πληθυσμοί της ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι.

Επιστρέφοντας στο 661  μΧ,  ο  Μωαβίας μετά την αναγόρευση του,  μπορούσε πλέον να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε εκπονήσει όσο ήταν διοικητής της Συρίας (πριν καταστεί χαλίφης), σχετικά με τη θαλάσσια προσβολή της Κωνσταντινούπολης. Στην πρωτεύουσα, από το 668 μΧ αυτοκράτορας είχε αναγορευθεί ο Κωνσταντίνος Δ΄ (668-685). Ο χαλίφης έστειλε μια μοίρα του στόλου του στο Αιγαίο, η οποία εισχώρησε στον Ελλήσποντο και την Προποντίδα και κατέκτησε τη χερσόνησο της Κυζίκου (670). Οι Άραβες ήλεγχαν τη Ρόδο, ενώ ένα τμήμα του μουσουλμανικού στόλου αγκυροβόλησε στη Σμύρνη το 672. Μέσω αυτών των ναυτικών βάσεων, ο Μωαβίας εξασφάλισε τον ανεφοδιασμό των Αράβων της Κυζίκου. Εντύπωση προκαλεί η ευκολία με την οποία διείσδυσε ο μουσουλμανικός στόλος στο Αιγαίο και την Προποντίδα και η κατάληψη τόσο καίριων θέσεων στον πυρήνα του Βυζαντινού Κράτους. Ειδικά η Κυζικηνή χερσόνησος απείχε μόλις 100 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Πιθανώς η ήττα του προηγούμενου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κώνστα κατά τη λεγόμενη  «ναυμαχία των Καταρτιών» (655 μΧ) από τον αραβικό στόλο, αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για τις βυζαντινές ναυτικές δυνάμεις.

7th Cen(Από τον  Atlas of Islamic History,  Princeton University Press)

-

Παρά ταύτα, ο κύριος λόγος της βυζαντινής αδυναμίας φαίνεται πως ήταν η πολεμική υπερπροσπάθεια των ετών 622-628 μΧ εναντίον τωνΣασσανιδών  Περσών και η διάδοχη μακροχρόνια υπερπροσπάθεια των ετών 634-670 για την ανάσχεση της μουσουλμανικής πλημμυρίδας, η οποία είχε φέρει τις αυτοκρατορικές αντοχές στα όρια τους και πιθανώς τα είχε υπερβεί. Τέλος, σημαντική αιτία της βυζαντινής ναυτικής ανεπάρκειας αποτελούσε το γεγονός ότι μετά την κατάλυση του Βανδαλικού κράτους από τον στρατό της Αυτοκρατορίας το 534, δεν υπήρξε άλλος αντίπαλος που μπορούσε να αμφισβητήσει τη βυζαντινή θαλάσσια υπεροχή σε όλη τη Μεσόγειο. Επομένως δεν υπήρχε λόγος διατήρησης μεγάλων ναυτικών δυνάμεων και οι υπάρχουσες θα ήταν σημαντικά απόλεμες μετά από 120 χρόνια αδράνειας (534-655 μΧ). Από την άλλη πλευρά, οι Βυζαντινοί είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν μια βελτιωμένη σύνθεση εμπρηστικών ουσιών, το «θαλάσσιον» ή «υγρόν πυρ», που σύντομα  τους έδωσε σημαντικό προβάδισμα στον ναυτικό πόλεμο.

            Από την Κυζικηνή χερσόνησο οι Άραβες διενεργούσαν διαρκείς επιθέσεις εναντίον της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες διαρκούσαν από την άνοιξη έως την αρχή του φθινοπώρου κάθε χρόνου. Παράλληλα, η θέση του ορμητηρίου τους ήλεγχε το ανατολικό στόμιο του Ελλησπόντου, δημιουργώντας προβλήματα στη βυζαντινή ναυτική άμυνα. Οι αραβικές επιχειρήσεις άρχισαν την άνοιξη του 674 και διήρκεσαν τέσσερα χρόνια. Εντούτοις, οι μουσουλμάνοι ελάχιστα μπορούσαν να βλάψουν την Κωνσταντινούπολη, πόσο μάλλον να την κατακτήσουν αφού η πόλη ανεφοδιαζόταν και επικοινωνούσε χωρίς πρόβλημα με τις επαρχίες, από την ξηρά. Γενικά η επιμονή του Μωαβία σε μια τόσο αναποτελεσματική και ατελέσφορη μέθοδο επιθέσεων στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ανεξήγητη. Ο ισλαμολόγος και αραβολόγος Μπέρναρντ Λιούις (Bernard Lewis) διατύπωσε την εύλογη άποψη ότι οι αναφερόμενες εκστρατείες του Μωαβία εναντίον του Βυζαντίου είχαν τη διπλή επιδίωξη της ενδυνάμωσης του θρησκευτικού κύρους του στο χαλιφάτο (ως ανένδοτου διώκτη των «απίστων») και ταυτόχρονα της εξοικείωσης των συροαραβικών δυνάμεων του με τον βυζαντινό τρόπο πολέμου και της ενίσχυσης τους με εμπειρία και πειθαρχία. Οι απόψεις του Λιούις είναι εύλογες, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο χαλίφης της περιόδου δεν ήταν απόλυτος μονάρχης του χαλιφάτου αλλά είχε εσωτερική «αντιπολίτευση» και ότι οι βυζαντινές χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις αποτελούσαν τον ισχυρότερο στρατιωτικό αντίπαλο του Ισλάμ. Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες θα ισχυροποιούνταν ιδιαίτερα από την αναμέτρηση τους με τους Βυζαντινούς σε θαλάσσιες επιχειρήσεις και τειχομαχίες. Αν αυτές ήταν οι επιδιώξεις του Μωαβία, αποδείχθηκαν καταστροφικές για τις δυνάμεις του.  Πάντως και από αυτήν την απόφαση του Μωαβία διαφαίνεται η ‘ανυπαρξία’  του Βυζαντινού ναυτικού, η οποία όμως δεν διήρκησε για πολύ.

Late Romans

Αναπαράσταση Υστερορωμαϊκού/Βυζαντινού πεζικού (αναπαράσταση Υστερων Ρωμαίων από τον Ιστορικό Σύλλογο Britannia).

-

            Από ότι ακολούθησε, η εκτίμηση μου είναι  ότι οι Βυζαντινοί είχαν εκπονήσει από το 655 μΧ  ένα μεγαλόπνοο σχέδιο ναυπήγησης νέων πολεμικών πλοίων τα οποία κατά την περίοδο της πολιορκίας εξοπλίσθηκαν και  με σίφωνες υγρού πυρός (βλέπε παρακάτω). Αυτό το σχέδιο προσπάθησαν να κρατήσουν όσο μπορούσαν μυστικό για ευνόητους λόγους, από τον εχθρό, εξ ού και η σιωπή των πηγών. Τα νέα πλοία πιθανώς  δεν ήταν πολυάριθμα αλλά η μεγάλη διαφορά στην ισχύ τους έναντι των μουσουλμανικών βρισκόταν ειδικά στο ότι ήταν πυρφόρα. Προφανώς οι Βυζαντινοί μετέτρεψαν σε πυρφόρα και τα περισσότερα παλαιότερα πολεμικά τους.  Εξάλλου οι εισβολείς χρησιμοποιούσαν τους ίδιους τύπους πλοίων με εκείνα των Βυζαντινών,  επειδή στηρίζονταν σε πρώην  υπηκόους της  Αυτοκρατορίας:  Σύριους (απογόνους των  Φοινίκων και Αραμαίους)  και Αιγύπτιους ναυπηγούς και ναυτικούς.   Περί το 677-678 ο νέος Βυζαντινός  στόλος ήταν έτοιμος όπως διεφάνη από την αιφνίδια εμφάνιση του και τη συντριβή που επέφερε στους Άραβες.   Ο πόλεμος κατέληξε σε πανωλεθρία  του συροαραβικού στόλου.

Οι δρόμωνες και οι διήρεις του βυζαντινού στόλου, πλοία πυρφόρα, δηλαδή εξοπλισμένα με σίφωνες (σωληνώσεις) εκτόξευσης υγρού πυρός, κατόρθωσαν να πυρπολήσουν πολλά μουσουλμανικά σκάφη, ενώ όσα απέμειναν εγκατέλειψαν τις βάσεις τους στην Κυζικηνή και  τη  Σμύρνη  παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής. Όμως, κοντά στην παμφυλιακή ακτή έπεσαν σε θύελλα η οποία κατέστρεψε σχεδόν εξολοκλήρου τον επιβλητικό στόλο του Μωαβία (678). Οι απώλειες των Αράβων,  Συρίων και  Αιγυπτίων  σε άνδρες και σκάφη υπήρξαν τρομακτικές, όπως οι ίδιες οι μουσουλμανικές  πηγές σημειώνουν, σαφώς μεγαλύτερες από τις βυζαντινές στη «ναυμαχία των Καταρτιών» (655). Ο Μωαβίας αναγκάσθηκε να προτείνει συνθήκη ειρήνης στον Κωνσταντίνο Δ΄. Τις διαπραγματεύσεις για τους όρους της ανέλαβε ο πολύπειρος διπλωμάτης πατρίκιος Ιωάννης, ο οποίος πέτυχε την ετήσια καταβολή μεγάλου φόρου από το αραβικό χαλιφάτο στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τότε ανακτήθηκε και η Ρόδος από τους Βυζαντινούς, η οποία είχε καταληφθεί νωρίτερα από τους Άραβες. Οι βασιλείς των γερμανικών δυτικοευρωπαϊκών κρατών, ο χάνος των ισχυρών Αβάρων νομάδων και άλλοι ηγεμόνες εντυπωσιάσθηκαν από τη βυζαντινή νίκη και έστειλαν δώρα στον αυτοκράτορα προκειμένου να τον συγχαρούν, επιζητώντας ταυτόχρονα τη διατήρηση των ειρηνικών σχέσεων. Ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα τους, αυξάνοντας το γόητρο της Αυτοκρατορίας.

Scylitzes Byzantines and  Arabs

Σύγκρουση ιππικού των Βυζαντινών και των Αράβων της περιόδου, σε μικρογραφία από το χρονικό του Σκυλίτζη.

-

            Η βυζαντινή νίκη είχε εξαίρετη σημασία. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη νίκη οποιασδήποτε αντιμουσουλμανικής δύναμης, η οποία έδειξε ότι ο πρώιμος μουσουλμανικός πολεμικός φανατισμός  o  οποίος έως τότε είχε σαρώσει τα πάντα στο πέρασμα του, μπορούσε να αντιμετωπισθεί και η ακάθεκτη  προέλαση του Ισλάμ μπορούσε να αναχαιτισθεί. Οι χριστιανοί ηγέτες της Δύσης, οι οποίοι παρακολουθούσαν έως τότε προβληματισμένοι τη  διαρκή αραβική επέκταση, χαιρέτησαν τη βυζαντινή νίκη. Η συντριπτικότερη αραβική ήττα που ακολούθησε κατά τη δεύτερη αραβική πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718 μΧ)  την οποία θα αναλύσω σε επόμενο άρθρο, και η νίκη των Φράγκων επί των μουσουλμάνων στο Πουατιέ (Poitiers, 732) αναχαίτισαν οριστικά την προέλαση του ισλαμικού κατακλυσμού προς την ευρωπαϊκή ήπειρο από Ανατολή και Δύση αντίστοιχα, διασώζοντας τον ελληνορωμαϊκό και χριστιανικό χαρακτήρα της.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΣΤΡΟ ΡΕΝΤΙΝΑΣ (ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΤΕΜΠΗ)



Το κάστρο της Ρεντίνας δεσπόζει σε κορυφή λόφου, στην είσοδο των κατάφυτων στενών της Ρεντίνας ή "Μακεδονικών Τεμπών" .
Αν και είναι μεγάλο και πολύ κοντά σε πολυσύχναστο δρόμο, δεν είναι εύκολα ορατό. Επιπλέον, επισήμως δεν είναι ανοικτό για το κοινό.

Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

To κάστρο που είναι χτισμένο σε ένα λοφίσκο πολύ κοντά στην παλιά Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης Απροβάλτας (71ο χλμ.), έλεγχε την πορεία της Εγνατίας οδού μέσω της κοιλάδας του Ρήχιου ποταμού και συνεπώς την κίνηση εμπορευμάτων και στρατευμάτων μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινούπολης.

Ιστορία

Οι ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στον λόφο και την τριγύρω περιοχή έχουν φέρει στο φως ίχνη ανθρώπινης παρουσίας, ήδη από τη Νεολιθική περίοδο. Στον ΝΔ τομέα του κάστρου έχουν αποκαλυφθεί τοίχοι κτισμάτων και αναλημμάτων που από την κατασκευή τους και τα συναφή ευρήματα έχουν χρονολογηθεί στην Ελληνιστική περίοδο. Η Ρεντίνα βρισκόταν κοντά στον οικισμό της Αρέθουσας, που παρήκμασε μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα, και σε μικρή απόσταση από τον παρόδιο σταθμό (mutatio) με το όνομα Peripidis (γεν. Peripidinis), από τον οποίο κατά μια ερμηνεία θα μπορούσε να κατάγεται το σημερινό όνομά της.

Η Ρεντίνα σήμερα διασώζει σε ικανό ύψος την οχύρωση και τα εντυπωσιακά οικοδομικά λείψανα οικισμού, που θα ήταν δυνατόν να ταυτιστεί με το αναφερόμενο από τον Προκόπιο στο έργο του Περί κτισμάτων κάστρο «Αρτεμίσιον», για το οποίο μαρτυρείται ότι τειχίστηκε την εποχή του Ιουστινιανού. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πορίσματα των μέχρι σήμερα ερευνών, η πρώτη οχύρωση που περιλάμβανε δεξαμενές νερού για τις ανάγκες μιας μικρής φρουράς θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά στα μέσα του 4ου αιώνα. Κατά την Ιουστινιάνεια περίοδο, το τείχος ενισχύθηκε με πύργους και εφοδιάστηκε με μια μεγάλη δεξαμενή στο πλάτωμα της ακρόπολης.

Κατά τη Μεσοβυζαντινή εποχή, το τείχος ανακατασκευάστηκε και χρησίμευσε ως οχύρωση για έναν οικισμό που ιδρύθηκε μέσα στην πρώτη πενηνταετία του 10ου αιώνα, όταν αποτέλεσε έδρα της επισκοπής Λητής και Ρεντίνης. Τότε στην ακρόπολη κτίστηκε εκκλησία πάνω στα ερείπια της παλιότερης δεξαμενής, που δεν λειτουργούσε πλέον, και οικήματα για τον επίσκοπο και τους συνεργάτες του. Μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα ιδρύθηκαν και αρκετές οικίες στην κάτω πόλη κατά μήκος του παλιού περιβόλου και σε επάλληλα άνδηρα, ακολουθώντας την φυσική κλίση του εδάφους. Ένας τρίτος οχυρωματικός περίβολος περιέβαλε τότε τον οικισμό από το ανατολικό, το πλέον ευπρόσβλητο, τμήμα του και στην άκρη του ιδρύθηκε πύργος, ο οποίος διέσωσε στο εσωτερικό του λείψανα ξύλου, που χρονολογήθηκαν με την μέθοδο του άνθρακα 14 (C14) γύρω στο 980 μ.Χ.

Μετά το 1204, ο οικισμός παραδόθηκε στους Φράγκους του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι φαίνεται ότι εγκατέστησαν μόνιμη φρουρά, όπως δείχνουν τα πολλά νομίσματα αυτής της περιόδου που βρέθηκαν στην ανασκαφή, προφανώς για τον έλεγχο τόσο της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης όσο και του Στρυμονικού κόλπου.



Το 1242, όμως, ο Ιωάννης Βατάτζης στην πορεία του προς τη Θεσσαλονίκη κατέλαβε το κάστρο, αφού, σύμφωνα τον Γεώργιο Ακροπολίτη, οι Φράγκοι εγκατέλειψαν τη θέση χωρίς να την υπερασπιστούν. Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, ειδήσεις για τους κατοίκους της Ρεντίνας περιέχουν τα δικαιοπρακτικά έγγραφα των μονών του Αγίου Όρους, που αναφέρουν κτήματα, μύλους και σπίτια στην περιφέρεια. Στην πρώτη πενηνταετία του 14ου αιώνα χρονολογείται και ένας μικρός σταυρόσχημος ναός, που κτίστηκε μέσα στον ανατολικό περίβολο, ίσως σε συνάφεια με βρεφικό και παιδικό νεκροταφείο.

Από τα μέσα του 14ου αιώνα, όμως, ο οικισμός φαίνεται ότι άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του και περνά διαδοχικά στα χέρια Σέρβων, Ελλήνων και Τούρκων. Η εγκατάσταση Τούρκων Γιουρούκων στην περιοχή μάλλον οδήγησε το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού σε ασφαλέστερα κέντρα, το σημαντικότερο από τα οποία ήταν η Βόλβη. Τα λίγα νομίσματα της ανασκαφής από την εποχή αυτή μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα αποτυπώνουν τη φθίνουσα πορεία του άλλοτε ακμαίου οικισμού της Ρεντίνας και πιστοποιούν την ύπαρξη ισχνής αγροτοποιμενικής εγκατάστασης στη θέση.


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Η πρώτη οχύρωση του οικισμού έχει τοποθετηθεί χρονικά στα μέσα του 4ου αιώνα και περιλάμβανε μια περίπου πεντάπλευρη ακρόπολη και έναν περίβολο που περιέκλειε το ΝΔ τμήμα του λόφου. Η προσπέλαση γινόταν μέσω δύο πυλών: η κύρια πύλη ήταν στο δυτικό τμήμα του τείχους και η δευτερεύουσα στο νότιο. Μια στενή πυλίδα ανοιγόταν δίπλα στη δυτική πύλη. Στο εσωτερικό του κάστρου ερευνήθηκαν δύο μικρές υπόγειες δεξαμενές, μία στη βάση πύργου δίπλα στη ΒΔ γωνία του τείχους και μία άλλη στην ακρόπολη, για την εξασφάλιση νερού στη μικρή φρουρά των υπερασπιστών του φρουρίου.

Η αρχική αυτή οχύρωση ενισχύθηκε τουλάχιστον 4 ακόμη φορές σε ισάριθμες μεταγενέστερες περιόδους.
Κατά την εποχή του Ιουστινιανού , η οχύρωση ενισχύθηκε σε ύψος και προστέθηκε ένας ημικυκλικός πύργος στο νότιο σκέλος του τείχους. Τότε κατασκευάστηκε και η μεγάλη δεξαμενή στο πλάτωμα της ακρόπολης. Κατά τον 10ο αιώνα, με τη μεταφορά της έδρας της επισκοπής Λητής στη Ρεντίνα και με την ίδρυση του οικισμού, τα τείχη τόσο της ακρόπολης όσο και της κάτω πόλης ενισχύθηκαν με ορθογώνιους πύργους στις γωνίες και σε ευπαθή σημεία που χρειάζονταν αντιστήριξη. Επιπλέον, τότε κατασκευάστηκε και ένα τριγωνικό τείχος που περιέκλεισε τμήμα του λόφου από την ανατολική πλευρά, πάνω στο φρύδι των απότομων βράχων. Στο εσωτερικό του ανατολικού τείχους δεν φαίνεται να υπήρξαν ποτέ κτίρια· πιθανότατα το τείχος αυτό χρησίμευε για τη συγκέντρωση των ποιμνίων των κατοίκων σε καιρούς πολιορκίας.


Ο ακρόπυργος αυτού του τείχους ήταν στο εσωτερικό του, γεμισμένος με επάλληλα ξύλινα πλαίσια μεταξύ επιχώσεων, τα ξύλα των οποίων χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του άνθρακα 14 (C14) γύρω στο 980 μ.Χ. Ένας ημιυπόγειος σκεπαστός διάδρομος από τη βάση του πύργου οδηγούσε σε υπόγεια δεξαμενή, με διπλό προθάλαμο, που στεγαζόταν με εκφορικά κτισμένους θόλους. Η δεξαμενή αυτή συγκέντρωνε νερό από γειτονικό χείμαρρο και χρησίμευε είτε για τη συγκέντρωση πόσιμου νερού είτε ως υπόγειο εργαστήριο για την παραγωγή ή τη συλλογή χρήσιμων ή πολύτιμων προϊόντων.

Ο πύργος αυτός δεν άντεξε για πολύ, επειδή το σημείο έδρασής του ήταν εξαιρετικά επικλινές. Τον 12ο αιώνα ο πύργος εγκαταλείφθηκε και μαζί του εγκαταλείφθηκαν και οι δύο κλάδοι του ανατολικού τείχους, οπότε ο λόφος από την ανατολική πλευρά προστατεύτηκε από δύο ισχυρούς τοίχους που κατέβαιναν προς τους πρόποδες του λόφου από το πίσω μέρος της ακρόπολης. Οι ισχυροί αυτοί τοίχοι ενισχύθηκαν εξωτερικά από επένδυση-επιδερμίδα σε λίγο μεταγενέστερη περίοδο. Τότε ίσως καταργήθηκε και η νότια πύλη του τείχους για μεγαλύτερη ασφάλεια.



Οι Φράγκοι, μετά το 1204, ενίσχυσαν το τείχος της ακρόπολης με επιδιορθώσεις στο βόρειο ορθογώνιο πύργο και στο βόρειο εξωτερικό περίβολο, που είχε ιδρυθεί σε θέση σχετικά απρόσβλητη. Τον 13ον αιώνα, μάλλον μετά την κατάληψη του κάστρου από τις δυνάμεις του Ιωάννη Βατάτζη (1242), κτίστηκε νέος ακρόπυργος, στο σημείο όπου οι δύο ισχυροί διπλοί τοίχοι που κατέβαιναν ως τους πλάγιους κλάδους του αρχικού ανατολικού περιβόλου, συναντιούνταν στα ανατολικά της ακρόπολης, για την εξασφάλιση της φρουράς και των κατοίκων. Τα τείχη, όπως και ολόκληρος ο οικισμός, εγκαταλείφθηκαν μετά τα μέσα του 14ου αιώνα. 


ΠΗΓΗ :http://www.kastra.eu

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ (ΜΑΪΟΣ 1918)

Από τις 5/18 Απριλίου προωθήθηκε στην πρώτη γραμμή από την περιοχή του Πολυκάστρου όπου βρισκόταν και η Μεραρχία Σερρών, υπό τον Υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, αποτελούμενη από τα 2ο και 3ο Συντάγματα Σερρών. Στη Μεραρχία αυτή ανατέθηκε ο υποτομέας Αρχαγγέλου, στο αριστερό της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, στην οποία και υπήχθη από τακτικής απόψεως.Έναντι της 1ης Ομάδας Μεραρχιών ο εχθρός διέθετε την 5η Βουλγάρική Μεραρχία της 1ης Στρατιάς με έξι συντάγματα δικά της και ένα της 3ης Βουλγαρικής Στρατιάς. Οι εχθρικές θέσεις είχαν οργανωθεί από το Δεκέμβριο του 1917 σε δεσπόζοντα εδαφικά σημεία και ήταν ενισχυμένες με ανθεκτικά καταφύγια και συρματοπλέγματα. Από απόψεως πυροβολικού οι Βούλγαροι διέθεταν, όπως διαπιστώθηκε από αεροπορική αναγνώριση, 88 πυροβόλα στην περιοχή του χωριού Ούμα και 52 στην περιοχή της Γευγελής. Επίσης είχαν ενισχύσει τις εφεδρείες τους, που περιλάμβαναν ένα Γερμανικό και δύο έως τέσσερα Βουλγάρικα Συντάγματα.

Ο Στρατηγός Γκυγιωμά έθεσε ως αντικειμενικό σκοπό της 1ης Ομάδας Μεραρχιών το ύψωμα Σκρά (ύψόμετρο 1097), γιατί αποτελούσε μια εξέχουσα της εχθρικής διατάξεως σε έδαφος που δέσποζε της περιοχής, ήταν ισχυρά οργανωμένο και είχε εξοπλιστεί με πολυβόλα και όλμους. Τα συμμαχικά παρατηρητήρια στο όρος Πάϊκο παρείχαν καλή θέα προς τις Βουλγαρικές οργανώσεις. Επιπλέον, η διαμόρφωση του εδάφους επέτρεπε την ανάπτυξη και κάλυψη πολλών συμμαχικών πυροβολαρχιών, καθώς και την συγκέντρωση των πυρών τους στην περιορισμένης εκτάσεως εξέχουσα του Σκρά.

Η απόφαση του Αρχιστρατήγου να επιτεθεί η 1η Ομάδα Μεραρχιών κατά του υψώματος Σκρά στηρίχθηκε κυρίως στην ανάγκη να βελτιωθεί η διάταξη των Ελληνικών στρατευμάτων και στην ελπίδα του για μία επιτυχία που θα εξύψωνε το ηθικό και τη μαχητική τους ικανότητα.


Η διαταγή που δόθηκε στο διοικητή της 1ης Ομάδας Μεραρχιών, στις 27 Μαρτίου/9 Απριλίου, ήταν να μελετήσει ενέργεια για την κατάληψη του υψώματος του Σκρά και των ανατολικά απ’αυτό Βουλγαρικών θέσεων. Ταυτόχρονα, τον ενίσχυσε με τρεις μοίρες ελαφρύ πυροβολικού, πέντε πυροβολαρχίες βαριές και μία πυροβολαρχία χαρακωμάτων. Ο Στρατηγός Ζερόμ υπέβαλε τις προτάσεις του μετά δύο ημέρες, ενώ ταυτόχρονα κοινοποίησε αυτές και στη Μεραρχία Αρχιπελάγους, για να τις μελετήσει και να έχει ετοιμότητα να αναλάβει την εκτέλεση της επιθέσεως.

Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση σε δύο χρόνους. Κατά τον πρώτο θα καταλαμβάνονταν το ύψωμα Σκρά και κατά το δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς-Σερφ Βολάν(2). Κατά τον πρώτο χρόνο θα ενεργούσε ένα σύνταγμα που θα καλυπτόταν με ένα τάγμα από τα αριστερά, ενώ στο δεύτερο χρόνο θα συνέχιζε άλλο σύνταγμα. Η ενέργεια θα υποστηριζόταν από τα ανατολικά με ένα σύνταγμα της Μεραρχίας Κρήτης που θα ενεργούσε για την κατάληψη των υψωμάτων αμέσως βόρεια του χωριού Σκρά και θα επιδίωκε να συνδεθεί με την αριστερά της Μεραρχία Αρχιπελάγους. Η επίθεση της Μεραρχίας Αρχιπελάγους θα υποστηριζόταν με 122 συνολικά ελληνικά και συμμαχικά πυροβόλα από τα οποία τα 46 βαριά.

Στις 2/15 Απριλίου ο Αρχιστράτηγος ενέκρινε το σχέδιο επιθέσεως με την παρατήρηση ότι το διάστημα μεταξύ των δύο χρόνων έπρεπε να ελαχιστοποιηθεί. Επιπλέον, αύξησε το πυροβολικό, που αρχικά είχε διαθέσει για ενίσχυση, σε τέσσερεις μοίρες ελαφρού, δώδεκα πυροβολαρχίες βαρέως και δύο πυροβολαρχίες χαρακωμάτων. Ως χρόνο επιθέσεως καθόρισε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 1918.

Με το σχέδιο αυτό διαφώνησε ο Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Δημήτριος Καθενιώτης, που ήταν αντιπρόσωπος της επιτελικής Υπηρεσίας στον Αρχιστράτηγο. Στην αναφορά του υποστήριζε ότι η απόφαση ήταν ατυχής, γιατί εφάρμοζε κατά γράμμα τα πορίσματα του Δυτικού Μετώπου που είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά. Επειδή η κύρια βουλγάρική γραμμή άμυνας ήταν πίσω από το ύψωμα Σκρά, η κατάληψη του δε θα οφελούσε σε τίποτε και οι θυσίες θα ήταν άσκοπες. Πρότεινε συνεπώς η ενέργεια αυτή να συνδυαστεί με ευρεία επίθεση στα δυτικά από το χωριό Λαγκαδιά προς το χωριό Ούμα και από τις νοτιοανατολικές αντιρίδες της, Τζένας προς το ύψωμα Μάλα Ρούπα. Το επιτελείο του Αρχιστρατήγου απάντησε ότι η άποψη είναι σωστή, αλλά δεν υπήρχαν τα μέσα, ιδιαίτερα πυροβολικό, για να υποστηρίξει την προτεινόμενη ενέργεια.

Στο μεταξύ είχε αρχίσει η υλοποίηση των προκαταρκτικών ενεργειών και γινόταν η μετακίνηση του πυροβολικού. Η 16η Γαλλική Αποικιακή Μεραρχία στο μέτωπο του Εριγώνα διέθετε μία μοίρα ορειβατική και τρεις μοίρες πεδινές, η 76η Γαλλική Μεραρχία στο Μοναστήρι μία μοίρα πεδινή, η Γαλλίκή Στρατιά Ανατολής οκτώ βαριές πυροβολαρχίες, η 2η Σερβική Στρατιά δύο βαριές πυροβολαρχίες και ως γενική εφεδρεία πυροβολικού είχε τηρηθεί μία βαριά μοίρα. Ο Αρχιστράτηγος εξασφάλισε συνδρομή και από το βρετανικό πυροβολικό, το οποίο κατά την επίθεση θα έκανε επιδεικτικές βολές μεταξύ Αξιού και Δοϊράνης και βολές αντιπυροβολικού δυτικά του Αξιού.
Ταυτόχρονα, όλες οι μονάδες που θα λάμβαναν μέρος στην επίθεση στάλθηκαν σε στρατόπεδο, νότια του χωριού Σκρά, για τη συμπλήρωση της εκπαιδεύσεως και την αναπλήρωση σε άντρες και υλικά. Από τις ελληνικές δυνάμεις στάλθηκαν τα τρία συντάγματα της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και το 7ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Κρήτης.


Στις 7/20 Μαΐου 1918, ο Διοικητής της 1ης Ομάδας Μεραρχιών Στρατηγός Ζερόμ εξέδωσε τη διαταγή επιθέσεως. Σύμφωνα με αυτή το Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας είχε ως αποστολή να καταλάβει το ύψωμα Σκρά και προωθηθεί 1.500 μέτρα βόρεια της γραμμής Τουμουλούς – Σερφ Βολάν, καταλαμβάνοντας ταυτόχρονα και ολόκληρη την ανατολικότερα, μέσα στη ζώνη του, προωθημένη βουλγαρική γραμμή. Η κύρια επίθεση κατά του υψώματος Σκρά ανατέθηκε στη Μεραρχία Αρχιπελάγους και θα συνδυαζόταν με δευτερεύουσα ενέργεια ενός συντάγματος της Μεραρχίας Κρήτης, προς το ύψωμα 789. Άλλη μονάδα της ίδιας Μεραρχίας θα ενεργούσε ανατολικότερα εναντίον του υψώματος 459 (Λαντιγέ)(1)

Η Μεραρχία Σερρών με ελαφρά τμήματα θα καταλάμβανε τα υψώματα ανατολικά του χωριού Λαγκαδιά, προκειμένου να καλύψει το δυτικό πλευρό της Μεραρχίας Αρχιπελάγους που θα ενεργούσε προς το ύψωμα Σκρά. Οι Σέρβικές και Βρετανικές δυνάμεις θα εκδήλωναν ανάλογες ενέργειες αντιπερισπασμού, εναντίον των εχθρικών θέσεων εκατέρωθεν της κύριας επιθέσεως. Η Συμμαχική Αεροπορία θα βομβάρδιζε τα μετόπισθεν του εχθρού. Η προπαρασκευή του πυροβολικού θα άρχιζε από την προπαραμονή της επιθέσεως. Εφεδρεία θα ήταν το 1ο Σύνταγμα Αφρικανών στον Αρχάγγελο και δύο συντάγματα της 122ης Γαλλικής Μεραρχίας, το ένα στον Αρχάγγελο και το άλλο στην Αξιούπολη. Το 1ο Σύνταγμα Αφρικανών από την έναρξη της επιθέσεως θα υπαγόταν στην Μεραρχία Αρχιπελάγους. Τέλος, η Μεραρχία Κρήτης διατάχθηκε να έχει ετοιμότητα να αναλάβει τη συνέχιση της επιθέσεως μετά την κατάληψη των κύριων αντικειμενικών σκοπών.
ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ


Στις 13/26 Μαΐου, ο διοικητής της Μεραρχίας Αρχιπελάγους εξέδωσε τη διαταγή επιχειρήσεων με την οποία την κύρια προσπάθεια αναλάμβαναν το 1ο Σύνταγμα Σερρών και τα 5ο και 6ο Αρχιπελάγους, η Διλοχία Μηχανικού, δυο ουλαμοί πυροβολικού του 1ου Συντάγματος Αφρικανών και ένας Γαλλικός λόχος Φλογοβόλων. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάληψη της γραμμής των υψωμάτων Τουμουλούζ – Σερφ Βολάν σε σύνδεσμο με τη δεξιά Μεραρχία Κρήτης και τη σταθεροποίηση στις νέες αυτές θέσεις.
Η ζώνη ενέργειας της Μεραρχίας χωρίστηκε σε τρεις τομείς που ανατέθηκαν από αριστερά προς τα δεξιά αντίστοιχα στα 5ο, 1ο και 6ο Συντάγματα, τα οποία και ενισχύθηκαν ως εξής:

* Το 5ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, με έναν ουλαμό Μηχανικού, δύο πυροβόλα και έναν ουλαμό Φλογοβόλων.

* Το 1ο Σύνταγμα Σερρών, με δύο ουλαμούς Μηχανικού, δύο πυροβόλα και έναν ουλαμό Φλογοβόλων.

* Το 6ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους, με έναν ουλαμό Μηχανικού, δύο πυροβόλα και έναν ουλαμό Φλογοβόλων.


Ο ίδιος ο Βενιζέλος δίνει την σημαία στο διοικητή της μεραρχίας Σερρών
Επίσης ορίστηκε και η διάταξη επιθέσεως των συνταγμάτων αυτών. Τα 5ο και 6ο είχαν από ένα τάγμα εμπρός, ένα ως εφεδρεία και ένα για την κάλυψη του αριστερού και του δεξιού τους πλευρού αντίστοιχα, ενώ το 1ο είχε δύο τάγματα εμπρός και ένα ως εφεδρεία. Το 1ο Σύνταγμα Αφρικανών θα αναλάμβανε την οργάνωση του εδάφους που θα καταλαμβανόταν από τις ελληνικές δυνάμεις. Τα χαρακώματα εξορμήσεως θα εξασφάλιζε το 3ο Τάγμα του 3ου Συντάγματος Σερρών. Παρόμοιες διαταγές εξέδωσαν και οι Μεραρχίες Κρήτης και Σερρών.

Ο Αρχιστράτηγος στις 14/27 Μαΐου επισκέφθηκε το Στρατηγείο της 1ης Ομάδας Μεραρχιών στο χωριό Πηγή Βόρεια της Αξιουπόλεως(1), όπου με το Στρατηγό Ζερόμ αποφάσισαν η επίθεση να αρχίσει στις 17/30 Μαΐου, μετά από έντονη προπαρασκευή πυροβολικού. Η 122η Γαλλική Μεραρχία θα πραγματοποιούσε ταυτόχρονα επιθετικό εγχείρημα στην περιοχή της Ειδομένης.
Στις 16/29 Μαΐου το πυροβολικό άρχισε δράση, η οποία συνεχίστηκε και στη διάρκεια της νύχτας με βολές παρενοχλήσεως και καταστροφής. Οι Βρετανοί πραγματοποίησαν το βράδυ της ημέρας αυτής επιθετικό εγχείρημα δυτικά της Δοϊράνης. Καταδρομική ενέργεια με απόσπασμα της 122ης Γαλλικής Μεραρχίας στην Ειδομένη δε σημείωσε επιτυχία.


Γεώργιος Κονδύλης
Το πρωί της 17ης/30ης Μαΐου είχαν ολοκληρωθεί όλες οι προετοιμασίες και τα τμήματα πεζικού είχαν προωθηθεί στη γραμμή εξορμήσεως. Από τις 04.30 το πυροβολικό άρχισε σφοδρή προπαρασκευή μικρής διάρκειας, ενώ από τις 04.55 εκτόξευσε την προβλεπόμενη, για την προστασία του πεζικού, βολή κινητού φραγμού. Την ίδια ώρα ακριβώς άρχισε και η εξόρμηση του πεζικού. Το απόκρημνο του εδάφους, η απόσταση που χώριζε τις διαδοχικές γραμμές και η ισχυρή οργάνωση των εχθρικών θέσεων με ανθεκτικά πολυβολεία και σκέπαστρα επέτειναν τις δυσχέρειες της επιχειρήσεως. Ωστόσο, αυτή εξελίχθηκε σύμφωνα με το σχέδιο.

Στο κέντρο η Μεραρχία Αρχιπελάγους, στην οποία είχε ανατεθεί η κύρια προσπάθεια, επιτέθηκε και με τα τρία συντάγματά της στην πρώτη γραμμή, ακολουθώντας τον κινητό φραγμό του πυροβολικού.
Τα 5ο Σύνταγμα αριστερά υπό τον Αντισυνταγματάρχη Ευθύμιο Τσιμικάλη, επιτέθηκε προς το ύψωμα Τουμουλούς, καλύπτοντας ταυτόχρονα τη Μεραρχία από τα δυτικά. Η εξόρμηση του Συντάγματος άρχισε με τα 1ο (Ταγματάρχης Βασίλειος Παπαγιάννης) και 2ο (Λοχαγός Ιωάννης Ντόζης) Τάγματα στην πρώτη γραμμή, ενώ το 3ο Τάγμα (Ταγματάρχης Κωνσταντίνος Μπάμπαλης) ακολουθούσε ως εφεδρεία. Παρά τη σθεναρή αντίσταση του εχθρού και τη σφοδρότητα των πυρών πυροβολικού που προκαλούσαν μεγάλες απώλειες, το Σύνταγμα πέτυχε να καταλάβει διαδοχικά τα υψώματα Σκρά και Τουμουλουζ. Αμέσως επακολούθησε ανασυγκρότηση του Συντάγματος και συγχωνεύθηκαν τα 2ο και 3ο τάγματα, εξαιτίας των απωλειών. Επίσης αποκρούστηκαν πολλές εχθρικές αντεπιθέσεις με σοβαρές μάλιστα απώλειες για τον αντίπαλο.

Το 1ο Σύνταγμα Σερρών στο κέντρο, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Κονδύλη, διέθετε τα 1ο (Ταγματάρχης Γεώργιος Ψαράς) και 2ο (Λοχαγός Ιωάννης Σκαλτσογιάννης) Τάγματα του στην πρώτη γραμμή και το 3ο Τάγμα (Ταγματάρχης Θεόδωρος Βαχάρογλου) ως εφεδρεία. Η εξόρμηση άρχισε στις 05.45 κάτω από σφοδρά πυρά του εχθρού. Οι λόχοι του αριστερά 2ου Τάγματος είχαν σοβαρές απώλειες, όπως και ο λόχος του 3ου Τάγματος που ακολουθούσε. Προκλήθηκε κάποια σύγχυση, χωρίς όμως αυτό να επιδράσει αποφασιστικά στο ηθικό των αντρών και στην παραπέρα εξέλιξη της μάχης. Με δύο άλματα καταλήφθηκαν οι εχθρικές θέσεις στα υψώματα Μπαστιόν Ουέστ και στο Μπαστιόν ντι Σέγ, ενώ συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι. Μετά την επιτυχία αυτή εισήλθαν στον αγώνα και το 3ο Τάγμα και μέχρι τις 07.00 καταλήφτηκε το ύψωμα 1034 (Πιτόν Ντενυντέ) που ήταν και ο τελικός αντικειμενικός σκοπός του Συντάγματος. Οι απώλειες από τα εχθρικά πυρά, αλλά και από το φίλιο πυροβολικό, λόγω της εισόδου των λόχων πρώτου κλιμακίου του 1ου Τάγματος στο φραγμό του, ήταν σοβαρές. Στη διάρκεια της νύχτας το 2ο Τάγμα αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή και τη θέση του πήρε το εφεδρικό 3ο Τάγμα.


Το 6ο Σύνταγμα δεξιά, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντίνο Εξαρχάκη, επιτέθηκε με το 3ο Τάγμα (Ταγματάρχης Νικόλαος Πλαστήρας) μπροστά και το 2ο Τάγμα (Ταγματάρχης Βασίλειος Καρκούρας) ως εφεδρεία, Το 1ο Τάγμα (Ταγματάρχης Νικόλαος Τσιτούρας) είχε αναλάβει το σύνδεσμο ανατολικά με τη Μεραρχία Κρήτης. Τα τμήματα μέσα σε δεκαπέντε λεπτά της ώρας κατέλαβαν τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς μέχρι το ύψωμα Ουβραζ Μπλαν, όπου και ανέκοψαν για λίγο την κίνηση τους. Ο εχθρός δεν πρόφτασε να αντιδράσει και εξοντώθηκε ή παραδόθηκε, ενώ ελάχιστες αντιστάσεις που παρέμειναν περικυκλώθηκαν και εξουδετερώθηκαν.
Μετά την ταχεία ανασύνταξη των τμημάτων τα 1ο και 3ο Τάγματα συνέχισαν την επίθεση, ακολουθούμενα από το 2ο Τάγμα. Παρά την σφοδρότητα του εχθρικού πυροβολικού, τα ελληνικά τμήματα πέτυχαν μέχρι τις 06.40 να κάμψουν την αντίσταση του αντιπάλου και να καταλάβουν τους τελευταίους αντικειμενικούς τους σκοπούς, που ήταν τα υψώματα Σερφ Βολάν και Τετ ντε Σιέν.
Τη νύχτα 17/30 προς 18/31 Μαΐου το 2ο Τάγμα αντικατέστησε το 3ο Τάγμα, το οποίο αποτέλεσε την εφεδρεία του Συντάγματος. Επίσης, αντικαταστάθηκε και ο αριστερά λόχος του 1ου Τάγματος από λόχο του 1ου Συντάγματος Αφρικανών. Στη συνέχεια όλα τα τμήματα ασχολήθηκαν με την οργάνωση της τοποθεσίας.

Η διλοχία Μηχανικού της Μεραρχίας μέσα σε πέντε ώρες από τις 06.00 της 17ης/30ης Μαΐου κατασκεύασε τα απαραίτητα ορύγματα συγκοινωνίας προς τα υψώματα Σκρά και Μπαστιόν Ουέστ. Στη συνέχεια μαζί με το πεζικό οργάνωσε τις θέσεις στα υψώματα 1034 και Σερφ Βολάν.
Οι Διαβιβάσεις της Μεραρχίας οργάνωσαν άριστες επικοινωνίες με την αεροπορία, το πυροβολικό και το πεζικό Κι διευκόλυναν τη διεύθυνση και το συντονισμό της επιθέσεως.
Ο ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και πυρομαχικά υπήρξε υποδειγματικός και όλα τα τμήματα έλαβαν θερμό συσσίτιο.
Η Μοίρα Τραυματιοφορέων, μετέφερε περίπου 1.800 τραυματίες στην ομάδα χειρουργείων στο χωριό Κούπα κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, χάρη στην έντονη προσπάθεια των αντρών της.
Η Μεραρχία Αρχιπελάγους συνέλαβε 1.835 αιχμαλώτους και κυρίεψε άφθονο πολεμικό υλικό και 44 πυροβόλα διαφόρων τύπων. Οι απώλειες όμως της Μεραρχίας ήταν σοβαρές και ανήλθαν σε 338 νεκρούς, μεταξύ οποίων και ο Διοικητής του 1ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος Ταγματάρχης Βασίλειος Παπαγιάννης, 1.777 τραυματίες και 164 αγνοούμενους. Οι απώλειες του εχθρού ήταν επίσης πολύ μεγάλες. Μόνο στις θέσεις που καταλήφθηκαν είχαν εγκαταλειφτεί περισσότεροι από 400 νεκροί.

Στις 04.00 της 18ης/31ης Μαΐου το 1ο Τάγμα του 5ου Συντάγματος Σερρών αντικαταστάθηκε από Τάγμα του 1ου Συντάγματος Αφρικανών και παρέμεινε ως εφεδρεία του Συντάγματος στο ύψωμα Μπαστιόν ντι Σεγ.
Επίσης διατέθηκαν δύο τάγματα του 1ου Συντάγματος Αφρικανών, αντίστοιχα ανά ένα στα υψώματα Σκρά και Σερφ Βολάν, για την οργάνωση του εδάφους.
Η Μεραρχία Κρήτης στα δεξιά, ενισχυμένη με ένα Τάγμα του 45ου Γαλλικού Συντάγματος, είχε ως αποστολή να επιτεθεί και να καταλάβει το ύψωμα 789 και στη συνέχεια, ανάλογα με την εξέλιξη της καταστάσεως, το ύψωμα 459.
Η Μεραρχία ανέθεσε την κατάληψη του υψώματος 789 στο 7ο Σύνταγμα Κρητών, με κύρια προσπάθεια προς το ύψωμα Μόσιο (Καγιού Μπαν). Την κατάληψη του υψώματος 459 ανέθεσε στο 8ο Σύνταγμα Κρητών. Το 29ο Σύνταγμα Πεζικού, υπό τον Ταγματάρχη Βασίλειο Τυπάλδο, δυνάμεως ενάμισι τάγματος θα κάλυπτε το δεξιό της Μεραρχίας σε επαφή με την 122η Γαλλική Μεραρχία. Το 3ο Τάγμα που τηρήθηκε ως εφεδρεία της Μεραρχίας.


Η εξόρμηση άρχισε στις 04.55 της 17ης/30ης Μαΐου, μετά από προπαρασκευή πυροβολικού από την προηγούμενη ημέρα. Τα επιτιθέμενα τμήματα ακολουθούσαν τον κινητό προστατευτικό φραγμό πυροβολικού.
Το 7ο Σύνταγμα Κρητών αριστερά, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Γαρδίκα, επιτέθηκε με τα 1ο (Ταγματάρχης Εμμανουήλ Τζανακάκης) και 3ο (Ταγματάρχης Παναγιώτης Τσιμπουράκης) Τάγματα στην πρώτη γραμμή. Το 2ο Τάγμα, μείον τον 6ο Λόχο και τη πολυβολαρχία του που είχαν ενισχύσει το 1ο Τάγμα, τηρήθηκε ως εφεδρεία. Το 1/45 Γαλλικό Τάγμα, αμέσως μετά την εξόρμηση του 7ου Συντάγματος, κατέλαβε τις θέσεις του στη συμμαχική γραμμή.
Μέχρι τις 05.40 είχαν καταληφθεί όλοι οι αντικειμενικοί σκοποί του Συντάγματος εκτός από το υψόμετρο Μπάρα (Μποσέτ), γιατί ο 6ος Λόχος που ακολουθούσε το 1ο Τάγμα και έπρεπε να ενεργήσει κατ’ αυτού αμέσως μετά την κατάληψη του υψώματος Μπος, έχασε την επαφή και βράδυνε να προωθηθεί.

Το 8ο Σύνταγμα Κρητών, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Δημήτριο Σταυριανόπουλο, διέθεσε αριστερά το 2ο Τάγμα (Ταγματάρχης Νικόλαος Ζουδιανός) με αντικειμενικό σκοπό το ύψωμα Ταμπλέτ. Δεξιά διέθεσε το 3ο Τάγμα (Ταγματάρχης Ιωσήφ Βλαστός), ενισχυμένο με τον 1ο Λόχο και την πολυβολαρχία του 29ου Συντάγματος, με αποστολή την κατάληψη των υψωμάτων 459 και Πετίτ Τρανσέ Μπρυνέ. Το 1ο Τάγμα τηρήθηκε ως εφεδρεία.


Μέχρι τις 05.40 το 2ο Τάγμα κατέλαβε το ύψωμα Ταμπλέτ, χωρίς να συναντήσει σοβαρή εχθρική αντίσταση. Στη συνέχεια, ο 5ος Λόχος του εφεδρικού 2ου Τάγματος του 7ου Συντάγματος, με διαταγή του Διοικητή της Μεραρχίας επιτέθηκε και κατέλαβε το ύψωμα Μπάρα. Το 3ο Τάγμα εκδήλωσε την επίθεση του περίπου στις 14.00 και μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατέλαβε, σχεδόν χωρίς αντίσταση του εχθρού, το ύψωμα 459 και το Πετίτ Τρανσέ Μπρυνέ. Μετά την κατάληψη όλων των αντικειμενικών σκοπών, τα τμήματα σταθεροποιήθηκαν επ’ αυτών και άρχισε η αμυντική οργάνωση του εδάφους.
Ο ασύρματος της Μεραρχίας, εξαιτίας του εχθρικού βομβαρδισμού, και τα οπτικά μέσα, εξαιτίας της νεφώσεως, δε λειτούργησαν. Επίσης το αεροσκάφος που διατέθηκε για το σύνδεσμο καταρρίφθηκε από τον εχθρό. Ωστόσο, η διεύθυνση και ο συντονισμός του αγώνα εξασφαλίστηκαν ικανοποιητικά με τα άλλα μέσα επικοινωνίας. Όλοι οι ανεφοδιασμοί, η αναχορηγία πυρομαχικών, καθώς και οι διακομιδές λειτούργησαν αποτελεσματικά.

Συνελήφθησαν 210 αιχμάλωτοι και κυριεύτηκε πολύ υλικό, μεταξύ του οποίου και τρία πολυβόλα. Οι απώλειες της Μεραρχίας Κρήτης ήταν σχετικά μικρές και ανήλθαν σε 71 νεκρούς και 314 τραυματίες. Στη Μεραρχία Σερρών, στο αριστερό, είχε ανατεθεί η κατάληψη της γραμμής χωριό Λαγκαδιά – ύψωμα Σαγράδα (Μποά ντε Μπολγκάρ) – ύψωμα Μπλοκ Ροσέ.
Ο διοικητής της Μεραρχίας ανέθεσε στο 2ο Σύνταγμα Σερρών, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Χαράλαμπο Τσερούλη, να καταλάβει τη γραμμή αυτή με τους 6ο και 7ο Λόχο του 2ου Τάγματος (Λοχαγός Παύλος Παλλίδης), ενώ με το 1ο Τάγμα (Λοχαγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης) θα τηρούσε το σύνδεσμο μεταξύ του χωριού Λαγκαδιά και του υψώματος Σαγράδα. Με το 3ο Σύνταγμα Σερρών υπό τον Ταγματάρχη Νικόλαο Καλομενόπουλο και το 2ο Τάγμα (Λοχαγός Μιχαήλ Καλονάρος) θα εξασφάλιζε το σύνδεσμο με την αριστερά Σέρβικη Μεραρχία Τίμοκ. Ως εφεδρεία η Μεραρχία τήρησε μια διλοχία του 3ου Τάγματος του 2ου Συντάγματος και μία διλοχία του 1ου Τάγματος του 3ου Συντάγματος. Το 1ο σύνταγμα Σερρών και το 3ο Τάγμα του 3ου Συντάγματος είχαν διατεθεί στη Μεραρχία Αρχιπελάγους.

Στις 04.55 της 17ης/30ης Μαΐου τα τμήματα του 2ου Συντάγματος επιτέθηκαν και μέχρι τις 06.15 είχαν καταλάβει όλους τους αντικειμενικούς τους σκοπούς χωρίς σοβαρή εχθρική αντίσταση. Ο σύνδεσμος με τη Μεραρχία Αρχιπελάγους δεν επιτεύχθηκε, εξαιτίας του σκληρού αγώνα του εκεί 5ου Συντάγματος της Μεραρχίας Αρχιπελάγους που δεχόταν αλλεπάλληλες εχθρικές αντεπιθέσεις. Για την ενίσχυση του η Μεραρχία Σερρών απέστειλε την εφεδρική διλοχία 3ου Τάγματος του 2ου Συντάγματος και ένα Λόχο Μηχανικού, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απόκρουση του εχθρού.
Οι επικοινωνίες της Μεραρχίας Σερρών, όπως και οι διακομιδές, η περίθαλψη, οι ανεφοδιασμοί και η αναχορηγία πυρομαχικών, λειτούργησαν ικανοποιητικά. Παρουσιάστηκαν όμως δυσκολίες στην αναχορηγία πυρομαχικών πεζικού, λόγω της κοινής αποθηκεύσεώς τους με την Μεραρχία Αρχιπελάγους. Οι απώλειες της Μεραρχίας ήταν 32 νεκροί και 113 τραυματίες.
Την ημέρα της επιθέσεως ο καιρός ήταν νεφελώδης και βροχερός και ευνόησε την επίθεση, γιατί τύφλωσε τα εχθρικά παρατηρητήρια. Το φίλιο πυροβολικό πέτυχε καλά αποτελέσματα στην καταστροφή των εχθρικών οργανώσεων. Διασώθηκαν μόνο ορισμένα πολυβολεία και σε μερικά σημεία δεν πραγματοποιήθηκαν τα προβλεπόμενα ρήγματα στα εχθρικά συρματοπλέγματα. Το ηθικό και η γενναιότητα των αντρών προκάλεσαν το θαυμασμό των Συμμάχων και εξασφάλισαν την εμπιστοσύνη τους.

Ο Αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων Γκυγιωμά στην υπ’ αριθμόν 71 διαταγή του τόνιζε σχετικά:

¨Χάρις εις την απαράμιλλον ανδρείαν του και την υπέροχον αυτού ορμητικότητα, το Ελληνικόν πεζικόν του Στρατηγού Ζυμβρακάκη εν στενώ συνδέσμω μετά του πυροβολικού και της αεροπορίας άτινα, παρά τας δυσμενείς καιρικάς συνθήκας, επέτυχον να εκτελέσωσιν απάσας τας αποστολάς αυτών, υπερενίκησεν άπαντα τα εφ’ ενός των πλέον ανωμάλων εδαφών συσσωρευόμενα εμπόδια και επέτυχε την διά περιλάμπρου ενεργείας κατάληψιν των Βουλγαρικών θέσεων, επί μετώπου 12 χιλιομέτρων, συλλαβόν πλέον των 1.700 αιχμαλώτων και κυριεύσαν σημαντικόν υλικόν.¨
Επιπλέον, ο Αρχιστράτηγος εξέφρασε τα συγχαρητήρια του με ειδική διαταγή προς τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία είχε και το βάρος της κυρίας επιθέσεως.
Η απήχηση της νίκης αυτής ήταν πολύ μεγάλη σε όλη την Ελλάδα. Οι Έλληνες λησμόνησαν προσωρινά τα πολιτικά τους πάθη και γέμισαν από εθνική υπερηφάνεια. Το φρόνημα στις μονάδες εξυψώθηκε και οι άντρες με αδημονία και υπερηφάνεια ανέμεναν να αναμετρηθούν με τον εχθρό και να δοξάσουν για μία ακόμη φορά τα ελληνικά όπλα, όπως είχαν πράξει και κατά τις ένδοξες ημέρες των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913.


ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com