Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1571

Στα μέσα του 16ου αιώνα η «Aναγέννηση» του «Δυτικού Κόσμου» είχε εδραιωθεί. Ταυτόχρονα η με αυτή συνδεδεμένη πρόοδος στα γράμματα και τις τέχνες εξακολουθούσε να αναπτύσσεται, δίνοντας σημαντικούς καρπούς οι οποίοι ενίσχυσαν δυναμικά την ναυτιλία, την γεωγραφία, και την χαρτογραφία. Το αποτέλεσμα από την ανάπτυξη αυτή, ήταν η ενίσχυση του ωκεάνιου εμπορίου των χωρών της δύσης με τις αποικίες τους, και γενικώτερα με τις ανακαλυφθείσες χώρες του «Νέου Κόσμου», το οποίο έδωσε με την σειρά του νέα ώθηση στην οικονομία του «Παλαιού Κόσμου». Η νέα ήπειρος, που ανακάλυψε ο Χριστόφορος Κολόμβος στα 1492, και η οποία ονομάστηκε Αμερική σύμφωνα με το όνομα του ιταλού θαλασσοπόρου Αμέρικο Βεσπούτσι, ίσως να μην είχε ανακαλυφθεί, την εποχή εκείνη, αν δεν υπήρχε η ακμαία Οθωμανική Αυτοκρατορία και η κυριαρχία της επί των παραδοσιακών εμπορικών δρόμων της Ανατολής, θαλασσίων και επίγειων.

Χάρτης του μεγάλου φλαμανδού χαρτογράφου Γεράρδου Μερκάτωρ (1512-1594), κατασκευασμένος στα 1587, ο οποίος πέρα από τις γνωστές ηπείρους εμπεριέχει και την Αμερική.
Πριν τον 16ο αιώνα -και την μεγάλη ακμή που γνώρισε η Οθωμανική Αυτοκρατορία κάτω από την ηγεμονία του Σουλειμάν του Α΄, του επονομαζόμενου νομοθέτη (στα οθωμανικά «κανουνί»)- το εμπόριο με την Ασία διεξαγόταν, σχεδόν ελεύθερα, είτε μέσω ξηράς, είτε μέσω θαλάσσης. Ήταν μια ιστορική συνέχεια την οποία ακολούθησαν οι έμποροι στηριγμένοι στις υποδομές του «Μέσου Βασιλείου», της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δυτικής και ανατολικής -όπως τους αρχαίους ρωμαϊκούς δρόμους στην ξηρά, και τους παραδοσιακούς, από τις καιρικές συνθήκες καθοριζόμενους, θαλάσσιους δρόμους- για να συνεχίσουν το κερδοφόρο εμπόριο με τις χώρες της Ασίας.
Αν και κατά την περίοδο ανάμεσα στον 13ο και 15ο αιώνα το εμπόριο εξακολούθησε να διεξάγεται χωρίς σημαντικά εμπόδια, δημιουργώντας μάλιστα και τους αποκαλούμενος δρόμους του μεταξιού, από τα μέσα του 15ου αιώνα, με την ανάπτυξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον έλεγχο της επί των παραδοσιακών εμπορικών δρόμων, ένα τοίχος υψώθηκε το οποίο περιόρησε δραστικά το εμπόριο για τις χώρες της δύσης. Η μόνη ελεύθερη εμπορική οδός με την Ασία ήταν η θαλάσσια, η οποία αφενός εμπεριείχε θανάσιμους κινδύνους, αφετέρου, το σημαντικότερο, ήταν χρονοβόρα. Έτσι η προσπάθεια ανακάλυψης ενός νέου σύντομου δυτικού δρόμου, ο οποίος θα έδινε την δυνατότητα σύναψης εμπορικών σχέσεων με την Ασία, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τους υψηλούς φόρους και τον έλεγχο των Οθωμανών, ήταν το ζητούμενο το οποίο επιτεύχθηκε, εν μέρει, με την ανακάλυψη της Αμερικής. Θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί ότι η ανακάλυψη της Αμερικής προήλθε σαν απόρροια της κυριαρχίας των Οθωμανών στον τότε γνωστό κόσμο.
Οι συνθήκες στην Μεσόγειο τον 16ο αιώνα.
Τον 16ο αιώνα η Ευρώπη ενισχυμένη από το ματωμένο χρυσάφι του «Νέου Κόσμου», βρισκόταν διχασμένη από τις  διαμάχες των Καθολικών με τους Προτεστάντες, ενώ είχε ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει και τον πιο ουσιαστικό και διαφαινόμενο κίνδυνο ο οποίος απειλούσε την ύπαρξη της, την εξάπλωση των Οθωμανών. Ο κίνδυνος αυτός ήταν τόσο μεγάλος ώστε έφτασε να απειλείται ακόμα και η ίδια η πρωτεύουσα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η Ρώμη. Οι Οθωμανοί δεν κυριαρχούσαν μόνο στην στεριά, φθάνοντας στα 1529 έξω από την Βιέννη, αλλά και στη θάλασσα.  Ο οθωμανικός στόλος -ο οποίος έφθασε στην μεγάλη του ακμή το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, κάτω από τον θρυλικό πειρατή και ναύαρχο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (1475-1546)-  είχε διαφυλάξει την ισχύ του και κυριαρχούσε στην Μεσόγειο και στις δυτικές ακτές της Αφρικής κατακτώντας τις αποικίες των Βενετσιάνων και των Γενουατών, την μια μετά την άλλη, μέχρι και το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1481 έως το 1683.
Το 1570 οι Οθωμανοί, υπό τον σουλτάνο Σελίμ τον Β΄, τον επονομαζόμενο «μέθυσο»(οθωμανικά Sarhoş Selim), κατάφεραν να καταλάβουν από τους Ενετούς την Κύπρο εκτός της πολύ καλά οχυρωμένης πόλης της Αμμοχώστου, η οποία παρέμεινε υπό ενετική επικράτεια. Η ενέργεια αυτή είχε σαν αποτέλεσμα τον συνασπισμό των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, αποτελούμενων από την Ισπανία, την Γερμανική Αυτοκρατορία, το Παπικό Κράτος, την Βενετία, την Γένοβα, και την Μάλτα, σε μια συμμαχία η οποία σκοπό είχε να διεκδικήσει αποτελεσματικά, με στρατιωτικά μέσα, την θαλάσσια κυριαρχία από τους Οθωμανούς.
Το γεγονός ότι τα πλοία των χριστιανών δεν μπορούσαν πλέον να ταξιδεύουν στην Μεσόγειο χωρίς να δέχονται τις επιθέσεις των μουσουλμάνων, σε συνδυασμό με τον φόβο ότι το επόμενο βήμα μετά την κατάληψη της Κύπρου θα ήταν η οθωμανική απόβαση στην Ιταλία, οδήγησε τον πάπα  Πίο τον Ε΄ να αναλάβει την ένωση των χριστιανών υπό την σκέπη της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ένα έργο δύσκολο καθώς αφενός οι διαμάχες ανάμεσα στους Καθολικούς και τους Προτεστάντες βρίσκονταν στο απόγειο τους, αφετέρου οι Γάλλοι είχαν συνάψει ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης με τους Οθωμανούς διασπώντας έτσι την χριστιανική ενότητα.
Ύστερα από διπλωματικό αγώνα που περιελάμβανε αμοιβαίες υποχωρήσεις, υποσχέσεις, και πολλά ανταλλάγματα, κατάφερε να πείσει την Ισπανία, την Γένοβα, την Βενετία και τους ιππότες της Μάλτας να διαθέσουν πλοία για να αντιμετωπίσουν τον ισχυρότατο και συνεχώς διογκούμενο οθωμανικό στόλο. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας χριστιανικής «Ιερής Συμμαχίας» (Lega Santa), εκφρασμένης μέσα από την ισχύ ενός μεγάλου χριστιανικού στόλου ο οποίος συγκεντρώθηκε στο λιμάνι της Μεσσήνης, στην Ιταλία, τον Σεπτέμβρη του 1571, με σκοπό την άμεση σύγκρουση του με τον αντίστοιχο οθωμανικό. Η ναυμαχία, η οποία τελικά έλαβε χώρα στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου την 7η Οκτωβρίου του 1571, ήταν μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη της ιστορίας, και έμεινε γνωστή σαν η ναυμαχία της Ναυπάκτου στα ελληνικά ή σαν Battaglia di Lepanto στα ιταλικά. Η σημασία της είναι απερίγραπτη καθώς όχι μόνο η «Ιερή Συμμαχία» κατάφερε να νικήσει τον πανίσχυρο οθωμανικό στόλο αλλά και να αποτρέψει την περαιτέρω επέκταση των Οθωμανών στην Ευρώπη. Λόγω του καθαρά θρησκευτικού χαρακτήρα των συμμαχικών χριστιανικών δυνάμεων χαρακτηρίστηκε ίσως δίκαια, από πολλούς εμπόλεμους, σαν η 13η Σταυροφορία.
Οι αντίπαλοι.
Αρχηγός του Χριστιανικού στόλου ορίστηκε ο Ισπανός Don Juan της Αυστρίας, ετεροθαλής αδελφός του βασιλιά Φιλίππου του Β της Ισπανίας, μέλος της βασιλικής οικογένειας της Αυστρίας που είχε γεννηθεί στη Γερμανία στις 24/2/1547 και από μικρός είχε δείξει κλίση στη στρατιωτική καριέρα αν και τα βασιλικά σαλόνια της εποχής τον προόριζαν για μοναχό.

Ο Ισπανός Don Juan της Αυστρίας, ετεροθαλής αδελφός του βασιλιά Φιλίππου του Β΄ της Ισπανίας.
Στις 23 Αυγούστου 1571 σε ηλικία 24 μόλις ετών ο Don Juan έφτασε στη Messina για να ηγηθεί του Χριστιανικού στόλου. Το λιμάνι έμοιαζε με πυκνό δάσος από τα κατάρτια και η παλιά πόλη της Μεσσήνης είχε πλημμυρίσει από άνδρες από πολλά κράτη. Την πρώτη Σεπτέμβρη όλος ο στόλος είχε συγκεντρωθεί και αποτελείτο από 208 συνολικά γαλέρες, 90 από την Ισπανία και τις αποικίες της, 106 από τη Βενετία (εκ των oποίων οι 6 ήταν μεγάλες γαλέρες που ονομάζονταν γαλεάσσες) και 12 από τις δυνάμεις του Πάπα. Επιπλέον 100 μπριγιαντίνες, φρεγάτες , βοηθητικά πλοία και πλοία μεταφοράς προμηθειών που κυρίως είχαν εξοπλιστεί από τους Ισπανούς θα ακολουθούσαν στην εκστρατεία. Το ανθρώπινο δυναμικό αποτελείτο από 50.000 ναύτες και σκλάβους (κωπηλάτες στις γαλέρες), 31.000 στρατιώτες (19.000 από αυτούς είχαν στρατολογηθεί από τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο ενώ σε αυτό τον στρατό συμπεριλαμβάνονταν και Γερμανοί και Ιταλοί), 8.000 Βενετοί, 2.000 από στρατεύματα του Πάπα και 2.000 εθελοντές κυρίως από την Ισπανία αλλά και αρκετοί Έλληνες κυρίως από τα Επτάνησα και την Κρήτη που βρίσκονταν υπό Βενετική κατοχή και μάλιστα προσέφεραν και κάποια πλοία.
Στις 5 Οκτωβρίου ο Χριστιανικός στόλος αγκυροβόλησε στα νησιά Curlozares , νησάκια που βρίσκονταν στην ακτή της Αιτωλοακαρνανίας κοντά στο όρος Κουτσουλάρης και σήμερα έχουν επιχωματωθεί από τα υλικά που κατεβάζει ο ποταμός Αχελώος. Το μοναδικό που παραμένει σα νησί είναι η νησίδα Οξιά. Εκεί έφτασαν και τα νέα από μια μπριγιαντίνα (brigantine) από τον Χάνδακα (Ηράκλειο) ότι δηλαδή το τελευταίο Χριστιανικό οχυρό στην Κύπρο, η Αμμόχωστος, είχε πέσει στα χέρια των Οθωμανών και μετά την παράδοση ακολούθησαν τρομερές σφαγές και ακρότητες από τους Τούρκους στους ανυπεράσπιστους Χριστιανούς που είχαν παραδοθεί.
Ο Τουρκικός στόλος είχε συγκεντρωθεί στο λιμάνι της Ναυπάκτου και αποτελείτο από 286 γαλέρες και 80-90 βοηθητικά πλοία κυρίως γαλιότες και σούστες κάτω από τη διοίκηση του Τούρκου ναύαρχου Καπουδάν Μουεζινάντε Αλί Πασά. Ο Τουρκικός στόλος είχε ενισχυθεί με 73 γαλέρες από τις δυνάμεις του Αλγερινού πειρατή Uluch Ali, μπέη της Αλγερίας που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανικών πλοίων στη Μεσόγειο. Επιπλέον ο Τουρκικός στόλος είχε λάβει ενισχύσεις με 22 ακόμα γαλέρες που έφτασαν λίγες μόλις μέρες πριν την άφιξη του Χριστιανικού στόλου από την Τρίπολη του Λιβάνου με επικεφαλής τον Hascen Bey.
Ο τόπος της ναυμαχίας
Τη νύχτα της 6ης Οκτωβρίου ο στόλος του Αλί Πασά απέπλευσε από τη Ναύπακτο και με ευνοϊκό αεράκι (βορειοανατολικό άνεμο  που είναι συνηθισμένος στον Πατραϊκό κόλπο) προωθήθηκε στην είσοδο του κόλπου για να αντιμετωπίσει το στόλο της Ιεράς Συμμαχίας (Holy League) όπως ονομάστηκε. Ο Τούρκος ναύαρχος παρέταξε το στόλο του κατά μήκος του κόλπου.

Πίνακας του Fernando Bertelli που αναπαριστά την ναυμαχία της Ναυπάκτου, Βενετία 1572, Μουσείο Ναυτικής Ιστορίας.
Εικάζεται ότι οι δύο στόλοι παρατάχθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο από το ακρωτήριο Άραξος έως την απέναντι ακτή στη νησίδα Οξιά και τα νησάκια Κουτσουλάρις. Τα πλοία της εποχής ήταν οι γαλέρες, ένα είδος πολεμικού πλοίου που κυριάρχησε για 2.000 χρόνια και άλλαξε πολύ λίγο. Εμφανίστηκαν στην Αρχαία Ελλάδα σαν τριήρεις από το 1850 περίπου Π.Χ. και εξελίχθηκαν Οι Βενετικές γαλέρες είχαν περίπου 150 κωπηλάτες –από τους οποίους ο καθένας είχε το δικό του κουπί- με τρεις σειρές κουπιά. Το μέσο μήκος τους ήταν τα 36-43 μέτρα και το πλάτος τους τα 4.5- 5 μέτρα χωρητικότητας 100-200 τόνων, με 23 κουπιά μέσο όρο ανά σειρά. Ένα μεγάλο κουπί ήταν το πηδάλιο. Οι περισσότερες γαλέρες όμως που πήραν μέρος στη ναυμαχία είχαν μια σειρά από 20-30 κουπιά σε κάθε πλευρά που χειρίζονταν συνήθως τέσσερις κωπηλάτες. Η κάθε γαλέρα είχε ένα κυβερνήτη, 3 αξιωματικούς , ένα ναύκληρο 1 γιατρό, ένα υπεύθυνο οπλισμού 2 κατώτερους υπαξιωματικούς ένα πηδαλιούχο και ένα γραφέα και εκτός από τους κωπηλάτες είχε και 200 έως 1.000 πολεμιστές. Οι γαλέρες της μάχης της Ναυπάκτου είχαν ένα ιστίο και 1-3 πυροβόλα στη πλώρη τους (μέχρι 5 οι μεγάλες γαλέρες).Επίσης μπορούσαν να φέρουν ελαφρά πυροβόλα και στην πρύμνη.
Γαλεάσσες
Τα 6 αυτά πλοία αυτά του ναυτικού της Βενετίας που πρωτοεμφανίστηκαν σε ναυμαχία στη ναυμαχία της Ναυπάκτου για πολλούς είχαν σημαντικότατη συμβολή στην τελική έκβαση της μάχης αποκρούοντας την αρχική μανιώδη εχθρική προσβολή. Ο Don Juan υπολόγιζε πολύ σε αυτές και τη δύναμη πυρός τους και τις τοποθέτησε ανά δύο μπροστά σε κάθε τμήμα του Χριστιανικού στόλου σαν εμπροσθοφυλακή αποτελώντας έτσι το μυστικό όπλο του όπλο.
Οι γαλεάσσες είχαν σημαντική συμβολή στην υπεροχή του Χριστιανικού πυροβολικού που ήταν αριθμητικά υπέρτερο κατά 200 περίπου πυροβόλα. Η υπεροχή του πυροβολικού ήταν μια ακόμα σημαντική αιτία που έφερε την τελική επικράτηση του Χριστιανικού στόλου. Είχαν μήκος περίπου 50 μέτρα, πλάτος 9 και βύθισμα 3 μέτρα.Σε αντίθεση με τις γαλέρες ήταν αρκετά πιο μεγάλες σε μήκος και πάρα πολύ πιο πλατιές και είχαν ασυγκρίτως μεγαλύτερη δύναμη πυρός καθότι είχαν πυροβόλα και στα πλάγια. Τα τελευταία μάλιστα ήταν προστατευμένα από ξύλινα παραπετάσματα που είχαν τρύπες μόνο για να βγαίνουν οι κάνες των πυροβόλων. Αυτά προστάτευαν τους πυροβολητές και τους κωπηλάτες. Τα πλοία αυτά που θεωρούνται τα πρώτα με θυρίδες κανονιών (gun ports). Ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε κλειστές θάλασσες και υπηρέτησαν το ναυτικό της Βενετίας για 150 περίπου χρόνια.
Η μάχη
Την αυγή της 7ης Οκτωβρίου οι δύο στόλοι συγκρούστηκαν. Ο Don Juan χώρισε το στόλο του σε 3 μέρη. Στην αριστερή πλευρά (βόρεια) τοποθετήθηκαν οι Βενετοί με επικεφαλής τον Agostin Barbarigo στα δεξιά του οι Γενουάτες και ο στόλος του Πάπα με αρχηγό τον Adrea Doria ενώ στο κέντρο παρέταξε τις δικές του Ισπανικές δυνάμεις. Ο Santa Cruz με δύναμη από 35 Ισπανικά και Βενετσιάνικα πλοία έμεινε πίσω σαν εφεδρεία. Οι 6 Βενετσιάνικες γαλεάσσες με το βαρύ οπλισμό τους παρατάχθηκαν σε ίσες αποστάσεις μπροστά από το συμμαχικό στόλο.

Έργο αγνώστου στο οποίο αποτυπώνεται η ναυμαχία της Ναυπάκτου.
Οι τουρκικές γαλέρες έφτασαν απέναντι στον Χριστιανικό στόλο με ευνοικό αέρα όπως ήδη αναφέρθηκε, αλλά λίγο πριν τη σύρραξη ο άνεμος άλλαξε προς όφελος των δυνάμεων της Ιεράς Συμμαχίας. Το σύνθημα για επίθεση δόθηκε μετά από έναν κανιοβολισμό από τη ναυαρχίδα κάθε στόλου που δήλωνε και το πλοίο ναυαρχίδα κάθε παράταξης. Οι Τούρκοι αν και επιτέθηκαν με ορμή εναντίον των χριστιανικών πλοίων απέφυγαν να περάσουν κοντά από της γαλεάσσες που ήταν περίπου 800 μέτρα μπροστά από τα υπόλοιπα χριστιανικά πλοία για να αποφύγουν τα πανίσχυρα πυροβόλα τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να διασπαστεί η συνοχή της παράταξής τους αλλά και κάποια πλοία τους δεν απέφυγαν τη βύθιση από τα πυρά που προέρχονταν από τις γαλεάσσες.
Πρώτα συγκρούστηκε το αριστερό άκρο της χριστιανικής παράταξης με το δεξιό της Οθωμανικής στο οποίο αρχηγός ήταν ο κουρσάρος Μεχμέτ Σιρόκο μπέης της Αλεξάνδρειας. Αυτός προσπάθησε να υπερφαλαγγίσει τον Χριστιανικό στόλο κάνοντας ελιγμούς στα ρηχά νερά κοντά στο ακρωτήριο Σκρόφα και μάλιστα τέσσερις βενετικές γαλέρες που έστριψαν τα πλευρά τους προσπαθώντας να εμποδίσουν τα τουρκικά πλοία να βρεθούν από πίσω τους εμβολίστηκαν και βυθίστηκαν. Στη συνέχεια οι πειρατές του Σιρόκο επικέντρωσαν τις δυνάμεις τους εναντίον της γαλέρας του Μπαρμπαρίγκο την οποία προσπάθησαν να καταλάβουν με 5 γαλέρες. Και ενώ η μάχη μαινόταν πάνω στο κατάστρωμα της γαλέρας αφού οι Οθωμανοί κατάφεραν να εισβάλλουν σε αυτή και ο Μπαρμπαρίγκο δεν βρισκόταν πια στο κατάστρωμα αφού είχε τραυματιστεί βαρύτατα από βέλος στο μάτι, άλλες βενετικές γαλέρες επιτέθηκαν ορμητικά στους Οθωμανούς που ήταν απορροφημένοι από τη μάχη στη γαλέρα του Μπαρμπαρίγκο, τους αιφνιδίασαν και τους ανάγκασαν να καταφύγουν σε ρηχά νερά όπου πολλά πλοία εξόκειλαν. Ταυτόχρονα πολλοί χριστιανοί που ήταν ήδη απρόθυμοι στη μάχη εξεγέρθηκαν και οι Οθωμανοί πανικόβλητοι άρχισαν να πέφτουν στη θάλασσα και να κολυμπούν προς την κοντινή στεριά. Σύντομα η δύναμη του Σιρόκο κατανικήθηκε και ο ίδιος συνελήφθη όντας ήδη τραυματίας.

Η σημαία της «Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας».
Στο κέντρο της παράταξης –όπου σε μεγάλο βαθμό κρίθηκε η τύχη της ναυμαχίας- βρέθηκαν αντιμέτωπες οι δυνάμεις των δύο ναυάρχων. Στη γαλέρα του Αλή Πασά επέβαιναν 300 γενίτσαροι, αρκετοί χειριστές αρκεβούζιων και 100 τοξότες. Παρακείμενα πλοία είχαν αποστολή να ενισχύουν τις δυνάμεις αυτές και να αντικαθιστούν τους άνδρες που έχαναν τη ζωή τους. Στη γαλέρα του Δόν Ζουάν βρίσκονταν 400 χειριστές αρκεβούζιων από το σύνταγμα της Σαρδηνίας υπό τη διοίκηση του Λόπε Ντε Φιγκουερόα οι οποίοι για τις μάχες σώμα με σώμα ήταν εξοπλισμένοι με μακριά κοντάρια. Επίσης υπήρχαν πολλοί ευγενείς στη γαλέρα του ναύαρχου του χριστιανικού στόλου. Όταν πολλά Τουρκικά πλοία άρχισαν να πολιορκούν την Χριστιανική ναυαρχίδα προς βοήθεια του Δόν Ζουάν έσπευσαν ο Βενετός ναύαρχος Μαρκαντόνιο Κολόνα και ο Ιταλός μισθοφόρος Σεμπαστιάν Βενιέρ με τις γαλέρες τους. Η Χριστιανική ναυαρχίδα, παρά την βοήθεια σε κάποια στιγμή βρέθηκε αντιμέτωπη με 5 Τουρκικές γαλέρες τις οποίες παρ’ όλα αυτά κατόρθωσε να απωθήσει βυθίζοντας μάλιστα τις τρείς. Πιο συγκλονιστικές στιγμές εκτυλίχθηκαν όταν η Τουρκική ναυαρχίδα προσέγγισε τη Λα Ρεάλ και αρχικά οι γενίτσαροι κατάφεραν να καταλάβουν την πλώρη της και τα εκεί ευρισκόμενα πυροβόλα. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη καθώς οι Τουρκικές δυνάμεις συνεχώς ενισχύονταν με γενίτσαρους από παραπλέοντα Τουρκικά πλοία. Τελικά την κατάσταση έσωσε ο Ισπανός Δόν Αλβάρο ντε Μπαθάν που διοικούσε δυνάμεις εφεδρείας μεταξύ των οποίων η Βενετική γαλέρα «Πίστη» με κυβερνήτη τον Τζιοβάνι Μπατίστα Κονταρίνι ο οποίος κατάφερε να βυθίσει μια Τουρκική γαλέρα πριν αποβιβάσει ενισχύσεις στην Τουρκική ναυαρχίδα. Επίσης μια άλλη Βενετική γαλέρα η «Ελπίδα» έλαβε και αυτή θέση δίπλα στη χριστιανική ναυαρχίδα και βοήθησε στην επικράτηση των δυνάμεων της Ιερής Συμμαχίας στην πιο καίρια φάση για την έκβασή της ναυμαχίας. Ο Αλή Πασάς σκοτώθηκε από βολή αρκεβούζιου στο κεφάλι κατά πάσα πιθανότητα αν και Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια των χριστιανών. Πάρά τις προτροπές του Δόν Ζουάν αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του τοποθετήθηκε σε εμφανές σημείο στο κατάρτι της ναυαρχίδας των Χριστιανών.

Ο ναύαρχος του οθωμανικού στόλου, από το 1569 έως το 1571, Αλί Πασά, ο επονομαζόμενος Μουεζίν Ζαντέ (οθωμανικά, γιός του μουεζίνη), σκοτώθηκε κατά την διάρκεια της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου στις 7 Οκτωβρίου του 1571. Αποκεφαλίστηκε και το κεφάλι του τοποθετήθηκε σε εμφανές σημείο της χριστιανικής ναυαρχίδας.
Οι ζητωκραυγές και οι πανηγυρισμοί των Χριστιανών σε συνδυασμό με την υποστολή του λάβαρού τους στην Τουρκική ναυαρχίδα και η ύψωση του Χριστιανικού έκαναν τους Τούρκους να πιστέψουν ότι η μάχη είχε χαθεί…Στο δεξιό άκρο της Χριστιανικής παράταξης ηγείτο ο ικανότατος Γενουάτης Αντρέα Ντόρια, επικεφαλής 50 γαλερών. Απέναντί του ο επίσης πάρα πολύ ικανός και εμπειρότατος πειρατής Ουλούτζ Αλή, μπέης της Τρίπολης και του Αλγερίου, Ιταλός που είχε ασπαστεί τον ισλαμισμό όταν αιχμαλωτίστηκε το ψαροκάικό του από τον πειρατή Τζαφέρ επικεφαλής 90 γαλερών.
Οι δύο αντίπαλοι πάντως δεν ενεπλάκησαν σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση αφού και οι δύο αντίπαλοι έμπειροι ναυτικοί προσπαθούσαν να καταλάβουν πλεονεκτική θέση. Ο Ντόρια φοβήθηκε τον υπέρτερο αντίπαλο και ανοίχτηκε προς το ακρωτήριο Πάπας φοβούμενος μήπως υπερφαλαγγιστεί. Οι γαλέρες του Ουλούτζ Αλή βρήκαν ελεύθερο πεδίο κα επετέθησαν σε βενετσιάνικες γαλέρες όπου αφού κατέλαβαν πέντε, κατέσφαξαν τα πληρώματά τους και αιχμαλώτισαν την γαλέρα του Πέτρου Μπούα που παραδόθηκε και την οδήγησαν στη Ναύπακτο με ισχυρή συνοδεία. Αλλά και τα Αλγερινά πλοία είχαν σημαντικότατες απώλειες.

Λεπτομέρεια οθωμανικού πλοίου κατά την διάρκεια της ναυμαχίας της Ναυπάκτου.
Στη συνέχεια κατελήφθη και η ναυαρχίδα των Ιπποττών της Μάλτας και σφάχτηκε όλο το πλήρωμα που αποτελείτο από πεντακόσιους περίπου άνδρες, μόνο τρείς έμειναν ζωντανοί, ανάμεσά τους ο Ναύαρχος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη Τζιουστινιάνο που δωροδόκησε τους Αλγερινούς που τον βρήκαν στην καμπίνα του. Με το πέρασμα της ώρας και όταν ο Ουλούτζ Αλή είδε το κέντρο της παράταξής του να καταρρέει και πολλές γαλέρες, ανάμεσά τους και η Λα Ρεάλ να έρχονται προς το μέρος τους κατάλαβε πως ήταν ώρα να εγκαταλείψει τη μάχη και με 40 γαλέρες κατευθύνθηκε προς το μέρος της νήσου Οξιάς και διέφυγε στο Ιόνιο.
Κινήσεις τακτικής των αντιπάλων – Μύτες εμβολισμού
Ο Don Juan πριν τη μάχη διέταξε να βγούν όλες οι ξύλινες μύτες εμβολισμού των αντιπάλων πλοίων για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν για να μπορούν τα πυροβόλα της πλώρης να πετυχαίνουν πιο μακρινές βολές αφού χωρίς αυτό το επιπλέον βάρος οι πλώρες θα υψώνονταν αρκετά και ο δεύτερος λόγος ήταν προφανής, να μην εμποδίζουν οι μύτες εμβολισμού τις πολύ κοντινές βολές. Η τακτική του τούρκου ναύαρχου Αλή Πασά βασίστηκε στην ευελιξία των μικρότερων και ταχύτερων Τουρκικών πλοίων και στην προσπάθεια εμβολισμού των Χριστιανικών πλοίων.
Το σχέδιο του Τούρκου ναύαρχου ήταν το ίδιο που είχε χαρίσει τη νίκη στον Οθωμανικό στόλο αλλά και στρατό στο πρόσφατο παρελθόν. Τα ενισχυμένα άκρα της παράταξης θα προσπαθούσαν να κυκλώσουν γρήγορα τον αντίπαλο. Μια άλλη τακτική που ακολουθούσε ο Οθωμανικός στρατός (στην περίπτωση της ναυμαχίας ο στρατός που πολέμησε σώμα με σώμα πάνω στα πλοία) ήταν οι πρώτες επιθέσεις να γίνονται από στίφη ατάκτων που ήταν οι πρώτοι που αποδεκατίζονταν από τις εχθρικές βολές ενώ οι πιο ικανοί πολεμιστές και οι γενίτσαροι επιτίθονταν αμέσως μετά αφού το πρώτο και «αναλώσιμο» κύμα είχε φθείρει την εχθρική παράταξη.
Τα όπλα των αντιπάλων
Σπαθιά, βαλίστρες, τόξα και αρκεβούζια αλλά και κοντάρια κυρίως από την πλευρά των Χριστιανών, Γιαταγάνια (κυρτή σπάθη) αρκεβούζια και μουσκέτα καθώς και τόξα τα κύρια όπλα των Οθωμανών. Οι Χριστιανοί, κυρίως οι ευγενείς και ιππότες περιβάλλονταν από βαριές πανοπλίες πράγμα που σήμαινε ότι προστατεύονταν καλύτερα από τις εχθρικές προσβολές, ήταν όμως πιο δυσκίνητοι και αν κάποιος έπεφτε στη θάλασσα ήταν σίγουρο ότι θα κατέληγε στο βυθό. Και αν έχει ευρέως διατυπωθεί ότι το όπλο που έκανε τη διαφορά και συνέτεινε στη νίκη του χριστιανικού στόλου ήταν οι γαλεάσσες, μάλλον ακόμα πιο σημαντικό όπλο του χριστιανικού στόλου ήταν τα κοντάρια του αξιόμαχου Ισπανικού πεζικού που έδωσαν τη νίκη στις σώμα με σώμα αναμετρήσεις ιδιαίτερα στο κέντρο της αναμέτρησης όπου τα πλοία είχαν βρεθεί το ένα δίπλα στο άλλο.
Η μάχη – Απώλειες
Μετά τη μάχη ο χριστιανικός στόλος συγκεντρώθηκε στο φυσικό λιμανάκι του Πεταλά όπου μέτρησε τις απώλειές του. Οι νεκροί ανήλθαν στις 8.000 εκ των οποίων οι 2.000 ήταν Ισπανοί, 5.200 Βενετοί και 800 από τον Παπικό στρατό. Είχαν χάσει και μόλις 15 γαλέρες. Οι Τούρκοι είχαν χάσει 224 πλοία εκ των οποίων 130 είχαν αιχμαλωτιστεί και πάνω από 90 είχαν βυθιστεί ή καεί. Οι απώλειές τους ανήλθαν στις 25.000 περίπου άνδρες. Αλλες πηγές αναφέρουν ότι και οι απώλειες της Ιερής συμμαχίας των Χριστιανών ήταν περίπου ανάλογες με αυτές των Τούρκων παρότι οι τελευταίοι έχασαν πολύ περισσότερα πλοία.
Οι Έλληνες
Ο ρόλος των Ελλήνων στη ναυμαχία ήταν ιδιαίτερα σημαντικός.Έχει υπολογιστεί ότι περίπου 9.000 έλληνες πολέμησαν με την πλευρά του χριστιανικού στόλου. Προέρχονταν κυρίως από την Κέρκυρα, Ζάκυνθο , Κεφαλονιά και Κρήτη. Χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις του Χριστόφορου Κοντοκάλι από την Κέρκυρα που επιστρέφοντας θριαμβευτής στην Κέρκυρα με τη γαλέρα του δόθηκε προς τιμήν του η περιοχή στο σημείο που προσγειαλώθηκε κατά την επιστροφή του. Επίσης η γαλέρα του επίσης Κερκυραίου Πέτρου Μπούα κυβερνήτη της γαλέρας Χρυσός και Μαύρος αετός ήταν και το μόνο χριστιανικό πλοίο που παραδόθηκε χωρίς να δώσει μάχη αφού περικυκλώθηκε από πολυάριθμα εχθρικά στην δεξιά πτέρυγα του Χριστιανικού στόλου.
Άλλα ενδιαφέροντα
Ο Πατραϊκός κόλπος κατέστη ερυθρός από το αίμα των φονευθέντων και για μέρες είχε γεμίσει συντρίμμια από τα πλοία.
Θερβάντες. Ο συγγραφέας του Δον Κιχώτη έλαβε μέρος στην ναυμαχία πάνω σε Ισπανική γαλέρα στο κέντρο της παράταξης. Επικεφαλής ομάδας του Ισπανικού στρατού τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι από βολή Τουρκικού αρκεβούζιου με αποτέλεσμα να χάσει τη λειτουργικότητα του και έτσι έμεινε παράλυτο στην υπόλοιπη ζωή του.
Εκείνη την ημέρα διαλύθηκε η σε ολόκληρο τον κόσμο διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι Τούρκοι ήταν αήττητοι στη θάλασσα. Κανονιοβολισμοί, δοξολογίες, λαϊκές εκδηλώσεις , πίνακες, μετάλλια ποιήματα αγάλματα, αποθανάτισαν αυτό το ναυτικό θρίαμβο.
Η τύχη του κόσμου τρεις φορές εξαρτήθηκε από την τύχη μιας ναυτικής σύρραξης, στη Σαλαμίνα, το Άκτιο και τη Ναύπακτο έγραψε ο Jurien de la Gravier.
Οι Χριστιανοί δεν επέτρεψαν σε γυναίκες να επιβιβαστούν σε γαλέρα ή βοηθητικό πλοίo. Aναφέρεται – ωστόσο- κάποια Μαρία λα Μπαϊλαδόρα, χορεύτρια, πανω σε μια ισπανική γαλέρα μεταμφιεσμένη σε άντρα για να είναι μαζί με τον αγαπημένο της, η οποία πολέμησε στο πλευρό του με γενναιότητα.
Η βλασφημία από τους ναύτες ή ιππότες τιμωρούνταν με θάνατο. Όλοι οι χριστιανοί εξομολογήθηκαν στα πλοία ή στην ακτή πριν τη μάχη σε εκατοντάδες ιερείς που βρίσκονταν στα πλοία. Τονίστηκε η σημασία της μάχης αυτής για τη χριστιανοσύνη και έλαβε τη μορφή ιερού πολέμου εναντίων των απίστων.
Η επόμενη μέρα για Ευρωπαίους και Ελληνες
Τα μόνα πλοία από τον Οθωμανικό στόλο που διασώθηκαν ήταν 30 γαλέρες των Αλγερινών πειρατών του Uluch Ali που απέφυγαν να πολεμήσουν και έφυγαν πριν τελειώσει η μάχη αλλά και περίπου 15 γαλέρες που συνόδεψαν την αιχμαλωτισμένη γαλέρα του Πέτρου Μπούα στην οχυρωμένη Ναύπακτο. Η μάχη μάλλον είχε κριθεί και γι αυτό έπραξαν έτσι οι Τούρκοι.
Ο Uluch Ali στη συνέχεια προήχθη επικεφαλής του Οθωμανικού στόλου και ξεκίνησε να φτιάχνει νέο πολύ ισχυρό στόλο από 2.000 γαλέρες και σύντομα επικράτησε πάλι στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο νικητής της ναυμαχίας Δόν Ζουάν πέθανε νέος σε ηλικία 33 ετών από πυρετό.
Οι Έλληνες δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την ήττα των Τούρκων στη ναυμαχία. Κάποιες επαναστατικές κινήσεις στην Πάτρα, το Αίγιο, τα Σάλωνα και το Γαλαξίδι κατεστάλησαν από διάφορες αιτίες όπως προδοσίες, ολιγωρία και λιγοψυχία κάποιων εκ των επαναστατημένων Ελλήνων και τη μη υποστήριξή τους από τον Δόν Ζουάν και τον Ισπανό Βασιλιά που πάντως σε μια τουλάχιστον περίπτωση έστειλε όπλα στη Νότια Πελοπόννησο για να εξοπλίσει τους επαναστατημένους Έλληνες. Σε καμία περίπτωση όμως μεμονωμένες ενέργειες δε φέρνουν αποτέλεσμα.
Αρρώστια
Τα επόμενα χρόνια σοβαρότατη επιδημία πανώλης στην Πελοπόννησο θα αποτελούσε ένα ακόμα ανασταλτικό παράγοντα στις όποιες επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων. Τον καιρό εκείνο ο ναύαρχος της Βενετίας Φραγκίσκος Μοροζίνης κατέλαβε όλη την Πελοπόννησο (1684). Η πανώλη είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό και η μεγάλη παραγωγή του ελαιοκάρπου ήταν αμάζευτη . Έστειλε στρατό και πλοία και έφερε στην Πελοπόννησο, από την Ήπειρο και την Ακαρνανία ταλαίπωρους και πεινασμένους για να επανδρώσουν τον πληθυσμό. Ίσως με τη βία, ίσως οικειοθελώς ολόκληρα χωριά δημιουργήθηκαν στην Πελοπόννησο.

ΠΗΓΗ http://patraikosgulf.wordpress.com

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΚΡΙΜΑΪΚΟ ΠΟΛΕΜΟ (1854-1857)



Κατά την διάρκεια του 19ου Αιώνα η πολιτική της Γαλλίας αλλά κατ΄εξοχήν της Αγγλίας στην Ανατολή πρότασσε ως βασική προτεραιότητα την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως βασική ανάσχεση της Ρωσικής καθόδου στην Μεσόγειο. Αντιθέτως η Ρωσία είχε προαιώνιο πόθο την συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την κάθοδο της στο Αιγαίο. Για τρεις αιώνες η Ρωσία επεδίωκε τον στόχο αυτό προσεταιριζόμενη όλους τους Χριστιανικούς λαούς (και κυρίως τους Έλληνες. Η πολιτική αυτή θα άλλαζε το 1860 όταν η Ρωσία (δυστυχώς για την Ελλάδα και τα συμφέροντα του Ελληνισμού) θα εστερνιζόταν την Θεωρία του Πανσλαβισμού.

Την εξιστορούμενη εποχή  Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μια σειρά σοβαρών προβλημάτων με κυριότερο την οικονομική χρεοκοπία και τις αντίπαλες φατρίες μέσα στην Υψηλή Πύλη. Αυτό την καθιστούσε αδύναμη πολιτικά και στρατιωτικά (ο περίφημος "μεγάλος ασθενής") και έσπρωχνε την Ρωσία του τσάρου Νικολάου Α΄ να αναζητά μια αφορμή για να επέμβει εις βάρος της.
Αυτή δόθηκε στις αρχές του 1850 με το πρόβλημα της ιδιοκτησίας του πανάγιου Τάφου της Βηθλεέμ στα Ιεροσόλυμα και την διένεξη μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών. Η διένεξη αυτή σοβούσε επί δύο αιώνες και πλέον, με τον εκάστοτε Σουλτάνο να εκδίδει διαδοχικά αντιφατικά φιρμάνια για το καθεστώς ιδιοκτησίας. Με αφορμή μια Γαλλική επέμβαση στον Σουλτάνο υπέρ των Καθολικών, ο Ρώσος απεσταλμένος του Τσάρου στην Κωνσταντινούπολη Μεντσίκωφ επέδωσε τελεσίγραφο στον Σουλτάνο στις 23 Απριλίου 1853 με το οποίο όχι μόνο ζητούσε να αποδοθεί η ιδιοκτησία του τάφου στους Ορθοδόξους, αλλά ζητούσε ο Σουλτάνος να αναγνωρίσει με επίσημο φιρμάνι τους Ρώσους ως προστάτες των Ορθοδόξων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι δύο πρεσβευτές της Γαλλίας και της Αγγλίας ώθησαν τον Σουλτάνο να απορρίψει το τελεσίγραφο υποσχόμενοι αμέριστη υποστήριξη σε περίπτωση ένοπλης αναμέτρησης. Η Ρωσία προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με την Αγγλία και την Αυστρία πριν ξεκινήσουν οι εχθροπραξίες, αλλά μάταια. Αντιθέτως σχηματίστηκε μια πανίσχυρη συμμαχία εναντίον της στην οποία συμμετείχαν και οι 2 άλλες υπερδυνάμεις της εποχής Αυστρία και Πρωσία. Στις 18 Νοεμβρίου 1853 ξεκίνησαν οι εχθροπραξίες μεταξύ Ρώσων και Τούρκων στον Δούναβη και ο Ρωσικός στόλος κατέστρεψε μοίρα του Τουρκικού στόλου που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Σινώπης. Ακολούθησε απόβαση των όψιμων συμμάχων της Οθ. Αυτοκρατορίας στην χερσόνησο της Κριμαίας και έναρξη εχθροπραξιών που περιορίστηκαν πλέον σε Ρωσικό έδαφος.



Τα νέα του Ρωσοτουρκικού πολέμου συγκίνησαν σφοδρά τους Έλληνες και τον Βασιλιά Όθωνα που στην κυριολεξία εκείνη την εποχή φλέγονταν από τον πυρετό της "Μεγάλης Ιδέας" του Κωλέττη και της απελευθέρωσης των Ελλήνων που βρίσκονταν υπό Οθωμανικό ζυγό. Ο ίδιος ο Όθων αδιαφορώντας για τις προειδοποιήσεις των ξένων πρεσβευτών στην Αθήνα, συγκέντρωσε μυστικά μεγάλα ποσά από πλούσιους ομογενείς και οργάνωσε μια σειρά από επαναστατικά κινήματα στην Ήπειρο στην Θεσσαλία και στην Μακεδονία, τα οποία εμψύχωσε με τους καλύτερους μόνιμους Έλληνες αξιωματικούς και άλλους τοπικούς οπλαρχηγούς (Σπυρίδων Καραϊσκάκης, Θεόδωρος Γρίβας, Κίτσος Τζαβέλας στην Ήπειρο), (στρατηγός Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Καταραχιάς, αδελφοί Μπασδέκη, Καραούλης στην Θεσσαλία) εκ των οποίων οι περισσότεροι απόγονοι των Αγωνιστών του 1821. Τα κινήματα αυτά παρουσιάστηκαν στους ξένους ως δήθεν αυθόρμητα και αρχικά σημείωσαν κάποιες ασήμαντες τοπικές επιτυχίες καθώς οι Τουρκικές δυνάμεις ήταν αποσπασμένες στην Κωνσταντινούπολη και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Τα νέα των Ελληνικών εξεγέρσεων καταθορύβησαν την Αγγλία και την Γαλλία, όχι τόσο γιατί θεωρούσαν το μικρό Ελληνικό Βασίλειο επικίνδυνο στρατιωτικά, αλλά επειδή υπήρχε φόβος για έναν γενικό ξεσηκωμό των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ίσως είχε

Βασιλεύς Όθων Α΄
απρόβλεπτα αποτελέσματα. Ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάιζ και ο Γάλλος Ρουάν πίεζαν τον Όθωνα να μην υποθάλπει τα κινήματα αυτά, απειλώντας ανοιχτά με συμμαχική στρατιωτική επέμβαση (όπως είχε ήδη γίνει μια φορά στο παρελθόν). Μάλιστα κλιμάκωσαν τις απειλές τους όταν μαθεύτηκε πως ο Όθων σκόπευε να μεταβεί στην Θεσσαλία και να ηγηθεί ο ίδιος προσωπικά των επαναστατών. Την πρόθεση του Όθωνα που στήριζε αποφασιστικά η Βασίλισσα Αμαλία και θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες αν μετουσιωνόταν σε πράξη, εμπόδισαν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή ο υπουργός Προβελέγγιος και ο υπουργός στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτζος. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Νέσελροντ με διακοίνωση του στήριξε την Ελληνική εξέγερση, αλλά αυτό δεν είχε κανένα πρακτικό αντίκρυσμα.

Στην Γαλλία ο Ναπολέων Γ΄ υπό το βάρος των εξελίξεων, αποφάσισε την άμεση εκθρόνιση του Όθωνα δια της βίας, ενώ από κοινού με την Αγγλία αποφασίστηκε ναυτικός αποκλεισμός του Πειραιά. Έτσι, στις 13 Μαΐου 1854 γαλλικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στον Πειραιά και αποβίβασαν στρατεύματα υπό τον στρατηγό Φορέυ. Οι πρέσβεις των τεσσάρων μεγάλων δυνάμεων επέδωσαν τελεσίγραφο με τις αξιώσεις τους στον Όθωνα, επιβάλλοντας του να κηρύξει ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων και να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Μαυροκορδάτο (το περίφημο "υπουργείο κατοχής"), πρόσωπο που εμπιστεύονταν και ο οποίος θα αναλάμβανε  να εκπληρώσει όλες τις Ελληνικές υποσχέσεις. Έτσι σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Μαυροκορδάτο και μέλη του Αγγλικού και Γαλλικού κόμματος όπως ο Ρήγας Παλαμίδης (Εσωτερικών), Δημήτριος Καλλέργης (Στρατιωτικών), της οποίας άλλαξε πολλές φορές η σύνθεση καθώς πολλοί υπουργοί παραιτούνταν λόγω της απροκάλυπτης αποδοκιμασίας της Ελληνικής κοινής γνώμης στο έργο τους. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είχε την παραμικρή ανεξαρτησία, αλλά αντιθέτως οι αποφάσεις της ειδικά σε θέματα εξωτερικής πολιτικής υπαγορεύονταν άμεσα και χωρίς να τηρούνται ούτε καν τα προσχήματα από τους πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων στην Αθήνα.

Μάλιστα τα Γαλλικά στρατεύματα κατοχής υπό τον "γενναίο" στρατηγό Τινάν, προσπαθώντας να εξευτελίσουν τον Όθωνα παρήλαυναν επιδεικτικά σχεδόν καθημερινά μπροστά από τα Ελληνικά

Βασίλισσα Αμαλία
ανάκτορα. Αλλά ο στρατός κατοχής δεν περιορίστηκε μόνο σε περιπάτους. Κατά διαταγή του "γενναίου" στρατηγού Τινάν, Γάλλοι στρατιώτες κατέστρεψαν το τυπογραφείο της εφημερίδας "Αιών" και συνέλαβαν και απήγαγαν στον Πειραιά τον διαπρεπή δημοσιογράφο Ιωάννη Φιλίμωνα, οπαδό του Ρωσικού κόμματος, που είχε στηλιτεύσει με άρθρα του την αποικιακή πολιτική των Αγγλογάλλων. Η γενικότερη αυθάδης συμπεριφορά των Γάλλων στρατιωτών προς τους Αθηναίους είχε αυξήσει την λαϊκή δυσαρέσκεια στο κατακόρυφο, και η τάξη εντός της πόλης διατηρείτο με μεγάλη δυσκολία. Η τελευταία τραγική συνέπεια της παρουσίας των στρατευμάτων κατοχής ήταν η διάδοση της χολέρας στους πολίτες των Αθηνών και ο θάνατος εκατοντάδων από την μεταδοτική αυτή ασθένεια. Υπό την πρόφαση της επιδημίας ο στρατός κατοχής ζήτησε την μεταστάθμευση του στα Πατήσια (έτσι ώστε να σκληρύνει περαιτέρω το καθεστώς κατοχής), αλλά συνάντησε την αποφασιστική στάση του Μαυροκορδάτου ο οποίος απείλησε με την παραίτηση του. Ο Μαυροκορδάτος ήταν και ο μοναδικός ο οποίος διασώθηκε στην συνείδηση του λαού, καθώς όρθωσε το ανάστημα του σε κάποιες πρωτοφανείς απαιτήσεις των ξένων, ενώ έδιωξε από το γραφείο του τον γραμματέα της Αγγλικής πρεσβείας γιατί μίλησε απρεπώς για τον Βασιλιά.

  Ο βίος του "υπουργείου Κατοχής" ήταν βραχύς και διήρκεσε ως τον Σεπτέμβριο του 1855, καθώς

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος
τότε η κυβέρνηση αναγκάστηκε σε παραίτηση υπό το βάρος ενός μεγάλου κοινωνικού σκανδάλου που αφορούσε τον Καλέργη και την Βασίλισσα Αμαλία. Ακολούθησε νέα κυβέρνηση υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη με τα ίδια υποτελή χαρακτηριστικά. Ο στρατός κατοχής αποχώρησε από τον Πειραιά στις 15 Φεβρουαρίου 1857, μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου και την οριστική συντριβή  όλων των εστιών επανάστασης στις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που συνόρευαν με την Ελλάδα.

Το Ελληνικό Βασιλικό ζεύγος υπέμεινε τους συνεχείς εξευτελισμούς από τα στρατεύματα κατοχής και τους πρεσβευτές με καρτερία και υπερηφάνεια και η γενναία τους στάση, τους είχε καταστήσει ιδιαίτερα αγαπητούς σε όλους τους Έλληνες. Η δημοτικότητα του Όθωνα άγγιξε το απόγειο της στους δημόσιους πανηγυρισμούς για την εικοσιπενταετία της Βασιλείας του στις 25 Ιανουαρίου 1858. Στους πανηγυρισμούς συμμετείχαν με ανυπόκριτο ενθουσιασμό όλοι οι Έλληνες επιβραβεύοντας την ανδροπρεπή στάση του Όθωνα στην μεγάλη κρίση του Κριμαϊκού πολέμου που μόλις είχε  τερματιστεί. Παρά το πανηγυρικό κλίμα, η κρίση για τον Θρόνο του Όθωνα πλησίαζε....

Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ Υ/Β ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, ΚΑΤΣΩΝΗΣ, ΠΡΩΤΕΥΣ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1940

Του Αντιναυάρχου ΠΝ (εα) Θωμά Κατωπόδη



Υποβρύχιο Κατσώνης (Υ-1). ΦΩΤΟ: mezeviris.gr

Τα μεσάνυχτα της 17ης Δεκεμβρίου 1940 απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας το υποβρύχιο Παπανικολής (Υ-2), με Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Μίλτο Ιατρίδη ΒΝ, για εγκατάσταση πολεμικής περιπολίας στην Αδριατική. Ως περιοχή δράσης του υποβρυχίου είχε ορισθεί η θαλάσσια περιοχή μεταξύ των λιμένων Brindisi (Μπρίντιζι) και Vlore (Αυλώνα). Στην περιοχή αυτή έφτασε, έπειτα από κανονικό αλλά τρικυμιώδη πλου, νωρίς το πρωί της 20ης Δεκεμβρίου.
Η πρώτη και η δεύτερη ημέρα της περιπολίας του δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, η τρίτη ημέρα της περιπολίας επιφύλασσε στον Παπανικολή πραγματικά εξαιρετική επιτυχία. Στη 01.35 της ημέρας εκείνης, 22 Δεκεμβρίου, ο Παπανικολής πλέοντας στην επιφάνεια, αντιλαμβάνεται μικρό πετρελαιοκίνητο σκάφος σε απόσταση 400 μέτρων από την πλώρη του. Δεν ήταν εύκολη μέσα στο σκοτάδι η ακριβής αναγνώριση του τύπου του εμφανισθέντος πλοίου. Μολονότι φαινόταν μικρό, δεν αποκλειόταν να ήταν πλοίο-παγίδα και να επιχειρήσει σθεναρή και αποτελεσματική επίθεση εναντίον του υποβρυχίου.
Ο Κυβερνήτης όμως του Παπανικολή, που βρισκόταν στη γέφυρα, δεν διστάζει. Πλησιάζει αμέσως προς το πετρελαιοκίνητο και με τον τηλεβόα καλεί τον πλοίαρχό του και όλα τα μέλη του πληρώματός του να εγκαταλείψουν το σκάφος τους και, αφού παραλάβουν όλα τα ναυτιλιακά και επίσημα έγγραφα του πλοίου τους, να επιβούν στον Παπανικολή όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό και έγινε, χωρίς αργοπορία ή αντίρρηση.
Πόσο καρποφόρα ήταν η ταχεία αυτή ενέργεια αποδείχθηκε, όταν, μεταξύ των εγγράφων τα οποία παρέδωσε ο Πλοίαρχος του πετρελαιοκινήτου στον Κυβερνήτη του Παπανικολή, βρέθηκε και σπουδαιότατη απόρρητη διαταγή των ιταλικών ναυτικών αρχών του Μπρίντιζι. Είχε εκδοθεί μόλις πριν από δύο ημέρες (21-12-1940) και παρείχε οδηγίες πλου από το Μπρίντιζι προς την Αυλώνα.
Η σπουδαιότητα της διαταγής αυτής, στην οποία περιλαμβάνονταν πολύτιμα στοιχεία για εκμετάλλευση σχετικά με την κίνηση των ιταλικών πλοίων στη νότια Αδριατική, έπεισε τον Κυβερνήτη του Παπανικολή ότι έπρεπε να κρατήσει στο πλοίο του αιχμάλωτο ολόκληρο το εχθρικό πλήρωμα, να καταστρέψει αμέσως και να εξαφανίσει το ιταλικό πετρελαιοκίνητο (Motorela Antoinetta, Compartimento Maritimo Salerno), ώστε να μπορέσει να δράσει  στη συνέχεια χωρίς αντίδραση, επωφελούμενος των πληροφοριών τις οποίες είχε επιτύχει. Ο Κυβερνήτης του Παπανικολή αποφάσισε να το πυρπολήσει. Το εύφλεκτο από ξηρό χόρτο νομής φορτίο του προσφερόταν άριστα γι’ αυτόν το σκοπό και, μόλις τέθηκε το πυρ, μεγάλες φλόγες φώτισαν το σκοτεινό πέλαγος.
Προφανής σκοπός, τώρα, του Κυβερνήτη του Παπανικολή ήταν η στενή επιτήρηση και περιπολία μπροστά από την είσοδο του κόλπου της Αυλώνας, όπου κατευθύνονταν οι ιταλικές νηοπομπές.
Πράγματι, στις 10.40 της 22ας Δεκεμβρίου 1940, κατά τον εν καταδύσει πλου του, ο Παπανικολής διέκρινε με περισκοπική παρατήρηση δύο φορτηγά συνοδευόμενα από αντιτορπιλικά, τα οποία απέπλεαν από την Αυλώνα. Αμέσως κινήθηκε εναντίον τους για επίθεση, αλλά η απόσταση ήταν μεγάλη και δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει βολή τορπιλών. Ακολούθησε σφοδρή κακοκαιρία, η οποία κατέστησε δύσκολο τον πλου εν επιφανεία για τη φόρτιση των συσσωρευτών του και, επίσης, δυσχερή την περισκοπική παρατήρηση το πρωί της επόμενης. Υπό αυτές τις συνθήκες κακοκαιρίας, την επόμενη 23 Δεκεμβρίου και ώρα 13.53 τα υδρόφωνά του ανέφεραν πάλι στόχο προς την έξοδο του όρμου της Αυλώνας.

Η περισκοπική παρατήρηση απέδειξε για δεύτερη φορά δύο φορτηγά συνοδευόμενα από αντιτορπιλικά. Τότε ο Παπανικολής κινήθηκε και πάλι προς επίθεση εναντίον του προπλέοντος αντιτορπιλικού. Επειδή, όμως, αντιλήφθηκε αμέσως την παρουσία και άλλων δύο πολεμικών, από τα οποία το ένα ήταν καταδρομικό τύπου «Zara», αναγκάσθηκε να λάβει βάθος, σκοπεύοντας να περιορισθεί σε επίθεση μέσω των υδροφώνων. Αλλά ούτε αυτή δεν ευτύχησε να πραγματοποιήσει τελικά, γιατί τα υδρόφωνά του δεν παρείχαν στοιχεία, πιθανώς λόγω της μεγάλης απόστασης στην οποία βρίσκονταν οι στόχοι.
Πιο τυχερός στάθηκε στις 24 Δεκεμβρίου. Συνεχίζοντας με ανεξάντλητη εμμονή την περιπολία του, στις 11.45 της ημέρας εκείνης αντιλαμβάνεται με τα υδρόφωνά του στόχο. Άμεση περισκοπική παρατήρηση του φανερώνει τους οδηγούς τριών στηλών νηοπομπής, την οποία αποτελούσαν πολλά πλοία. Κατά της νηοπομπής αυτής, η οποία συγκροτούνταν από 12 μεγάλα εμπορικά πλοία και τουλάχιστον 6 αντιτορπιλικά και την οποία προστάτευε πλήθος αεροσκαφών (15-20), που χαρακτηρίστηκαν από τον Κυβερνήτη ως βομβαρδιστικά και αναγνωριστικά, ο Παπανικολής επιτίθεται αποφασιστικά. Στις 12.24 βάλλει εναντίον της δέσμη 4 τορπιλών. Αμέσως μετά το πέρας της επίθεσης, ο Παπανικολής κράτησε και τους δύο κινητήρες του, αλλά 6 λεπτά μετά την επίθεση υφίσταται αθρόα βολή βομβών βάθους εναντίον του. Ευτυχώς, όλες εκρήγνυνται σε αποστάσεις ολοένα μεγαλύτερες και δεν επιφέρουν ζημιά στο υποβρύχιο. Ο Κυβερνήτης του Παπανικολή με αδάμαστη υπομονή και επιμονή παρακολουθεί εύκολα με τα ακουστικά μηχανήματα τις κινήσεις των διωκτών του για πολλές ώρες και κάνει ανάλογους χειρισμούς για την αποφυγή της σκληρής δίωξης. Τέλος, στις 21.26, εννέα ολόκληρες ώρες μετά την επίθεσή του, αντιλαμβάνεται ότι διέφυγε από τους διώκτες του, ότι εξέλιπε ο κίνδυνος και αναδύεται, για να φορτίσει τις μπαταρίες του και να ανανεώσει τον αέρα του υποβρυχίου.
Στις 15.30 της 25ης Δεκεμβρίου, ενώ βρισκόταν εν καταδύσει δυτικά της Κέρκυρας πλέοντας προς Νότο, δέχτηκε επιθέσεις εχθρικών αεροσκαφών, τα οποία έβαλαν εναντίον του αριθμό βομβών χωρίς αποτέλεσμα. Η αεροπορική αυτή επίθεση αποδείκνυε ότι το υποβρύχιο εξακολουθούσε να παρακολουθείται επίμονα και ο Κυβερνήτης του αποφάσισε να συνεχίσει τον πλου του προς το Ναύσταθμο Σαλαμίνας όπου έφτασε στις 08.15 της 27ης Δεκεμβρίου 1940.
Από καταθέσεις ιταλών αιχμαλώτων συλληφθέντων στην Αλβανία που διασταυρώθηκαν, διαπιστώθηκε ότι στις 24 Δεκεμβρίου 1940 βυθίσθηκε από τορπίλη έξω από την Αυλώνα ιταλικό ατμόπλοιο χωρητικότητας 6.000-7.000 τόνων, που μετέφερε στρατό και ειδικότερα το 3ο Τάγμα του 8ου Συντάγματος Πεζικού με όλα του τα εφόδια. Με βάση τις ιταλικές πηγές, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, συνάγεται ότι από την επίθεση του Παπανικολή εβλήθη και βυθίστηκε το ατμόπλοιο Firenze, εκτοπίσματος 3.952 τόνων.
Η επιτυχία του Παπανικολή χαιρετήθηκε με δίκαιη υπερηφάνεια και ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ατενίζοντας πάντα με ιδιαίτερη αγάπη και εμπιστοσύνη στο Ναυτικό του, υποδέχθηκε τα αναγγελθέντα αποτελέσματα με ρίγος εθνικού ενθουσιασμού.
Ήταν η πρώτη μεγάλη εντυπωσιακή επιτυχία κατά τον πόλεμο του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο εντούτοις από την αρχή της ιταλικής επίθεσης εξακολουθούσε ακάματο και καρτερικό την τόσο αποτελεσματική, αλλά σιωπηλή, δράση του.


Υποβρύχιο Παπανικολής (Υ-2). ΦΩΤΟ:hellasarmy.gr

Για τη δεύτερη πολεμική περιπολία του απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας στις 16.00 της Κυριακής 22 Δεκεμβρίου 1940, με κατεύθυνση προς την Αδριατική, το υποβρύχιο Κατσώνης (Υ-1), με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Αθανάσιο Σπανίδη ΒΝ. Έβρεχε, το σκοτάδι ήταν βαθύ και η ορατότητα ελάχιστη. Ο πλους ήταν δύσκολος, εντούτοις, το πρωί της 23ης Δεκεμβρίου, ο Κατσώνης εξερχόταν στο Ιόνιο και έπλεε προς Βορρά. Ο τομέας περιπολίας του ήταν έξω από τις βόρειες εχθρικές αλβανικές ακτές.
Στην περιοχή αυτή έφτασε τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου 1940, έπειτα από κουραστικό πλου, υπό λίαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ελάχιστη ορατότητα και σφοδρότατη τρικυμία.
Η ίδια κατάσταση του καιρού εξακολούθησε και την πρώτη ημέρα της περιπολίας του, ανήμερα Χριστούγεννα του 1940, κατά την οποία κάποιο σύρμα, πιθανότατα αγκυροβολημένης νάρκης, σύρθηκε στην αριστερή πλευρά του υποβρυχίου, που έπλεε εν καταδύσει.
Το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου 1940 περιπολούσε έξω από τον κόλπο του Δρίνου, βόρεια του Αγίου Ιωάννη της Μέδουας με την προσδοκία συνάντησης εχθρού, παραπλέοντας τις ακτές εκείνες.
Πράγματι, στις 14.46 εντόπισε εμπορικό σκάφος που βγήκε από τον κόλπο, αλλά σε μεγάλη απόσταση, που εκτιμήθηκε σε περισσότερο από 10.000 μέτρα. Ο Κατσώνης κινήθηκε αμέσως για επίθεση και έσπευσε ολοταχώς προς τον εχθρό. Στις 15.48 και σε απόσταση από το στόχο 3.000 μέτρα, ο Κυβερνήτης διέταξε βολή τριών τορπιλών. Στις 16.05, με περισκοπική παρατήρηση, έγινε αντιληπτό ότι ο στόχος δεν είχε βληθεί και συνέχισε να κινείται κοντά στις γιουγκοσλαβικές ακτές τόσο, ώστε να αποκλείεται στον Κυβερνήτη του υποβρυχίου η συνέχιση της επίθεσης με πολυβόλο εντός των σερβικών χωρικών υδάτων.
Υποβρύχιο Κατσώνης

Την Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 1940, το υποβρύχιο, αναστρέφει προς Νότο για να εγκαταστήσει περιπολία μεταξύ Μπρίντιζι και Δυρραχίου. Το υποβρύχιο συνέχισε τον πλου προς το Μπρίντιζι υπό σφοδρότατη και επακμάζουσα κακοκαιρία, τη γνωστή «μπόρα» της Αδριατικής. Όλη την ημέρα, μέχρι το βράδυ της 28ηςΔεκεμβρίου 1940, κάθε προσπάθεια για παρατήρηση σε περισκοπικό βάθος απέτυχε λόγω της σφοδρής κακοκαιρίας. Τότε, το υποβρύχιο, αναγκάσθηκε να αναστρέψει προς Βορρά, για να μπορέσει να συνεχίσει την περιπολία του με ευνοϊκότερη κατάσταση της θάλασσας έξω από τους κόλπους του Δρίνου και Δυρραχίου.
Η ακάματη όμως επιμονή του Κυβερνήτη να περιπολεί κοντά στις ακτές έφερε το πολυπόθητο αποτέλεσμα και η τύχη χαμογέλασε στο Κατσώνη. Στις 08.20 της 31ης Δεκεμβρίου 1940 εντόπισε με το περισκόπιο, παρά την κακή ορατότητα λόγω ομίχλης, ιταλικό πετρελαιοφόρο 600 τόνων, κοντά στις ακτές. Το υποβρύχιο κινήθηκε αμέσως εναντίον του και λίγο μετά έβαλε κατά του στόχου, από απόσταση περίπου 500 μέτρων, δύο τορπίλες που αν και διασταύρωσαν το στόχο δεν τον πέτυχαν, πιθανώς λόγω του μικρού του βυθίσματος. Μολονότι ο εχθρός ήταν εξοπλισμένος με δύο πυροβόλα, ο Κυβερνήτης διατάσσει εξόρμηση με το πυροβόλο, αναδύθηκε στα 500 μέτρα από το στόχο και άρχισε να του ρίχνει με τα πυροβόλα του. Έντρομοι οι επιβαίνοντες στο πετρελαιοφόρο, με την πρώτη βολή του υποβρυχίου, άρχισαν να εγκαταλείπουν το πλοίο και ρίχνονται στη θάλασσα, ενώ ο Κατσώνης έβαλλε συνεχώς εναντίον του. Από τις εκρήξεις των οβίδων προκλήθηκε πυρκαγιά με πελώριες φλόγες και, τελικά το ιταλικό πλοίο φλεγόμενο και ακυβέρνητο παρασύρεται από τα κύματα και τελικά βυθίζεται κοντά στις ακτές. Αργότερα, από πολλές πηγές, έγινε γνωστό ότι το βυθισθέν πετρελαιοφόρο ήταν το ιταλικό Quinto, χωρητικότητας 531 τόνων.
Το υπόλοιπο της περιπολίας του Κατσώνης, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1941 τελείωσε χωρίς τίποτα το αξιόλογο και στις 09.30 του Σαββάτου της 4ης Ιανουαρίου 1941 επέστρεψε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας.
Το απόγευμα της 26ης Δεκεμβρίου 1940 το υποβρύχιο Πρωτεύς (Υ-3), με Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή Β.Ν., απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας για την τελευταία του μοιραία πολεμική περιπολία στην Αδριατική, από την οποία δεν ήταν πεπρωμένο να επιστρέψει.
Έπλευσε ομαλά προς την διώρυγα της Κορίνθου και από εκεί, μέσω των Κορινθιακού και Πατραϊκού κόλπου, εξήλθε στο Ιόνιο, για να εγκαταστήσει πολεμική περιπολία στο στενό του Οτράντο και ειδικότερα στη περιοχή μπροστά από τον κόλπο της Αυλώνας. Από τότε, όμως, κανένα σήμα δεν ελήφθη από τον Πρωτέα και ήταν φυσικό οι ανησυχίες για την τύχη του να αυξάνουν ημέρα με την ημέρα.

Έπρεπε να επιστρέψει από την περιπολία του στις 8 Ιανουαρίου 1941, αλλά η σιγή εξακολουθούσε και οι συχνές κλήσεις με ασύρματο προς τον Πρωτέα δεν έπαιρναν απάντηση. Τελικά, στις 10 Ιανουαρίου έριχνε μακάβριο φως στην αγωνιώδη προσμονή η παρακάτω είδηση, την οποία μετέδωσε ιταλικός ραδιοφωνικός σταθμός:
«Στις 29 Δεκεμβρίου κατά τις 10.00, τορπιλοβόλο μας με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικολό Νικολίνι, το οποίο συνόδευε νηοπομπή, αντιλήφθηκε ίχνη τορπιλών και πλώρη υποβρυχίου να ξεπροβάλλει για μια στιγμή σε απόσταση 3 μιλίων. Το τορπιλοβόλο αύξησε ταχύτητα και κατευθύνθηκε προς το μέρος που είχε γίνει ορατό το υποβρύχιο, ενώ ο Κυβερνήτης διέταξε ετοιμασία για βολή 4 βομβών βυθού, τις οποίες ρύθμισε στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος. Όταν ετοιμαζόταν για άφεση των βομβών, αναδύθηκε ξαφνικά μπροστά από το τορπιλοβόλο το υποβρύχιο, του οποίου έγινε ορατό τμήμα από την πλώρη μέχρι τον πυργίσκο. Ακολούθησε εμβολισμός του υποβρυχίου από την πλώρη μέχρι τον πυργίσκο.
Η σύγκρουση υπήρξε βιαιότατη και το τορπιλοβόλο υπέστη μερικές ζημιές. Αμέσως μετά τον εμβολισμό βλήθηκαν οι 4 βόμβες. Μετά από λίγο, αναδύθηκε στιγμιαία το υποβρύχιο έχοντας μεγάλη εγκάρσια κλίση. Το τορπιλοβόλο κατευθύνθηκε πάλι προς το σημείο αυτό και βλήθηκαν και άλλες 7 βόμβες. Στη θάλασσα εμφανίστηκαν φυσαλίδες, κηλίδες ελαίου και συντρίμμια. Καθαιρέθηκε λέμβος για την ανέλκυση τυχόν ναυαγών, αλλά δεν βρέθηκε κανένας και περισυλλέγησαν μόνο κάποια συντρίμμια».


Φαινόταν, δυστυχώς, σίγουρο, ότι επρόκειτο για τον Πρωτέα, γιατί εν τω μεταξύ, ήδη από τις 10 το πρωί της 29ης Δεκεμβρίου, το ελληνικό ατμόπλοιο Ιωνία είχε γνωστοποιήσει προς το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.), ότι είχε λάβει σήμα κινδύνου S.O.S. και, στη συνέχεια, σήμα κινδύνου από επίθεση υποβρυχίου S.S.S., προερχόμενα και τα δύο από το ιταλικό ατμόπλοιο Sardegna, εκτοπίσματος 11.452 τόνων, σε θέση 40ο 31΄Β και 19ο 20΄Α, δηλαδή στην είσοδο του κόλπου της Αυλώνας και σε απόσταση 11 μιλίων δυτικά του φάρου της νήσου Σάσσωνα.
Το  Sardegna
Αφενός, από τον συνδυασμό των σημάτων κινδύνου της Sardegna, του στίγματος το οποίο έδινε, που ήταν στην περιοχή του Πρωτέως, καθώς και του ιταλικού ανακοινωθέντος και, αφετέρου, από την έλλειψη οποιασδήποτε είδησης εκ μέρους του Ελληνικού υποβρυχίου, ο Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων (ΑΔΥ) έβγαλε το θλιβερό συμπέρασμα το οποίο και ανέφερε στον Αρχηγό Στόλου και το Γ.Ε.Ν., ότι ο Πρωτεύς, αφού βύθισε με τις τορπίλες του το ιταλικό μεταγωγικό Sardegna, βυθίστηκε με εμβολισμό και βόμβες βυθού από το ιταλικό τορπιλοβόλο Antares που συνόδευε το μεταγωγικό και, συμπαρέσυρε στον υγρό τάφο ολόκληρο το πλήρωμα. Κανένας δεν επέζησε...


Έπειτα από αυτή την αναφορά, το Γ.Ε.Ν. πρότεινε επιθανάτιες τιμές και διακρίσεις αντάξιες με το κατόρθωμα και τη θυσία για τον Κυβερνήτη, τους Αξιωματικούς και το πλήρωμα του απολεσθέντος στην εκτέλεση του καθήκοντος ηρωικού υποβρυχίου.
Κατόπιν τούτου, όλοι οι επιβαίνοντες στον Πρωτέα, διά Βασιλικού Διατάγματος από 19-1-1941, προήχθησαν επ΄ ανδραγαθία στον επόμενο βαθμό και τους απονεμήθηκαν οι προβλεπόμενες ηθικές αμοιβές: Σχετικά με τις συνθήκες τις οποίες το ιταλικό τορπιλοβόλο πέτυχε την καταστροφή του Πρωτέως, ο τότε Αρχηγός Γ.Ε.Ν., Υποναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου Β.Ν. σημειώνει ότι, η ορμητικότητα και η αυτοπεποίθηση, χάρις στην αρίστη επαγγελματική του κατάρτιση και το υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής εκπαίδευσης του πλοίου του, παρέσυραν τον Κυβερνήτη, να εκσφενδονίσει τις τορπίλες του σε μικρή απόσταση από τον στόχο, για να έχει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας (όπως και έγινε), και από περισκοπικό βάθος, για να έχει τα καλύτερα δυνατά στοιχεία του στόχου και για να μπορεί να συνεχίσει την επίθεσή του και σε άλλους στόχους. Διότι είναι σίγουρο ότι είχε οπτική επαφή, με το περισκόπιο, και των τριών μεγάλων ιταλικών ατμόπλοιων της νηοπομπής.
Θεωρείται δε, σίγουρο, ότι ο Κυβερνήτης πρέπει να έβαλε τρεις ή τέσσερεις τορπίλες (οι τρεις έγιναν ορατές από το ιταλικό τορπιλοβόλο) εναντίον του στόχου. Η βολή μεγάλου αριθμού τορπιλών, σε συνδυασμό με την βολή από περισκοπικό βάθος, ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν το υποβρύχιο να «χάσει» βάθος, να ανέβει προς στιγμή το πρωραίο τμήμα του στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό και να εμβολιστεί από το ιταλικό τορπιλοβόλο. Αυτό οφείλεται στην αδυναμία «αφανούς βολής τορπιλών», που είχαν τα υποβρύχια εκείνα, δηλαδή δεν υπήρχε αυτόματο σύστημα ταχείας αναπλήρωσης (αντιστάθμισης) με θαλασσινό νερό του βάρους των τορπιλών που εκτοξεύονταν, με αποτέλεσμα να ελαττώνεται αισθητά το βάρος του υποβρυχίου και να «χάνει» βάθος.
Από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν μετά το πέρας του πολέμου, συνάγεται ασφαλώς ότι ο Πρωτεύς βύθισε το ατμόπλοιο Sardegna, 11.452 τόνων.
Μία ακόμη επιβεβαίωση γι΄ αυτό, αποτελεί η επιστολή του Ιταλού Ναυτικού Ακολούθου στην Άγκυρα, από 2 Ιανουαρίου 1948, προς τον Έλληνα συνάδελφό του, Αντιπλοίαρχο Ηλία Βερροιόπουλο Β.Ν. Σε αυτή, αναφέρεται ρητά ότι: «Στις 29-12-40 εχθρικό υποβρύχιο έβαλε τρεις τορπίλες εναντίον δικής μας (ιταλικής) νηοπομπής, που βρισκόταν σε απόσταση 40 περίπου μιλίων ανατολικά του Μπρίντιζι. Το ατμόπλοιο Sardegna βυθίστηκε, βληθέν από δύο τορπίλες. Το εχθρικό υποβρύχιο υπέστη εμβολισμό και στη συνέχεια βυθίστηκε από το τορπιλοβόλο Antares, το οποίο συνόδευε την νηοπομπή. Τα συνοδά πλοία διέσωσαν όλο σχεδόν το προσωπικό που επέβαινε στη Sardegna [1]. Η νηοπομπή αποτελείτο από τα ατμόπλοια Sardegna, Italia και Piemonte».
Σύντομη, αλλά ηρωική, υπήρξε η τελευταία περιπολία του Πρωτέως. Ο Κυβερνήτης του, Πλωτάρχης Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής Β.Ν., εθεωρείτο από τους ικανότερους Κυβερνήτες υποβρυχίων. Είχε συντάξει το εγχειρίδιο των υποβρυχίων, απαύγασμα δεκαετούς πείρας, είχε εξασκήσει άριστα το Επιτελείο και το πλήρωμά του και ήταν ακόμη επίμονος, φιλότιμος και διψούσε για δόξα. Ο ηρωικός του θάνατος και η καταστροφή του εκλεκτού υποβρυχίου του, αποτέλεσαν μεγάλη απώλεια. Όμως, η επιτυχής επίθεση του Πρωτέως, σε συνδυασμό με την αίγλη της υπέρτατης θυσίας του, συνεχίζει τη λαμπρή θαλασσινή και πολεμική παράδοση του Έθνους, και προσθέτει μία επιπλέον ένδοξη σελίδα στην Ελληνική Ναυτική Ιστορία [2].
 

ΠΗΓΗ http://perialos.blogspot.gr

 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] Πίσω από το “σχεδόν» του Ιταλού Αξιωματικού κρύβεται μεγάλος αριθμός απολεσθέντων επίλεκτων στρατιωτών της Μεραρχίας των «Λύκων της Τοσκάνης», που μεταφέρονταν από τα τρία ατμόπλοια στην Αλβανία.


[2] Λεπτομέρειες για την δράση των τριών υποβρυχίων αναφέρονται στον Πρώτο Τόμο της δίτομης έκδοσης του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ, των Αντιναυάρχων ΠΝ ε.α. Τιμόθεου Γ. Μασούρα και Θωμά Π. Κατωπόδη, έκδοση ΝΜΕ, Πειραιάς 2010, (Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών).

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΙΛΟΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΑΒΒΑΡΤΟΓΙΑΝΝΟΥ 11/8/1975

Είναι από τις ιστορίες που δε θα σου διδάξει κανένα βιβλίο. Από αυτά τα σπουδαία που γίνονται από ανθρώπους και περνούν στα ψιλά της ιστορίας δυστυχώς. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο ανθυποσμηναγός Κώστας Κραββαρτόγιαννος.
Υπηρετούσε στην 340 ΜΔΒ όταν στο οπλοστάσιό της είχε τα F-84F της Republic. Έδρα της Μοίρας το πολεμικό αεροδρόμιο Χανίων.

11 Αυγούστου του 1975 έγινε η μοιραία πτήση για τον ίδιο στα πλαίσια εκπαιδευτικής αποστολής αναγνωρίσεως του αεροδρομίου Καστελίου. Ήταν καλοκαίρι, τα παιδιά χάζευαν κι έπαιζαν με τα αεροπλάνα από ψηλά, χαιρετούσαν τους πιλότους. Είχαν συνηθίσει το καθημερινό πήγαινε έλα τους.
Το συγκεκριμένο αεροπλάνο όμως δεν ακολούθησε την ίδια πορεία κάτι έγινε πολύ κοντά από το διάδρομο προσγείωσης και το αεροπλάνο ξαφνικά έπεσε.
F

Ο κόσμος πάγωσε, ήταν το πρώτο πολεμικό αεροπλάνο που έπεφτε. Τα πιτσιρίκια που παρακολουθούσαν την πορεία του, σάστισαν.
Το αεροσκάφος κατευθυνόταν στο Μουχτάρω ή αλλιώς στον Ευαγγελισμό όπως είναι γνωστός.
Το χωριό έσφυζε από ζωή είχε περισσότερους από 600 κατοίκους τότε.

Ο πιλότος είχε επιλογή να σώσει τον εαυτό του αλλά δεν το έκανε. Προτίμησε να σώσει το χωριό κι έστριψε το πηδάλιο. Έτσι τον βρήκαν. Δεμένο στο κάθισμα με το χέρι του στο πηδάλιο σε δεξιά κλίση.
Ένα από τα παιδιά που είδαν αυτή τη σκηνή και μετά το άψυχο σώμα του πιλότου με το καθαρό πρόσωπο – το μόνο σημείο που δεν είχε απανθρακωθεί – δεν ξέχασαν ποτέ, και τη διηγούνται ακόμα, αν κάποιος ρωτήσει. Υπάρχουν ήρωες;
Αυτό το παιδί που μεγάλωσε και τίμησε το γενναίο ανθυποσμηναγό με την παρουσία και των συγγενών του που ήρθαν από την Άμφισσα είναι ο Γιώργος Καλογεράκης, Δ/ντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου και Πρόεδρος του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου Μινώα Πεδιάδας.
diaforetiko.gr : krabartogiannos2 600x428 Ο πιλότος που θυσιάστηκε για να σώσει ένα χωριό !!!
Η διήγηση του συγκλονιστική:
«11 Αυγούστου 1975. Μιχαίου Προφήτου και Μαρκέλλου ιερομάρτυρος, γράφει το ημερολόγιο την ημέρα αυτή… ήμουνα παιδί και θυμάμαι. Το βλέπαμε να’ρχεται προς το αεροδρόμιο του Καστελλίου.
Μικροί ήμασταν τότε, δεκατριών χρόνων. Μας άρεσε να ανεβαίνουμε στις ταράτσες των σπιτιών και να αγναντεύουμε τα πολεμικά αεροπλάνα. Καθημερινές ήταν στο Καστέλλι οι ασκήσεις τους. Φάνηκε πάνω από την «Παπούρα». Μια στήλη μαύρου καπνού άφηνε πίσω του. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το αεροπλάνο άρχισε να χάνει ύψος. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρισκόταν πάνω από το χωριό Μουχτάρω (Ευαγγελισμός).
Και τότε χάθηκε. Μια στήλη μαύρου πυκνού καπνού σηκώθηκε από το έδαφος. Τι έγινε; αναρωτιόμασταν. Ο Γιάννης Σμαριαννάκης, ένας καλός χωριανός, μας είπε ότι το αεροπλάνο έπεσε. Έπεσε; Και τι σημαίνει έπεσε; Δηλαδή; τον ρωτήσαμε. Έπεσε, μας είπε για δεύτερη φορά. Και τι έγινε ο αεροπόρος;
Πήραμε τότε τα ποδήλατα και τρέξαμε. Φτάσαμε στο Μουχτάρω. Μεγάλη αναστάτωση στο χωριό. Δε μας άφησαν να πλησιάσουμε. Μόνο το φορείο του ασθενοφόρου είδαμε. Και το πρόσωπο του πιλότου. Ένας νεαρός με κοντά μαλλιά και πεντακάθαρη όψη. Έχουν περάσει 38 χρόνια από τότε και δεν μπορώ να ξεχάσω αυτήν την όψη. Η πόρτα του ασθενοφόρου έκλεισε κι εμείς εκεί, ακούνητοι κι ασάλευτοι.
Πόση ώρα πέρασε δεν ξέρω. Ο Μανόλης, ο φίλος μου που πήγαμε μαζί με τα ποδήλατα, μου φώναξε. Το χωριό μας Διαβαϊδέ απέχει πέντε χιλιόμετρα από το Μουχτάρω. Θα μας αναζητούσε η μάνα μας. Έπρεπε να φύγουμε. Ήταν και μεσημέρι. Ανεβήκαμε στα ποδήλατα. Αμίλητοι φτάσαμε στο Διαβαϊδέ. Μπήκα στην κουζίνα του σπιτιού μας.
Ήντα θα σε κάνω που γυρίζεις όλη τη μέρα! μου φώναξε η μάνα μου. Πήγα και κάθισα στο μικρό μου γραφείο, εκεί που είχα τα βιβλία και τα τετράδια μου. Απείραχτα όλο το καλοκαίρι. Έτσι όπως τα άφησα τον Ιούνιο, τα βρήκα. Δεν έρχεσαι να φας; με ρώτησε πάλι η μάνα μου. Όχι, της απάντησα. Είχε σφιχτεί η καρδιά μου. Δεν μπορούσα να περιγράψω τα συναισθήματά μου εκείνη τη στιγμή…
Αργότερα μάθαμε και τις λεπτομέρειες του ατυχήματος. Το αεροπλάνο, ένα F84, είχε έλθει από τα Χανιά με πιλότο τον Κώστα Κραββαρτόγιαννο. Μηχανική βλάβη έδειξαν τα όργανα. Πλησίαζε στο αεροδρόμιο του Καστελλίου. Η προσπάθεια του πιλότου ήταν να προσγειωθεί. Αυτό φαινόταν ακατόρθωτο. Ο Κώστας έπρεπε να εγκαταλείψει και να πέσει με αλεξίπτωτο. Όμως υπήρχε κι άλλο εμπόδιο. Το αεροπλάνο κατευθυνόταν στο Μουχτάρω. Η απόφαση του Κώστα ήταν άμεση. Όχι, δεν θα έριχνε το αεροπλάνο στο χωριό. Προτίμησε να μείνει στο αεροσκάφος και να δώσει τη δική του ζωή για να σωθούν οι συνάνθρωποι του. Κι έστριψε το πηδάλιο. Έτσι τον βρήκαν. Δεμένο στο κάθισμα με το χέρι του στο πηδάλιο σε δεξιά κλίση».
Και περνούσαν τα χρόνια. Η εικόνα του προσώπου του Κραββαρτόγιαννου ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό του κ. Καλογεράκη ώσπου έγινε πράξη αυτό που ήθελε να κάνει.

Κάλεσε τους δικούς του ανθρώπους. Τα αδέρφια του, τον Αργύρη, το Βαγγέλη και την Τασούλα. Σε μια πολύ συγκινητική εκδήλωση που έγινε το Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία πλήθους κόσμου για να τιμηθεί «το παλικάρι που χαλάλισε τη ζωή του για να σωθούν οι συνάνθρωποι του. Ρώτησα τον Αργύρη, αδερφό του Κώστα Κραββαρτόγιαννου.
-Μίλησέ μου για τον πατέρα σου.
-Όταν σκοτώθηκε ο Κώστας η μητέρα μας είχε πεθάνει. Δεν το έζησε. Ο πατέρας μου μετά την κηδεία, όποτε έβλεπε αεροπλάνα, γύριζε τα μάτια πάνω τους. Σήκωνε τα χέρια του κι άρχιζε να τα κουνά.
-Γεια σου Κώστα φώναζε! Γεια σου Κώστα, παλικάρι μου!»



 

              ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΡΑΒΒΑΡΤΟΓΙΑΝΝΟΣ

Βιογραφικό Σημείωμα


Γεννήθηκε το 1950 στην Άμφισσα Φωκίδας.

Εισήλθε στη Σχολή Ικάρων το Νοέμβριο του 1970 και αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1974 με το βαθμό του ανθυποσμηναγού.

Σκοτώθηκε στις 11 Αυγούστου 1975, όταν το αεροσκάφος του F-84F της 340 Μοίρας Διώξεως –Βομ­βαρδισμού, κατά τη διάρκεια διατεταγμένης εκπαι­δευτικής αποστολής αναγνωρίσεως του αεροδρομίου Καστελλίου Ηρακλείου, έπεσε στο έδαφος και συνε­τρίβη, 3 μίλια νοτιοδυτικά του αεροδρομίου.


            http://www.pasoipa.org.gr 

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΟΛΥΒΟΛΟ SCHWARTZLOSE ΥΠΟΔ. 07/12, ΔΙΑΜ.. 6.5 ΧΙΛ






                 ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ


α/α  ΣΤΟΙΧΕΙΑ                                                    ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
01. Διαμέτρημα                                                        6.5 χιλ
02. Σύστημα λειτουργίας         Επιβραδυνόμενη οπισθόκρουση, με                                                            ελεύθερο κλείστρο
03. Τροφοδοσία                      Πάνινη ταινία 250 φυσιγγίων
04. Μήκος όπλου                                       1.066 - 1.067 μ
05. Μήκος κάνης                                        0.526 - 0.527 μ
06. Βάρος όπλου                      19.96 kg το σώμα, 19.84 kg ο τρίποδας
07. Ραβδώσεις                                        4 δεξιόστροφες
08. Κλισιοσκόπιο                                    2.800 μ
09. Αρχική ταχύτητα                            610 - 625 μ/δ
10. Ταχυβολία                                      400-500 β/λ         

 

Γενικά περί του πολυβόλου Schwarlose.
   Ο Αυστριακός αξ/κός πυρ/κού Andreas Wilhelm Schwarzlose (1867-1936) επινόησε ένα υδρόψυκτο πολ/λο με σύστημα επιβράδυνσης οπισθοκρούσεως (delayed ή retarded blowback), που άρχισε να κατασκευάζεται το 1905 από την εταιρία Steyr και έγινε αποδεκτό το 1906 από τον Αυστροουγγρικό Στρατό, ο οποίος χορήγησε από 2 πολ/λα σε κάθε συν/μα ιππικού του.
   Το πολ/λο Schwarzlose ήταν το μόνο πετυχημένο πολ/λο που λειτουργούσε με το σύστημα αυτό. Ήταν απλό και αξιόπιστο όπλο, για αυτό και έγινε δημοφιλές. Το κλείστρο του ήταν ελεύθερο (unlocked breech) και η κάνη του σχετικά βραχεία, για να επιτυγχάνεται η ταχεία έξοδος της βολίδας απ' αυτήν, ώστε να πέφτει η πίεση των αερίων πριν ανοίξει το κλείστρο. Τα υποδείγματα 1905 και 1907 έφεραν λιπαντήρα φυσιγγίων (oiler), ο οποίος διευκόλυνε τη λειτουργία της εξαγωγής του κάλυκα και της τροφοδοσίας, ενώ το υπόδειγμα 07/12 δεν έφερε λιπαντήρα, αλλά βαρύτερο κλείστρο και ισχυρότερο επανατατικό ελατήριο. Το υπόδειγμα 1907 έφερε αρκετές βελτιώσεις έναντι του αρχικού υποδείγματος 1905, ενώ το υπόδειγμα 07/12 ήταν το τελευταίο και το τελειότερο της σειράς αυτής.
   Κατά την έναρξη Α' ΠΠ, η Αυστροουγγαρία είχε 2.761 πολ/λα και κατά τη λήξη του 43.777, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν Schwarlose υποδ. 07/12. Αριθμός αυτών, μετά τον πόλεμο, χορηγήθηκε στις χώρες της Entente, ως πολεμικές επανορθώσεις (Ιταλία, Σερβία κλπ), ενώ άλλα πουλήθηκαν σε διάφορες χώρες (Βουλγαρία σε 8 χιλ. Mannlicher, Γ/Β σε 7.92 χιλ. , Ολλανδία σε 7,92 χιλ., Ουγγαρία σε 8 χιλ., Ρουμανία σε 6,5 χιλ. κλπ). Κατά τον Β'ΠΠ, οι Γερμανοί, το πολ/λο αυτό, προερχόμενο εκ λαφύρων, το χρησιμοποίησαν σε περιορισμένη έκταση στις μονάδες της β' γραμμής.
Η λειτουργία του κλείστρου

Η πορεία του πολυβόλου Schwarzlose στην Ελλάδα.
   Η σύμβαση της αγοράς των 24 πολ/λων Maxim το θέρος του 1910 δεν είναι βέβαιο ότι εκτελέσθηκε, το βέβαιο είναι, όμως, ότι στις αρχές του 1912 στην Ελλάδα δεν υπήρχαν παρά ελάχιστα παλαιά πολ/λα Maxim. Ο Ε. Βενιζέλος, μόλις ανέλαβε την εξουσία στις 6.10.1910 (3 μήνες μετά την υπογραφή της συμβάσεως των 24 πολ/λων Maxim), στα πλαίσια της προσπάθειάς του εξοπλισμού του Στρατού και του Στόλου, το 1911 προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό αγοράς πολ/λων, στον οποίο συμμετείχαν εταιρίες που κατασκεύαζαν πολ/λα Maxim, Hotchkiss και Schwarzlose, προκρίθηκε δε η τελευταία ως προσφέρουσα το πλέον κατάλληλο για τον Στρατό πολ/λο. Στην επιλογή αυτή ίσως να μην ήταν άσχετο και το γεγονός ότι τα πολ/λα Schwarzlose κατασκευάζονταν από την εταιρία Steyr, με την οποία η Ελλάδα διατηρούσε στενώτατους εμπορικούς δεσμούς από το 1877.
   Στις 3/16.2.1912 παραγγέλθηκαν στην Steyr τα πρώτα 74 υδρόψυκτα πολ/λα Schwarzlose υποδ 07/12 (No 127), διαμ. 6.5 χιλ. MS (6,5x54), με βάσεις (τρίποδες), φλογοκρύπτες, εργαλειοθήκες, είδη καθαρισμού και λιπάνσεως και μηχανήματα γεμίσεως φυσσιγιοφόρων ταινιών, προς 8.170 χρυσά φράγκα ανά πολ/λο, δηλαδή συνολικής αξίας 604.580 χρυσών φράγκων. Η παράδοση των όπλων θα γινόταν μετά 7μηνο από την προκαταβολή. Στις 5/18.6.1912 έγινε και δεύτερη παραγγελία 26 όμοιων πολ/λων με την ίδια τιμή, δηλαδή συνολικής αξίας 212.420 χρυσών φράγκων και χρόνο παραδόσεως την 31.12.1912.
   Εν όψει της παραλαβής των πολ/λων Schwarzlose της πρώτης παραγγελίας, στα μέσα Αυγούστου 1912 συγκροτήθηκε εκπαιδευτικός ουλαμός στο 1ο ΣΠ Αθηνών υπό τον Γάλλο λ/γο Romnie. Η εκπ/ση θα διαρκούσε έναν μήνα και θα συμμετείχαν σε αυτήν μόνιμοι υπαξ/κοί και αξ/κοί απ'όλα τα ΣΠ και την ταξ/χία Ιππικού. Στον ουλαμό αυτό εκπαιδεύτηκαν και οι μετέπειτα στρατηγοί Στεφ. Σαράφης, λοχίας τότε του 9ου ΣΠ Καλαμών (IV Μερ/χία). Η εκπ/ση έληξε στις 15.9.1912 και οι εκπαιδευθέντες επέστρεψαν στις μονάδες τους για να εκπαιδεύσουν, στη συνέχεια, επί τόπου, το προσωπικό των ομοχειρίων των πολ/λων των μονάδων τους, αλλά η κήρυξη της επιστρατεύσεως στις 17.9.1912 δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση αυτής της εκπ/σεως.

   Ο Σαράφης στις 26.9.1912 πήγε στη Λάρισα, από όπου παρέλαβε, σταλμένα από την Αθήνα, 4 καινούργια πολ/λα Schwarlose, με ειδικά σάγματα και εξαρτήματα, μέσα σε κιβώτια. Τα 4 πολ/λα οργανώθηκαν σε 2 ουλαμούς και τα χειρίζονταν μόνιμοι υπαξ/κοί, γιατί οι άνδρες δεν είχαν προλάβει να εκπαιδευθούν καλά. Ο ουλαμός πολ/λων αποτελείτο τότε από έναν αξ/κό και 34 οπλίτες. Ο ανθ/γός Κοσμάς, όταν επανήλθε στη μονάδα του ανέλαβε την διοίκηση της β' διμοιρίας πολ/λων του 9ου ΣΠ. Οι διμοιρίες πολ/λων ήταν τότε ανεξάρτητες μονάδες και διετίθεντο στα τάγματα για υποστήριξή τους, ανάλογα με την περίπτωση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι κατά την μάχη των Γιαννιτσών στις 19/20.10.1912, η διμοιρία πολ/λων του Κοσμά έπαιξε σημαντικώτατο ρόλο στη νικηφόρα έκβασή της.
   Από τις παραγγελίες των 100 πολ/λων Schwarzlose, παραλήφθηκαν όλα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων και χορηγήθηκαν αρχικά 4 ανά ΣΠ και κατόπιν, 2 ανά ΤΠ και 4 ανά σύν/μα ιππικού. Επίσης, εκ λαφύρων των Βαλκανικών Πολέμων και συγκεκριμένα, εκ λαφύρων του Β' Βαλκανικού, ο Στρατός πήρε από τους Βούλγαρους 80 πολ/λα Schwarzlose διαμ. 8 χιλ. Mannlicher (8x50R).
   Η κατανομή των πολ/λων Schwarzlose, κατά την έναρξη του Α' Βαλκανικού, τον Οκτώβριο του 1912, ήταν η ακόλουθη: ο Στρατός Θεσσαλίας είχε 60 πολ/λα (εκτός από τα πολ/λα της μοίρας πολ/λων της VII Μερ/χίας, που ήταν παλαιά πολ/λά θέσεως Maxim, μη μετακινηθέντα), εκείνες δε τις ημέρες στάλθηκαν από την Αθήνα 10 πρόσθετα πολ/λα για τις εφεδρικές μεραρχίες (4 στην V, 4 στην VI και 2 στην VII Μερ/χίες). Τα ελάχιστα εναπομείναντα (πιθανόν 4) διατέθηκαν στον Στρατό Ηπείρου.
   Λίγες μέρες πριν λήξει ο Β' Βαλκανικός, συγκεκριμένα στις 11/24.7.1913, η Ελλάδα παρήγγειλε στη Steyr άλλα 200 όμοια πολ/λα, όμως τη φορά αυτή προς 9.170 χρυσά φράγκα ανά πολ/λο, δηλαδή συνολικής αξίας 1.834.000 χρυσών φράγκων, παραδοτέα από 4 έως 7 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως. Τέλος, στις 27.11/10.12.1913 παραγγέλθηκαν παραγγέλθηκαν και άλλα 80 όμοια πολ/λα, στην ίδια τιμή με τα προηγούμενα, δηλαδή συνολικής αξίας 733.600 χρυσών φράγκων, παραδοτέα τον Ιούνιο/ Ιούλιο του 1914. Και τα 280 αυτά πολ/λά είχαν παραληφθεί, μέχρι την έναρξη του Α' ΠΠ, τον Αύγουστο του 1914, οπότε ο Στρατός διέθετε συνολικά 380 πολ/λα Schwarzlose και με το ΒΔ της 31.8.1914 κυρώθηκε και ο κανονισμός εκπ/σεων των διμοιριών πολ/λων Schwarzlose. Στα τέλη του 1913, στον οπλισμό του Στρατού υπήρχαν ήδη 240 πολ/λα Schwarzlose. Σύμφωνα με το Σχέδιο Επιστρατεύσεως του 1915, στα ΣΠ προβλέπονταν 3 διμοιρίες πολ/λων, δηλαδή μια διμοιρία των 2 πολ/λων ανά ΤΠ (όπως στο 5ο ΣΠ Τρικάλων).

   Κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, ο διοικητής ναυτικής μοίρας την Entente, Γάλλος αντιναύαρχος Dartigue du Fournet, με τη γνωστή από τα πορηγούμενα κεφάλαια διακοίνωσή του της 3/16.11.1916 προς τον πρωθυπουργό Σπυρ. Λάμπρου, ζητούσε, μεταξύ των άλλων, και 140 πολ/λα Schwarzlose, με τα ανάλογα πυρ/κάτους. Τελικά, τα όπλα αυτά παραδόθηκαν, αλλά μαζί με το Στρατό μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο. 
   Κατά το 1918, διαρκούντος του Α'ΠΠ, πολ/λα  Schwarzlose είχαν οι I και XIII Μερ/χίες του Α'ΣΣ και η Ταξ/χία Ιππικού, ενώ κατά την Εκστρατεία στην Ουκρανία, κάθε διμοιρία πολ/λων των πολ/χιών (3 διμοιρίες) των ΤΠ είχε 4 πολ/λα Schwarzlose ή St. Etienne, δηλαδή κάθε ΤΠ διέθετε 12 πολ/λα.
   Κατά την εκστρατεία της Μ.Ασίας, ο λόχος πολ/λων (πολ/χία) είχε 8 πολ/λα Schwarzlose ή St. Etienne και το συν/μα ιππικού, μια έφιππη πολ/χία Schwarzlose. Τον Αύγουστο του 1921, η ΣΜΑ διέθετε για Πεζικό, κατά το πλείστον, πολ/λα St. Etienne και μόνο συμπληρωματικά είχε πολ/λα Schwarzlose, ενώ το Ιππικό διέθετε, σχεδόν αποκλειστικά, πολ/λα Schwarzlose. Τότε αγοράσθηκαν από την Γαλλία (sic) συμπληρωματικά 150 πολ/λα Schwarzlose. Έτσι κάθε μερ/χία διέθετε 72 πολ/λα Schwarzlose ή St. Entienne. Στη Μ.Ασία, τα πολ/λα Schwarzlose χρησιμοποιήθηκαν και ως α/α όπλα, ταγμένα επί κυκλικών "πολυβολείων" (ορθώτερα "κυκλικών οκριβάντων"). Γενικά, τα πολ/λα Schwarzlose ήταν πολύ ανώτερα των πολ/λων St. Entienne, με τη διαφορά ότι, λόγω του μικρού διαμετρήματός τους (6,5 χιλ.), οι βολίδες τους υστερούσαν σε ανασχετική δύναμη (stopping power), από τις βολίδες των St. Etienne. 
   Από την Μ/Ασιατική καταστροφή διασώθηκαν 230 πολ/λα Schwarzlose, τα οποία, παρότι παλαιά, δεν μειονεκτούσαν των συγχρόνων τους, με εξαίρεση το βεληνεκές, που, λόγω της βραχύτητας της κάνης και του μικρού διαμετρήματος, δεν ήταν επαρκές. Απ'αυτά, τα 176 δεν ήταν χρησιμοποιήσημα, ενώ τα υπόλοιπα είχαν διατεθεί στο Ιππικό.
   Τα πολ/λα αυτά υπήρχαν και κατά το Σεπτέμβριο του 1935, γιαυτό και αναφέρονταν στην υπ' αριθμ. 5/28.10.1935 έκθεση του ΓΕΣ/1ον/Β, όπου αναγράφονταν ότι, με βάση το εν ισχύϊ τότε Σχέδιο Επιστρατεύσεως του 1935, οι μονάδες ιππικού θα ήταν οπλισμένες με πολ/λα Schwarzlose, εκτός των ανεξάρτητων πολ/χιών, οι οποίες προβλεπόταν να εφοδιασθούν με πολ/λα Maxim. Κάθε πολ/χία διέθετε 8 πολ/λα Schwarzlose.
   Μετά το 1936 μέχρι το 1940 παραγγέλθηκαν και παραλήφθηκαν 600 φυσιγγιοφόρες ταινίες  Schwarzlose αξίας 173.666 δρχ. Επίσης, αγοράστηκαν ανταλλακτικά πολ/λων Schwarzlose και άλλων αυτομάτων όπλων, συνολικής αξίας 11.262.845 δρχ. Εξ άλλου, ΕΥΠ Αθηνών, την ίδια περίοδο, έκανε ριζική επισκευή, συμπλήρωση και ευχρηστοποίηση 54 πολ/λων Schwarzlose και κατασκεύασε 500 περιγλούτια και προστερνίδες σαγμάτων Schwarzlose.
Ο μηχανισμός του κλείστρου

   Την παραμονή του Πολέμου του 1940 υπήρχαν 230 πολ/λα Schwarzlose διαμ. 6,5 χιλ. και, κατά τη διάρκεια του Πολέμου, διακινήθηκαν από την ΕΥΠ Αθηνών προς τις μονάδες 35 τέτοια πολ/λα, αφού υπέστησαν σ'αυτήν απαραίτητες επισκευές και συμπληρώσεις. Την ίδια περίοδο, τα οχήματα μάχης Daimler (4 ανά ουλαμό) των 3 Μ/Κ συν/μάτων (191ο, 192ο και 193 Μ/Κ Συν/ματα) της XIX Μ/Κ Μερ/χ'ιας (διοικητής υποστρα/γος Νικ. Λιούμπας) έφεραν καθένα από 2 πολ/λα Schwarzlose ή Hotchkiss. Επίσης, πολ/λα Schwarzlose διέθεταν και μερικές μονάδες εγκατεστημένες σε νησιά, μεταξύ των οποίων το Τάγμα Αιγίνης και η διμοιρία πολ/λων Μήλου. Μερικά πολ/λα Schwarzlose χρησιμοποιήθηκαν και κατά την Μάχη της Κρήτης, όπου είχαν μεταφερθεί από την ηπειρωτική Ελλάδα, μετά την κατάρρευση του μετώπου.
   Κατά την Κατοχή και τον Ανταρτοπόλεμο ελάχιστα πολ/λα Schwarzlose χρησιμοποιήθηκαν από τους αντάρτες, ενώ στο Στρατό, μετά τον Πόλεμο του 1940, δεν ξανάγινε χρήση αυτών, δεδομένου ότι και το διαμέτρημα των 6,5 χιλ. δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε μεταπολεμικά. Ελάχιστα πολ/λα Schwarzlose, τα οποία διασώθηκαν, κοσμούν ήδη τα πολεμικά μουσεία τη χώρας. 

 ΠΗΓΗ 1. ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.