Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Ο κανουναμές (ķânûnnâme) του καζά Ζητουνίου (Izdin, Zeytun)

Ως κανουναμές (τουρκ. Ķânûnnâme) ορίζεται ο νομοθετικός κώδικας, που ρύθμιζε τα φορολογικά ζητήματα μιας επαρχίας (τουρκ. kaza) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τον συμπλήρωνε ο ισλαμικός νόμος (Sharī ah) και η εξουσία του σουλτάνου. Ετυμολογικά προέρχεται από την αραβική λέξη kanun (αραβ. Qānūn,) και αυτή με τη σειρά της από την ελληνική Κανών=νόμος.

Ένας τέτοιος φορολογικός κώδικας της εποχής του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς ( 1494 1566), τουρκ. Kanuni Sultan Süleyman, οθωμαν. سليمان‎) αφορά τον καζά του Ζητουνίου, όπως ονομαζόταν η Λαμία μέχρι την 20η Ιουνίου 1836:

 

 Κανουνναμές του Ζητουνίου (τουρκ. Izdin, Zeytun). Άγκυρα-Γενική Διεύθυνση του Κτηματολογίου. Κατάστιχο αριθμ. 157.(Πηγή: Περιοδική Έκδοση ΕΛΛΗΝΙΚΑ 17 (1962), Πίν.2)

Ο φορολογικός κώδικας είναι καταχωρημένος στο κατάστιχο με αριθμό 157, στη Γενική Διεύθυνση του Κτηματολογίου στην Άγκυρα. Στο ίδιο κατάστιχο υπάρχουν και άλλοι κώδικες που αναφέρονται σε γειτονικές περιοχές, επιτρέποντας το σχηματισμό μιας εικόνας για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Κεντρική Ελλάδα κατά τον 16ο αιώνα. Στον κανουναμέ του καζά Ζητουνίου γίνεται για πρώτη φορά αναφορά στη λειτουργία πανηγυριού στο Ζητούνι.

Μελέτη για τον κανουνναμέ του Ζητουνίου πρωτοδημοσιεύθηκε το 1962 από τον Τσεχοσλοβάκο καθηηγτή Josef Kabrda (1906-1968). . Στο διαδίκτυο είναι προσβάσιμη και σε μορφή αρχείου pdf.

Ο φόρος που κατέβαλαν οι χριστιανοί και μουσουλμάνοι κάτοικοι του καζά Ζητουνίου, , υπολογιζόταν σε «άσπρα» (τουρκ. Akçe, οθωμαν. آقچه), εθνικό νόμισμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (για τα «άσπρα» περισσότερα βλέπε: τουρκικά νομίσματα). Ο φόρος καταβαλλόταν στον τιμαριούχο (ιδιοκτήτη τσιφλικιού).

Ακολουθεί αναδημοσίευση νεότερης μελέτης του, καταγομένου από τη Λαμία, ερευνητή της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννη Αθ. Καραχρήστου, το πλήρες κείμενο της οποίας έχει ως εξής:

 

«Το κείμενο που είναι γνωστό ως κανουνναμές του Ζητουνίου έχει πιθανότατα συνταχθεί κατά την εποχή της κωδικοποιητικής δραστηριότητας του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ (1520-1566)[1]. Ανήκει στην κατηγορία των περιφερειακών επαρχιακών κανουνναμέδων, στα κείμενα δηλαδή εκείνα που περιέχουν ρυθμίσεις που αφορούσαν στο σύνολο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο κείμενο εκδόθηκε στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Εκείνη την εποχή παρατηρήθηκε μια σημαντική άνθιση της κωδικοποιητικής δραστηριότητας και διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό ένα corpus  κειμένων, που ρύθμιζαν κυρίως τις φορολογικές υποχρεώσεις των υπηκόων της αυτοκρατορίας, αλλά και γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν στις σχέσεις τους με την κεντρική εξουσία, καθώς και με τους κατά τόπους εκπροσώπους της[2]. Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνοντας σε αυτά τα κείμενα δεν περιορίζονταν στους μη μουσουλμάνους, αλλά αφορούσαν στο σύνολο των ραγιάδων (reaya)[3] της οθωμανικής αυτοκρατορίας, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη το διαφορετικό status της κάθε ομάδας, όπως αυτό υπαγορευόταν από μία σειρά παραγόντων, όπως το θρήσκευμα, ο τόπος κατοικίας, προνομιακοί ορισμοί, παροχή υπηρεσιών προς το κράτος.
Η ανάλυση τέτοιου είδους πηγών επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικών με τους διοικητικούς και φορολογικούς μηχανισμούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, την ένταξη των διαφόρων ομάδων, θρησκευτικών, επαγγελματικών και άλλων σε αυτούς και τις σχέσεις μεταξύ των παραπάνω ομάδων. Τέλος επιτρέπει την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για την οικονομία και τις κοινωνικές δομές των τοπικών κοινωνιών στις οποίες κάθε φορά αναφέρονται.
Ο κανουνναμές αφορά στον καζά του Ζητουνίου[4] και περιγράφει σχεδόν αποκλειστικά τις φορολογικού χαρακτήρα υποχρεώσεις των υπηκόων προς τους τιμαριούχους. Ανάλογα με το είδος τους οι οφειλόμενοι φόροι είναι δυνατό να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Τους φόρους που καταβάλλονταν σε είδος και εκείνους που ήταν πληρωτέοι σε χρήμα. Στην πρώτη κατηγορία ανήκαν οι δεκάτες επί της αγροτικής παραγωγής: Στο κείμενο γίνεται λόγος για δεκάτη των δημητριακών, με διαβαθμίσεις ως προς το ύψος της ανάλογα με το θρήσκευμα και τον τόπο κατοικίας. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι του Ζητουνίου πλήρωναν ακριβώς το 1/10 της παραγωγής τους σε δημητριακά, ενώ η δεκάτη επί των δημητριακών για τους μουσουλμάνους της υπαίθρου ανερχόταν στο 12,5%. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση όμως αφορούσε στους χριστιανούς ραγιάδες, οι οποίοι ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους κατέβαλαν στον τιμαριούχο το 13,3% της παραγωγής τους.
Εκτός από τα δημητριακά με δεκάτη επιβαρύνονταν και μία σειρά άλλα προϊόντα, όπως το βαμβάκι, ο μούστος, τα μελίσσια, το λινάρι και το γλυκάνισο[5]. Για το βαμβάκι οι μουσουλμάνοι πλήρωναν 1 μέρος στα 10 ως δεκάτη και οι μη μουσουλμάνοι 2 μέρη στα 15, δηλαδή περίπου 13%. Οι μη μουσουλμάνοι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον τιμαριούχο 2 μέρη μούστου μούστου στα 15 ως δεκάτη. Οι μουσουλμάνοι πλήρωναν για τα αμπέλια τους χρηματικό φόρο (resm-i dönüm) ύψους 4 άσπρων ανά dönüm (μονάδα μέτρησης επιφανείας, ίση περίπου με 920 m2)[6].
Αναφορικά με τη δεκάτη των μελισσιών δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ μουσουλμάνων και μη. Και οι μεν και οι δε επιβαρύνονταν με 1 κυψέλη στις 10. Σε αυτό το σημείο παρουσιάζει ενδιαφέρον η σύγκριση με τον κανουνναμέ των Τρικάλων. Εκεί προβλεπόταν η εναλλακτική δυνατότητα πληρωμής της δεκάτης των μελισσιών σε χρήμα, ένα άσπρο για κάθε κυψέλη[7], πρακτική που μαρτυρείται και σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας εκείνη την περίοδο[8]. Πιθανώς η διαδικασία εκχρηματισμού της φορολογίας δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ όσο αλλού. Οι μη μουσουλμάνοι τέλος πλήρωναν και 2 μέρη στα 15 ως δεκάτη του λιναριού και του γλυκάνισου.
Οι χρηματικοί φόροι είναι δυνατόν να χωριστούν περαιτέρω σε 2 κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν οι έγγειοι φόροι, το δικαίωμα βοσκής και ο φόρος αρραβώνων, και στην δεύτερη εκείνοι που συνοδεύονται με συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες. Ξεκινάμε με την παρουσίαση της πρώτης ομάδας. Κάθε ενήλικος[9], ικανός προς εργασία πλήρωνε έγγειο φόρο. Για τους μη μουσουλμάνους ο φόρος αυτός ονομαζόταν ispence και ανερχόταν σε 25 άσπρα ετησίως. Εξαίρεση αποτελούσαν οι χήρες. Πλήρωναν μόνο 6 άσπρα[10]. Οι μουσουλμάνοι πλήρωναν έγγειο φόρο, resm-i cift, ύψους 22 άσπρων ετησίως, εφόσον κατείχαν ολόκληρο cift[11] και 11 αν κατείχαν μισό. Οι παντρεμένοι, οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους λιγότερο από μισό cift, καθώς και οι άκληροι, πλήρωναν 11 άσπρα ως resm-i bennak. Οι ανύπαντροι υποβάλλονταν σε καταβολή 6 άσπρων ετησίως ως resm-i mussered[12].
Οι ενήλικες μη μουσουλμάνοι πλήρωναν 6 άσπρα ετησίως ως δικαίωμα βοσκής (resm-i otluk)[13]. Οι ανύπαντροι και οι χήρες εξαιρούνταν από το φόρο αυτόν.
Ο φόρος των αρραβώνων (resm-i arus) βάρυνε μουσουλμάνους και μη εξίσου. Η διαφοροποίηση που καταγράφεται σε αυτό το σημείο σχετίζεται με την προηγούμενη οικογενειακή κατάσταση της νύφης. Για τις γυναίκες που παντρεύονταν για πρώτη φορά ο φόρος ήταν 30 άσπρα, ενώ για τις χήρες 15. Σύμφωνα με στοιχεία από άλλες περιοχές το φόρο κατέβαλε στον τιμαριούχο ο πατέρας της νύφης[14].
Όλοι οι ραγιάδες πλήρωναν 4 άσπρα ανά dönüm για φόρο λαχανόκηπων (resm-i bostan). Πρόκειται προφανώς για μετεξέλιξη της δεκάτης των λαχανόκηπων σε χρηματικό φόρο. Ο μούστος των μη μουσουλμάνων επιβαρυνόταν όταν έμπαινε σε βαρέλια, και με δικαίωμα σπιθαμής, (resm-i karis), το οποίο ανερχόταν σε 2 άσπρα τη σπιθαμή.
Όλοι οι ραγιάδες πλήρωναν φόρο για τα πρόβατα (adet-i agnam) ένα άσπρο ανά δύο πρόβατα[15]. Ο ίδιος φόρος βάρυνε και τα κατσίκια. Οι μη μουσουλμάνοι κατέβαλλαν επίσης και ένα άσπρο ανά δύο χοιρίδια (resm-i hinzir). Αν επρόκειτο για οικόσιτα χοιρίδια ο φόρος ήταν υψηλότερος, δηλαδή ένα άσπρο για καθένα από αυτά[16].
Οι βοσκοί, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τα βοσκοτόπια ενός χωριού που ανήκε σε τιμάριο, πλήρωναν στον τιμαριούχο 25 άσπρα ανά κοπάδι ως δικαίωμα νομής χειμαδιού (resm-i otlak ve kislak)[17]. Από την καταβολή αυτού του φόρου εξαιρούνταν οι κτηνοτρόφοι που ήταν κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού. Σε αυτό το σημείο προβάλλει το χωριό, ως μονάδα οργάνωσης του χώρου, τα όρια της οποίας όμως δε συμπίπτουν με το χωριό ως οικιστικό χώρο. Επίσης είναι δυνατό να υποθέσουμε ότι το χωριό λειτουργούσε ως κοινωνικό μόρφωμα, τα μέλη του οποίου είχαν συγκεκριμένα δικαιώματα στη χρήση του χώρου[18].
Οι τιμαριούχοι εισέπρατταν επίσης φόρο για τους μύλους (resm-i asyab) που βρίσκονταν στις εκτάσεις που τους είχαν παραχωρηθεί. Ο φόρος ήταν ανάλογος με τον τύπο του μύλου, αλλά και με το χρόνο λειτουργίας του μύλου στη διάρκεια του έτους. Για ένα νερόμυλο που λειτουργούσε ολόκληρο το έτος ο φόρος που έπρεπε να καταβληθεί ανερχόταν σε 30 άσπρα. Αντιστοίχως, αν ο μύλος λειτουργούσε μόνο έξι μήνες, ο φόρος που αναλογούσε ήταν 15 άσπρα. Όπως 15 άσπρα ήταν και ο φόρος που πληρωνόταν για τα μαντάνια[19].
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τις σχέσεις εξάρτησης μεταξύ του τιμαριούχου και των χωρικών παρουσιάζει ένα είδος αποζημίωσης (cift bozan akcesi) που οι χωρικοί ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον τιμαριούχο σε περίπτωση που εγκατέλειπαν τα κτήματά τους. Σύμφωνα με το κείμενο του κανουνναμέ το ποσό αυτό ανερχόταν σε 75 άσπρα. Το ποσό αυτό βέβαια έπρεπε να πληρωθεί εφόσον ο ενδιαφερόμενος πρώην τιμαριούχος ανακάλυπτε τον εν λόγω χωρικό εγκατεστημένο κάπου αλλού. Σε περίπτωση που ο χωρικός είχε εγκατασταθεί σε άλλο τιμάριο, κατέβαλε την αποζημίωση στον πρώην τιμαριούχο και τη δεκάτη επί της αγροτικής του παραγωγής στο νέο τιμαριούχο. Αν στο νέο τόπο εγκατάστασής του δεν ασχολούνταν με την γεωργία, τότε πλήρωνε στο νέο τιμαριούχο το λεγόμενο φόρο της εστίας (resm-i duhan). Όπως προκύπτει από το συγκεκριμένο κανουνναμέ, αλλά και από αντίστοιχα κείμενα από άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η πληρωμή της αποζημίωσης αποτελούσε διπλό στόχο. Αφενός εξισορροπούσε κάπως την απώλεια εισοδήματος που διαφορετικά θα έπρεπε να υποστεί ο πρώην τιμαριούχος μέχρι να δώσει τη γη σε κάποιον άλλο χωρικό. Αφετέρου λειτουργούσε και αποτρεπτικά προς τους χωρικούς, ώστε να μην εγκαταλείψουν τη γη τους, αφού φεύγοντας, εκτός από τους φόρους προς το νέο τιμαριούχο, διακινδύνευαν και την καταβολή της συγκεκριμένης αποζημίωσης[20]. Παρόλα αυτά όμως η δυνατότητα του χωρικού να εγκαταλείψει τη γη που του είχε παραχωρηθεί, αν έκρινε ότι μια τέτοια κίνηση θα απέβαινε τελικά προς το συμφέρον του, παρέμεινε πάντα ανοιχτή και εξισορροπούσε πιθανές εντάσεις που είχαν δημιουργηθεί σε τοπικό επίπεδο μεταξύ των χωρικών και εκπροσώπων της διοίκησης[21].
Κλείνοντας την περιγραφή των ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο κείμενο του κανουνναμέ του Ζητουνίου θα πρέπει να αναφερθούμε στην προνομιακή πρόσβαση των τιμαριούχων της περιοχής στην αγορά του μούστου. Είχαν το δικαίωμα να μονοπωλούν για διάστημα δύο μηνών το μούστο που συνέλεγαν από τους χωρικούς με τη μορφή της δεκάτης. Στους χωρικούς επιτρεπόταν να πουλήσουν το δικό τους μούστο μετά την παρέλευση του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος των δύο μηνών. Οριζόταν επίσης ότι ο μούστος κατά τη διάρκεια του μονοπωλίου θα πωλείται κατά 2 άσπρα ακριβότερα από τις τρέχουσες τιμές. Αντίστοιχες πρακτικές εφαρμόστηκαν και σε άλλες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας[22]. Προβλέπεται επίσης φόρος της αγοράς (bac) για τα προϊόντα που διακινούνταν στην αγορά του Ζητουνίου[23]. Τα προϊόντα που φαίνεται ότι διακινούνταν στην αγορά της πόλης ήταν κυρίως είδη διατροφής και ιματισμού. Προέρχονταν από τη γύρω περιοχή, αλλά και από μακρινούς προορισμούς όπως Προύσα και Ευρώπη. Αναφορά γίνεται και στην λειτουργία πανηγυριού στο Ζητούνι.
Συνοψίζοντας μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι ο κανουνναμές του Ζητουνίου, εκτός από τους προσωπικούς φόρους, δίνει έμφαση σε αγροτικού και κτηνοτροφικού χαρακτήρα οικονομικές δραστηριότητες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει σε αυτό το σημείο η σύγκριση με κανουνναμέ του Μοριά, ο οποίος εκδόθηκε επίσης στην εποχή της βασιλείας του Σουλεϊμάν Α΄. Εκεί εκτός από φόρους παρόμοιους με αυτούς που περιγράφονται και στον κανουνναμέ του Ζητουνίου, ρυθμίζεται και η είσπραξη μιας σειράς φόρων που αφορούν σε αστικού χαρακτήρα οικονομικές δραστηριότητες, όπως φόρος αγοράς (bac-i pazar). Των σφαγείων (salhane), του niyabet, λιμενικά τέλη, φόροι που πληρώνονταν στον αγορανόμο (ihtisab)[24]. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το ύψος του φόρου των μύλων στην Πελοπόννησο ήταν ακριβώς το διπλάσιο, απ’ ότι στον καζά του Ζητουνίου. Για ένα μύλο που λειτουργούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οφείλονταν 60 άσπρα στην Πελοπόννησο και μόλις 30 στον καζά του Ζητουνίου[25]. Η μεγάλη αυτή διαφορά οφείλεται προφανώς σε διαφορά στην παραγωγή.
Ενδεικτική για τη λειτουργία της αγοράς είναι η διάρκεια του μονοπωλίου του μούστου από τους τιμαριούχους. Το μονοπώλιο αυτό στην Πελοπόννησο διαρκούσε μόλις 7 ημέρες[26]. Αντίθετα διαρκούσε 2 μήνες στις περιοχές των σαντζακίων Τρικάλων και Ευρίπου[27]. Η σημαντικά μικρότερη διάρκεια του μονοπωλίου αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη μιας αρτιότερα οργανωμένης αγοράς. Τα παραπάνω συντείνουν στην υπόθεση ότι η λειτουργία της αγοράς στην περιοχή του καζά του Ζητουνίου ήταν μάλλον περιορισμένη και εξυπηρετούσε κυρίως τοπικές ανάγκες, ενώ η περιοχή διατηρούσε τον κατεξοχήν αγροτικό της χαρακτήρα. Άλλωστε τον χαρακτήρα αυτό διατήρησε και αργότερα, αφού η κύρια εμπορική δραστηριότητα της πόλης είχε περιορισμένη χρονική διάρκεια. Αναφερόμαστε στο πανηγύρι που διεξαγόταν εκεί[28].
Από το κείμενο του κανουνναμέ προκύπτουν κάποιες διαφοροποιήσεις σχετικά με τις διάφορες ομάδες των φορολογουμένων. Η μια αφορά το θρήσκευμα, αφού σε κάποια σημεία διαφαίνεται μια ευνοϊκή μεταχείριση των μουσουλμάνων φορολογουμένων έναντι των υπολοίπων. Η άλλη διάκριση αφορά τον τόπο κατοικίας σε συνδυασμό με το θρήσκευμα. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της πόλης αντιμετωπίζονται ευνοϊκά σε σχέση με τους μουσουλμάνους κατοίκους της υπαίθρου. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συνδυασμό θεσμών που προέρχονται από δύο διαφορετικά συστήματα οργάνωσης του κράτους, Ο πρώτος είναι συμβατός με τη λογική του οθωμανικού κράτους, όπου η θρησκεία αποτελεί μια από τις βασικές αρχές οργάνωσής του και κριτήριο για την ενσωμάτωση των υπηκόων σε αυτό. Ο δεύτερος θεσμός, ο διαχωρισμός των υπηκόων ανάλογα με τον τόπο κατοικίας τους, παραπέμπει σε πρακτικές φεουδαλικού τύπου.
Σε αυτό το σημείο θεωρούμε σκόπιμο να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις, σχετικά με την εικόνα που είχε διαμορφωθεί από την πλευρά του κράτους για την πλήρη φορολογική μονάδα. Η παράμετρος αυτή, σε συνδυασμό με τις προηγούμενες, επηρέαζε σαφώς το status των υπηκόων. Όπως προκύπτει από τη μελέτη του κειμένου του κανουνναμέ, ως πλήρης φορολογική μονάδα καταγραφόταν στα φορολογικά κατάστιχα ο ενήλικος, έγγαμος, ικανός προς εργασία άνδρας, ο οποίος κατείχε ένα ολόκληρο cift. Πρόκειται για ένα συνδυασμό μιας σειράς παραγόντων, όπως το φύλο, η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση και έγγεια ιδιοκτησία, Οι χήρες, τουλάχιστον οι μη μουσουλμάνες, υποκαθιστούσαν στη λογική του συστήματος τον εκλιπόντα αρχηγό του νοικοκυριού, τύχαιναν όμως ευνοϊκών ρυθμίσεων, τόσο όσον αφορά τον έγγειο φόρο, όσο και το δικαίωμα βοσκής. Ευνοϊκής μεταχείρισης τύχαιναν επίσης όσοι κατείχαν μικρότερη έγγεια ιδιοκτησία, οι άκληροι και τέλος οι ανύπαντροι, με περισσότερο ευνοημένους τους τελευταίους, όπως αποδεικνύεται από τον έγγειο φόρο των μη μουσουλμάνων ραγιάδων.
Από τη συνολική εξέταση των ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στον κανουνναμέ του Ζητουνίου προκύπτει μεγαλύτερη συνάφεια με αντίστοιχα κείμενα από κοντινές περιοχές, όπως τα Τρίκαλα, η Εύβοια, η Λειβαδειά και η Αθήνα[29]. Όλες οι παραπάνω περιοχές είναι κατά κύριο λόγο αγροτικές, ενώ σε καμία δεν είχαν αποδοθεί προνόμια. Πέρα λοιπόν από την παραγωγή γνώσης που αφορά στις συγκεκριμένες περιοχές, η μελέτη της εν λόγω γεωγραφικής ενότητας μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για την έρευνα της ένταξης στο διοικητικό μηχανισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας αγροτικών περιοχών, χωρίς προνόμια. Πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι από τη μελέτη των συγκεκριμένων πηγών αναδεικνύεται μια μόνο πτυχή του θέματος. Η μελέτη του κανονιστικού λόγου της κεντρικής διοίκησης, προβάλλει την εικόνα που αυτή είχε διαμορφώσει για τις συγκεκριμένες περιοχές, καθώς και τις προθέσεις της σχετικά με τον επιβεβλημένο τρόπο διευθέτησης των ζητημάτων που θίγονται στα κείμενα. Σε ποιο βαθμό όμως η νομοθεσία επηρέασε την πρακτική; Υπήρχαν αποκλίσεις από το γράμμα του νόμου και αν ναι πότε και κάτω από ποιες συνθήκες προέκυψαν; Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αρκεστούμε στην επισήμανση των ερωτημάτων. Για τη διερεύνησή τους άλλωστε είναι απαραίτητη η ανάλυση άλλου είδους πηγών, όπως φορολογικά κατάστιχα, ενώ διαφωτιστικές πληροφορίες είναι δυνατό να προκύψουν και από ιεροδικαστικούς κώδικες.

Παραπομπές

[1] Kabrda J.:“Ο τουρκικός κώδικας (kanunname) της Λαμίας: Συμβολή στη μελέτη των τουρκικών ιστορικών πηγών των σχετικών με την ιστορία της Ελλάδας”. Ελληνικά 17 (1962) 205.
[2] Inalcik H., “Suleiman the Lawgiver and Ottoman Law”. Archivum Ottomanicum 1 (1969) 105-138. Encyclopedic de l’ Islam IV 584-590 Kanunname (H.Fischer). Για κείμενα κανουνναμέδων Akgunduz A., Osmanli Kanunnameleri, κωνσταντινούπολη 1990. Για κείμενα κανουνναμέδων από τον ελλαδικό χώρο Alexander J., Toward a History of post-Byzantine Greece: Thw Ottoman Kanunnames for the Greek Lands, circa 1500-circa 1600, Athens 1985, Μπαλτά Ε, “Οι κανουνναμέδες του Μοριά” Ίστωρ 6 (1993) 29-70.
[3] Οι Οθωμανοί χώριζαν τους υπηκόους τους σε δύο ομάδες, τους reaya και τους askeri. Στην πρώτη ανήκαν όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία και το εμπόριο. Πρόκειται για αυτούς που πλήρωναν φόρους. Η δεύτερη ομάδα περιελάμβανε όλους εκείνους που βρίσκονταν στην άμεση υπηρεσία του σουλτάνου, στρατιωτικές ομάδες που δεν ασχολούνταν με την παραγωγή, γραφειοκράτες, θρησκευτικούς λειτουργούς, καθώς και τις οικογένειές τους, συγγενείς και δούλους. Υπήρχε και μια ομάδα των “απαλλαγμένων reaya”, οι οποίοι απολάμβαναν κάποιων φοροαπαλλαγών και κάποιων προνομίων, σε αντάλλαγμα για συγκεκριμένες υπηρεσίες που προσέφεραν στο κράτος, Οι reaya (ο όρος σημαίνει κοπάδι) μουσουλμάνοι και μη, θεωρούνταν προστατευόμενοι, τους οποίους ο Θεός είχε εμπιστευτεί στο σουλτάνο, του οποίου καθήκον, ως αρχηγού της οθωμανικής θρησκευτικής κοινότητας, ήταν να τους οδηγήσει στο δρόμο του Θεού. Inalcik H., The Ottoman State: Economy and Society, 1300-1600” στο Halil-Inalcik-David Quatacrt (εκδ.) An Economic and Social History of the Ottoman Empire, Cambridge 1994, σελ.16-17. Farochi S., “Crisis and Change, 1590-1699” στο Halil-Inalcik-David Quatacrt (εκδ.) An Economic and Social History of the Ottoman Empire, Cambridge 1994, σελ.550-551.
[4] Kabrda J., ό.π. σελ. 211.
[5] Η δεκάτη αποτελούσε τον πυρήνα των φόρων που οι χωρικοί ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον τιμαριούχο σε είδος. Ταυτόχρονα πρόκειται για τους κατεξοχήν φόρους, τους οποίους καρπωνόταν ο τιμαριούχος. Συνήθως ονομαζόταν ósór και σπανιότερα harac-I mukaseme. Η καταβολή της δεκάτης βάρυνε μια σειρά αγροτικών προϊόντων, όπως τα σιτηρά, όσπρια, φυτικές ίνες, ελιές, κηπευτικά, φρούτα, περιβόλια. Η δεκάτη των δημητριακών, των οσπρίων και των ελιών πληρωνόταν πάντα σε είδος, ενώ αυτή των υπολοίπων προϊόντων, μετά από κάποιο χρονικό σημείο, ήτων δυνατό να πληρωθεί και σε χρήμα. Αυτή η δυνατότητα, εφόσον προβλεπόταν για τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιοχή, αναφερόταν στους αντίστοιχους κανουνναμέδες ή στα σχετικά κατάστιχα. Μουταφτσίεβα Β., Αγροτικές σχέσεις στην οθωμανική αυτοκρατορία, 15ος-16ος αιώνας (μετάφραση Ουρανία Αστρινάκη-Ευαγγελία Μπαλτά), Αθήνα 1990, σελ. 268-270.
[6] Με τη νομοθεσία του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄ υιοθετήθηκε ο διττός τύπος φορολογίας, σε χρήμα ή σε είδος, για τη δεκάτη των αμπελιών. Αυτή η πρακτική μαρτυρείται από κανουνναμέδες περοχών της σημερινής Βουλγαρίας, όπου οι χριστιανοί είχαν τη δυνατότητα είτε να καταβάλουν τη δεκάτη των αμπελιών σε είδος, είτε να πληρώνουν στον τιμαριούχο την αξία της σε μετρητά. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 255-256 και 268-270.
[7] Kabrda J., ό.π. σελ. 215.
[8] Η φορολογία των μελισσιών επί Μεχμέτ Β΄ καταβαλλόταν σε είδος. Ο Σουλεϊμάν Α΄ επέτρεψε την πληρωμή του συγκεκριμένου φόρου σε μετρητά. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 268-270.
[9] Στο κείμενο του κανουνναμέ αναφέρεται η φράση «που έφτασε στην εφηβική ηλικία» Kabrda J., ό.π. σελ. 212. Η ενηλικίωση ήταν συνδεδεμένη με την εφηβεία. Παρουσιάζονται όμως σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις ως προς την ακριβή ηλικία εισόδου στην εφηβεία.
[10] Σύμφωνα με τον κανουνναμέ της Αθήνας οι χήρες δεν διαφοροποιούνταν από τους υπόλοιπους χωρικούς. Kabrda J., ό.π. σελ. 212.
[11] Πρόκειται για έκταση γης, η οποία ανήκε σε ένα νοικοκυριό (hanc) και ήταν δυνατό να καλλιεργηθεί από ένα ζευγάρι βοδιών. Ανάλογα με την ποιότητα του εδάφους η έκτασή της ποίκιλε ανά περιοχή και κυμαινόταν από 5-15 εκτάρια. Inalcik H., The Ottoman State: Economy and Society, 1300-1600” στο Halil-Inalcik-David Quatacrt (εκδ.) An Economic and Social History of the Ottoman Empire, Cambridge 1994, σελ.146-147.
[12] Μαζί με την δεκάτη οι έγγειοι φόροι αποτελούσαν τον πυρήνα των εισοδημάτων των τιμαριούχων. Οι διάφορες ονομασίες, ispence, resm-i cift, resm-i bennak, resm-i mucerred, αποτελούν διαφορετικές κατά περίπτωση ονομασίες του έγγειου φόρου που ήταν γνωστός ως harac-i muvazzaf. Ουσιαστικά πρόκειται για φόρο που κατέβαλαν οι ραγιάδες σε αντάλλαγμα για την κατοχή και καλλιέργεια δημόσιας γης. Σε κάποιες περιπτώσεις, κάποια σαντζάκια της Μ.Ασίας, ο έγγειος φόρος κατανέμονταν ανάμεσα στον τιμαριούχο, το ζαΐμη, το σούμπαση ή το σαντζακμπέη. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 272-273. Ενδιαφέρον προκαλεί η απουσία του resm-i cift από τους κανουνναμέδες του σαντζακίου του Ευρίπου, με εξαίρεση αυτόν του Ζητουνίου. Alexander J., ό. π. σελ. 304-332.
[13] Ως προς το ύψος του φόρου έχουν καταγραφεί σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις. Στα Τρίκαλα εισέπρατταν 5 άσπρα ως δικαίωμα βοσκής, ενώ στην Αθήνα 2. Kabrda J., ό.π. σελ. 212.
[14] Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 277. Συχνά ο σπαχής μοιραζόταν το δικαίωμα των αρραβώνων με το διοικητή του σαντζακίου. Κάποτε μάλιστα ο φόρος αυτός κατέληγε στο κρατικό ταμείο ή σε ταμεία βακουφίων. Kabrda J., ό.π. σελ. 217. Διαφωτιστική ως προς τις επικρατούσες πολιτισμικές πρακτικές αναφορικά με το γάμο και τη σεξουαλικότητα είναι η επισήμανση ότι σε περιοχές του σημερινού ελλαδικού χώρου εφαρμοζόταν ήδη από τη βυζαντινή περίοδο μία σειρά γαμήλιων δώρων, γνωστών με διάφορα ονόματα όπως θεώρητρα, αγριλίκι, παληκαριάτικο, όπου υπάρχει επίσης μία σαφής διαφοροποίηση μεταξύ εκείνων των γυναικών που παντρεύονταν για πρώτη φορά και των υπολοίπων. Ενώ είναι θεμιτό να πιθανολογήσει κανείς μια πολιτισμική όσμωση ως προς αυτό το θέμα, θα ήταν επικίνδυνο στη βάση των υπαρχόντων στοιχείων να υποστηρίξει κάτι τέτοιο με σιγουριά.
[15] Στην εποχή του Μεχμέτ Β΄ ο φόρος των προβάτων είχε διττό χαρακτήρα: Χρηματικός, οπότε ανερχόταν σε ένα άσπρο ανά τρία πρόβατα ή σε είδος. Σε αυτή την περίπτωση καταβαλλόταν ένα πρόβατο ανά πενήντα. Στη νομοθεσία του Σουλεϊμάν Α΄ ο φόρος των προβάτων προβλέπεται ρητά ως χρηματικός και μάλιστα αυξάνεται το πληρωτέο ποσό σε ένα άσπρο ανά δύο πρόβατα. Ο δικαιούχος του φόρου δεν είναι σαφώς καθορισμένος. Τον εισέπραττε ή ο τιμαριούχος ή το κρατικό ταμείο. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 273-274.
[16] Ήδη από την εποχή του Μεχμέτ Β΄ ο φόρος αυτός ήταν πάντα χρηματικός και το ύψος του αμετάβλητο. Ο δικαιούχος παρέμεινε επίσης σταθερός και ήταν πάντα ο τιμαριούχος. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 275.
[17] Ουσιαστικά πρόκειται για μια ομάδα φόρων που αφορούν στη χρήση των βοσκοτόπων ενός τιμαριούχου από κτηνοτρόφους, οι οποίοι δεν διέμεναν μόνιμα από τιμάριο: Πρόκειται για το φόρο του χόρτου (resmi-i otlak), το φόρο για τα θερινά βοσκοτόπια (resmi-i yaylak) και το φόρο για τα χειμερινά βοσκοτόπια (resmi-i kislak). Και οι τρείς φόροι ήτων πληρωτέοι σε χρήμα και τους καρπωνόταν πάντα ο τιμαριούχος. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 274-275. Ως προς το είδος του φόρου όμως έχουν καταγραφεί εξαιρέσεις. Έτσι στον κανουνναμέ της Ναυπάκτου προβλέπεται εναλλακτική δυνατότητα καταβολής του φόρου σε είδος ή σε χρήμα. Kabrda J., ό.π. σελ. 217.
[18] Inalcik H., The Ottoman State: Economy and Society, 1300-1600” στο Halil-Inalcik-David Quatacrt (εκδ.) An Economic and Social History of the Ottoman Empire, Cambridge 1994, σελ.173-174.
[19] Κατά την εποχή του Μεχμέτ Β΄ ο φόρος των μύλων πληρωνόταν σε είδος. Επρόκειτο για κάποια ποσότητα σιτηρών, ανάλογη με το χρονικό διάστημα λειτουργίας του μύλου κατά τη διάρκεια του έτους. Ο γενικός κανουνναμές του Σουλεϊμάν Α΄ όριζε σχετικά επίσης τη φορολογία σε είδος. Σε επαρχιακούς κανουνναμέδες όμως της ίδιας περιόδου προβλεπόταν η πληρωμή σε χρήμα. Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 276. Και ως προς το ύψος του συγκεκριμένου φόρου παρατηρούνται σημαντικές τοπικές διαφοροποιήσεις. Kabrda J., ό.π. σελ. 216, Μπαλτά Ε., ό.π. σελ. 44.
[20] Μουταφτσίεβα Β., ο.π., σελ. 228-233.
[21] Furoqhi S., «Politics and socio-economic change in the Ottoman Empire of the sixteenth century” στο Metin Kunt and Christine Woodhead (εκδ,) Suleyman the Magnificent and his Age: The Ottoman Empire in the Early Modern World, σελ. 109-110.
[22] Στη Ναύπακτο ο διοικητής του σαντζακίου είχε δικαίωμα να πουλήσει το μούστο του στη διάρκεια του μονοπωλίου κατά τέσσερα άσπρα ακριβότερα από τις τρέχουσες τιμές. Kabrda J., ό.π. σελ. 216. Για τις ρυθμίσεις που αφορούσαν σε περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας και συγκεκριμένα στα σαντζάκια τρικάλων και Ευρίπου Alexander J., ό.π. σελ. 268-340.
[23] Για το τμήμα που αναφέρεται στο φόρο της αγοράς Alexander J., ό.π. σελ. 328-332. Οι ρυθμίσεις αυτές απουσιάζουν από την έκδοση του Kabrda.
[24] Μπαλτά Ε., ό.π. σελ. 42-43.
[25] Μπαλτά Ε., ό.π. σελ. 44.
[26] Μπαλτά Ε., ό.π. σελ. 45.
[27] Alexander J., ό.π. σελ. 268-332.
[28] Καραχρήστος Ι., “Συμβολή στη μελέτη της ιστορίας της Φθιώτιδας κατά την ύστερη τουρκοκρατία: Μέσα του 18ου αιώνα-Δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου”. Φθιωτικά Χρονικά 13 (1992) σελ. 52.
[29] Alexander J., ό.π. σελ. 268-332.»

ΠΗΓΗ http://sotosalexopoulos.blogspot.gr/

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Το αναγκαστικό κατοχικό "δάνειο" στους Γερμανούς και το ιστορικό της διεκδίκησης του


Του Τάσου Μηνά Ηλιαδάκη*

Α. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Το Βερολίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς του στόχους στην ευρύτερη ελληνική περιοχή, Λιβύη-Μ.Ανατολή-Βαλκάνια, είχε υποχρεώσει την Ελλάδα να κεφαλαιοδοτεί και να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν σ'αυτήν και είχαν πεδίο δράσης την ευρύτερη περιοχή της.
Αυτά ήταν υπερπολλαπλάσια από εκείνα των στρατευμάτων κατοχής. Επιπλέον η Ελλάδα ανεφοδίαζε με τρόφιμα το μέτωπο της Λιβύης. Στόχος των στρατευμάτων αυτών ήταν τα πετρέλαια της Λιβύης-Μ. Ανατολής και η ενίσχυση της άμυνας των Βαλκανίων. Από τα τελευταία εξασφάλιζε στην πολεμική του βιομηχανία το 20% του αντιμονίου, το 50% των ορυκτελαίων, το 60% του βωξίτη και το 100% του νικελίου. Την ίδια στιγμή για τους συμμάχους η μοναδική πύλη των Βαλκανίων ήταν και παρέμενε η Ελλάδα. Λόγω αυτών, η γερμανική απαίτηση για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα ήταν ανελαστική και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις ακόμα και της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου που απειλούσε με παραίτηση.Παράλληλα ο Μουσολίνι όπως και ο Γερμανός πληρεξούσιος για την Ελλάδα, Γκύντερ Αλτενμπουργκ πίεζαν το Βερολίνο να μειώσει τα έξοδα κατοχής για την Ελλάδα.
Το πρόβλημα των μοναδικά υπέρογκων δαπανών κατοχής συνόδευε η "παντός αγαθού" λεηλασία του τόπου, φυσικό επακόλουθο της οποίας ήταν ο λιμός. Ο Αλτενμπουργκ από τις πρώτες ημέρες προειδοποιούσε το Βερολίνο για τον επερχόμενο υποσιτισμό. Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Βατικανού, νούτσιος Α. Ρονκάλι, ο μετέπειτα πάπας Ιωάνης ΚΓ', μετά από έρευνες του, διαπίστωνε τριπλασιασμό των θανάτων σε Αθήνα-Πειραιά λόγω λιμού τον χειμώνα 1941-42 και ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του, "... η πείνα (στην Ελλάδα) έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση".

Το πρόβλημα του λιμού καθιστούσε οξύτερο το Λονδίνο που είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα για να εξωθήσει τον ελληνικό πληθυσμό προς την αντίσταση. Η πείνα, η ανομία και τα φιλοαγγλικά αισθήματα γίνονταν τόσο απειλητικά που οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να τα αγνοήσουν. Ο υποσιτισμός τους  απασχολούσε γιατί υποκινούσε λαϊκές αντιδράσεις και την αντίσταση. Έτσι οι Δυνάμεις Κατοχής οδηγήθηκαν σε μια αδήριτη πραγματικότητα δύο ανελαστικών και αντικρουομένων απαιτήσεων. Από τη μια η κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα τον στρατιωτικών επιχειρήσεων του άξονα στην ευρύτερη περιοχή της και από την άλλη η πείνα που οδηγούσε στην εξέγερση και στην αντίσταση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος οι Δυνάμεις Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, θα στείλουν στην Ελλάδα οικονομικούς τεχνοκράτες, δίχως όμως κάποιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια το πρόβλημα θα απασχολήσει και θα λάβει οξύτατη μορφή στην ιταλογερμανική Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη εμπειρογνωμόνων, από Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 1942 στη Ρώμη. Η γερμανική επιμονή για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη Διάσκεψη. Τότε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα, Ντ'Αγκοστίνι, θα προτείνει τη λύση του δανείου. Δηλαδή οι πέρα από τις δαπάνες κατοχής αναλήψεις να χρεώνονται από την Ελλάδα ως δάνειο προς την Γερμανία και την Ιταλία.

Β. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23. 3.1942.

Σύμφωνα μ'αυτήν:

• Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).
• Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής ΤΕ), άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).
• Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).
• Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρ. 5).
Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.

Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην ΤΕ να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές. Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική.

Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3). Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.

Το ύψος του δανείου κατά την ΤΕ ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 εκ. δολ. το 1944 και κατά τον Αλτενμπουργκ 400 εκ. μετακατοχικά μάρκα. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ. Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.

Γ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ


Η Ελλάδα στη διάσκεψη των επανορθώσεων του 1945, στη διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και στη διάσκεψη των ΥΠΕΞ των τεσσάρων Μ.Δ. το Νοέμβριο του 1947, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις και ζητούσε την επιστροφή του. Η Ελλάδα ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο.
• Το 1964 με τον Αγγελόπουλο, ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης.
• Το 1965 με τον Α. Παπανδρέου.
• Στις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966. Τότε η Γερμανία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι του δανείου είχε παραιτηθεί εγγράφως ο Κ. Καραμανλής. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε προφορική παραίτηση Καραμανλή, πράγμα που διέψευσε ο Κ. Καραμανλής. Τέλος με τη ρηματική της διακοίνωση στις 31.3.1967, η Γερμανία δεχόταν ότι δεν υπήρξε παραίτηση Καραμανλή.
• Το 1974 το ανακίνησε ο Ζολώτας.
• Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στο Γερμανό ομόλογό του
• Στις 14.11.1995 το έθεσε η Ελλάδα με ρηματική διακοίνωση.


Η Γερμανία σταθερά το απορρίπτει, με τα επιχειρήματα:

• Το δάνειο εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου.
• Από το δάνειο παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Το επανέλαβε και μετά το 1990 παρά τη ρηματική διακοίνωση του Μαρτίου 1967.
• Ύστερα από 50 χρόνια δεν μπορεί να εγείρονται τέτοιες απαιτήσεις. (Η Ελλάδα το διεκδικεί από το 1945).

Το μόνο που δηλώνουν αυτά τα επιχειρήματα είναι έλλειψη επιχειρημάτων. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 έχει εκλείψει και το τυπικό επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί, εκείνο του χωρισμού της Γερμανίας. Επομένως είναι άμεσα διεκδικήσιμο και πολιτικά και συμβατικά (νομικά). Μπορεί να το διεκδικήσει η ελληνική κυβέρνηση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιοσδήποτε μέτοχος της (πάνω ενός ορίου μετοχών), όπως και ο ελληνικός λαός μέσω των συντεταγμένων πολιτειακών θεσμών του.

Τέλος την ελληνική διεκδίκηση ενισχύει το προηγούμενο της Γιουγκοσλαβίας και της Πολωνίας στις οποίες η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλλει παρόμοια κατοχικά δάνεια και τα οποία μετακατοχικά η τότε Δ.Γερμανία επέστρεψε (αντίστοιχα το 1956 και 1971). Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείσθηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909 και το οποίο ισχύει και σήμερα. Δανείσθηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και ότι οι ναζί όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν ουδέποτε το δάνειο αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Ερχαρντ, το 1964, είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας.

Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπόλογος για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44. Ενδεικτικά και μόνο είναι υπόλογος για το ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο την Ελλάδα υποχρέωσε η τότε Γερμανία να της καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις.

Αυτό το ολοκαύτωμα το αναγνώρισαν οι Ιταλοί: "Η Ελλάδα είναι στημένη σαν λεμόνι", έλεγε ο Γκίτζι.
Αποκορύφωμα ο Μουσολίνι, που έλεγε ότι  "... οι Γερμανοί άρπαξαν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους...".
Αλλά και ο Γερμανός Υπ. Οικονομίας, Φουνκ, τον Ιούνιο του 1943 έγραφε σε άρθρο του ότι, "η Ελλάς δοκίμασε τα δεινά του πολέμου, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης".

Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό μετακατοχικά η Ελλάδα θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό. Από την άλλη πλευρά αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία. Αυτή όμως η συμπεριφορά, εκτός των άλλων, πλήττει βάναυσα τα μετακατοχικά φιλογερμανικά αισθήματα, όπως τα χαρακτήρισε ο καγκελάριος Κολ, του ελληνικού λαού και γι' αυτό ακέραια την ευθύνη φέρει η γερμανική κυβέρνηση.

Πηγές:
1. National Archires, Waschington, DC: Τ. 120/2481/Ε259713-715, "Promemoria", 23.9.1942 και Τ-120/166/81370- 5,Altenburg-Berlin, 4.9.42).
2. Σωτ. Γκοτζαμάνης, κατοχικό δάνειο και δαπάναι κατοχής, Θεσ/κη 1954, σ. 5 Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1950, σ. 210, 212, 215, 218, 219, 234. Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 49.
3. National Archives, ο.π.
4. Τ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερματικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997, σ. 83-101.
5. Ηλιαδάκης, σ. 111 Heinz Richter, Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Εξάντας Αθήνα, 1975 σ. 155, 157.
6. Ηλιαδάκης ο.π.
7. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Παπαζήσης, Αθήνα (χ.χ.), Τ1, σ. 194.
8. W. Medlicott, The economic Blockade, Λονδίνο, 1959, Τ2, σ. 254. Η. Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 113.
9. Richter, Τ. σ. 155 σημείωση, 255, 257.
10. Γκοτζαμάνης, σ. 2 Τσολάκογλου, σ. 208-210.
11. Αρχεία ΥΠΕΞ, έκθεση Λαμπρούκου, σ. 9-11. Λογοθετόπουλος, σ. 48, Τσολάκογλου, σ. 211, Γκοτζαμάνης, σ. 3, 23, 24, 31. Α. Αγγελόπουλος, Οικονομικά Τ.Α., Παπαζήσης, Αθήνα 1974, σ. 142, 167, 179, 190, 191.
12. Τη δανειακή σύμβαση βλέπε• Ηλιαδάκης, σ. 297.
13. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά και το έγγραφο 409/2.4.1942.
14. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά, σ. 4.
15. Β. Μαθιόπουλος, "400 εκ. μάρκα μας χρωστά η Βόνη", Βήμα, 2.6.1991.
16. Ηλιαδάκης, σ. 158, 164, 171.
17. Ηλιαδάκης, σ. 200, 202, 203-205 Αγγελόπουλος, Οικονομικά, Τ. σ. 201-205, 209. Βήμα 18.10.1966, σ. 7 έκθεση Α. Παπανδρέου και επιστολή Κάιζερ, σ.9, Πρακτικά Βουλής 28.5.1991 αγόρευση Α. Παπανδρέου.
18. Ηλιαδάκης, σ. 212-213.
19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 93.
20. G. Ciano, tagebucher 1939-1943 Βern 1946, σ. 353.
21. Γερμανοελληνικά Οικονομικά Νέα, Ιούνιος 1943, σ. 2.



* Ο Τάσος Μ. Ηλιαδάκης είναι Μαθηματικός, Πολιτειολόγος, Δρ. Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας. Μέλος της Ελληνικής Επιτροπής στη διεθνή Συνδιάσκεψη για το χρυσό των Ναζί στο Λονδίνο το 1997, εισηγητής στην ελληνογερμανική διάσκεψη Δελφών το 1996 και στην Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Αλεξανδρούπολης το 2005 για το Δημόσιο Χρέος.


ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

ΕΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ: Ο ΤΟΡΠΙΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "ΠΗΛΕΥΣ"

HEINZ WILHELM ECK ΚΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ "ΠΗΛΕΥΣ"

Ο τορπιλισμός του «Πηλεύς» και ο κυβερνήτης Βίλχελμ Εκ

Ο μοναδικός κυβερνήτης γερμανικού υποβρυχίου που καταδικάστηκε και εκτελέστηκε για εγκλήματα πολέμου.
Περί Αλός

Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ναυτικός
Μέλος Ελληνικής Εταιρίας Στρατηγικών Μελετών ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ


Heinz Wilhelm Eck
ΦΩΤΟ: www.uboat.net

Έχοντας τορπιλίσει το ελληνικό φορτηγό πλοίο «Πηλεύς» ο γερμανός κυβερνήτης του υποβρυχίου U-852 έστρεψε τα πυροβόλα προς τις σωσίβιες σχεδίες που επέπλεαν στην επιφάνεια της θαλάσσης. Ένας καταιγισμός από πυρά ακολούθησε και η θάλασσα γέμισε νεκρούς. Οι σχεδίες  εξακολουθούσαν να επιπλέουν ενώ ο Eck βυθισμένος στον παράλογο «πόλεμο» που άνοιξε χρησιμοποίησε και χειροβομβίδες. Οι περισσότεροι από τους επιζώντες ναυαγούς διαμελίστηκαν. Συντρίμμια, αίματα και ακρωτηριασμένα κορμιά υπήρχαν ολόγυρα μα οι σχεδίες εξακολουθούσαν να επιπλέουν…
Με αυτόν τον τρόπο ερμηνεύτηκε η εντολή «μην αφήσετε ίχνη» από τον 27χρονο Eck που πέρασε στην ιστορία ως ο μοναδικός κυβερνήτης γερμανικού υποβρυχίου που καταδικάστηκε & εκτελέστηκε για εγκλήματα πολέμου.

Ποιος ήταν ο Heinz-Wilhelm Eck.
O Heinz-Wilhelm Eck γεννήθηκε στο Αμβούργο στις 27  Μαρτίου του 1916 και μεγάλωσε στο Βερολίνο.
Στις 8 Απριλίου του 1934, σε ηλικία 18 ετών, κατατάχθηκε στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό (Kriegsmarine). Πέρασε από όλα τα προβλεπόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα και τα ειδικά σχολεία ενώ από το 1937 υπηρέτησε 5 χρόνια σε ναρκαλιευτικά κυβερνώντας ένα από αυτά από το 1939 έως το 1942.
Heinz Wilhelm Eck.
ΦΩΤΟ: http://web87.tony.kundenserver42.de/

Τον Φεβρουάριο του 1942 κατατάχθηκε εθελοντικά στα υποβρύχια πραγματοποιώντας εκπαιδευτική περιπολία (28 Οκτωβρίου 1942 - 21 Φεβρουαρίου 1943) με το U-124 υπό τον κυβερνήτη Joachim Mohr. Στις 15 Ιουνίου 1943 ανέλαβε κυβερνήτης του νεότευκτου υποβρυχίου U-852 (Type IXD2) το οποίο ανήκε στον 12ο Στολίσκο με έδρα το Bordeaux. Τον Ιανουάριο του 1944  ολοκληρώθηκαν οι θαλάσσιες δοκιμές και ο Eck ανέλαβε να οδηγήσει το υποβρύχιό του από το Κίελο στην γερμανική βάση υποβρυχίων του 12ου στολίσκου στην Penang (στην χερσόνησο της Μαλαισίας)[1]      
Προετοιμασία για την περιπολία
Πριν ξεκινήσει, ο Eck ενημερώθηκε από βετεράνους κυβερνήτες υποβρυχίων, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος υποπλοίαρχος Adalbert Schnee,[2] για τους κινδύνους της περιπολίας του. Το υποβρύχιο του ήταν από τα πιο αργά και βαριά του γερμανικού Στόλου, και εύκολα μπορούσε να αντιμετωπίσει δυσκολίες. Ο Schnee, του επισήμανε πως έπρεπε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην περιοχή του νοτίου Ατλαντικού, ειδικά μεταξύ του Freetown και της νήσου Ascension, καθώς τα ίχνη ναυαγίων (από τα βυθισμένα πλοία που τορπιλίστηκαν από τα υποβρύχια) εντοπίζονταν από εναέριες περιπολίες μέσα σε λίγες μέρες. Τα λόγια του Schnee : «Η ζώνη του Νοτίου Ατλαντικού είναι πολύ δύσκολη για μας» ειπώθηκαν με ιδιαίτερη έμφαση καθώς ήταν γνωστό ότι το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό απώλεσε 4 υποβρύχια IXD2 στην ίδια περιοχή. Τόσο η συμβουλή που έλαβε από τον Schnee, όσο και η διαταγή που είχε δοθεί από το γερμανικό επιτελείο[3] επικεντρώνονταν σε ένα σημείο. Έπρεπε να χτυπήσει «δίχως να αφήσει ίχνη».
Το πλήρωμα του U852
Κατόπιν ενημερώθηκε από τον πλωτάρχη Gunter Hessler,[4] ο οποίος του επισήμανε ότι θα έπρεπε να αποφύγει οτιδήποτε  θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του εχθρού.
Τελευταία ενημερώθηκε στο Κίελο από τον πλωτάρχη Karl - Heinz Moehle σχετικά με το επεισόδιο βύθισης του πλοίου «Laconia» υπενθυμίζοντας στον Eck  τι συνέβει στον πλωτάρχη Werner Hartestein, κυβερνήτη του υποβρυχίου U-156[5]

Η βύθιση του SS «Peleus»
Το U-852 ξεκίνησε στις 18 Ιανουαρίου 1944 από το Κίελο πλέοντας βόρεια της Σκωτίας εισήλθε στον Βόρειο Ατλαντικό, και από εκεί άλλαξε κατεύθυνση προς Νότο με πορεία προς τις ακτές τις δυτικής Αφρικής. Μετά από δύο μήνες, τηρώντας σιγή ασυρμάτου, ταξίδευοντας την ημέρα εν καταδύσει και αναδυόμενο την νύχτα στην επιφάνεια (με σκοπό να φορτιστούν οι μπαταρίες), έφθασε στον Ισημερινό. Στις 13 Μαρτίου, περίπου 500 μίλια βόρεια της νήσου Ascension και 700 μίλια νότια του Freetown το πλήρωμα διέκρινε την φιγούρα ενός πλοίου. Ήταν το Ελληνικό πλοίο «Πηλεύς» το οποίο ταξίδευε με κενό φορτίο από το Freetown με προορισμό το La Plata.  Ο Eck διέταξε να αναπτύξουν ταχύτητα και να πλησιάσουν το πλοίο. Το «κυνηγητό» διήρκεσε δυόμισι ώρες μέχρι να έλθει το υποβρύχιο σε θέση επιθέσεως. Στις 19.40 ο Eck, πραγματοποίησε νυχτερινή επίθεση εξαπολύοντας δύο τορπίλες από τις πλωριές τορπιλοσωλήνες. Ο υποπλοίαρχος του «Πηλεύς», που ήταν εκείνη την στιγμή σε βάρδια, Αντώνης Λιόσης, παρατήρησε τις αύλακες δύο τορπίλών να πλησιάζουν από την αριστερή πλευρά του πλοίου. Αμέσως έδωσε διαταγή στους πηδαλιούχους να στρέψουν το σκάφος παράλληλα προς την πορεία των τορπιλών. Δεν κατάφερε όμως να αποφύγει το μοιραίο χτύπημα. Οι τορπίλες χτύπησαν το «Πηλεύς» η πρώτη στο νούμερο 2 hold και η δεύτερη στην πρύμνη στο νούμερο 3 hold. Μέσα σε λίγα λεπτά το πλοίο βυθίστηκε δίχως να έχουν το χρόνο τα πληρώματα να φορέσουν τα ατομικά τους σωσίβια.
Κατά την βύθιση οι σωσίβιες σχεδίες είχαν απελευθερωθεί και όσοι από το πλήρωμα ήταν ζωντανοί προσπάθησαν να γραπωθούν από αυτές. Ορισμένοι ήταν σε θέση να ανεβούν επάνω τους. Ο υποπλοίαρχος Λιόσης και ο ναυτικός Δημήτριος Κωνσταντινίδης κατόρθωσαν να ανεβούν σε μία.
Το U852 κάπου στον Ατλαντικό
Στην γέφυρα του U-852 βρισκόταν ο κυβερνήτης Eck και ο υποπλοίαρχος Gerhard Colditz. O Eck κάλεσε τον αρχιμηχανικό Hans Lenz  που γνώριζε καλά την αγγλική γλώσσα να πλησιάσει τους ναυαγούς για να μάθει πληροφορίες. Στην πλώρη του υποβρυχίου βρισκόταν ο Hans Lenz μαζί με τον Β΄ υποπλοίαρχο August Hoffmann. Ο Eck κατεύθυνε το U-852 προς μία πνευστή σωσίβια σχεδία πάνω στην οποία βρίσκονταν ο Ανθυποπλοίαρχος Άγης Κεφαλάς, ο λιπαντής Σταύρος Σόγιας, ένας Ρώσος ναυτικός Pierre Neuman κι ένας Κινέζος θερμαστής (δίχως να είναι γνωστό το όνομά του). Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί διέταξαν τον Άγη Κεφαλά να ανέβει στο υποβρύχιο και να τους δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες που εκείνοι ζητούσαν. Ο Κεφαλάς τους είπε πως ταξίδευαν με κενό φορτίο για το River Plate και ότι ένα πιο αργό πλοίο τους ακολουθούσε στην ίδια πορεία. Οι αξιωματικοί Lenz και Hoffmann, του είπαν πως αυτός και οι υπόλοιποι ναυαγοί θα διασωθούν από βρετανικά πλοία. Τον συνόδευσαν πίσω στην σωσίβια σχεδία και ανέφεραν τις πληροφορίες που απέσπασαν στον Eck.

ΠΗΛΕΥΣ. ΦΩΤΟ: www.uboat.net. Photo Courtesy of Library of Contemporary History, Stuttgart

Στην γέφυρα του υποβρυχίου βρίσκονταν 5 άτομα. Ο Eck, ο υποπλοίαρχος Colditz, ο 2ος υποπλοίαρχος Hoffmann, ο αρχιμηχανικός Lenz και ο γιατρός Weispfennig. Ο κυβερνήτης είπε στους Colditz και Lenz ότι ίχνη από το ναυάγιο εκτείνονταν επάνω στην θαλάσσια επιφάνεια και το κυριότερο, το επόμενο πρωί θα ξεκινούσαν οι περιπολίες αεροσκαφών της από το Freetown ή από την νήσο Ascension εντοπίζοντας γρήγορα τους ναυαγούς και συνεπώς δεν θα αργούσαν να  βρεθούν στα ίχνη του υποβρυχίου. Αν το U-852  απομακρυνόταν με αυξημένη ταχύτητα και ταξιδεύοντας στην επιφάνεια (εφόσον είχε πλέον σκοτεινιάσει) με την ανατολή του ηλίου δεν θα ήταν μακρύτερα από 200 μίλια από το σημείο όπου βυθίστηκε το σκάφος. Οπότε πάλι θα εντόοπιζόταν σχετικά γρήγορα από τα αεροσκάφη. Τότε ο Eck αποφάσισε να προστατέψει το υποβρύχιο και τους άνδρες του παίρνοντας την απόφαση να σβήσει κάθε ίχνος από το ναυάγιο…

Τα ίχνη που δεν έσβηναν…
Η ώρα ήταν 20.00 όταν το U-852 πλησίασε τις σωσίβιες σχεδίες. Ο Weispfennig στεκόταν κοντά στο δεξί πολυβόλο. Ο κυβερνήτης του δίδει την εντολή να βάλλει προς τις σχεδίες. Ο γιατρός πυροβολεί.
Ο υποπλοίαρχος του «Πηλεύς» Αντώνης Λιόσης ξάπλωσε στην σχεδία προσπαθώντας να προστατέψει το κεφάλι του. Πίσω του άκουγε τις κραυγές από τον Δημήτρη Κωνσταντινίδη ο οποίος είχε χτυπηθεί αρκετές φορές. Σε λίγα λεπτά σταμάτησε να τον ακούει. Ο Κωνσταντινίδης ήταν νεκρός.  
Μετά από μερικές βολές το πολυβόλο έπαθε εμπλοκή. Τότε ο Hoffmann έσπευσε και το ξεμπλόκαρε. Ο γιατρός όμως δεν ήθελε πλέον να συνεχίσει να πολυβολεί παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται στην γέφυρα. Τότε όλοι παρατήρησαν ότι οι σχεδίες δεν είχαν βυθιστεί. Ο Eck διέταξε να ανάψουν τον προβολέα (οπτικός τηλέγραφος) προκειμένου να εντοπίσουν γιατί δεν είχαν βυθιστεί ακόμα οι σχεδίες. Το υποβρύχιο συνέχιζε να περνά δια μέσου του ναυαγίου ενώ μόνο ο Hoffmann απέμεινε να πολυβολεί τους επιζώντες. Ο ναυτικός Rocco Said κρατιόταν κοντά στην σχεδία μαζί με άλλους ναυαγούς που κολυμβούσαν. Το πολυβόλο στράφηκε προς την πλευρά τους κι εκείνοι σήκωναν τα χέρια τους ψηλά καθώς οι πολυβολισμοί τους τίναζαν προς τα πίσω μέχρι τελικώς να τους βυθίσουν στο νερό. Το θέμα ήταν συγκλονιστικό. Ναυαγοί που προσπαθούσαν να σωθούν κατέληγαν να πυροβολούνται αλύπητα ενώ ταυτόχρονα οι σχεδίες εξακολουθούσαν να επιπλέουν…
Το σχέδιο του Eck να σβήσει κάθε ίχνος από το ναυάγιο δεν προχωρούσε. Προς επίλυση του προβλήματος ο Hoffmann πρότεινε να χρησιμοποιήσουν  το πολυβόλο των 37mm ενώ προτάθηκε από άλλους και η χρήση του πυροβόλου καταστρώματος των 105mm. Παρά το γεγονός ότι δεν συμφωνούσε με αυτά, ο  Eck είπε στον Hoffmann  να δοκιμάσει τα δίδυμα αντιαεροπορικά πολυβόλα των 20mm. Ούτε όμως αυτή η προσπάθεια καρποφόρησε. Οι σχεδίες ακόμα επέπλεαν.  Η σκέψη πλέον του Eck στράφηκε στις χειροβομβίδες. Υπολογίζεται ότι χρησιμοποιήθηκαν δύο με τρεις χειροβομβίδες. Ο Λιόσης τραυματίστηκε στον ώμο και στην πλάτη. Σε μια άλλη σχεδία ήταν τραυματισμένος ο Άγης Κεφαλάς στο χέρι και δύο ναυτικοί  οι οποίοι όμως κείτονταν νεκροί. Παρά το βαρύ τραύμα ο Κεφαλάς κατόρθωσε να γλιστρήσει στο νερό, να κολυμβήσει και να πάει στην σχεδία που βρισκόταν ο Λιόσης.
Προς απογοήτευση του Γερμανού κυβερνήτου ούτε η χρήση των χειροβομβίδων φάνηκε να έφερε αποτέλεσμα. Οι σχεδίες επέπλεαν ακόμα στην επιφάνεια της θάλασσας…
Το υπόλοιπο πλήρωμα του υποβρυχίου δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε.
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα και ο υποπλοίαρχος Colditz αντικατέστησε την βάρδια του Hoffmann  ανεβαίνοντας επάνω στην γέφυρα. Την ίδια ώρα έγινε αλλαγή βάρδιας και στους οπτήρες. Ένας από τους αντικαταστάτες οπτήρες ήταν ο Matrosenobergefreiter Wolfgang Schwender ο οποίος διατάχθηκε να συνεχίσει να πολυβολεί τις σχεδίες. Με την πρώτη του βολή το πολυβόλο του μπλόκαρε και ανέλαβε ο Lenz ο οποίος αφού το ξεμπλόκαρε  έβαλε πλέον εκείνος αφήνοντας στην άκρη τον Schwender να αρκείται στα καθήκοντα του οπτήρος.
Η ώρα ήταν 1.00 τα ξημερώματα. Επί 5 ώρες το υποβρύχιο U-852 έδινε μία κοπιώδη και παράδοξη «μάχη». Ούτε ο εμβολισμός, ούτε η χρήση των πολυβόλων όπλων, των διδύμων αντιαεροπορικών των20mm και των χειροβομβίδων που αποτελούσαν το σχέδιο «στιγμής» του Eck να μην αφήσει ίχνη, λειτούργησαν. Οι σχεδίες που αποτελούσαν το στόχο, αν και γαζωμένες στην κυριολεξία από τις βολές, επέπλεαν. Ο Eck απέναντι σε αυτόν το παράλογο «εχθρό» είχε αποτύχει. Αφήνοντας τα ίχνη που δεν έλεγαν να σβήσουν, εγκαταλείπει την περιοχή και τους τέσσερεις επιζώντες ναυαγούς και πλέοντας με την μέγιστη ταχύτητα κατευθύνθηκε νότια, προς την δυτική πλευρά της Αφρικής.

Η πορεία προς τις Σομαλικές ακτές
Δεν άργησε να γνωστοποιηθεί το γεγονός σε όλο το πλήρωμα του υποβρυχίου. Το ηθικό των ανδρών ήταν εξαιρετικά πεσμένο. Παρά τις προσπάθειες του Eck να εμψυχώσει τους άνδρες του, παρά τις διαρκείς αναφορές στις διαταγές των ανωτέρων, στους σκοπούς τους και στην υπενθύμιση ότι οι εχθροί δεν λυπούνται τις γυναίκες και τα παιδιά τους όταν βομβαρδίζουν τις πόλεις, το πλήρωμα του U-852 ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ο ίδιος ο Eck, στην αναφορά του, έγραψε ότι δεν αποτελούσε εξαίρεση.
Κατεβαίνοντας τις δυτικές ακτές της Αφρικής με ιδιαίτερη προσοχή, αφού πλέον οι Βρετανοί γνώριζαν το περιστατικό και παρακολουθούσαν την περιοχή, στέλνει στις 15 Μαρτίου ραδιοτηλεγράφημα γνωστοποιώντας την βύθιση του SS «Peleus».
Η επικοινωνία μέσω ασυρμάτου καθιστούσε την περιπολία επικίνδυνη αφού οι σύμμαχοι μπορούσαν να εντοπίσουν σε ποιο σημείο βρισκόταν το υποβρύχιο. Παρόλα αυτά, ο Eck έπρεπε με κάποιο τρόπο να ενημερώσει την Διοίκηση Υποβρυχίων (U-boat Headquarters (BdU)) και σύμφωνα με τα αρχεία της BdU το U-852 τήρησε σιγή ασυρμάτου μέχρι τις 4 Απριλίου. Σε αυτό όμως δεν συμφωνούν οι Βρετανοί. Στις 30 Μαρτίου οι ανθυποβρυχιακές δυνάμεις του Βρετανικού Ναυτικού στο Cape town ήταν ενήμερες για σήματα που έστελνε ένα υποβρύχιο το οποίο εντοπιζόταν ΒΔ του Cape town. Στις 4 Απριλίου το σήμα του Eck αναχαιτίστηκε από τις Βρετανικές Υπηρεσίες και κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του σκάφους σε απόσταση 150 μιλίων ανατολικά του σημείου Agulhas.

ΚΥΑΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ U-852. Carl Zeiss (Jena).
ΦΩΤΟ: Flickr. goongumpian's photostream

Χρειάστηκαν δύο μέρες να περάσουν μέχρις ότου αναπτερωθεί το ηθικό των ανδρών του γερμανικού υποβρυχίου. Την 1η Απριλίου, το φορτηγό 5.277 τόνων SS Dahomian έγινε ο νέος στόχος του Eck[6]. Δέκα μίλια ΝΔ του Cape Point  το φορτηγό τορπιλίστηκε από το γερμανικό υποβρύχιο. Αυτή τη φορά ο Eck αδιαφόρησε για τους ναυαγούς, οι οποίοι την επόμενη μέρα διασώθηκαν από δύο νοτιοαφρικανικά ναρκαλιευτικά, και συνέχισε την πορεία του.
Η θαλάσσια περιοχή που κινείτο ο Eck είχε ενισχυθεί πρόσφατα (αμυντικά) από μία ομάδα καταδίωξης υποβρυχίων, η οποία αποτελείτο από 9 φρεγάτες και σκούνες (Sloops) συν τα αεροπλανοφόρα συνοδείας HMS Begum και HMS Shah. Οι ζώνες ναυσιπλοΐας περιπολούνταν στενά από αεροσκάφη  και αεροπορικές βάσεις υπήρχαν στην Ατόλη Addu και στην νήσο Diego Garcia. Για τους συμμάχους η στιγμή που θα βρίσκονταν στο στόχαστρό τους το γερμανικό υποβρύχιο πλησίαζε.

Η τύχη του U-852 & του πληρώματος.
Την τελευταία μέρα του Απριλίου, οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών εντόπισαν το U-852 να πλησιάζει το Cape Guardafui νοτίως του Κόλπου του Άντεν. Η στιγμή που περίμεναν οι Βρετανοί έφθασε. Δίχως χρονοτριβή βομβαρδιστικά τύπου Wellington της RAF απογειώθηκαν από το Άντεν της Υεμένης ξεκινώντας ένα ασταμάτητο κυνηγητό. Στις 2 Μαΐου το U-852 τα βομβαρδιστικά εντόπισαν το γερμανικό υποβρύχιο να πλέει στην θαλάσσια επιφάνεια και το αιφνιδίασαν λίγο μετά την αυγή επιτιθέμενα από την πλευρά του ήλιου. Στο υποβρύχιο εκτελούσε καθήκοντα οπτήρος ο Β΄ Υποπλοίαρχος August Hoffmann Τα αεροσκάφη εξαπέλυσαν 6 βόμβες βυθού εκ των οποίων η μία προκάλεσε ζημιές στο αντιαεροπορικό πολυβόλο των 37mm. Το γερμανικό υποβρύχιο προσπάθησε να καταδυθεί αλλά η κατάστασή του ήταν σε κρίσιμο σημείο αφού εκτός από την εισροή υδάτων υπήρχε διαρροή θανατηφόρου χλωριούχου αερίου το οποίο προερχόταν από έκρηξη συσσωρευτών (μπαταριών) του σκάφους. Παρόλα αυτά το υποβρύχιο κατόρθωσε να καταδυθεί, παραμένοντας όμως για 15 λεπτά κάτω από την επιφάνεια. Οι εκλύσεις αερίων ανάγκασαν τον Eck να αποφασίσει ανάδυση και να αντιμετωπίσει τα εχθρικά αεροσκάφη επανδρώνοντας τα αντιαεροπορικά του.
Τα βομβαρδιστικά ξεκίνησαν τον δεύτερο γύρο επίθεσης. Η επιφάνεια του γερμανικού υποβρυχίου γαζώθηκε από τα πυρά με αποτέλεσμα ο υποπλοίαρχος Gerhard Colditz, και ο (Matrosenobergerfreiter) Josef Hofer να σκοτωθούν πάνω στην γέφυρα. Τότε ο Eck αντιλήφθηκε ότι το U-852 με βυθισμένη την πρύμνη και σε κατάσταση ακυβερνησίας δεν μπορούσε πλέον να σωθεί. Έπρεπε να στρέψει τις προσπάθειες του στην διάσωση του πληρώματος και αυτό θα επιτυγχάνονταν με την προσάραξη του υποβρυχίου στις σομαλικές ακτές. Έπειτα έπρεπε να το καταστρέψει ο ίδιος προτού πατήσουν το πόδι τους οι Βρετανοί. Ο πρώτος στόχος του επιτεύχθηκε. Ο δεύτερος όμως όχι. Το τι ακριβώς συνέβη και δεν πέτυχε η αυτοβύθιση του γερμανικού υποβρυχίου δεν είναι γνωστό. Το μόνο στοιχείο που έχει γνωστοποιηθεί είναι ότι στην προσπάθεια του κυβερνήτου να καταστρέψει το υποβρύχιο με εκρηκτικά το μόνο που κατάφερε ήταν να χάσει την ζωή του ένα μέλος πληρώματος κατά την διαδικασία αυτή.
Το γερμανικό υποβρύχιο ήταν πλέον προσαραγμένο. Τα βρετανικά α/φη εξακολουθούσαν να εξαπολύουν πυρά. Το πλήρωμα του υποβρυχίου προσπαθούσε να σωθεί με κάθε τρόπο. Άλλοι κολυμβούσαν άλλοι γαντζώνονταν στις σχεδίες. Πολλοί που κατάφεραν να βγουν στην ακτή ξάπλωσαν ταλαιπωρημένοι περιμένοντας όποια μοίρα τους περίμενε.
Την επόμενη μέρα ένα αποβατικό άγημα του Βρετανικού Ναυτικού υποστηριζόμενο από μία μονάδα Σομαλών αιχμαλώτισε τον κυβερνήτη και όσους από το πλήρωμα του U-852 επέζησαν. Ενδεχομένως πολλοί να πίστευαν ότι το ταλαιπωρημένο γερμανικό πλήρωμα με τις όποιες καταθέσεις θα μπορούσε να δώσει θα έριχνε φως στην υπόθεση, εντούτοις το ευτύχημα για τους βρετανούς δεν ήταν οι αιχμάλωτοι. Το βρετανικό άγημα επιβίβασης που εισήλθε στο υποβρύχιο ανακάλυψε το πολεμικό ημερολόγιο (war log / KTB Kriegstagebuch) πάνω στο οποίο είχαν εγγραφεί όλες οι πληροφορίες σχετικά με την βύθιση του SS «Peleus».
Οι Βρετανοί (Ιούνιος 1944) με βάση τα στοιχεία που είχαν συνλλέξει αποφάσισαν να δικάσουν τον Eck και τους υπεύθυνους του πληρώματος. Η δίκη όμως αναβλήθηκε μέχρι την ήττα της Γερμανίας. Η υπόθεση «Eck – Πηλεύς» χαρακτηρίστηκε ως άκρως απόρρητη. Ο Heinz-Wilhelm Eck και τέσσερα μέλη πληρώματος δικάστηκαν τον Οκτώβριο του 1945 από ένα βρετανικό στρατοδικείο στο Αμβούργο[7] για παραβίαση των νόμων και συνηθειών του πολέμου & για την δολοφονία μελών πληρώματος του τορπιλισμένου σκάφους. Ο κυβερνήτης ισχυρίστηκε ότι αποφάσισε με πολυβόλα να βυθίσει μόνο τις σχεδίες δίχως εκείνη την στιγμή να βλέπει κανένα μέλος του πληρώματος του ελληνικού φορτηγού πλοίου. Δεν διέταξε ποτέ τον πολυβολισμό των επιζώντων.
Όλοι τους κρίθηκαν ένοχοι.
Πριν ανακοινωθεί το αποτέλεσμα της δίκης, πρέπει να σημειωθεί ότι η υπεράσπιση επιχείρησε να παρουσιάσει ως μάρτυρα (ο οποίος απερρίφθη από το δικαστήριο) τον Conteradmiral Karl Schmidt, διοικητή του αντιτορπιλικού Erich Giese το οποίο βυθίστηκε στις 13 Απριλίου 1940 και οι 200 Γερμανοί επιζώντες βλήθηκαν από βρετανικά αντιτορπιλικά ενώ βρίσκονταν στο νερό και στις σχεδίες. Οι Βρετανοί ισχυρίστηκαν ότι η δολοφονία τους ήταν «επιχειρησιακή αναγκαιότητα» με σκοπό να αποτρέψουν τους Γερμανούς ναύτες να φθάσουν στην ακτή και να ενωθούν με τα γερμανικά στρατεύματα στο Narvik (Νορβηγία).[8]
Στις 30 Νοεμβρίου 1945, ώρα 08.40, ο κυβερνήτης Heinz-Wilhelm Eck, ο Βυποπλοίαρχος August Hoffmann & ο γιατρός Walter Weisspfennig καταδικάστηκαν σε θάνατο δια τυφεκισμού.[9]
Ο Δρ. Pabst (δικηγόρος υπερασπίσεως του Hoffmann και του Schwender) και ο  Δρ. Todsen (δικηγόρος του Eck) βρήκαν μυστηριώδη θάνατο λίγο μετά το τέλος της δίκης. Ο Pabst αυτοκτόνησε και ο Todsen σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα από βρετανικό στρατιωτικό όχημα. Και τα δύο περιστατικά ερευνήθηκαν από την Βρετανική Στρατιωτική Αστυνομία, οι αναφορές της οποίας παραμένουν ακόμη (μέχρι τον Οκτ. του 1996) σφραγισμένες και μη διαθέσιμες στο κοινό.


ΕΞΑΝΤΑΣ ΤΟΥ U 852. ΦΩΤΟ: Flickr. goongumpian's photostream


Τι απέγιναν οι επιζώντες του SS «Peleus»;
Μετά την βύθιση του ελληνικού φορτηγού πλοίου και τον ανελέητο πολυβολισμό των επιζώντων, έμειναν τέσσερις άνθρωποι τραυματισμένοι σε μια σχεδία οι οποίοι περίμεναν κάποιο περαστικό πλοίο να τους μαζέψει. Οι μέρες περνούσαν και η σωσίβια σχεδία του «Πηλεύς» επέπλεε για 39 ημέρες στην θάλασσα. Στις 20 Απριλίου 1944 το πορτογαλικό ατμόπλοιο SS Alexander Silva εντόπισε τους ναυαγούς. Οι τρεις ήταν ακόμη ζωντανοί. (Αντώνιος Λιόσης, Δημήτριος Αργυρός και Rocco Said) Ο Άγις Κεφαλάς είχε αφήσει την τελευταία του πνοή 25 μέρες μετά την επίθεση ταλαιπωρημένος από γάγγραινα και κίτρινο πυρετό. Το SS Alexander Silva έφθασε στην Αγκόλα (Lobito) μετά από μία εβδομάδα κι εκεί για πρώτη φορά έμαθαν οι Βρετανοί για το περιστατικό της 13η – 14ης Μαρτίου. Όλοι οι επιζώντες έδωσαν έγγραφη κατάθεση αποκαλύπτοντας κάθε πτυχή του γεγονότος όπως πραγματικά την βίωσαν.

Γενικές εκτιμήσεις & ερωτήματα που προκύπτουν
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μελέτη για να προκύψει το συμπέρασμα ότι ο κυβερνήτης του U-852 δεν εκτίμησε σωστά την κατάσταση. Και αυτό είναι απόρροια της ελλιπούς επιχειρησιακής σχεδίασης ή υποτυπώδους προετοιμασίας του σχετικά με την εντολή που έλαβε «να μην αφήσει ίχνη» η οποία και τον οδήγησε σε σειρά λαθών. Οι οδηγίες του Schnee, αν και δεν ήταν σαφείς, εντούτοις ξεκαθάριζαν την εντολή. Δεν πρότειναν τον τρόπο, απαιτούσαν όμως το αποτέλεσμα. Αυτό συνήθως συμβαίνει στα υψηλά επίπεδα Διοικήσεως. Η εκτίμηση καταστάσεως είναι συνήθως Ευρείας Γενικής Ιδέας Ενεργείας και καταλήγει σε σχεδίαση, που θα απαιτήσει περαιτέρω λεπτομερή μελέτη και συμπλήρωση από τους υφισταμένους Διοικητές. Αυτό εξάλλου αποτελεί συχνά και τον προφανή περιορισμό στην επιχειρησιακή σχεδίαση (Ειδικές Καταστάσεις δηλαδή που Επιβλήθηκαν από Ανώτερα Κλιμάκια) και που θα έπρεπε ο Eck να μελετήσει έτσι ώστε να βρει τον καλύτερο τρόπο ενέργειας πριν ξεκινήσει την περιπολία του.
Δεν κατανόησε την Αποστολή του. Δεν εξέτασε τους παράγοντες εκείνους που μπορούν να επηρεάσουν την Αποστολή του. (Περιοχή Επιχειρήσεων, Εχθρός, Διατιθέμενα Μέσα). Δεν εξέτασε τις εχθρικές δυνατότητες και τις δυνατές ενέργειές του. Όλα τα παραπάνω τον ανάγκασαν να μην επιλέξει την καλύτερη ενέργειά του (λύση), η οποία θα του πρόσφερε τις  περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στην εκπλήρωση της Αποστολής του. Προσπαθώντας να έλθει αντιμέτωπος με τον περιορισμό της σχεδίασης του την τελευταία στιγμή ξεκίνησε τον καταιγισμό πυρών στις σωσίβιες σχεδίες και αυτό που τελικά κατάφερε ήταν:
Σπατάλη πολύτιμου εφοδιασμού
Σπατάλη πολύτιμου χρόνου
Καταρράκωση ηθικού πληρώματος
Εξακολούθηση απειλής του αρχικού περιορισμού.
Φυσικά, μέρος ευθυνών, θα πρέπει να αποδοθεί επίσης και στα ανώτερα κλιμάκια αφού γνωρίζοντας την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης περιοχής  
Επέλεξαν έναν άπειρο κυβερνήτη
Επέλεξαν έναν ακατάλληλο τύπο υποβρυχίου για μια τόσο επικίνδυνη περιοχή &
Δεν έδωσαν προτάσεις, ούτε ανεπίσημα, για το πώς θα μπορούσαν οι κυβερνήτες να βυθίσουν τα εχθρικά πλοία δίχως να αφήσουν ίχνη.
Εντύπωση, επίσης, προκαλεί η άγνοια κυβερνήτου και πληρώματος σχετικά με τον σωστικό εξοπλισμό και τα υλικά με τα οποία κατασκευάζονται, πληροφορίες οι οποίες, λογικά, θα δίδονται και θα περιλαμβάνονται στην εκπαιδευτική ύλη τους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Eck και τα 4 μέλη πληρώματος δικάστηκαν και καταδικάστηκαν επειδή η Γερμανία έχασε τον πόλεμο, σε αντίθεση με τους υπευθύνους παρόμοιων περιστατικών, στα οποία χιλιάδες άνδρες των δυνάμεων του Άξονα (Γερμανοί, Ιταλοί, Ιάπωνες) βρήκαν τον θάνατο από τα πυρά συμμαχικών όπλων επικαλούμενοι την «επιχειρησιακή αναγκαιότητα»…


                 ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΗΚΑ ΤΟΥ ΑΤΥΧΟΥ "ΠΗΛΕΥΣ"
nationality greek
purpose transport
type cargo ship
propulsion steam
date built 1928
status
unknown
details
weight (tons) 4695  grt
dimensions 122 x 16.5 x 7.65 m
material steel
engine triple expansion engine, single shaft, 1 screw, 2840 nrt
power 476  n.h.p.
speed 10  knots
yard no. 999
IMO/Off. no. 139253
call sign
SZGL  
SZGL
about the loss
cause lost torpedo
date lost 13/03/1944  [dd/mm/yyyy]
casualties  38
about people
builder
William Gray & Co., Ltd., West Hartlepool (Sunderland)
engine by
Central Marine Engineering Works Ltd., Hartlepool
last owner
[1]Lemos C. M. & Co. (Nereus S.S. Co.), Athens

SS Peleus (+1944)

period 1933 ~ 1944

IMO/Off. no.: 139253

call sign: 
SZGL
prev. owners
[2]Hadjilias P.E., Syra (gr.)

SS Peleus

period 1928 ~ 1933

IMO/Off. no.: 139253
[3]Gray Wm. & Co., West Hartlepool (Sunderland)

SS Egglestone

period 1928 ~ 1928

IMO/Off. no.: 139253
captain Minas Mavris
no. of crew 41




[1] Στις 5 Απριλίου 1943 το υποβρύχιο U-178  εστάλει στην Penang της Μαλαισίας για να οργανώσει μια ναυτική βάση. Η αρχική ιδέα αποστολής υποβρυχίων στην Μαλαισία για την εκτέλεση επιχειρήσεων στον Ινδικό Ωκεανό πρωτάθηκε από τους Ιάπωνες τον Δεκέμβριο του 1942. Όταν ο πόλεμος στον Ατλαντικό χάθηκε (Μάϊος 1943) αποφασίστηκε η αποστολή υποβρυχίων σε θάλασσες με λιγότερη αεροπορική προστασία. Μία από αυτές ήταν ο Ινδικός Ωκεανός στον οποίο κατευθύνθηκαν αριθμός υποβρυχίων μεγάλης ακτίνας δράσεως, αμέσως μετά το τέλος της εποχής των Μουσώνων (Σεπτέμβριος 1943). Η ομάδα των υποβρυχίων έλαβε την επωνυμία Monsun (στην γερμανική γλώσσα ο Μουσών). Από τα αρχικά 11 υποβρύχια έφθασαν μόνο τα 5. Τα περισσότερα από αυτά ανήκαν στον 12ο στολίσκο αλλά από τον Σεπτέμβριο του 1944 η διοίκηση μεταβιβάστηκε στον 33ο Στολίσκο με έδρα την Penang.
[2] Άσσος των υποβρυχίων , με σημαντικές επιτυχίες στο ενεργητικό του. Κάτοχος του Σταυρού των Ιπποτών.
[3]  Η «Μόνιμη Διαταγή Νο 154» της Διοίκησης Υποβρυχίων περιείχε τα εξής: «Μην περισυλλέγετε ανθρώπους και μην τους παίρνετε μαζί σας. Μην ανησυχείτε για τις σωστικές λέμβους των εμπορικών πλοίων. Οι καιρικές συνθήκες και η απόσταση απ’ την ξηρά δεν παίζουν κανένα ρόλο. Ασχοληθείτε μόνο με το πλοίο σας… Πρέπει να είμαστε σκληροί στον πόλεμο. Ο εχθρός άρχισε τον πόλεμο με σκοπό να μας καταστρέψει, συνεπώς όλα τα άλλα δεν έχουν καμία σημασία» (Lord Russell of Liverpool, Η μάστιγα του Ναζισμού. Τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ 1939-1945, εκδόσεις Ιωλκός 2007)
[4] Επίσης άσσος των υποβρυχίων, κάτοχος Σταυρού των Ιπποτών. Το Νοέμβριο του 1937 νυμφεύτηκε την κόρη του Karl Dönitz, Ursula,Υπήρξε επικεφαλής του επιτελείου του Konteradmiral Eberhardt Godt, ο οποίος διηύθυνε τις καθημερινές επαφές του υποβρυχίου πολέμου.
[5] Ο Hartestein διέσωσε ορισμένους επιζώντες από την βύθιση του «Laconia». Για την πράξη του αυτή, επειδή θεωρήθηκε ότι έφερε το σκάφος του σε κίνδυνο δέχθηκε έντονη επίπληξη. Ο Doenitz έγραψε σχετικά στην αναφορά του: «το περιστατικό είναι ακόμη μια απόδειξη για το τι μπορεί να είναι τελικά ένα προβληματικό ανθρώπινο συναίσθημα απέναντι στον εχθρό».  
[6]  Η βύθιση του SS Dahomian ήταν η πρώτη επιτυχία υποβρυχίων στα ύδατα της Ν. Αφρικής από την  1η Αυγούστου του 1943. Για τον σκοπό αυτό οι Βρετανοί συγκρότησαν μια ισχυρή ανθυποβρυχιακή δύναμη για να κυνηγήσουν και να βυθίσουν το U-852.
[7] Τα μέλη του Δικαστηρίου αποτελούνταν από 3 Βρετανούς αξιωματικούς του Στρατού, 2 αξιωματικούς του Ναυτικού και 2 αξιωματικούς του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.
[8] Αντίστοιχη περίπτωση σημειώθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1943 στον Νότιο Ειρηνικό όταν το αμερικανικό υποβρύχιο USS Wahoo βύθισε ιαπωνικό μεταγωγικό έξω από την ακτή της Νέας Γουϊνέας. Ο κυβερνήτης του υποβρυχίου αντιπλοίαρχος Dudley Morton αναδύθηκε για να φορτίσει τις μπαταρίες του σκάφους και σύμφωνα με την επιχειρησιακή αναφορά που ο ίδιος υπέβαλλε κατέστρεψε περί τις 20 λέμβους που βρίσκονταν στην επιφάνεια. Ο κυβερνήτης του αμερικανικού υποβρυχίου διέταξε την εξόντωση όλων των επιζώντων Ιαπώνων με μεθοδικότητα.
[9] Ο Αρχιμηχανικός Hans Richard Lenz  καταδικάστηκε σε ισόβια φυλάκιση. Τελικώς αφέθηκε ελεύθερος στις 21 Δεκεμβρίου 1951. Ο Wolfgang Schwender καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίσθηκε στις 27 Αυγούστου 1952.


ΠΗΓΕΣ 1) http://perialos.blogspot.com/
              2)www.wrecksite.e
              3)http://www.subsim.com