Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΕΣ "ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ" ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ (1824- 1825) ΜΕΡΟΣ Α'









 Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου


Πολλά έχουν γραφεί από πολλούς ιστορικούς για τα δύο “θαλασσοδάνεια” τής Ανεξαρτησίας. Όχι όμως αρκετά, ούτως ώστε οι πολιτικοί μας ταγοί να μπορέσουν να συνάγουν χρήσιμα συμπεράσματα για το σήμερα από τις θλιβερές δανειακές επιδόσεις τής εμπολέμου νεοφυούς Ελληνικής Πολιτείας στις διεθνείς χρηματαγορές το 1824-1825. Συνοπτικά, τρεις εβδομάδες πριν την εισβολή των αιγυπτιοαφρικανικών στρατευμάτων τού Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο (12/2/1825), η Ελλάδα είχε ήδη (αυτο)καταστραφεί οικονομικώς αφού είχε καταστεί μία υπερχρεωμένη χώρα: Παρότι το Ελληνικό Κράτος διέθετε τότε μεγάλη ταμειακή ρευστότητα σε συναλλαγματικά διαθέσιμα, και μάλιστα σε χρυσές λίρες Αγγλίας, εντούτοις η Ελλάδα τότε, τον Φεβρουάριο 1825, ήταν μία χώρα που ήταν οικονομικώς χρεωκοπημένη, κοινωνικώς διαλυμένη και στρατιωτικώς “ανοχύρωτη” (ήδη από την 26/1/1825).





Ι. Η “βρεφική” υπερχρέωση τής Ελληνικής Πολιτείας

Στο τέλος τού 1825, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος4 τής Ελλάδος συμποσούτο σε 2.220.800 χρυσές λίρες Αγγλίας5 ως αποτέλεσμα τής έκδοσης και αναχρηματοδότησης στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου των δύο πρώτων εξωτερικών ομολογιακών δανείων τής νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Το ποσό αυτό ήταν ισόποσο προς 111 εκατομ. γρόσια. -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ)
απελευθερωθείσης Ελλάδος, οικ. έτος 1823-1824W
(εκατομμύρια γρόσια)
1. Γεωργοκτηνοτροφικός τομέας1
     (> 78% τού πληθυσμού)
  1.1.  Πελοπόννησος
          (μετά Μεγαρίδος)                            48,1   
 
  1.2.  Στερεά Ελλάδα
          (άνευ Μεγαρίδος και Ακαρνανίας)      12,3   
  
  1.3.  Νήσοι                                        . 5,5          65,9          
2.  Ναυτικός Τομέας (ναυτιλία κ.τ.λ.)2
     (~ 8% τού πληθυσμού):                                                 9,1
3.  Αστικός-περιαστικός τομέας3
     (< 14% τού πληθυσμού)                                              12,9
                                                                                                                      .            .
           Συνολικό ΑΕΠ:                                      87,1        
W Πελοπόννησος + Στερεά Ελλάδα (πλήν Ακαρνανίας)
   + Νήσοι (Εύβοια, Κυκλάδες, Αίγινα, Πόρος, Ύδρα, Σπέτσες).
                                                                     Πίνακας 1
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
          Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) τής απελευθερωθείσης Ελλάδος, που τότε
συμπεριελάμβανε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τις Κυκλάδες και τις εγγύς νήσους (Αίγινα, Πόρος, Ύδρα, Σπέτσες κ.τ.λ.), ήταν τότε λιγότερο από 88 εκατομ. γρόσια (Πίνακας 1).
          Εάν διαιρέσουμε τα ως άνω δύο νούμερα [111 εκατομ. / 88 εκατομ.], συνάγουμε ότι το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής Ελλάδος το 1825 εκτινάχθηκε πάνω από το 127% τού ΑΕΠ. Επομένως το 1822-1825, η Ελληνική Πολιτεία ξεκίνησε την πορεία της στον ιστορικό χρόνο, ήδη “από γεννησιμιού της”, ως ένα υπερχρεωμένο κράτος.
          Συγκριτικά, μόλις το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής σύγχρονης Ελλάδος ανήλθε στο 86% τού ΑΕΠ (και το συνολικό Δημόσιο Χρέος στο 127%) το 2009, η Ελληνική Οικονομία πρακτικά χρεωκόπησε, ήτοι αμέσως στη συνέχεια αποκλείσθηκε  από τις διεθνείς χρηματαγορές επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα η Ελληνική Κυβέρνηση να (εξ)αναγκασθεί να προσφύγει στο ΔΝΤ και στους λοιπούς Τροϊκανούς “σωτήρες” (2010) ως άπελπις ικέτις. Όπως σήμερα (από το 2009), έτσι και τότε (από το 1825), το ελληνικό εξωτερικό Δημόσιο Χρέος ήταν προφανώς μη βιώσιμο λόγω τού δυσθεώρατου ύψους του σε σχέση με το ΑΕΠ τής χώρας.

          Ακόμη χειρότερα, εκείνο το αρχικό εξωτερικό Δημόσιο Χρέος (το 1825) δεν ήταν απλώς μη βιώσιμο μακροχρονίως, αλλά επίσης διεφαίνετο, με τραπεζικά τουλάχιστον κριτήρια, ως μη εξυπηρετήσιμο έστω και κατ' ελάχιστον, οποτεδήποτε: Η καταβολή των τόκων εκείνου τού εξωτερικού χρέους θα επεβάρρυνε (θεωρητικώς) τον κρατικό προϋπολογισμό με ποσό ίσο προς 111.040 λίρες κατ' έτος, ισόποσο προς 5.552.000 γρόσια κατ' έτος, που αντιστοιχούσε σε ονομαστικό (συμβατικό) επιτόκιο 5% επί τού ονομαστικού κεφαλαίου και σε πραγματικό (τοκογλυφικό) επιτόκιο 11,7% επί τού πραγματικού κεφαλαίου.6  Εκείνος όμως ο (ετήσιος) τόκος υπερέβαινε κατά πολύ το σύνολο των (ετησίων) εσόδων τού τακτικού προϋπολογισμού τής Ελληνικής Πολιτείας!

          Συγκεκριμένα, για το οικονομικό έτος 1823-1824 η Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) προϋπολόγισε ετήσια έσοδα τού Κρατικού Προϋπολογισμού 5.462.600 γρόσια από την Πελοπόννησο, τη Στερεά και τις Κυκλάδες ήτοι από ολόκληρη την πρώτη επικράτεια τής μετέπειτα αναγνωρισθείσης Ελλάδος (1830). Δηλαδή από το 1825 η εμπόλεμη Ελλάδα ενεφάνιζε ένα μοναδικό φαινόμενο στην Παγκόσμια Οικονομική Ιστορία: Οι ξένοι κερδοσκόποι χορηγούσαν στην Ελληνική Πολιτεία δάνεια τα οποία ήσαν κολοσσιαία για τα οικονομικά της μεγέθη, αφού μόνον οι τόκοι (χωρίς χρεωλύσια) υπερέβαιναν το… 101% των συνολικών εσόδων τού κράτους!!!

          Ακόμη χειρότερα, εκείνα τα κρατικά έσοδα τής νεοφυούς Ελληνικής Πολιτείας μόλις και μετά βίας μπορούσαν να καλύπτουν τις δοικητικές και λειτουργικές δαπάνες για (μόνον) 15.000 δοικητικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς (προς 400 γρόσια ετησίως ανά υπάλληλο ή στρατιωτικό κατά μέσο όρο). Δηλαδή η Ελλάδα ευρίσκετο εξ αρχής σε πλήρη αδυναμία να εξυπηρετήσει εκείνο το χρέος, ή οποιοδήποτε χρέος, ακόμη και  εάν το πραγματικό επιτόκιο τού χρέους τής χώρας δεν ήταν τοκογλυφικό (11,7%) αλλά “κανονικό” (3% - 5%), ή και “συμβολικό” (π.χ. 1%), αφού η τότε η εμπόλεμη Προσωρινή Κυβέρνηση τής Ελλάδος δεν μπορούσε να διαθέσει ούτε ένα γρόσι είτε για τόκους είτε για χρεολύσια από τον ισχνό και ελλειμματικό πολεμικό προϋπολογισμό της τότε.

ΙΙ. Το μυστήριο των κερδοσκοπικών προσδοκιών

Επομένως, εγείρονται κατ' αρχήν τα εξής τρία προφανή ερωτήματα:

1.   Κερδοσκόποι. Βάσει ποιάς ελλόγου προσδοκίας οι (Άγγλοι και Ολλανδοί) κερδοσκόποι πείσθηκαν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε ένα νεοφυές και μάλιστα εμπόλεμο κράτος που εξ υπαρχής αδυνατούσε λογιστικώς να καταβάλει έστω και μία λίρα έναντι τοκοχρεωλυσίων για εκείνα τα δάνεια;
          Οποιαδήποτε και εάν ήταν η “λογική” των κερδοσκόπων και οι συναφείς υπολογιστικές ή εκτιμησιακές μέθοδοι (τραπεζολογιστικές ή οικονομολογικές) των χρηματιστηριακών τους συμβούλων το 1824, ήταν προφανές τότε ότι η “ακαριαία” εκτίναξη τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος από το 0% στο δυσθεώρατο 127% τού ΑΕΠ το 1824-1825, και η συνακόλουθη εκτίναξη των καταβλητέων ετησίων τόκων τού εξωτερικού χρέους από το 0% στο σουρεαλιστικό 101% των ετησίων εσόδων τού προϋπολογισμού δι΄ εκείνων των δύο δανείων, θα καθιστούσαν αφ' εαυτών τότε την εμπόλεμη Ελληνική Πολιτεία ένα χρεωκοπημένο και επομένως αφερέγγυο κράτος αμέσως, ήδη από το 1825.
          Τίθεται επομένως το ερώτημα: Είχαν παραφρονήσει συλλογικώς οι ξένοι κερδοσκόποι τότε, αφού διεφαίνετο όχι απλώς η πιθανότητα αλλά η βεβαιότητα ότι μία προδήλως χρεωκοπημένη Ελλάδα αδυνατούσε όχι απλώς να πληρώσει οποιουσδήποτε τόκους, αλλά ακόμη και να επιστρέψει έστω και το κεφάλαιο στους κερδοσκόπους στο προβλέψιμο μέλλον, πριν δηλαδή οι εν λόγω ξένοι δανειστές τής Ελλάδος αποδημήσουν όλοι “εις Κύριον” (η “εις μαμωνά) απλήρωτοι, ανεξόφλητοι και “φεσωμένοι";

2.   Ελληνικό Κράτος. Δεν γνώριζε άραγε η Ελληνική Κυβέρνηση ότι η εκτίναξη τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος στα ως άνω “ανεμοδαρμένα ύψη” ισοδυναμούσε με ουσιαστική (αν όχι και τεχνική) χρεωκοπία, ήτοι με οικονομολογική καταστροφή, με συνακόλουθο διεθνή διασυρμό τής “νηπιακής” Ελληνικής Πολιτείας και με επακόλουθη γεωστρατηγική ήττα τής εμπολέμου Ελλάδος τότε;
          Ασφαλώς και τα εγνώριζε όλα αυτά η Ελληνική Κυβέρνηση, διότι στους κόλπους της συμπεριελάμβανε έμπειρους Φαναριώτες (Μαυροκορδάτος, Νέγρης κ.τ.λ.), που είχαν εκπαιδευτεί παραδοσιακά και είχαν μάθει μεθοδικά πώς να διαφεντεύουν (οικονομικώς) όχι απλώς μία μικρή χώρα (όπως η εγειρόμενη Ελλάδα) αλλά επί πλέον μια ολάκερη αυτοκρατορία (όπως η Οθωμανική).
          Επομένως πώς σχεδίαζε η Ελληνική Πολιτεία να εξυπηρετήσει και αποπληρώσει εκείνα τα “θαλασσοδάνεια, έστω και πιθανολογικώς, όταν εξέδιδε τα ομόλογά της στο Χρηματιστήρο τού Λονδίνου;

3.   Ξένοι οίκοι. Με ποια λογική οι δύο έγκυροι επενδυτικοτραπεζικοί οίκοι Loughnan, Son and OBrien και J. & S. Ricardo διακινδύνευσαν το κύρος τους αναλαμβάνοντας ως ανάδοχοι (underwriters”) το έργο τής προώθησης, διάθεσης και διαχειριστικής εκκαθάρισης των δύο ελληνικών ομολογιακών δανείων, δεδομένου ότι εκείνα τα δάνεια εφαίνοντο, με τραπεζικά κριτήρια, όχι απλώς επισφαλή αλλά παντελώς ανασφαλή (“τζούφια ή “φούσκες) λόγω τής προκαταγεγραμμένης αδυναμίας τού Ελληνικού Κράτους να καταβάλει έστω και μία λίρα για τοκοχρεωλύσια, σύμφωνα τουλάχιστον με την άκαμπτη λογική τής απλής αριθμητικής;
 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Συγκεντρωτικά έσοδα κρατικού προϋπολογισμού
της Ελλάδος, οικ. έτος 1823-1824

(γρόσια)


1. Έσοδα απελευθερωθείσης Ελλάδος:

  1.1.  Έσοδα Πελοποννήσου           2.605.800       
  1.2.  Έσοδα Στερεάς Ελλάδας        1.437.700       
  1.3.  Έσοδα Νήσων                       1.410.100       5.462.600           

2.  Έσοδα Κρήτης:                                                        7.383.620
                     
             
              Συνολικά έσοδα:                                                 12.846.220         
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

                                                                    Πίνακας 2                  

Το κλειδί στη λύση τού μυστηρίου, που συντίθεται από τα παραπάνω τρία ερωτήματα, βρίσκεται στον προϋπολογισμό τού Ελληνικού Κράτους, ο οποίος καταρτίσθηκε από τη Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823). Εκείνος ο προϋπολογισμός συμπεριελήφθηκε στη μακροοικονομική και εθνοστρατηγική έκθεση τού Φιλέλληνα Edward Blaquière (ενεργούντος ως εντολοδόχου τής Φιλελληνικής Επιτροπής τού Λονδίνου), η οποία δημοσιεύθηκε στο Λονδίνο την 13/9/1823 προς θετικό επηρεασμό των κερδοσκόπων υπέρ τής Ελλάδος, όπως αναλύεται συνοπτικά παρακάτω.





 




ΙΙΙ. α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας

Όπως αναγράφεται σε εκείνον τον προϋπολογισμό τού 1823-1824 (Πίνακας 2), πέραν των ως άνω εσόδων από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Κυκλάδες και εγγύς νήσους (5.462.000 γρόσια), η Ελληνική Κυβέρνηση προσδοκούσε, καθ' όν χρόνο προωθούσε την έκδοση τού πρώτου της ομολογιακού δανείου στο Λονδίνο, επιπρόσθετα έσοδα 7.383.620 γροσίων από την Κρήτη:7 Η Μεγαλόνησος συνέχιζε να μάχεται κατά στρατευμάτων και στόλων από τρεις ηπείρους Ασία, Αφρική και Ευρώπη όταν συνήφθη το α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας (9/2/1824). 
          Ειδικότερα, όπως αναλύεται στο άρθρο η Μάχη τής Κρήτης 1821-1824, (στα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας), οι Ελληνοκρήτες κατόρθωσαν με τρομακτικές θυσίες να κρατήσουν το πολεμικό μέτωπο στη Μεγαλόνησο “ανοιχτό” και “εν εξελίξει” για αρκετούς μήνες κατά την κρίσιμη περίοδο Σεπτέμβριο 1823 - Μάρτιο 1824, ενώ δηλαδή η Φιλελληνική Επιτροπή τού Λονδίνου, η Ελληνική Κυβέρνηση, και προσωπικά ο Λόρδος Βύρων ως Αρχιεπίτροπος τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας,  διεξήγαγαν τον εναγώνιο κοινό τους αγώνα προς εξασφάλιση τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, παρότι οι Ελληνοκρήτες είχαν ηττηθεί ήδη από τον Αύγουστο τού 1823 (στη Μάχη στις Αρμουγέλλες) από τον  αιγυπτιοαφρικανικό τακτικό στρατό εισβολής. Τελικά, οι Ελληνοκρήτες κατέθεσαν τα όπλα μόνον αφού το δάνειο είχε εκδοθεί και διασφαλισθεί υπέρ τής Ελλάδος, και “συμπτωματικά” την ημέρα ακριβώς που η πρώτη δόση τού δανείου (£ 40.000) έφθασε στη Ζάκυνθο, ήτοι την 12 Απριλίου 1824.
          Θεωρητικά δηλαδή οι ξένοι κερδοσκόποι-ομολογιούχοι τού α΄ Δανείου τής
Άγγλος τραπεζίτης
Ανεξαρτησίας, όπως επίσης και η Ελληνική Κυβέρνηση και οι ξένοι οίκοι, “πόνταραν” στην απελευθέρωση τής Κρήτης και στην ενσωμάτωσή της με την Ελλάδα που θα υπερδιπλασίαζε τα έσοδα τού κρατικού προϋπολογισμού τής Ελλάδος. Επιπλέον “πόνταραν” σε επιπρόσθετα έσοδα (περί τα 2,5 εκατομμύρια γρόσια) από την ενσωμάτωση των περισσοτέρων νήσων τού ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα, αφού η καταστροφές τής Κάσσου και των Ψαρών (αμφότερες τον Ιούνιο 1824) δεν είχαν επισυμβεί όταν οι κερδοσκόποι αγόρασαν τα ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου (Φεβρουάριος 1824). Τέλος “πόνταραν” στην ενσωμάτωση και των Επτανήσων στην Ελλάδα, ως πιθανολογούμενη “προίκα” τής Αγγλίας στην ελεύθερη Ελλάδα.
          
 Δηλαδή μία ισχυρή Ελλάδα που θα συμπεριλάμβανε τις περισσότερες ελληνικές νήσους (Κυκλάδες, νήσοι ανατολικού Αιγαίου, Κρήτη και Ιόνιοι νήσοι), θα είχε κρατικό προϋπολογισμό με έσοδα που θα ξεπερνούσαν τα 17 εκατομμύρια γρόσια και θα έτεινε προς τα 20 εκατομμύρια γρόσια, με Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) που θα ξεπερνούσε τα 250 εκατομύρια γρόσια. Τότε, με μία τέτοια γεωγραφική διεύρυνση (τής επικρατείας) και τη συνακόλουθη οικονομική μεγένθυση (τού ΑΕΠ) τής χώρας, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος της θα περιορίζετο αυτόματα σε επίπεδο χαμηλότερο από το 50% τού ΑΕΠ (αντί τού 127% ως άνω), και η Ελλάδα θα μπορούσε τότε να το εξυπηρετήσει με συνέπεια, διότι θα επεβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό το πολύ με 28% - 33% των διευρυμένων εσόδων (αντί τού 111% ως άνω). Επομένως, σε ένα τέτοιο πλαίσιο δραστικής διόγκωσης τού ελληνικού ΑΕΠ στο προβλέψιμο μέλλον, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής χώρας θα καθίστατο βιώσιμο, ακόμα και στο (ληστρικό) επίπεδο τού πραγματικού επιτοκίου (12%) των Δανείων τής Ανεξαρτησίας. Επί πλέον, σχετικά σύντομα (μετά τη διεθνή αναγνώριση τής Ελλάδος), η ετήσια επιβάρυνση τού προϋπολογισμού για την εξυπηρέτηση τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους θα μπορούσε να μειωθεί σταδιακά πολύ πιο κάτω από το 28% - 33% των εσόδων, ήτοι στα επίπεδα τού 10% - 12%, μέσω διαδοχικών και συστηματικών αναδιαρθρώσεων τού χρέους, όπως με σταδιακή επαναγορά ομολόγων σε (χαμηλότερες) τιμές αγοράς με χρηματοδότηση από ευνοϊκότερα δάνεια κ.τ.λ., και επίσης λόγω τής αναμενόμενης οικονομικής ανάπτυξης αμέσως μετά τον πόλεμο.
          Στο μεταξύ η αξία των ομολόγων εις χείρας των κερδοσκόπων θα αυξάνετο αμέσως μετά την επίσημη ενσωμάτωση τής νησιωτικής Ελλάδος στην επικράτεια τής Ελληνικής Πολιτείας, και τότε οι κερδοσκόποι θα απεκόμιζαν κεφαλαιουχικά (υπερ)κέρδη. Δηλαδή τότε θα έκαναν “μεγάλο πάρτυ” στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου πουλώντας τα εις χείρας τους (υπερτιμημένα) ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου.




ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΣΤΡΟΥΣ (1823)                                  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ: 1823-1824 
ΣΩΜΑ
  ΑΝΔΡΕΣ
ΜΗΝΙΑΙΑ ΔΑΠΑΝΗ
(γρόσια)
ΕΤΗΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ
(γρόσια)
*
 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ
ΚΑΙ
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
ΚΟΣΤΟΣ
ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΕΦΟΔΙΩΝ
ΣΥΝΟΛΟ
ΣΤΡΑΤΟΣ:
26.650
1.066.000
250.000
1.316.000
11.844.000
ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ
ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
26.650
1.066.000
250.000
1.316.000
11.844.000
ΣΩΜΑΤΑ
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ
18.300
732.000
100.000
832.000
7.488.000
ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΤΑΞΕΩΣ
6.050
242.000
50.000
292.000
2.628.000
ΣΥΝΟΛΟ
ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ
51.000
2.040.000
400.000
2.440.000
21.960.000
ΝΑΥΤΙΚΟ (60 ΠΛΟΙΑ)
7.000
780.000
400.000
1.180.000
10.620.000
ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
58.000
2.820.000
800.000
3.620.000
32.580.000
*       Η ετήσια δαπάνη είναι ίση προς τη μηνιαία δαπάνη επί 6 μήνες (για την καλοκαιρινή περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου) σύν το ήμισυ τής μηνιαίας δαπάνης επί 6 μήνες (για τη χειμερινή περίοδο Νοεμβρίου-Απριλίου).
Πίνακας 3
 
 


















 






ΙV. Ελληνική Στρατιά

Ο Λόρδος Βύρων, ως Αρχιεπίτροπος τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας ήτοι προϊστάμενος τής πενταμελούς επιτροπής8 προς επιτόπιο έλεγχο τής αξιοποίησης τού δανείου, αντίστοιχη με τη σημερινή (3μελή) Τρόϊκα   κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για μία γενναίαδανειοδότηση τής εμπολέμου Ελλάδος, βάσει ενός στρατηγικού πλαισίου αναφοράς, που ήταν συγκεκριμένο και ποσοτικοποιημένο: Στην Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) οι Έλληνες στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες προσδιόρισαν συναινετικώς ότι μία εθνοαπελευθερωτική εκστρατεία προς βορράν θα απαιτούσε εκστρατευτικό σώμα 26.650 ανδρών και σύνολο ενόπλων δυνάμεων 58.000 ανδρών. Σε εκείνη τη βάση, ο Λόρδος Βύρων επεδίωκε την άμεση δανειοδότηση τής Ελλάδος ώστε να συγκροτηθεί η εθνική στρατιά των Ελλήνων, η οποία όχι μόνον θα απελευθέρωνε την Ελλάδα το 1825-1826 αλλά και θα προκαλούσε τη διάλυση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επί λέξει ως εξής, σύμφωνα με τα λόγια τού ίδιου τού Λόρδου Βύρωνα:9

 “Φαίνεται ότι αυτή η εκστρατεία [προς βορράν] θα θέσει τα θεμέλια για την Ελληνική ανεξαρτησία, και τότε ένα ένδοξο πεδίο προόδου θα διανοιχθή ενώπιόν μας. […] Το έδαφος είναι εξαιρετικό. Με επιδέξεια καλλιέργεια και καλούς σπόρους, πρόκειται να διαπιστώσουμε σύντομα πόσο γρήγορα και σε ποιό επίπεδο τελειότητας οι καρποί τού πολιτισμού μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ μας.
     Στην παρούσα κατάσταση τής ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, φαίνεται να υπάρχει στην Ανατολή ένα είδος κενού, το οποίο είναι σκόπιμο να το καλύψουμε, ώστε να αντισταθμίσουμε την κυριαρχία τού Βορρά [αυτοκρατορίες τής Ρωσίας και τής Αυστρίας]. Η Αγγλική κυβέρνηση αυταπατήθηκε αρχικά με το να σκεφθή ότι ήταν δυνατόν να διατηρήσει την ακεραιότητα τής Τουρκικής Αυτοκρατορίας: Αλλά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, διότι αυτή η ακατέργαστη μάζα έχει ήδη πετροποιηθεί, και πρέπει να διαλυθεί. Εάν οποιαδήποτε ισορροπία πρόκειται να αποκατασταθή, η Ελλάδα πρέπει να υποστηριχθή…”      

Οι κερδοσκόποι επηρρεάσθηκαν ευμενώς από τη γενικότερη γεωστρατηγική διορατικότητα και την ειδικότερη στρατηγική στόχευση τού Αρχιεπιτρόπου τους προς άμεση απελευθέρωση τής Θεσσαλίας και τής Ηπείρου και μεταφορά τού πολεμικού μετώπου προς βορράν, στην αμυντική γραμμή Βέρμιο-Όλυμπος-Κίσσαβος (Τέμπη), σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο των Μπότσαρη-Περραιβού (που είχε υιοθετήσει και ο Μαυροκορδάτος από τον Ιούνιο 1823): Όσον μεγαλύτερη καθίστατο η Ελλάδα γεωγραφικά και οικονομικά, τόσο μεγαλύτερη αξία θα αποκτούσαν τα ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου εις χείρας των κερδοσκόπων.
          Όμως η χρηματοδότηση   ενόπλων   δυνάμεων  αυτού  τού  επιπέδου  απαιτούσε 3.620.000 γρόσια (£ 72.400) ανά μήνα για την εαρινή περίοδο (Μάϊος-Οκτώβριος), ήτοι συνολικά 21.720.000 γρόσια για μία 6μηνη εαρινή εκστρατεία (Πίνακας 3). Και αυτό ακριβώς το ποσό, που αντιστοιχούσε σε £ 434.400, καλούντο να δανείσουν οι ξένοι κερδοσκόποι στην Ελληνική Πολιτεία, προκειμένου να απελευθερώσει με ίδιες δυνάμεις10 τη Θεσσαλία και την 'Ηπειρο, ή και μέρος τής Μακεδονίας, ώστε να τελειώσει ο πόλεμος εντός τού 1825 ή το αργότερο το 1826: Γι΄ αυτό εξ άλλου προεβλέπετο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα άρχιζε να πληρώνει τόκους για τα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας μετά από δύο χρόνια πολέμου, ήτοι από την 1/6/1826 και την 1/1/1827 για το α' και β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας αντίστοιχα, και γι' αυτό παρακρατήθηκαν προκαταβολικώς τόκοι δύο ετών από εκείνα τα δάνεια.6
          Σε κάθε περίπτωση, υπήρχαν σημαντικά αντικειμενικά γεγονότα που ο έκαναν τούς κερδοσκόπους ενθουσιώδεις (αν και ιδιοτελείς) υποστηρικτές τού Αρχιεπιτρόπου τους, όπως π.χ.: (α) οι Έλληνες είχαν συντρίψει όλα τα στρατεύματα που ο Σουλτάνος εξακόντισε κατά τού Μωριά και τής Ρούμελης το 1821-1823, (β) ο Ελληνικός Στόλος θαλασσοκρατούσε στο Αιγαίο, και (γ) ο Λόρδος Βύρων είχε μεταβεί στο Μεσολόγγι από το τέλος τού 1823, προκειμένου να εγγυηθεί προσωπικά, με τη θεσμική παρουσία του στην πρώτη γραμμή τού πυρός, ως Αρχιεπίτροπος των δανείων, την πολεμική αξιοποίηση των δανείων προς ταχύτατη διεύρυνση τής επικρατείας και τής οικονομίας τής δανειολήπτριας χώρας.
          Επιγραμματικά, ο (ανιδιοτελής) γεωστρατηγικός μεγαλοϊδεατισμός τού Αρχιεπιτρόπου των Δανείων τής Ανεξαρτησίας, τού ποιητή Λόρδου Βύρωνα, και τα (ιδιοτελή) συμφέροντα των ξένων κερδοσκόπων ταυτίζοντο τότε πλήρως όσον αφορά στη στόχευσή τους: τη Μεγαλοσύνη τής Ελλάδος.

V. β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας

Όσον αφορά στο β΄ ομολογιακό δάνειο (Ιανουάριος 1825), οι παραπάνω προσδοκίες των τριών συντελεστών του (κερδοσκόποι, Ελληνική Πολιτεία και ξένοι οίκοι) όχι μόνον παρέμειναν αμετάβλητες αλλά ενισχύθηκαν ακόμη και μετά την συνθηκολόγηση των Ελληνοκρητών, τον αιφνίδιο θάνατο τού Λόρδου Βύρωνα (Απρίλιος 1824) και τις καταστροφές τής Κάσσου και των Ψαρρών (Ιούνιος 1824), λόγω των εξής σημαντικών και αντισταθμιστικών πολεμικών και διπλωματικών εξελίξεων κατά το β΄ εξάμηνο τού 1824:

  • Ρούμελη.   Όλα τα τουρκικά στρατεύματα που εισέβαλαν στην Ρούμελη το 1824 (με συνολική δύναμη περί τούς 18.000 άνδρες) είτε ανασχέθησαν είτε συνετρίβησαν από τούς Έλληνες.
  • Πελοπόννησος. Ούτε ένας Οθωμανός στρατιώτης δεν εισέβαλε ή αποβιβάσθηκε στην Πελοπόννησο το 1824.

  • Κρήτη. Δύο μήνες μετά τη συνθηκολόγηση των Ελληνοκρητών, η Ρωσία υπέβαλε στις Μεγάλες Δυνάμεις επείγον ειρηνευτικό σχέδιο (Ιούνιος 1824) που επέτασσε την άμεση εκκένωση τής Κρήτης από τα αιγυπτιοαφρικανικά στρατεύματα και στην αυτονόμησή της, κατ' αρχήν ως φόρου υποτελής στον Σουλτάνο κατά το πρότυπο τής Σερβίας και τής Μολδοβλαχίας.
     Οι κερδοσκόποι εξέλαβαν ότι εκείνο το σχέδιο, το οποίο συνυπέγραψαν οι εκπρόσωποι όλων των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία, Αγγλία και Γαλλία), καταδείκνυε τη δυναμική γεωγραφικής μεγένθυσης τής ελληνικής εποκρατείας διότι:

(α)  Το σχέδιο καταδείκνυε αφ' εαυτό ότι οι Ελληνοκρήτες ήσαν “άξιοι τής ελευθερίας”, δηλαδή πληρούσαν μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις (την δι' αίματος αποδεδειγμένη “άξιοσύνη” τους) για χειραφέτηση,  όπως είχε προσδιορίσει ρητά ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών George Canning σχετικά με τις νέες χώρες που θα αναγνώριζε η Αγγλία,  

(β) Το σχέδιο υποδήλωνε ότι η Κρήτη είχε “κατακυρωθεί” από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις οριστικά στην Ελλάδα. Μετά από εκείνες τις εξελίξεις οι κερδοσκόποι πιθανολογούσαν ευλόγως ότι η Μεγαλόννησος θα ενσωματώνετο στην Ελλάδα μετά από μία σύντομη περίοδο αυτονομίας και την επακόλουθη άσκηση τού δικαιώματος τής αυτοδιαθέσεως των κατοίκων της.

  • Αιγαίο. Αμέσως μετά την Καταστροφή των Ψαρών (20-24 Ιουνίου 1824), ο Ελληνικός Στόλος, υπό την εμπνευσμένη ναυαρχία τού Μιαούλη, ανακατέλαβε τα Ψαρά, έστω και προσωρινά στις 3-7 Ιουλίου 1824, και στη συνέχεια, αμέσως μετά από την αρχική χρηματοδότηση τού Ελληνικού Στόλου με ένα μικρό μέρος (£ 18.000 λίρες) τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, κατεναυμάχησε αμφοτέρους τούς οθωμανικούς στόλους, ήτοι τον αυτοκρατορικό (υπό τον ναύαρχο Μεχμέτ Αλή) και τον Αιγυπτιοαφρικανικό (υπό τον Ιμπραήμ Πασά), σε 10 διαδοχικές ναυμαχίες στο ανατολικό και νότιο Αιγαίο κατά την περίοδο 30 Ιουλίου - 2 Νοεμβρίου 1824. Στην τελευταία (10η) ναυμαχία, τη Ναυμαχία τής Κρήτης, 12 ναυτικά μίλια Β.Α. τού Ηρακλείου την 1-2 Νοεμβρίου 1824,  ο Ελληνικός Στόλος κατόρθωσε να ανασχέσει τον Αιγυπτιοαφρικανικό Στόλο στο Αιγαίο, ώστε να μη διενεργήσει αποβάσεις στην Πελοπόννησο το 1824 πριν την έκδοση τού β' Δανείου τής Ανεξαρτησίας (Ιανουάριος 1825).
  • Αγγλική Κυβέρνηση. Αμέσως μετά τον θρίαμβο τού Ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο στο β΄ εξάμηνο τού 1824, και συγκεκριμένα μόλις πέντε (5) μέρες μετά τη Ναυμαχία τής Κρήτης, η Αγγλική Κυβέρνηση έσπευσε να αναγνωρίσει πρώτη την Ελληνική Κυβέρνηση την 7 Νοεμβρίου 1824, διόμισυ μήνες πριν από την έκδοση τού β΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας (26 Ιανουαρίου 1825), αποσκοπώντας σε πολλαπλούς (τρεις) στόχους:
(α)  Ελληνοαγγλική Αιγαιοκρατορία. Με εκείνη την αναγνώριση, η Αγγλία έσπευδε πρώτη να υποδηλώσει τη γεωστρατηγική καταξίωση τής Ελλάδος ως Αιγαιοκράτειρας τότε (και έκτοτε), ούτως ώστε η Αγγλία να αποκτήσει το διπλωματικό προβάδισμα έναντι των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων όσον αφορά στην επιρροή της στην αναδυόμενη Νέα Ελλάδα τότε, και κατ΄ ακολουθία όσον αφορά και στον γεωπολιτικό έλεγχο τού Αιγαίου δια τού Ελληνικού Στόλου έκτοτε.

(β) Ιερά Συμμαχία. Με εκείνη την αναγνώριση, η Αγγλία εξουδετέρωσε τα ρωσικά σχέδια και τις συναφείς επιδιώξεις τής Ιεράς Συμμαχίας για πολυδιάσπαση τής Ελλάδος σε τρεις αυτόνομες ηγεμονίες φόρου υποτελείς στον Σουλτάνο, δηλαδή σχέδια που απέβλεπαν στην κατάλυση τής (ενιαίας) δημοκρατικής Ελληνικής Πολιτείας.
        Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ιερά Συμμαχία παρέλυσε στο τέλος τού 1824, αφού τα σχέδιά της προς κατάλυση τής Ελληνικής Δημοκρατίας ματαιώθηκαν οριστικά, και άρχισε να καταρρέει από τις αρχές τού 1825.
        Δηλαδή οι κερδοσκόποι έβλεπαν, προς δόξα τής Ελλάδος, ότι αυτός που διασπάσθηκε και κατέρρεε ήταν τελικά όχι η εμπόλεμη Ελληνική Πολιτεία, αλλά η στρατοκρατική Ιερά Συμμαχία (κάτι σαν το ΝΑΤΟ τής μεταναπολεοντείου εποχής). Στο τέλος τού 1824, η (διπλωματικώς δικαιωθείσα) μικρή και δημοκρατική Ελλάδα προεβάλλετο στους χρηματιστηριακούς κύκλους ως έχουσα λαμπρό μέλλον, ενώ η (διπλωματικώς αποδυναμωθείσα) κολοσσιαία και ηγεμονική Ιερά Συμμαχία φαινόταν τότε ότι αποτελούσε πλέον ένα παραπαίον και φυλλοροούν μεταμεσαιωνικό απολιφάδι τού παρελθόντος.

(γ) Κερδοσκόποι. Με την αναγνώριση τής Ελληνικής Πολιτείας, και μάλιστα με φρασεολογία των ελληνικών εθνοσυνελεύσεων στη συναφή επιστολή της η Αγγλική Κυβέρνηση προσφωνούσε την Ελληνική ως “Προσωρινή Κυβέρνηση τής Ελλάδος”, σε πλήρη δηλαδή ευθυγράμμιση με τα (δημοκρατικά) συντάγματα τής Επιδαύρου και τού Άστρους η Αγγλία απέβλεπε και πέτυχε να καθησυχάσει τούς  κερδοσκόπους στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου ότι η Ελληνική Πολιτεία θα παρέμενε μία, αδιάσπαστη και αδιαίρετη, που ως τέτοια θα μπορούσε να διασφαλίσει και αποπληρώσει τα δάνεια.

·       Τέλος εμφυλίων διαμαχών. Η β΄εμφύλια διαμάχη έληξε την 14 Δεκεμβρίου 1824, με πλήρη κατίσχυση τής Κυβέρνησης τού Υδραίου/Κρανιδιώτη Λάζαρου Κουντουριώτη και των περί αυτόν Φαναριωτών, ένα μήνα πριν από την έκδοση τού β΄ ομολογιακού δανείου. Οι κερδοσκόποι εξέλαβαν την τελική έκβαση τής β΄ εμφύλιας διαμάχης ως θετική εξέλιξη, διότι η Ελληνική Κυβέρνηση ενεφανίζετο πλέον ως ισχυρή και επομένως ικανή να διασφαλίσει τα κεφάλαια των κερδοσκόπων οι οποίοι όμως αδυνατούσαν να διαγνώσουν, πέρα από τα επιφαινόμενα, το τεράστιο στρατηγικό κόστος τής β΄ εμφύλιας διαμάχης, ήτοι την πλήρη αυτοδιάλυση των ενόπλων δυνάμεων τού Μωριά από κάθε άποψη (επάνδρωσης, οργάνωσης, εξοπλισμού και  κυρίως πολεμικού ηθικού) ήτοι την αποσύνθεση των (πρώην) ακαταμάχητων στρατευμάτων εξ 6.700 επιλέκτων και μπαρουτοκαπνισμένων στρατιωτών που πρίν δύο χρόνια (1822) συνέτριψαν τη στρατιά τού Δράμαλη…

Επιγραμματικά, στις αρχές τού 1825 οι ξένοι κερδοσκόποι είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι το α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας αξιοποιήθηκε επαρκώς (“έπιασε τόπο”) κατά το προηγούμενο έτος (1824), παρά τον πρόωρο θάνατο τού Λόρδου Βύρωνα. Ως αποτέλεσμα, όταν το β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας εξεδόθη στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου, καλύφθηκε εις το υπερδιπλάσιο!





Αγγλικά κερδοσκοπικά ομολογιακά δάνεια
προς νέα κράτη 1822-1824
ΧΩΡΑ
 ΕΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΗΣ
ΟΜΟΛ.
ΔΑΝΕΙΟΥ
ΕΤΟΣ
ΠΛΗΡΟΥΣ
ΑΝΑΓΝΩ-ΡΙΣΗΣ
ΑΝΕΞΑΡ-ΤΗΣΙΑΣ
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ (£)
ΤΙΜΗ
ΑΓΟΡΑΣ
Κολομβία
1824
1825
4.500.000
88.5%
Κολομβία
1822
1825
2.000.000
84.0%
Μεξικό
1824
1821
3.200.000
58.0%
Βραζιλία
1824
1825
1,686,000
75.0%
Χιλή
1822
1844
1.000.000
70,0%
Αργεντινή
1824
1816
1,000,000
85,0%
Ελλάς
1824
1830
800.000
59,0%
Περού
1824
1879
750.000
82,0%
Περού
1822
1879
450.000
88,0%
Πίνακας 4


























Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ





Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς στις 29 Μαΐου 1453, είναι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός με παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Ουσιαστικά αλώθηκε ο ανατολικός προμαχώνας της χριστιανοσύνης, η Βυζαντινή αυτοκρατορία, τερματίζοντας τον υπερχιλιετή βίο της. Κληρονόμος των στρατηγικών και πλούσιων εδαφών της Αυτοκρατορίας αναδείχθηκε ο νομαδικός λαός των Οθωμανών, που χάρις στην στρατιωτική του αλκή, κυριάρχησε στα Βαλκάνια και στην Μικρά Ασία τα επόμενα 200 χρόνια, φτάνοντας ως τις πύλες της Βιέννης δύο φορές, το 1529 και το 1683.

Ένα γεγονός τέτοιας σημασίας, δεν προκαλείται από συμπτωματικά συμβάντα, η επιδερμικές και βραχυχρόνιες αφορμές. Η πτώση του θεοκρατικού και πολυφυλετικού Βυζαντίου έχει χρονικά τις ρίζες της ήδη στις αρχές του 12ου αιώνα μ. Χ. Ουσιαστικά τότε οι Βυζαντινοί Αυλικοί επιβλήθηκαν στην ηγεσία του Βυζαντινού στρατού αποκτώντας τον πλήρη έλεγχο της Αυτοκρατορικής Εξουσίας, με αποτέλεσμα την απαρχή της στρατιωτικής παρακμής του Βυζαντίου. Μια σειρά από σπάταλους και διεφθαρμένους αυτοκράτορες σε συνδυασμό με την πολυέξοδη και πολυπρόσωπη αυλική καμαρίλα που οι δολοπλοκίες της άγγιζαν τα όρια του γελοίου, διασπάθισαν τα οικονομικά αποθέματα των ταμείων που είχαν αποταμιεύσει οι Αυτοκράτορες της Δυναστείες των Μακεδόνων. Τα έξοδα της Αυλής πολλαπλασιάστηκαν και αυτό ανάγκασε τους αυτοκράτορες να δημοπρατούν τελωνειακές διευκολύνσεις και προνόμια στους εμπόρους της Βενετίας της Γένοβας και της Φλωρεντίας για τα εμπορεύματα που διακινούσαν μέσω της Κωνσταντινούπολης. Αυτό ανακούφιζε προσωρινά την οικονομική κατάσταση αλλά συρρίκνωνε μακροπρόθεσμα το ετήσιο εισόδημα του Βυζαντινού κράτους. Ταυτόχρονα εξόντωνε τους Βυζαντινούς εμπόρους συγκεντρώνοντας το εμπόριο στα χέρια των Ενετών που ήταν πιο ανταγωνιστικοί, χάρις τα προνόμια αυτά.


Οι Σταυροφορίες των Λατίνων την ίδια εποχή, έφεραν αναστάτωση στον Βυζαντινό χώρο. Οι Σταυροφόροι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του Βυζαντινού στρατού και τις έριδες επίδοξων Αυτοκρατόρων, άλωσαν την Κωνσταντινούπολη και επέβαλλαν ένα βραχύβιο δικό τους Λατινικό κράτος. Το γεγονός αυτό είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για την συνοχή του κράτους και του πληθυσμού του Βυζαντίου. Τα δύο ισχυρότερα κράτη που είχαν προκύψει από την συντριβή του Βυζαντίου το 1204, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Θεόδωρου Λάσκαρι, εξήντλησαν τις δυνάμεις τους σε ένα συνεχή πόλεμο μεταξύ τους. Άλλες Βυζαντινές πόλεις και νησιά του Αιγαίου είχαν καταληφθεί από τους Ενετούς, Λατίνους Ευγενείς η ληστρικές συμμορίες (Καταλανική Εταιρεία κτλ) και είχαν αυτονομηθεί σαν ξεχωριστές πόλεις-κράτη.

Ο Βυζαντινός χώρος κατακερματίστηκε σε μικρά φέουδα, με μια σειρά από τοπικούς μεγάλους γαιοκτήμονες, τους λεγόμενους τότε "δυνατούς", να μην υπακούουν στην κεντρική διοίκηση των Παλαιολόγων που είχαν απελευθερώσει εντελώς συμπτωματικά την Κωνσταντινούπολη το 1261 μ. Χ. Οι «δυνατοί» ήταν παλαιοί ανώτατοι Αξιωματικοί του Βυζαντινού στρατού που εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία των Αυτοκρατόρων, οικειοποιούμενοι εκτεταμένα κρατικά Αυτοκρατορικά κτήματα, τις λεγόμενες «Πρόνοιες».

Η ισχυροποίηση των κατά τόπους αρχόντων και η εξασθένιση της Κεντρικής Βυζαντινής εξουσίας, εξέθεσαν τις κατώτερες αγροτικές τάξεις στο έλεος και στην διάκριση των "δυνατών" που επικρατούσαν ανά περιοχή. Οι νέοι αυτοί αφέντες κατέφυγαν στην καταπίεση, στην αδικία και στην εξοντωτική φορολόγηση των φτωχών αγροτών και τεχνιτών των υποτυπωδών αστικών κέντρων της εποχής, δημιουργώντας έντονα κοινωνικά προβλήματα και εξεγέρσεις με κυριότερη αυτή των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη που είχε Θρησκευτικά ελατήρια, αλλά απέκτησε κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Η σημαντική αυτή εξέγερση υπονόμευσε την άμυνα της πόλης και την παρέδωσε στα χέρια των Οθωμανών.

Μέσα στο ζοφερό αυτό κλίμα αναρχίας και αυθαιρεσίας, καμία κοινωνική δύναμη η συνιστώσα δεν σήκωνε το βλέμμα να αντικρίσει την Οθωμανική λαίλαπα που είχε πλέον κατακλύσει τα εδάφη της Μικράς Ασίας στα μισά του 13ου Αιώνα καταστρέφοντας πολλές Χριστιανικές πόλεις και σφάζοντας η υποδουλώνοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς της. Η βία, η ληστεία και η λεηλασία ξεσπούσε παντού όπου περνούσαν οι Οθωμανοί. Η Εκκλησία, που ως θεσμός είχε βοηθήσει δυναμικά πολλές φορές στο παρελθόν στην επιβίωση του Βυζαντίου, υπέσκαπτε την εξουσία των Παλαιολόγων λόγω της προσήλωσης των τελευταίων στην υπόθεση της δογματικής Ένωσης του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης με την Παπική Εκκλησία. Αλλά και η Εκκλησία ως θεσμός είχε διαβρώσει σημαντικά τις κοινωνικές δομές του Κράτους.
Τα μοναστήρια και οι εκκλησίες είχαν πολλαπλασιαστεί, έχοντας μεγάλες περιουσίες και εκτάσεις καλλιεργήσιμων εδαφών που επέτειναν τις κοινωνικές ανισότητες και τον κοινωνικό αναβρασμό. Οι ιερωμένοι και οι μοναχοί στο Βυζάντιο αποτελούσαν μια ξεχωριστή πολυπληθής κοινωνική τάξη, και ήταν πρόσωπα ιερά και απαραβίαστα και απολάμβαναν μια σειρά από κοινωνικά και οικονομικά προνόμια. Συγκεκριμένα οι μοναχοί και οι ιερωμένοι δεν φορολογούνταν και ήταν απαλλαγμένοι από στρατιωτικές υποχρεώσεις. Αυτά τα προνόμια προέτρεπαν πολλούς να ασπαστούν τον μοναχικό βίο, όχι ως στάση ζωής και Ασκητικού βίου, αλλά ως τον ευκολότερο τρόπο να αποφύγουν τα κοινωνικά βάρη που εξαθλίωναν τους υπόλοιπους. Έτσι οι περισσότεροι όχι μόνο δεν παρήγαγαν πνευματικό και ποιμαντορικό έργο, αλλά αντιθέτως προκαλούσαν με τον ακόλαστο και πολυτελή βίο τους.

Ήδη στα μισά του 14ου Αιώνα μ. Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν φόρου υποτελής στον Οθωμανό Σουλτάνο, με την πρόσθετη εξευτελιστική υποχρέωση να εκστρατεύει στο πλευρό του ως Σύμμαχος. Οι Άρχοντες των Βυζαντινών ημιανεξάρτητων κρατιδίων κοιτούσαν αδιάφοροι να έρχεται ο χαμός τους και η μόνη αντίδραση τους ήταν να καλούν τον Σουλτάνο ως διαιτητή στις ασήμαντες εδαφικές διαφορές τους. Μόνο γέλιο ανάμικτο με θλίψη προκαλούν οι Δημήτριος και Θωμάς Παλαιολόγος που ζήτησαν την συνδρομή του Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή (επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης) για να επιβληθεί ο ένας στον άλλον!!! Ο Μεχμέτ εισέβαλε και σκλάβωσε την Πελοπόννησο, αιχμαλωτίζοντας τον Δημήτριο και διώκοντας τον Θωμά….


ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Η τελευταία άμυνα που αντέταξε το Βυζαντινό ετοιμοθάνατο μόρφωμα κυριολεκτικά την δωδέκατη ώρα, ήταν η πολιτική δραστηριότητα δύο κορυφαίων πνευματικών προσωπικοτήτων και η γενναία θυσία του τελευταίου Θρυλικού Αυτοκράτορα της. Οι δύο πνευματικοί άνδρες ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός (ο αυτοαποκαλούμενος «Πλήθων»), και ο τότε επίσκοπος Νικομήδειας Βησσαρίων. Αυτοί διατύπωσαν σε ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ενέργειες που πιθανά να αναζωογονούσαν το ετοιμοθάνατο Βυζάντιο. Ο ηρωικός και έντιμος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄ προσπάθησε να εφαρμόσει το πρόγραμμα αυτό, που προέβλεπε ενίσχυση της Κεντρικής Εξουσίας, περιστολή της ασυδοσίας των «δυνατών», νομική προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανάταση του Εθνικού φρονήματος με την σύνδεση του απλού λαού με την ένδοξη Ελληνική κληρονομιά του, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, περιστολή των υπερβολικών Εκκλησιαστικών δικαιωμάτων, οχύρωση Εξαμιλίου (Ισθμού) κτλ.

Ήταν όμως πολύ αργά. Στα παλαιά αλλά επιβλητικά τείχη της Κωνσταντινούπολης παρατάσσονταν 10.000 σιδερόφραχτοι υπερασπιστές, όταν οι ιερείς και μοναχοί στον Ελλαδικό χώρο εκείνη την εποχή ξεπερνούσαν τις 100.000….Η προσωπική γενναιότητα και εντιμότητα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με την φαυλότητα και την ανικανότητα των περισσοτέρων προκατόχων του. Προάσπισε το συλλογικό συμφέρον έναντι της προσωπικής του υλικής ευμάρειας (που του δόθηκαν πολλές ευκαιρίες να εξασφαλίσει) και έπεσε όρθιος στα τείχη της Πόλης όπως επιτάσσει το καθήκον κάθε Βασιλιά.
Πάντως, παρά κάποιες αντίθετες διαβεβαιώσεις, είναι ιστορικά διασταυρωμένο ότι το άψυχο σώμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, δεν βρέθηκε ποτέ….
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η Κωνσταντινούπολη δεν αλώθηκε ούτε από την στρατιωτική δύναμη του Μεχμέτ του Β΄ του Πορθητή, ούτε από το ανώτερο πυροβολικό του, ούτε από το άνοιγμα της Κερκόπορτας από τους ανθενωτικούς ιερωμένους ούτε από την προδοσία των Δυτικών που δεν ενίσχυσαν τον Αυτοκράτορα. Η άλωση της Πόλης προήλθε από την κοινωνική αναρχία και αποσάθρωση, την κοινωνική διαφθορά και ανισότητα. Η εξαθλίωση του δημόσιου βίου, η ανάρρηση σε δημόσια αξιώματα φαύλων και φιλήδονων ανθρώπων, η διαφθορά των Αξιωματούχων, η θρησκοληψία του Κλήρου, η ηττοπάθεια των Αρχόντων….
Πάσα ομοιότης με την σημερινή πραγματικότητα (δεν) είναι συμπτωματική….





Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ 27-28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940



Πρόλογος - Το ελληνικό αμυντικό δόγμα στα βόρεια σύνορα

Το Μεσοπολεμικό Ελληνικό αμυντικό δόγμα ως το καλοκαίρι του 1939 προετοίμαζε τις Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για μια πιθανή επίθεση από την Βουλγαρία, που παρέμενε η μοναδική σταθερά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων. Όλα τα αμυντικά κονδύλια που είχαν εγκριθεί, διατέθηκαν για την οχύρωση της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου - την περίφημη γραμμή Μεταξά - μια αλυσίδα απόρθητων φρουρίων που λίγο έλειψε να σταματήσουν ακόμη και τις πανίσχυρες Γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες στην εισβολή του 1941. Για τον τομέα των συνόρων με την Αλβανία δεν υπήρχε πρόβλεψη αμυντικής θωράκισης καθώς η γειτονική χώρα, ασχέτως φιλοδοξιών και προθέσεων δεν αποτελούσε ρεαλιστικό επιθετικό κίνδυνο για την Ελλάδα.
Η Ήπειρος προμαχούσα έναντι της Ιταλικής απειλής

Αυτή η κατάσταση άλλαξε δραματικά μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1939. Παρά τις επίσημες Ιταλικές διαβεβαιώσεις για τις αγνές προθέσεις έναντι της Ελλάδας, το Γ. Ε. Σ. αμέσως ξεκίνησε μια προσπάθεια εκπόνησης ενός πρόχειρου σχεδίου αμύνης έναντι μιας πιθανής Ιταλικής επίθεσης, ενώ ενέκρινε κάποια μικρά κονδύλια για την οχύρωση της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Ψυχή της προσπάθειας αυτής αναδείχθηκε ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII μεραρχίας Ηπείρου, ένας ικανότατος στρατιωτικός
ηγήτωρ και μελλοντικός ήρωας των πρώτων Ελληνικών αμυντικών επιτυχιών έναντι της Ιταλικής επίθεσης. Ο Κατσιμήτρος είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με τον βαθμό του Λοχαγού, όπου είχε διακριθεί και τραυματιστεί σοβαρά. Είχε βαθιά γνώση του πολέμου και των απροσδόκητων δυσκολιών που ανέκυπταν τόσο στα χαμηλά επίπεδα διοίκησης όσο και στα ανώτερα.

Η μονάδα του Κατσιμήτρου στον Ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό του ΓΕΣ όπως τον είχε εγκρίνει ο ίδιος ο Παπάγος, σε περίπτωση Ιταλικής επίθεσης, όφειλε να επιβραδύνει όσο περισσότερο μπορούσε την Ιταλική προέλαση ώσπου να ολοκληρωθεί η Ελληνική επιστράτευση και να μπει στον αγώνα ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού. Όμοια αποστολή είχε και το απόσπασμα Δαβάκη στον τομέα της Πίνδου, όμως εκεί οι δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες λόγω των μικρών δυνάμεων στον τομέα (μόλις 3 τάγματα!). Ο Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII μεραρχία στην περιοχή από το 1938 και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις τόσο με τους ιφυσταμένους του και τους στρατιώτες του, όσο και με τον τοπικό πληθυσμό. Ηπειρώτης ο ίδιος (η καταγωγή του ήταν από τα Άγραφα), είχε αποφασίσει να μην δώσει στο εχθρό ούτε σπιθαμή εδάφους και να προτάξει αντίσταση μέχρι θανάτου στον τομέα του Καλπακίου, ορεινό σημείο που δέσποζε σε όλη την τοποθεσία και αποτελούσε μια άριστη εκ φύσεως οχυρή γραμμή για άμυνα. Ο Κατσιμήτρος πίστευε ότι η κύρια Ιταλική ενέργεια θα στρεφόταν εναντίον της τοποθεσίας αυτής και αποφάσισε να τα επικεντρώσει τις προσπάθειες του εκεί.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΤΑΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (1878-1881)


Κωνσταντίνος Λινάρδος: Τον Φεβρουάριο του 1878 ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας έφτανε στο τέλος του. Οι νικητές Ρώσοι αναγκάζουν την Οθωμανική κυβέρνηση να υπογράψει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με την οποία πλησιάζουν όσο ποτέ άλλοτε στην υλοποίηση των φιλόδοξων σχεδίων τους. Ο  κίνδυνος όμως μονομερούς επίλυσης του ανατολικού ζητήματος προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις της Βρετανίας και της Αυστροουγγαρίας που θεωρούν ότι θίγονται ζωτικά τους συμφέροντα. Οι Ρώσοι που αρχικά δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υποχωρήσουν , ελπίζουν σε μια γερμανική υποστήριξη ή έστω ανοχή που θα συγκρατούσε την Αυστροουγγαρία. Όταν όμως και οι Γερμανοί υιοθετούν τις απόψεις του αντίθετου στρατοπέδου  αναγκάζονται τελικά να αποδεχτούν την μερική αναθεώρηση της συνθήκης. Ως εκ τούτου οι ισχυροί  αποφασίζουν να επιλύσουν διπλωματικά το ζήτημα σε συνέδριο το οποίο θα διεξαγόταν τον Ιούνιο του 1878 στο Βερολίνο.




Το συνέδριο του Βερολίνου και οι αποφάσεις του



Οι αποφάσεις του συνεδρίου αποκατέστησαν τις διαταραχθείσες ισορροπίες , απομακρύνοντας το ενδεχόμενο ενός πανευρωπαϊκού πολέμου για τον οποίο δεν ήταν προετοιμασμένος κανείς.

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση ήταν ο περιορισμός των εδαφών της Βουλγαρίας που διατηρούσε μεν την ανεξαρτησία της (τυπικά αυτόνομη ηγεμονία) , όμως τα εδάφη της μειώνονταν στο 1/3 του αρχικού , διατηρώντας μια έκταση περίπου 60.000 τ.χλμ (το βόρειο τμήμα της σημερινής Βουλγαρίας). Από εκεί και πέρα η Αυστροουγγαρία πέτυχε τον αντικειμενικό της στόχο που ήταν ο έλεγχος της δυτικής βαλκανικής , προσαρτώντας (αρχικά για 30 χρόνια και υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου) την Βοσνία –Ερζεγοβίνη. 



Η Ρωσία αναγκαζόταν να επιστρέψει μέρος των εδαφών που είχε καταλάβει στον Καύκασο, αλλά και μια μικρή λωρίδα γης της Βεσσαραβίας στη Ρουμανία , ενώ η Σερβία και το Μαυροβούνιο διατηρούσαν τα εδάφη που τους είχαν αποδοθεί  , όμως λόγω των αντιρρήσεων της Αυστροουγγαρίας το θέμα των θαλάσσιων συνόρων του Μαυροβουνίου παρέμενε σε εκκρεμότητα. Επιπλέον η Ανατολική Ρωμυλία (σημερινή νότια Βουλγαρία) δεν θα αποτελούσε επαρχία του βουλγαρικού κράτους , αλλά θα εξακολουθούσε να παραμένει ως αυτόνομη περιοχή  στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο διοικητής θα διοριζόταν από την Οθωμανική κυβέρνηση με την απαραίτητη όμως συγκατάθεση των ισχυρών δυνάμεων, ενώ τουρκικά στρατεύματα θα υπήρχαν μόνο στα σύνορα , παράλληλα την εσωτερική ασφάλεια θα εξασφάλιζε σώμα αστυνομίας και μονάδες πολιτοφυλακής που θα οριζόντουσαν βάση του κυρίαρχου κατά περιφέρεια θρησκεύματος.

Για την Μακεδονία και τη Θράκη απλώς τονίστηκε η ανάγκη ορισμένων διοικητικών μεταρρυθμίσεων , ενώ στο άρθρο 23 γινόταν μνεία για την Κρήτη και την υποχρέωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να τηρήσει απαρέγκλιτα τον κανονισμό του 1868 , αλλά και τις όποιες τροποποιήσεις θα κρίνονταν αναγκαίες.



Με ξεχωριστή συμφωνία η Βρετανία απαίτησε και πήρε από την Οθωμανική αυτοκρατορία την Κύπρο , ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών της προς αυτή… Για την Ελλάδα υπήρχε μια καταρχήν απόφαση να της δοθούν ορισμένα εδάφη , ώστε να διατηρηθούν οι εδαφικές ισορροπίες μεταξύ των βαλκανικών χωρών. Μάλιστα  η γαλλική πρόταση έκανε λόγο για νέα σύνορα που θα έφθαναν μέχρι την κοιλάδα του Πηνειού στη Θεσσαλία και τον ποταμό Καλαμά στην Ήπειρο (με τα Ιωάννινα). Η πρόταση αυτή έγινε καταρχήν αποδεκτή από τις άλλες χώρες πλην της Βρετανίας που εξέφραζε αντιρρήσεις.

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε η Οθωμανική αντιπροσωπεία που εμφανιζόταν αρνητική σε οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση προς την χώρα μας. Έτσι οι ισχυροί πρόσθεσαν στη συνθήκη το άρθρο 24 στο οποίο προβλεπόταν οι δύο χώρες να διευθετήσουν με απευθείας συζητήσεις την
Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
χάραξη νέων συνόρων , με βάση διαπραγμάτευσης την γαλλική πρόταση που θεωρείτο ευνοϊκή για την Ελλάδα. Αν δεν κατάφερναν να βρούνε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση τότε οι χώρες του συνεδρίου ως μεσολαβητές θα είχαν το δικαίωμα να επέμβουν και να  καθορίσουν αυτές τα νέα όρια του ελληνικού κράτους.




Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου



Η έναρξη του πολέμου  προβλημάτισε έντονα την Ελλάδα , αφού ο κίνδυνος να επέλθει συνολική λύση του ανατολικού ζητήματος σε βάρος των ελληνικών δικαίων ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

Η Ελλάδα έβγαινε απότομα από τη χειμερία νάρκη , συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι τόσο το δίκαιο των εθνοτήτων αυτό που  καθορίζει τις διεθνείς αποφάσεις όσο τα συμφέροντα εκάστης χώρας. Το γεγονός αυτό αποκτούσε δραματικές διαστάσεις αφού συν τοις άλλοις η χώρα ήταν απαξιωμένη στρατιωτικά, ενώ η ρωσική πολιτική ήταν ηλίου φαεινότερο ότι στρεφόταν εναντίον των ελληνικών συμφερόντων. Ο κόσμος δυσανασχετούσε  και την άνοιξη του 1877 ο Πρωθυπουργός Κουμουνδούρος αποφασίζει να παραιτηθεί προκειμένου να αποφύγει την λαϊκή δυσαρέσκεια που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και με διαδηλώσεις … 



Ύστερα από αυτό και λόγω των εξελίξεων αποφασίζεται (με την καθοριστική παρέμβαση του Βασιλιά) να σχηματισθεί τον Μάιο οικουμενική κυβέρνηση  στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα ηχηρά πολιτικά ονόματα της εποχής. (Κουμουνδούρος –Τρικούπης –Ζαΐμης - Δεληγεώργης - Δηλιγιάννης- Ζυμβρακάκης). Πρωθυπουργός κοινή συναινέσει επιλέχτηκε ο αγωνιστής του 1821 , Κωνσταντίνος Κανάρης  ενώ οι λοιποί πολιτικοί ηγέτες αναλαμβάνουν τα διάφορα υπουργεία. Το σχήμα αυτό ναι μεν ικανοποίησε τις λαϊκές προσδοκίες ήταν όμως αδύνατο να λειτουργήσει , αφού μεταξύ των συμμετεχόντων υπήρχε διαφορά θέσεων και αντιλήψεων για σειρά θεμάτων… Η κατάσταση θα
Χαρίλαος Τρικούπης
χειροτερεύσει όταν ο ένδοξος πυρπολητής της ελληνικής επανάστασης θα αποβιώσει πλήρης ημερών στις αρχές Σεπτεμβρίου. Οι πολιτικοί αρχηγοί αδυνατώντας να δεχτούν ο ένας κάποιον άλλον για Πρωθυπουργό καταλήγουν στο να είναι όλοι… ίσοι και ο κάθε υπουργός να έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο όταν θα είχε να αναφέρει ζητήματα που αφορούσαν το υπουργείο του… Όμως η  κατάσταση αυτή , σε συνδυασμό και με την διεθνή διπλωματική ρευστότητα, είχε ως αποτέλεσμα να μην ληφθεί μια οριστική απόφαση για την τελική στάση της χώρας , γεγονός που δυσαρεστούσε πολλούς  εντός και εκτός χώρας. Στις αρχές του 1878 ο Βασιλιάς Γεώργιος αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι και αφού εξαναγκάζει ουσιαστικά τους υπουργούς σε παραίτηση , αναθέτει εκ νέου την Πρωθυπουργία στον Κουμουνδούρο που προχωρεί άμεσα στον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης στην οποία από τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς συμμετέχει μόνο ο Δηλιγιάννης που αναλαμβάνει το υπουργείο εξωτερικών.



Ο Κουμουνδούρος επιθυμούσε την άμεση εισβολή του στρατού , όμως η ελλιπής και αντιφατική πληροφόρηση για το αν επίκειται ή όχι συνθηκολόγηση των Τούρκων θα οδηγήσει σε νέα καθυστέρηση… Έτσι όταν τελικά δίνεται εντολή στον στρατό να εισβάλλει στα Οθωμανικά εδάφη , η Οθωμανική κυβέρνηση έχει ήδη συνθηκολογήσει με την Ρωσία. Με την παρέμβαση των ισχυρών χωρών αποτρέπεται η όποια επιθυμία της Οθωμανικής κυβέρνησης για εισβολή στην Ελλάδα , όμως όλα αυτά τα  σφάλματα , πέρα από την πλήρη καταβαράθρωση του γοήτρου έδειχναν ξεκάθαρα σε όλους και το πόσο απαράσκευη ήταν στρατιωτικά η χώρα γεγονός που αναμφισβήτητα την αποδυνάμωνε και διπλωματικά.


Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΚΑΤΑΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟ ΒΑΡΥ ΙΠΠΙΚΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


            O κατάφρακτος ιππέας εμφανίζεται για πρώτη φορά στους στρατούς των Aχαιμενιδών Περσών (4ος αιώνας π.X.) λίγο πριν ο Mέγας Aλέξανδρος καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία. Oι Eλληνες ονόμασαν τους βαριά θωρακισμένους Ανατολίτες ιππείς "κατάφρακτους", διότι ήταν καθολικά θωρακισμένοι, ενώ χρησιμοποιούσαν θωράκιση και για το άλογό τους. Στη συνέχεια, οι Σελευκίδες χρησιμοποίησαν δικά τους σώματα κατάφρακτων, ενώ διάσημοι έγιναν οι Πάρθοι κατάφρακτοι. Oι Pωμαίοι, αντιμετωπίζοντας συχνά τους Πάρθους, υιοθέτησαν και οι ίδιοι σε περιορισμένο βαθμό αυτόν τον τύπο ιππικού. Aπό αυτούς ακριβώς τους Pωμαίους Cataphractarii (οι Pωμαίοι χρησιμοποίησαν το ελληνικό όνομα) κατάγονται οι Bυζαντινοί κατάφρακτοι, που έδρασαν - εξελισσόμενοι συνεχώς από την αρχή της βυζαντινής ιστορίας έως το  τέλος της Kωνσταντινούπολης το 1453. Ονομάζονται κατάφρακτοι ή κλιβανοφόροι ή λωρικάτοι.
            Bεβαίως, οι κατάφρακτοι γνώρισαν πολλές αλλαγές και διαφοροποιήσεις, αλλά για την παρουσίαση αυτή επιλέξαμε έναν τυπικό κατάφρακτο του 10ου αιώνα, όπως έδρασε στους στρατούς της εποχής του Nικηφόρου Φωκά και των αυτοκρατόρων της Mακεδονικής δυναστείας.

Oπλισμός - θωράκιση
           Oι κατάφρακτοι, όπως υπονοεί το όνομά τους, ήταν βαρύτατα θωρακισμένοι και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους στο πεδίο της μάχης. Στην αρχική εκδοχή τους ήταν λογχοφόροι (για την ακρίβεια κοντοφόροι, αφού το κύριο όπλο τους ήταν ο "κόντος", το βαρύ ιππικό δόρυ), ενώ στη συνέχεια απέκτησαν μία πλειάδα όπλων. Δύο ήταν οι τύποι κατάφρακτου που κυριάρχησαν την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. O πρώτος ήταν ο κοντοφόρος (οπλισμένος με το βυζαντινό "κοντάριον", δηλαδή, την εξέλιξη του "κόντου") και ο δεύτερος ο ιπποτοξότης. Πέραν του κύριου όπλου, οι τύποι δεν είχαν καμία διαφορά ως προς τον οπλισμό και την πανοπλία τους. Eίχαν όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεγάλη διαφορά ως προς τη λειτουργία τους στο πεδίο της μάχης.
          Πέραν του "κοντάριου" και του τόξου, οι κατάφρακτοι ήταν οπλισμένοι ακόμη με σπαθί, κεφαλοθραύστη και εγχειρίδιο. Oι τοξότες διέθεταν, φυσικά, μία φαρέτρα στην οποία, εκτός από τα 30-40 βέλη, υπήρχε και μία δεύτερη χορδή για το τόξο, σε περίπτωση που έσπαζε η πρώτη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατάφρακτοι οπλίζονταν και με δύο ακόντια. Στον αμυντικό οπλισμό τους συγκαταλεγόταν μία ασπίδα, που ήταν είτε στρογγυλή και πολύ μικρή (οπότε την έφεραν περασμένη στον αριστερό βραχίονα) είτε τριγωνική και μεγαλύτερη (οπότε την κρατούσαν με το αριστερό χέρι).
          H θωράκιση των καταφράκτων ήταν ιδιαίτερα βαριά. Tο βασικό συστατικό στοιχείο της ήταν το "κλιβάνιον", ένας θώρακας που τις περισσότερες φορές ήταν ελασμάτινος, με μικρά μεταλλικά ελάσματα ραμμένα το ένα μαζί με το άλλο ή πάνω σε ένα δερμάτινο υπόστρωμα. Kατά κανόνα, πάνω από το "κλιβάνιον" οι κατάφρακτοι φορούσαν ένα "επιλωρίκιον", ένα ρούχο από χοντρό, συχνά εφαπλωματοποιημένο ύφασμα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από τον θώρακα φορούσαν έναν αλυσιδωτό θώρακα, που ονομαζόταν "ζάβα" ή "λωρίκιον", για ακόμη μεγαλύτερη προστασία. Tο κράνος ήταν σιδερένιο, σχετικά απλής κατασκευής, με ξεχωριστό εξάρτημα για την προστασία του αυχένα.
           Για την προστασία της ηβικής χώρας φρόντιζαν οι "πτέρυγες", ενώ για τους βραχίονες και τις γάμπες υπήρχαν αντίστοιχα τα "χειρόψελλα" ή "μανικέλια" και τα "ποδόψελλα" ή "χαλκότουμπα". Kατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα δεν ήταν σε ευρεία χρήση η θωράκιση και για το άλογο, που επανήλθε πάντως σε μία συγκεκριμένη υποκατηγορία κατάφρακτων που ονομάστηκαν "κλιβανοφόροι", οι οποίοι ήταν ακόμη βαρύτερα θωρακισμένοι.

Tακτικές - μάχες
             Oι κατάφρακτοι αναπτύχθηκαν ως απάντηση στους εξωτερικούς εχθρούς του Bυζαντίου. Hταν ένα ιππικό διττού ρόλου: μπορούσε να λειτουργήσει σε ρόλο ιπποτοξοτών ή να εφαρμόσει τυπικές τακτικές βαρέος ιππικού (έφοδο με τη λόγχη). Σε πολλές περιπτώσεις, η βαριά θωράκιση επέτρεπε την επιβίωση των καταφράκτων ακόμη και μεταξύ πολλών εχθρών, κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για την τακτική χρησιμοποίησή τους.
            Mία τυπική τακτική του 10ου αιώνα, όπως συνάγουμε από τα στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής, ήταν η χρήση και των δύο τύπων καταφράκτων σε συνδυασμό. Oι ιπποτοξότες καταπονούσαν τον αντίπαλο με βέλη, ενώ οι λογχοφόροι έκαναν αλλεπάλληλες εφόδους, προσπαθώντας να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη. H ισχύς των καταφράκτων ήταν τρομερή, αφού πέραν της εξαιρετικής πανοπλίας τους διέθεταν και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Eχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις, σε μάχες της εποχής, που η έφοδος ενός συντεταγμένου σώματος καταφράκτων διαλύει οποιαδήποτε άμυνα. Λόγω της βαριάς θωράκισής τους μπορούσαν να εκτελέσουν έφοδο ακόμη και ενάντια σε συντεταγμένο πεζικό (αρκεί αυτό να μην ήταν οπλισμένο με σάρισες), ενώ ακόμη και οι λαοί της στέπας, που μάχονταν ως ιπποτοξότες και ήταν απρόσβλητοι από τους συνήθεις τύπους βαρέος ιππικού, είχαν σοβαρό πρόβλημα με τους κατάφρακτους, εφόσον οι τελευταίοι είχαν τοξότες ανάμεσά τους (στην ιδανική αναλογία του 40% που αναφέρουν τα βυζαντινά εγχειρίδια).

 Οπλισμός

 

Kοντάριον: Eξέλιξη του κόντου, που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας, το κοντάριον ήταν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ιππικό δόρυ (λόγχη) μήκους 2 έως 2,5 μέτρων, λεπτότερο από το αντίστοιχο του πεζικού με μακριά και βαριά αιχμή.

 Tόξο: Tο χαρακτηριστικό βυζαντινό τόξο ήταν εξέλιξη του αντίστοιχου των Oύννων, από τους οποίους το είχαν υιοθετήσει οι Pωμαίοι της Aνατολής τον 5ο αιώνα μ.X. Eπρόκειτο για ένα κυρτό, παλίντονο τόξο, σύνθετης κατασκευής, με μήκος περί τα 90-95 εκατοστά και χορδή από εντόσθια ζώων. Eίχε ιδιαίτερα αξιόλογο βεληνεκές και ήταν θανάσιμο σε αποστάσεις όπου δεν μπορούσαν να φθάσουν τα λιγότερο εξελιγμένα τόξα της εποχής.

  Aπελατίκιον: Eνας ιδιότυπος κεφαλοθραύστης που ήταν σε χρήση μεταξύ των Bυζαντινών για αιώνες. Tο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι αξιωματούχοι του βυζαντινού στρατού και συγκεκριμένα των ιππικών σωμάτων, ωστόσο κατά περιόδους ήταν διαδεδομένος και ευρύτερα.

Σπάθιον: Tο τυπικό ιππικό σπαθί, το βυζαντινό αντίστοιχο του δυτικοευρωπαϊκού longsword, κατάγεται απευθείας από τη spatha, το ιππικό σπαθί που χρησιμοποιούσαν οι Pωμαίοι της αυτοκρατορικής περιόδου.

 Παραμήριον (ή Παραμέριον). Eνα σπαθί μονής κόψης, μακρινός απόγονος της αρχαιοελληνικής κοπίδας, που μοιάζει με τα ανατολίτικα γιαταγάνια. Iδιαίτερα αποτελεσματικό σε θλαστικά χτυπήματα με φορά από πάνω.

             Οι κατάφρακτοι αποτέλεσαν ουσιαστικό συστατικό των νικηφόρων πολέμων του Βυζαντίου κατά την περίοδο της λεγόμενης «βυζαντινής εποποιίας» (950-1025). Ήταν τόση  η φήμη τους και ο τρόμος που προκαλούσαν στους αντιπάλους,με αποτέλεσμα και μόνο το άκουσμα της άφιξης τους να αρκεί πολλές φορές για την υποχώρηση του εχθρού (όπως έγινε επί Βασιλείου Β', όταν λύθηκε η πολιορκία του Χαλεπίου από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, και το 1030 σε ανάλογη πορεία στη Συρία). Οι κατάφρακτοι ακολούθησαν την παρακμή της αυτοκρατορίας, μειούμενοι συνεχώς σε αριθμό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών.