Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΕΣ "ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ" ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΩΝ (1824- 1825) ΜΕΡΟΣ Α'









 Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου


Πολλά έχουν γραφεί από πολλούς ιστορικούς για τα δύο “θαλασσοδάνεια” τής Ανεξαρτησίας. Όχι όμως αρκετά, ούτως ώστε οι πολιτικοί μας ταγοί να μπορέσουν να συνάγουν χρήσιμα συμπεράσματα για το σήμερα από τις θλιβερές δανειακές επιδόσεις τής εμπολέμου νεοφυούς Ελληνικής Πολιτείας στις διεθνείς χρηματαγορές το 1824-1825. Συνοπτικά, τρεις εβδομάδες πριν την εισβολή των αιγυπτιοαφρικανικών στρατευμάτων τού Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο (12/2/1825), η Ελλάδα είχε ήδη (αυτο)καταστραφεί οικονομικώς αφού είχε καταστεί μία υπερχρεωμένη χώρα: Παρότι το Ελληνικό Κράτος διέθετε τότε μεγάλη ταμειακή ρευστότητα σε συναλλαγματικά διαθέσιμα, και μάλιστα σε χρυσές λίρες Αγγλίας, εντούτοις η Ελλάδα τότε, τον Φεβρουάριο 1825, ήταν μία χώρα που ήταν οικονομικώς χρεωκοπημένη, κοινωνικώς διαλυμένη και στρατιωτικώς “ανοχύρωτη” (ήδη από την 26/1/1825).





Ι. Η “βρεφική” υπερχρέωση τής Ελληνικής Πολιτείας

Στο τέλος τού 1825, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος4 τής Ελλάδος συμποσούτο σε 2.220.800 χρυσές λίρες Αγγλίας5 ως αποτέλεσμα τής έκδοσης και αναχρηματοδότησης στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου των δύο πρώτων εξωτερικών ομολογιακών δανείων τής νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Το ποσό αυτό ήταν ισόποσο προς 111 εκατομ. γρόσια. -----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ)
απελευθερωθείσης Ελλάδος, οικ. έτος 1823-1824W
(εκατομμύρια γρόσια)
1. Γεωργοκτηνοτροφικός τομέας1
     (> 78% τού πληθυσμού)
  1.1.  Πελοπόννησος
          (μετά Μεγαρίδος)                            48,1   
 
  1.2.  Στερεά Ελλάδα
          (άνευ Μεγαρίδος και Ακαρνανίας)      12,3   
  
  1.3.  Νήσοι                                        . 5,5          65,9          
2.  Ναυτικός Τομέας (ναυτιλία κ.τ.λ.)2
     (~ 8% τού πληθυσμού):                                                 9,1
3.  Αστικός-περιαστικός τομέας3
     (< 14% τού πληθυσμού)                                              12,9
                                                                                                                      .            .
           Συνολικό ΑΕΠ:                                      87,1        
W Πελοπόννησος + Στερεά Ελλάδα (πλήν Ακαρνανίας)
   + Νήσοι (Εύβοια, Κυκλάδες, Αίγινα, Πόρος, Ύδρα, Σπέτσες).
                                                                     Πίνακας 1
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
          Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) τής απελευθερωθείσης Ελλάδος, που τότε
συμπεριελάμβανε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τις Κυκλάδες και τις εγγύς νήσους (Αίγινα, Πόρος, Ύδρα, Σπέτσες κ.τ.λ.), ήταν τότε λιγότερο από 88 εκατομ. γρόσια (Πίνακας 1).
          Εάν διαιρέσουμε τα ως άνω δύο νούμερα [111 εκατομ. / 88 εκατομ.], συνάγουμε ότι το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής Ελλάδος το 1825 εκτινάχθηκε πάνω από το 127% τού ΑΕΠ. Επομένως το 1822-1825, η Ελληνική Πολιτεία ξεκίνησε την πορεία της στον ιστορικό χρόνο, ήδη “από γεννησιμιού της”, ως ένα υπερχρεωμένο κράτος.
          Συγκριτικά, μόλις το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής σύγχρονης Ελλάδος ανήλθε στο 86% τού ΑΕΠ (και το συνολικό Δημόσιο Χρέος στο 127%) το 2009, η Ελληνική Οικονομία πρακτικά χρεωκόπησε, ήτοι αμέσως στη συνέχεια αποκλείσθηκε  από τις διεθνείς χρηματαγορές επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα η Ελληνική Κυβέρνηση να (εξ)αναγκασθεί να προσφύγει στο ΔΝΤ και στους λοιπούς Τροϊκανούς “σωτήρες” (2010) ως άπελπις ικέτις. Όπως σήμερα (από το 2009), έτσι και τότε (από το 1825), το ελληνικό εξωτερικό Δημόσιο Χρέος ήταν προφανώς μη βιώσιμο λόγω τού δυσθεώρατου ύψους του σε σχέση με το ΑΕΠ τής χώρας.

          Ακόμη χειρότερα, εκείνο το αρχικό εξωτερικό Δημόσιο Χρέος (το 1825) δεν ήταν απλώς μη βιώσιμο μακροχρονίως, αλλά επίσης διεφαίνετο, με τραπεζικά τουλάχιστον κριτήρια, ως μη εξυπηρετήσιμο έστω και κατ' ελάχιστον, οποτεδήποτε: Η καταβολή των τόκων εκείνου τού εξωτερικού χρέους θα επεβάρρυνε (θεωρητικώς) τον κρατικό προϋπολογισμό με ποσό ίσο προς 111.040 λίρες κατ' έτος, ισόποσο προς 5.552.000 γρόσια κατ' έτος, που αντιστοιχούσε σε ονομαστικό (συμβατικό) επιτόκιο 5% επί τού ονομαστικού κεφαλαίου και σε πραγματικό (τοκογλυφικό) επιτόκιο 11,7% επί τού πραγματικού κεφαλαίου.6  Εκείνος όμως ο (ετήσιος) τόκος υπερέβαινε κατά πολύ το σύνολο των (ετησίων) εσόδων τού τακτικού προϋπολογισμού τής Ελληνικής Πολιτείας!

          Συγκεκριμένα, για το οικονομικό έτος 1823-1824 η Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) προϋπολόγισε ετήσια έσοδα τού Κρατικού Προϋπολογισμού 5.462.600 γρόσια από την Πελοπόννησο, τη Στερεά και τις Κυκλάδες ήτοι από ολόκληρη την πρώτη επικράτεια τής μετέπειτα αναγνωρισθείσης Ελλάδος (1830). Δηλαδή από το 1825 η εμπόλεμη Ελλάδα ενεφάνιζε ένα μοναδικό φαινόμενο στην Παγκόσμια Οικονομική Ιστορία: Οι ξένοι κερδοσκόποι χορηγούσαν στην Ελληνική Πολιτεία δάνεια τα οποία ήσαν κολοσσιαία για τα οικονομικά της μεγέθη, αφού μόνον οι τόκοι (χωρίς χρεωλύσια) υπερέβαιναν το… 101% των συνολικών εσόδων τού κράτους!!!

          Ακόμη χειρότερα, εκείνα τα κρατικά έσοδα τής νεοφυούς Ελληνικής Πολιτείας μόλις και μετά βίας μπορούσαν να καλύπτουν τις δοικητικές και λειτουργικές δαπάνες για (μόνον) 15.000 δοικητικούς υπαλλήλους και στρατιωτικούς (προς 400 γρόσια ετησίως ανά υπάλληλο ή στρατιωτικό κατά μέσο όρο). Δηλαδή η Ελλάδα ευρίσκετο εξ αρχής σε πλήρη αδυναμία να εξυπηρετήσει εκείνο το χρέος, ή οποιοδήποτε χρέος, ακόμη και  εάν το πραγματικό επιτόκιο τού χρέους τής χώρας δεν ήταν τοκογλυφικό (11,7%) αλλά “κανονικό” (3% - 5%), ή και “συμβολικό” (π.χ. 1%), αφού η τότε η εμπόλεμη Προσωρινή Κυβέρνηση τής Ελλάδος δεν μπορούσε να διαθέσει ούτε ένα γρόσι είτε για τόκους είτε για χρεολύσια από τον ισχνό και ελλειμματικό πολεμικό προϋπολογισμό της τότε.

ΙΙ. Το μυστήριο των κερδοσκοπικών προσδοκιών

Επομένως, εγείρονται κατ' αρχήν τα εξής τρία προφανή ερωτήματα:

1.   Κερδοσκόποι. Βάσει ποιάς ελλόγου προσδοκίας οι (Άγγλοι και Ολλανδοί) κερδοσκόποι πείσθηκαν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε ένα νεοφυές και μάλιστα εμπόλεμο κράτος που εξ υπαρχής αδυνατούσε λογιστικώς να καταβάλει έστω και μία λίρα έναντι τοκοχρεωλυσίων για εκείνα τα δάνεια;
          Οποιαδήποτε και εάν ήταν η “λογική” των κερδοσκόπων και οι συναφείς υπολογιστικές ή εκτιμησιακές μέθοδοι (τραπεζολογιστικές ή οικονομολογικές) των χρηματιστηριακών τους συμβούλων το 1824, ήταν προφανές τότε ότι η “ακαριαία” εκτίναξη τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος από το 0% στο δυσθεώρατο 127% τού ΑΕΠ το 1824-1825, και η συνακόλουθη εκτίναξη των καταβλητέων ετησίων τόκων τού εξωτερικού χρέους από το 0% στο σουρεαλιστικό 101% των ετησίων εσόδων τού προϋπολογισμού δι΄ εκείνων των δύο δανείων, θα καθιστούσαν αφ' εαυτών τότε την εμπόλεμη Ελληνική Πολιτεία ένα χρεωκοπημένο και επομένως αφερέγγυο κράτος αμέσως, ήδη από το 1825.
          Τίθεται επομένως το ερώτημα: Είχαν παραφρονήσει συλλογικώς οι ξένοι κερδοσκόποι τότε, αφού διεφαίνετο όχι απλώς η πιθανότητα αλλά η βεβαιότητα ότι μία προδήλως χρεωκοπημένη Ελλάδα αδυνατούσε όχι απλώς να πληρώσει οποιουσδήποτε τόκους, αλλά ακόμη και να επιστρέψει έστω και το κεφάλαιο στους κερδοσκόπους στο προβλέψιμο μέλλον, πριν δηλαδή οι εν λόγω ξένοι δανειστές τής Ελλάδος αποδημήσουν όλοι “εις Κύριον” (η “εις μαμωνά) απλήρωτοι, ανεξόφλητοι και “φεσωμένοι";

2.   Ελληνικό Κράτος. Δεν γνώριζε άραγε η Ελληνική Κυβέρνηση ότι η εκτίναξη τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους τής Ελλάδος στα ως άνω “ανεμοδαρμένα ύψη” ισοδυναμούσε με ουσιαστική (αν όχι και τεχνική) χρεωκοπία, ήτοι με οικονομολογική καταστροφή, με συνακόλουθο διεθνή διασυρμό τής “νηπιακής” Ελληνικής Πολιτείας και με επακόλουθη γεωστρατηγική ήττα τής εμπολέμου Ελλάδος τότε;
          Ασφαλώς και τα εγνώριζε όλα αυτά η Ελληνική Κυβέρνηση, διότι στους κόλπους της συμπεριελάμβανε έμπειρους Φαναριώτες (Μαυροκορδάτος, Νέγρης κ.τ.λ.), που είχαν εκπαιδευτεί παραδοσιακά και είχαν μάθει μεθοδικά πώς να διαφεντεύουν (οικονομικώς) όχι απλώς μία μικρή χώρα (όπως η εγειρόμενη Ελλάδα) αλλά επί πλέον μια ολάκερη αυτοκρατορία (όπως η Οθωμανική).
          Επομένως πώς σχεδίαζε η Ελληνική Πολιτεία να εξυπηρετήσει και αποπληρώσει εκείνα τα “θαλασσοδάνεια, έστω και πιθανολογικώς, όταν εξέδιδε τα ομόλογά της στο Χρηματιστήρο τού Λονδίνου;

3.   Ξένοι οίκοι. Με ποια λογική οι δύο έγκυροι επενδυτικοτραπεζικοί οίκοι Loughnan, Son and OBrien και J. & S. Ricardo διακινδύνευσαν το κύρος τους αναλαμβάνοντας ως ανάδοχοι (underwriters”) το έργο τής προώθησης, διάθεσης και διαχειριστικής εκκαθάρισης των δύο ελληνικών ομολογιακών δανείων, δεδομένου ότι εκείνα τα δάνεια εφαίνοντο, με τραπεζικά κριτήρια, όχι απλώς επισφαλή αλλά παντελώς ανασφαλή (“τζούφια ή “φούσκες) λόγω τής προκαταγεγραμμένης αδυναμίας τού Ελληνικού Κράτους να καταβάλει έστω και μία λίρα για τοκοχρεωλύσια, σύμφωνα τουλάχιστον με την άκαμπτη λογική τής απλής αριθμητικής;
 --------------------------------------------------------------------------------------------------------------



Συγκεντρωτικά έσοδα κρατικού προϋπολογισμού
της Ελλάδος, οικ. έτος 1823-1824

(γρόσια)


1. Έσοδα απελευθερωθείσης Ελλάδος:

  1.1.  Έσοδα Πελοποννήσου           2.605.800       
  1.2.  Έσοδα Στερεάς Ελλάδας        1.437.700       
  1.3.  Έσοδα Νήσων                       1.410.100       5.462.600           

2.  Έσοδα Κρήτης:                                                        7.383.620
                     
             
              Συνολικά έσοδα:                                                 12.846.220         
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

                                                                    Πίνακας 2                  

Το κλειδί στη λύση τού μυστηρίου, που συντίθεται από τα παραπάνω τρία ερωτήματα, βρίσκεται στον προϋπολογισμό τού Ελληνικού Κράτους, ο οποίος καταρτίσθηκε από τη Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823). Εκείνος ο προϋπολογισμός συμπεριελήφθηκε στη μακροοικονομική και εθνοστρατηγική έκθεση τού Φιλέλληνα Edward Blaquière (ενεργούντος ως εντολοδόχου τής Φιλελληνικής Επιτροπής τού Λονδίνου), η οποία δημοσιεύθηκε στο Λονδίνο την 13/9/1823 προς θετικό επηρεασμό των κερδοσκόπων υπέρ τής Ελλάδος, όπως αναλύεται συνοπτικά παρακάτω.





 




ΙΙΙ. α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας

Όπως αναγράφεται σε εκείνον τον προϋπολογισμό τού 1823-1824 (Πίνακας 2), πέραν των ως άνω εσόδων από την Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Κυκλάδες και εγγύς νήσους (5.462.000 γρόσια), η Ελληνική Κυβέρνηση προσδοκούσε, καθ' όν χρόνο προωθούσε την έκδοση τού πρώτου της ομολογιακού δανείου στο Λονδίνο, επιπρόσθετα έσοδα 7.383.620 γροσίων από την Κρήτη:7 Η Μεγαλόνησος συνέχιζε να μάχεται κατά στρατευμάτων και στόλων από τρεις ηπείρους Ασία, Αφρική και Ευρώπη όταν συνήφθη το α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας (9/2/1824). 
          Ειδικότερα, όπως αναλύεται στο άρθρο η Μάχη τής Κρήτης 1821-1824, (στα Θέματα Ελληνικής Ιστορίας), οι Ελληνοκρήτες κατόρθωσαν με τρομακτικές θυσίες να κρατήσουν το πολεμικό μέτωπο στη Μεγαλόνησο “ανοιχτό” και “εν εξελίξει” για αρκετούς μήνες κατά την κρίσιμη περίοδο Σεπτέμβριο 1823 - Μάρτιο 1824, ενώ δηλαδή η Φιλελληνική Επιτροπή τού Λονδίνου, η Ελληνική Κυβέρνηση, και προσωπικά ο Λόρδος Βύρων ως Αρχιεπίτροπος τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας,  διεξήγαγαν τον εναγώνιο κοινό τους αγώνα προς εξασφάλιση τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, παρότι οι Ελληνοκρήτες είχαν ηττηθεί ήδη από τον Αύγουστο τού 1823 (στη Μάχη στις Αρμουγέλλες) από τον  αιγυπτιοαφρικανικό τακτικό στρατό εισβολής. Τελικά, οι Ελληνοκρήτες κατέθεσαν τα όπλα μόνον αφού το δάνειο είχε εκδοθεί και διασφαλισθεί υπέρ τής Ελλάδος, και “συμπτωματικά” την ημέρα ακριβώς που η πρώτη δόση τού δανείου (£ 40.000) έφθασε στη Ζάκυνθο, ήτοι την 12 Απριλίου 1824.
          Θεωρητικά δηλαδή οι ξένοι κερδοσκόποι-ομολογιούχοι τού α΄ Δανείου τής
Άγγλος τραπεζίτης
Ανεξαρτησίας, όπως επίσης και η Ελληνική Κυβέρνηση και οι ξένοι οίκοι, “πόνταραν” στην απελευθέρωση τής Κρήτης και στην ενσωμάτωσή της με την Ελλάδα που θα υπερδιπλασίαζε τα έσοδα τού κρατικού προϋπολογισμού τής Ελλάδος. Επιπλέον “πόνταραν” σε επιπρόσθετα έσοδα (περί τα 2,5 εκατομμύρια γρόσια) από την ενσωμάτωση των περισσοτέρων νήσων τού ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα, αφού η καταστροφές τής Κάσσου και των Ψαρών (αμφότερες τον Ιούνιο 1824) δεν είχαν επισυμβεί όταν οι κερδοσκόποι αγόρασαν τα ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου (Φεβρουάριος 1824). Τέλος “πόνταραν” στην ενσωμάτωση και των Επτανήσων στην Ελλάδα, ως πιθανολογούμενη “προίκα” τής Αγγλίας στην ελεύθερη Ελλάδα.
          
 Δηλαδή μία ισχυρή Ελλάδα που θα συμπεριλάμβανε τις περισσότερες ελληνικές νήσους (Κυκλάδες, νήσοι ανατολικού Αιγαίου, Κρήτη και Ιόνιοι νήσοι), θα είχε κρατικό προϋπολογισμό με έσοδα που θα ξεπερνούσαν τα 17 εκατομμύρια γρόσια και θα έτεινε προς τα 20 εκατομμύρια γρόσια, με Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) που θα ξεπερνούσε τα 250 εκατομύρια γρόσια. Τότε, με μία τέτοια γεωγραφική διεύρυνση (τής επικρατείας) και τη συνακόλουθη οικονομική μεγένθυση (τού ΑΕΠ) τής χώρας, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος της θα περιορίζετο αυτόματα σε επίπεδο χαμηλότερο από το 50% τού ΑΕΠ (αντί τού 127% ως άνω), και η Ελλάδα θα μπορούσε τότε να το εξυπηρετήσει με συνέπεια, διότι θα επεβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό το πολύ με 28% - 33% των διευρυμένων εσόδων (αντί τού 111% ως άνω). Επομένως, σε ένα τέτοιο πλαίσιο δραστικής διόγκωσης τού ελληνικού ΑΕΠ στο προβλέψιμο μέλλον, το εξωτερικό Δημόσιο Χρέος τής χώρας θα καθίστατο βιώσιμο, ακόμα και στο (ληστρικό) επίπεδο τού πραγματικού επιτοκίου (12%) των Δανείων τής Ανεξαρτησίας. Επί πλέον, σχετικά σύντομα (μετά τη διεθνή αναγνώριση τής Ελλάδος), η ετήσια επιβάρυνση τού προϋπολογισμού για την εξυπηρέτηση τού εξωτερικού Δημοσίου Χρέους θα μπορούσε να μειωθεί σταδιακά πολύ πιο κάτω από το 28% - 33% των εσόδων, ήτοι στα επίπεδα τού 10% - 12%, μέσω διαδοχικών και συστηματικών αναδιαρθρώσεων τού χρέους, όπως με σταδιακή επαναγορά ομολόγων σε (χαμηλότερες) τιμές αγοράς με χρηματοδότηση από ευνοϊκότερα δάνεια κ.τ.λ., και επίσης λόγω τής αναμενόμενης οικονομικής ανάπτυξης αμέσως μετά τον πόλεμο.
          Στο μεταξύ η αξία των ομολόγων εις χείρας των κερδοσκόπων θα αυξάνετο αμέσως μετά την επίσημη ενσωμάτωση τής νησιωτικής Ελλάδος στην επικράτεια τής Ελληνικής Πολιτείας, και τότε οι κερδοσκόποι θα απεκόμιζαν κεφαλαιουχικά (υπερ)κέρδη. Δηλαδή τότε θα έκαναν “μεγάλο πάρτυ” στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου πουλώντας τα εις χείρας τους (υπερτιμημένα) ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου.




ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
ΕΘΝΟΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΑΣΤΡΟΥΣ (1823)                                  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ: 1823-1824 
ΣΩΜΑ
  ΑΝΔΡΕΣ
ΜΗΝΙΑΙΑ ΔΑΠΑΝΗ
(γρόσια)
ΕΤΗΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ
(γρόσια)
*
 ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ
ΚΑΙ
ΔΙΑΤΡΟΦΗ
ΚΟΣΤΟΣ
ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΕΦΟΔΙΩΝ
ΣΥΝΟΛΟ
ΣΤΡΑΤΟΣ:
26.650
1.066.000
250.000
1.316.000
11.844.000
ΣΤΡΑΤΕΥΜΑ
ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
26.650
1.066.000
250.000
1.316.000
11.844.000
ΣΩΜΑΤΑ
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ
18.300
732.000
100.000
832.000
7.488.000
ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΤΑΞΕΩΣ
6.050
242.000
50.000
292.000
2.628.000
ΣΥΝΟΛΟ
ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ
51.000
2.040.000
400.000
2.440.000
21.960.000
ΝΑΥΤΙΚΟ (60 ΠΛΟΙΑ)
7.000
780.000
400.000
1.180.000
10.620.000
ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
58.000
2.820.000
800.000
3.620.000
32.580.000
*       Η ετήσια δαπάνη είναι ίση προς τη μηνιαία δαπάνη επί 6 μήνες (για την καλοκαιρινή περίοδο Μαΐου-Οκτωβρίου) σύν το ήμισυ τής μηνιαίας δαπάνης επί 6 μήνες (για τη χειμερινή περίοδο Νοεμβρίου-Απριλίου).
Πίνακας 3
 
 


















 






ΙV. Ελληνική Στρατιά

Ο Λόρδος Βύρων, ως Αρχιεπίτροπος τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας ήτοι προϊστάμενος τής πενταμελούς επιτροπής8 προς επιτόπιο έλεγχο τής αξιοποίησης τού δανείου, αντίστοιχη με τη σημερινή (3μελή) Τρόϊκα   κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για μία γενναίαδανειοδότηση τής εμπολέμου Ελλάδος, βάσει ενός στρατηγικού πλαισίου αναφοράς, που ήταν συγκεκριμένο και ποσοτικοποιημένο: Στην Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) οι Έλληνες στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες προσδιόρισαν συναινετικώς ότι μία εθνοαπελευθερωτική εκστρατεία προς βορράν θα απαιτούσε εκστρατευτικό σώμα 26.650 ανδρών και σύνολο ενόπλων δυνάμεων 58.000 ανδρών. Σε εκείνη τη βάση, ο Λόρδος Βύρων επεδίωκε την άμεση δανειοδότηση τής Ελλάδος ώστε να συγκροτηθεί η εθνική στρατιά των Ελλήνων, η οποία όχι μόνον θα απελευθέρωνε την Ελλάδα το 1825-1826 αλλά και θα προκαλούσε τη διάλυση τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επί λέξει ως εξής, σύμφωνα με τα λόγια τού ίδιου τού Λόρδου Βύρωνα:9

 “Φαίνεται ότι αυτή η εκστρατεία [προς βορράν] θα θέσει τα θεμέλια για την Ελληνική ανεξαρτησία, και τότε ένα ένδοξο πεδίο προόδου θα διανοιχθή ενώπιόν μας. […] Το έδαφος είναι εξαιρετικό. Με επιδέξεια καλλιέργεια και καλούς σπόρους, πρόκειται να διαπιστώσουμε σύντομα πόσο γρήγορα και σε ποιό επίπεδο τελειότητας οι καρποί τού πολιτισμού μπορούν να αναπτυχθούν μεταξύ μας.
     Στην παρούσα κατάσταση τής ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, φαίνεται να υπάρχει στην Ανατολή ένα είδος κενού, το οποίο είναι σκόπιμο να το καλύψουμε, ώστε να αντισταθμίσουμε την κυριαρχία τού Βορρά [αυτοκρατορίες τής Ρωσίας και τής Αυστρίας]. Η Αγγλική κυβέρνηση αυταπατήθηκε αρχικά με το να σκεφθή ότι ήταν δυνατόν να διατηρήσει την ακεραιότητα τής Τουρκικής Αυτοκρατορίας: Αλλά κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, διότι αυτή η ακατέργαστη μάζα έχει ήδη πετροποιηθεί, και πρέπει να διαλυθεί. Εάν οποιαδήποτε ισορροπία πρόκειται να αποκατασταθή, η Ελλάδα πρέπει να υποστηριχθή…”      

Οι κερδοσκόποι επηρρεάσθηκαν ευμενώς από τη γενικότερη γεωστρατηγική διορατικότητα και την ειδικότερη στρατηγική στόχευση τού Αρχιεπιτρόπου τους προς άμεση απελευθέρωση τής Θεσσαλίας και τής Ηπείρου και μεταφορά τού πολεμικού μετώπου προς βορράν, στην αμυντική γραμμή Βέρμιο-Όλυμπος-Κίσσαβος (Τέμπη), σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο των Μπότσαρη-Περραιβού (που είχε υιοθετήσει και ο Μαυροκορδάτος από τον Ιούνιο 1823): Όσον μεγαλύτερη καθίστατο η Ελλάδα γεωγραφικά και οικονομικά, τόσο μεγαλύτερη αξία θα αποκτούσαν τα ομόλογα τού Ελληνικού Δημοσίου εις χείρας των κερδοσκόπων.
          Όμως η χρηματοδότηση   ενόπλων   δυνάμεων  αυτού  τού  επιπέδου  απαιτούσε 3.620.000 γρόσια (£ 72.400) ανά μήνα για την εαρινή περίοδο (Μάϊος-Οκτώβριος), ήτοι συνολικά 21.720.000 γρόσια για μία 6μηνη εαρινή εκστρατεία (Πίνακας 3). Και αυτό ακριβώς το ποσό, που αντιστοιχούσε σε £ 434.400, καλούντο να δανείσουν οι ξένοι κερδοσκόποι στην Ελληνική Πολιτεία, προκειμένου να απελευθερώσει με ίδιες δυνάμεις10 τη Θεσσαλία και την 'Ηπειρο, ή και μέρος τής Μακεδονίας, ώστε να τελειώσει ο πόλεμος εντός τού 1825 ή το αργότερο το 1826: Γι΄ αυτό εξ άλλου προεβλέπετο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα άρχιζε να πληρώνει τόκους για τα Δάνεια τής Ανεξαρτησίας μετά από δύο χρόνια πολέμου, ήτοι από την 1/6/1826 και την 1/1/1827 για το α' και β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας αντίστοιχα, και γι' αυτό παρακρατήθηκαν προκαταβολικώς τόκοι δύο ετών από εκείνα τα δάνεια.6
          Σε κάθε περίπτωση, υπήρχαν σημαντικά αντικειμενικά γεγονότα που ο έκαναν τούς κερδοσκόπους ενθουσιώδεις (αν και ιδιοτελείς) υποστηρικτές τού Αρχιεπιτρόπου τους, όπως π.χ.: (α) οι Έλληνες είχαν συντρίψει όλα τα στρατεύματα που ο Σουλτάνος εξακόντισε κατά τού Μωριά και τής Ρούμελης το 1821-1823, (β) ο Ελληνικός Στόλος θαλασσοκρατούσε στο Αιγαίο, και (γ) ο Λόρδος Βύρων είχε μεταβεί στο Μεσολόγγι από το τέλος τού 1823, προκειμένου να εγγυηθεί προσωπικά, με τη θεσμική παρουσία του στην πρώτη γραμμή τού πυρός, ως Αρχιεπίτροπος των δανείων, την πολεμική αξιοποίηση των δανείων προς ταχύτατη διεύρυνση τής επικρατείας και τής οικονομίας τής δανειολήπτριας χώρας.
          Επιγραμματικά, ο (ανιδιοτελής) γεωστρατηγικός μεγαλοϊδεατισμός τού Αρχιεπιτρόπου των Δανείων τής Ανεξαρτησίας, τού ποιητή Λόρδου Βύρωνα, και τα (ιδιοτελή) συμφέροντα των ξένων κερδοσκόπων ταυτίζοντο τότε πλήρως όσον αφορά στη στόχευσή τους: τη Μεγαλοσύνη τής Ελλάδος.

V. β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας

Όσον αφορά στο β΄ ομολογιακό δάνειο (Ιανουάριος 1825), οι παραπάνω προσδοκίες των τριών συντελεστών του (κερδοσκόποι, Ελληνική Πολιτεία και ξένοι οίκοι) όχι μόνον παρέμειναν αμετάβλητες αλλά ενισχύθηκαν ακόμη και μετά την συνθηκολόγηση των Ελληνοκρητών, τον αιφνίδιο θάνατο τού Λόρδου Βύρωνα (Απρίλιος 1824) και τις καταστροφές τής Κάσσου και των Ψαρρών (Ιούνιος 1824), λόγω των εξής σημαντικών και αντισταθμιστικών πολεμικών και διπλωματικών εξελίξεων κατά το β΄ εξάμηνο τού 1824:

  • Ρούμελη.   Όλα τα τουρκικά στρατεύματα που εισέβαλαν στην Ρούμελη το 1824 (με συνολική δύναμη περί τούς 18.000 άνδρες) είτε ανασχέθησαν είτε συνετρίβησαν από τούς Έλληνες.
  • Πελοπόννησος. Ούτε ένας Οθωμανός στρατιώτης δεν εισέβαλε ή αποβιβάσθηκε στην Πελοπόννησο το 1824.

  • Κρήτη. Δύο μήνες μετά τη συνθηκολόγηση των Ελληνοκρητών, η Ρωσία υπέβαλε στις Μεγάλες Δυνάμεις επείγον ειρηνευτικό σχέδιο (Ιούνιος 1824) που επέτασσε την άμεση εκκένωση τής Κρήτης από τα αιγυπτιοαφρικανικά στρατεύματα και στην αυτονόμησή της, κατ' αρχήν ως φόρου υποτελής στον Σουλτάνο κατά το πρότυπο τής Σερβίας και τής Μολδοβλαχίας.
     Οι κερδοσκόποι εξέλαβαν ότι εκείνο το σχέδιο, το οποίο συνυπέγραψαν οι εκπρόσωποι όλων των Μεγάλων Δυνάμεων (Ρωσία, Αυστρία, Πρωσία, Αγγλία και Γαλλία), καταδείκνυε τη δυναμική γεωγραφικής μεγένθυσης τής ελληνικής εποκρατείας διότι:

(α)  Το σχέδιο καταδείκνυε αφ' εαυτό ότι οι Ελληνοκρήτες ήσαν “άξιοι τής ελευθερίας”, δηλαδή πληρούσαν μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις (την δι' αίματος αποδεδειγμένη “άξιοσύνη” τους) για χειραφέτηση,  όπως είχε προσδιορίσει ρητά ο Άγγλος Υπουργός Εξωτερικών George Canning σχετικά με τις νέες χώρες που θα αναγνώριζε η Αγγλία,  

(β) Το σχέδιο υποδήλωνε ότι η Κρήτη είχε “κατακυρωθεί” από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις οριστικά στην Ελλάδα. Μετά από εκείνες τις εξελίξεις οι κερδοσκόποι πιθανολογούσαν ευλόγως ότι η Μεγαλόννησος θα ενσωματώνετο στην Ελλάδα μετά από μία σύντομη περίοδο αυτονομίας και την επακόλουθη άσκηση τού δικαιώματος τής αυτοδιαθέσεως των κατοίκων της.

  • Αιγαίο. Αμέσως μετά την Καταστροφή των Ψαρών (20-24 Ιουνίου 1824), ο Ελληνικός Στόλος, υπό την εμπνευσμένη ναυαρχία τού Μιαούλη, ανακατέλαβε τα Ψαρά, έστω και προσωρινά στις 3-7 Ιουλίου 1824, και στη συνέχεια, αμέσως μετά από την αρχική χρηματοδότηση τού Ελληνικού Στόλου με ένα μικρό μέρος (£ 18.000 λίρες) τού α΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας, κατεναυμάχησε αμφοτέρους τούς οθωμανικούς στόλους, ήτοι τον αυτοκρατορικό (υπό τον ναύαρχο Μεχμέτ Αλή) και τον Αιγυπτιοαφρικανικό (υπό τον Ιμπραήμ Πασά), σε 10 διαδοχικές ναυμαχίες στο ανατολικό και νότιο Αιγαίο κατά την περίοδο 30 Ιουλίου - 2 Νοεμβρίου 1824. Στην τελευταία (10η) ναυμαχία, τη Ναυμαχία τής Κρήτης, 12 ναυτικά μίλια Β.Α. τού Ηρακλείου την 1-2 Νοεμβρίου 1824,  ο Ελληνικός Στόλος κατόρθωσε να ανασχέσει τον Αιγυπτιοαφρικανικό Στόλο στο Αιγαίο, ώστε να μη διενεργήσει αποβάσεις στην Πελοπόννησο το 1824 πριν την έκδοση τού β' Δανείου τής Ανεξαρτησίας (Ιανουάριος 1825).
  • Αγγλική Κυβέρνηση. Αμέσως μετά τον θρίαμβο τού Ελληνικού Στόλου στο Αιγαίο στο β΄ εξάμηνο τού 1824, και συγκεκριμένα μόλις πέντε (5) μέρες μετά τη Ναυμαχία τής Κρήτης, η Αγγλική Κυβέρνηση έσπευσε να αναγνωρίσει πρώτη την Ελληνική Κυβέρνηση την 7 Νοεμβρίου 1824, διόμισυ μήνες πριν από την έκδοση τού β΄ Δανείου τής Ανεξαρτησίας (26 Ιανουαρίου 1825), αποσκοπώντας σε πολλαπλούς (τρεις) στόχους:
(α)  Ελληνοαγγλική Αιγαιοκρατορία. Με εκείνη την αναγνώριση, η Αγγλία έσπευδε πρώτη να υποδηλώσει τη γεωστρατηγική καταξίωση τής Ελλάδος ως Αιγαιοκράτειρας τότε (και έκτοτε), ούτως ώστε η Αγγλία να αποκτήσει το διπλωματικό προβάδισμα έναντι των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων όσον αφορά στην επιρροή της στην αναδυόμενη Νέα Ελλάδα τότε, και κατ΄ ακολουθία όσον αφορά και στον γεωπολιτικό έλεγχο τού Αιγαίου δια τού Ελληνικού Στόλου έκτοτε.

(β) Ιερά Συμμαχία. Με εκείνη την αναγνώριση, η Αγγλία εξουδετέρωσε τα ρωσικά σχέδια και τις συναφείς επιδιώξεις τής Ιεράς Συμμαχίας για πολυδιάσπαση τής Ελλάδος σε τρεις αυτόνομες ηγεμονίες φόρου υποτελείς στον Σουλτάνο, δηλαδή σχέδια που απέβλεπαν στην κατάλυση τής (ενιαίας) δημοκρατικής Ελληνικής Πολιτείας.
        Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ιερά Συμμαχία παρέλυσε στο τέλος τού 1824, αφού τα σχέδιά της προς κατάλυση τής Ελληνικής Δημοκρατίας ματαιώθηκαν οριστικά, και άρχισε να καταρρέει από τις αρχές τού 1825.
        Δηλαδή οι κερδοσκόποι έβλεπαν, προς δόξα τής Ελλάδος, ότι αυτός που διασπάσθηκε και κατέρρεε ήταν τελικά όχι η εμπόλεμη Ελληνική Πολιτεία, αλλά η στρατοκρατική Ιερά Συμμαχία (κάτι σαν το ΝΑΤΟ τής μεταναπολεοντείου εποχής). Στο τέλος τού 1824, η (διπλωματικώς δικαιωθείσα) μικρή και δημοκρατική Ελλάδα προεβάλλετο στους χρηματιστηριακούς κύκλους ως έχουσα λαμπρό μέλλον, ενώ η (διπλωματικώς αποδυναμωθείσα) κολοσσιαία και ηγεμονική Ιερά Συμμαχία φαινόταν τότε ότι αποτελούσε πλέον ένα παραπαίον και φυλλοροούν μεταμεσαιωνικό απολιφάδι τού παρελθόντος.

(γ) Κερδοσκόποι. Με την αναγνώριση τής Ελληνικής Πολιτείας, και μάλιστα με φρασεολογία των ελληνικών εθνοσυνελεύσεων στη συναφή επιστολή της η Αγγλική Κυβέρνηση προσφωνούσε την Ελληνική ως “Προσωρινή Κυβέρνηση τής Ελλάδος”, σε πλήρη δηλαδή ευθυγράμμιση με τα (δημοκρατικά) συντάγματα τής Επιδαύρου και τού Άστρους η Αγγλία απέβλεπε και πέτυχε να καθησυχάσει τούς  κερδοσκόπους στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου ότι η Ελληνική Πολιτεία θα παρέμενε μία, αδιάσπαστη και αδιαίρετη, που ως τέτοια θα μπορούσε να διασφαλίσει και αποπληρώσει τα δάνεια.

·       Τέλος εμφυλίων διαμαχών. Η β΄εμφύλια διαμάχη έληξε την 14 Δεκεμβρίου 1824, με πλήρη κατίσχυση τής Κυβέρνησης τού Υδραίου/Κρανιδιώτη Λάζαρου Κουντουριώτη και των περί αυτόν Φαναριωτών, ένα μήνα πριν από την έκδοση τού β΄ ομολογιακού δανείου. Οι κερδοσκόποι εξέλαβαν την τελική έκβαση τής β΄ εμφύλιας διαμάχης ως θετική εξέλιξη, διότι η Ελληνική Κυβέρνηση ενεφανίζετο πλέον ως ισχυρή και επομένως ικανή να διασφαλίσει τα κεφάλαια των κερδοσκόπων οι οποίοι όμως αδυνατούσαν να διαγνώσουν, πέρα από τα επιφαινόμενα, το τεράστιο στρατηγικό κόστος τής β΄ εμφύλιας διαμάχης, ήτοι την πλήρη αυτοδιάλυση των ενόπλων δυνάμεων τού Μωριά από κάθε άποψη (επάνδρωσης, οργάνωσης, εξοπλισμού και  κυρίως πολεμικού ηθικού) ήτοι την αποσύνθεση των (πρώην) ακαταμάχητων στρατευμάτων εξ 6.700 επιλέκτων και μπαρουτοκαπνισμένων στρατιωτών που πρίν δύο χρόνια (1822) συνέτριψαν τη στρατιά τού Δράμαλη…

Επιγραμματικά, στις αρχές τού 1825 οι ξένοι κερδοσκόποι είχαν σχηματίσει την εντύπωση ότι το α΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας αξιοποιήθηκε επαρκώς (“έπιασε τόπο”) κατά το προηγούμενο έτος (1824), παρά τον πρόωρο θάνατο τού Λόρδου Βύρωνα. Ως αποτέλεσμα, όταν το β΄ Δάνειο τής Ανεξαρτησίας εξεδόθη στο Χρηματιστήριο τού Λονδίνου, καλύφθηκε εις το υπερδιπλάσιο!





Αγγλικά κερδοσκοπικά ομολογιακά δάνεια
προς νέα κράτη 1822-1824
ΧΩΡΑ
 ΕΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΗΣ
ΟΜΟΛ.
ΔΑΝΕΙΟΥ
ΕΤΟΣ
ΠΛΗΡΟΥΣ
ΑΝΑΓΝΩ-ΡΙΣΗΣ
ΑΝΕΞΑΡ-ΤΗΣΙΑΣ
ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ (£)
ΤΙΜΗ
ΑΓΟΡΑΣ
Κολομβία
1824
1825
4.500.000
88.5%
Κολομβία
1822
1825
2.000.000
84.0%
Μεξικό
1824
1821
3.200.000
58.0%
Βραζιλία
1824
1825
1,686,000
75.0%
Χιλή
1822
1844
1.000.000
70,0%
Αργεντινή
1824
1816
1,000,000
85,0%
Ελλάς
1824
1830
800.000
59,0%
Περού
1824
1879
750.000
82,0%
Περού
1822
1879
450.000
88,0%
Πίνακας 4


























Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ





Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς στις 29 Μαΐου 1453, είναι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός με παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις. Ουσιαστικά αλώθηκε ο ανατολικός προμαχώνας της χριστιανοσύνης, η Βυζαντινή αυτοκρατορία, τερματίζοντας τον υπερχιλιετή βίο της. Κληρονόμος των στρατηγικών και πλούσιων εδαφών της Αυτοκρατορίας αναδείχθηκε ο νομαδικός λαός των Οθωμανών, που χάρις στην στρατιωτική του αλκή, κυριάρχησε στα Βαλκάνια και στην Μικρά Ασία τα επόμενα 200 χρόνια, φτάνοντας ως τις πύλες της Βιέννης δύο φορές, το 1529 και το 1683.

Ένα γεγονός τέτοιας σημασίας, δεν προκαλείται από συμπτωματικά συμβάντα, η επιδερμικές και βραχυχρόνιες αφορμές. Η πτώση του θεοκρατικού και πολυφυλετικού Βυζαντίου έχει χρονικά τις ρίζες της ήδη στις αρχές του 12ου αιώνα μ. Χ. Ουσιαστικά τότε οι Βυζαντινοί Αυλικοί επιβλήθηκαν στην ηγεσία του Βυζαντινού στρατού αποκτώντας τον πλήρη έλεγχο της Αυτοκρατορικής Εξουσίας, με αποτέλεσμα την απαρχή της στρατιωτικής παρακμής του Βυζαντίου. Μια σειρά από σπάταλους και διεφθαρμένους αυτοκράτορες σε συνδυασμό με την πολυέξοδη και πολυπρόσωπη αυλική καμαρίλα που οι δολοπλοκίες της άγγιζαν τα όρια του γελοίου, διασπάθισαν τα οικονομικά αποθέματα των ταμείων που είχαν αποταμιεύσει οι Αυτοκράτορες της Δυναστείες των Μακεδόνων. Τα έξοδα της Αυλής πολλαπλασιάστηκαν και αυτό ανάγκασε τους αυτοκράτορες να δημοπρατούν τελωνειακές διευκολύνσεις και προνόμια στους εμπόρους της Βενετίας της Γένοβας και της Φλωρεντίας για τα εμπορεύματα που διακινούσαν μέσω της Κωνσταντινούπολης. Αυτό ανακούφιζε προσωρινά την οικονομική κατάσταση αλλά συρρίκνωνε μακροπρόθεσμα το ετήσιο εισόδημα του Βυζαντινού κράτους. Ταυτόχρονα εξόντωνε τους Βυζαντινούς εμπόρους συγκεντρώνοντας το εμπόριο στα χέρια των Ενετών που ήταν πιο ανταγωνιστικοί, χάρις τα προνόμια αυτά.


Οι Σταυροφορίες των Λατίνων την ίδια εποχή, έφεραν αναστάτωση στον Βυζαντινό χώρο. Οι Σταυροφόροι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του Βυζαντινού στρατού και τις έριδες επίδοξων Αυτοκρατόρων, άλωσαν την Κωνσταντινούπολη και επέβαλλαν ένα βραχύβιο δικό τους Λατινικό κράτος. Το γεγονός αυτό είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για την συνοχή του κράτους και του πληθυσμού του Βυζαντίου. Τα δύο ισχυρότερα κράτη που είχαν προκύψει από την συντριβή του Βυζαντίου το 1204, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Θεόδωρου Λάσκαρι, εξήντλησαν τις δυνάμεις τους σε ένα συνεχή πόλεμο μεταξύ τους. Άλλες Βυζαντινές πόλεις και νησιά του Αιγαίου είχαν καταληφθεί από τους Ενετούς, Λατίνους Ευγενείς η ληστρικές συμμορίες (Καταλανική Εταιρεία κτλ) και είχαν αυτονομηθεί σαν ξεχωριστές πόλεις-κράτη.

Ο Βυζαντινός χώρος κατακερματίστηκε σε μικρά φέουδα, με μια σειρά από τοπικούς μεγάλους γαιοκτήμονες, τους λεγόμενους τότε "δυνατούς", να μην υπακούουν στην κεντρική διοίκηση των Παλαιολόγων που είχαν απελευθερώσει εντελώς συμπτωματικά την Κωνσταντινούπολη το 1261 μ. Χ. Οι «δυνατοί» ήταν παλαιοί ανώτατοι Αξιωματικοί του Βυζαντινού στρατού που εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία των Αυτοκρατόρων, οικειοποιούμενοι εκτεταμένα κρατικά Αυτοκρατορικά κτήματα, τις λεγόμενες «Πρόνοιες».

Η ισχυροποίηση των κατά τόπους αρχόντων και η εξασθένιση της Κεντρικής Βυζαντινής εξουσίας, εξέθεσαν τις κατώτερες αγροτικές τάξεις στο έλεος και στην διάκριση των "δυνατών" που επικρατούσαν ανά περιοχή. Οι νέοι αυτοί αφέντες κατέφυγαν στην καταπίεση, στην αδικία και στην εξοντωτική φορολόγηση των φτωχών αγροτών και τεχνιτών των υποτυπωδών αστικών κέντρων της εποχής, δημιουργώντας έντονα κοινωνικά προβλήματα και εξεγέρσεις με κυριότερη αυτή των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη που είχε Θρησκευτικά ελατήρια, αλλά απέκτησε κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Η σημαντική αυτή εξέγερση υπονόμευσε την άμυνα της πόλης και την παρέδωσε στα χέρια των Οθωμανών.

Μέσα στο ζοφερό αυτό κλίμα αναρχίας και αυθαιρεσίας, καμία κοινωνική δύναμη η συνιστώσα δεν σήκωνε το βλέμμα να αντικρίσει την Οθωμανική λαίλαπα που είχε πλέον κατακλύσει τα εδάφη της Μικράς Ασίας στα μισά του 13ου Αιώνα καταστρέφοντας πολλές Χριστιανικές πόλεις και σφάζοντας η υποδουλώνοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς της. Η βία, η ληστεία και η λεηλασία ξεσπούσε παντού όπου περνούσαν οι Οθωμανοί. Η Εκκλησία, που ως θεσμός είχε βοηθήσει δυναμικά πολλές φορές στο παρελθόν στην επιβίωση του Βυζαντίου, υπέσκαπτε την εξουσία των Παλαιολόγων λόγω της προσήλωσης των τελευταίων στην υπόθεση της δογματικής Ένωσης του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης με την Παπική Εκκλησία. Αλλά και η Εκκλησία ως θεσμός είχε διαβρώσει σημαντικά τις κοινωνικές δομές του Κράτους.
Τα μοναστήρια και οι εκκλησίες είχαν πολλαπλασιαστεί, έχοντας μεγάλες περιουσίες και εκτάσεις καλλιεργήσιμων εδαφών που επέτειναν τις κοινωνικές ανισότητες και τον κοινωνικό αναβρασμό. Οι ιερωμένοι και οι μοναχοί στο Βυζάντιο αποτελούσαν μια ξεχωριστή πολυπληθής κοινωνική τάξη, και ήταν πρόσωπα ιερά και απαραβίαστα και απολάμβαναν μια σειρά από κοινωνικά και οικονομικά προνόμια. Συγκεκριμένα οι μοναχοί και οι ιερωμένοι δεν φορολογούνταν και ήταν απαλλαγμένοι από στρατιωτικές υποχρεώσεις. Αυτά τα προνόμια προέτρεπαν πολλούς να ασπαστούν τον μοναχικό βίο, όχι ως στάση ζωής και Ασκητικού βίου, αλλά ως τον ευκολότερο τρόπο να αποφύγουν τα κοινωνικά βάρη που εξαθλίωναν τους υπόλοιπους. Έτσι οι περισσότεροι όχι μόνο δεν παρήγαγαν πνευματικό και ποιμαντορικό έργο, αλλά αντιθέτως προκαλούσαν με τον ακόλαστο και πολυτελή βίο τους.

Ήδη στα μισά του 14ου Αιώνα μ. Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν φόρου υποτελής στον Οθωμανό Σουλτάνο, με την πρόσθετη εξευτελιστική υποχρέωση να εκστρατεύει στο πλευρό του ως Σύμμαχος. Οι Άρχοντες των Βυζαντινών ημιανεξάρτητων κρατιδίων κοιτούσαν αδιάφοροι να έρχεται ο χαμός τους και η μόνη αντίδραση τους ήταν να καλούν τον Σουλτάνο ως διαιτητή στις ασήμαντες εδαφικές διαφορές τους. Μόνο γέλιο ανάμικτο με θλίψη προκαλούν οι Δημήτριος και Θωμάς Παλαιολόγος που ζήτησαν την συνδρομή του Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή (επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης) για να επιβληθεί ο ένας στον άλλον!!! Ο Μεχμέτ εισέβαλε και σκλάβωσε την Πελοπόννησο, αιχμαλωτίζοντας τον Δημήτριο και διώκοντας τον Θωμά….


ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Η τελευταία άμυνα που αντέταξε το Βυζαντινό ετοιμοθάνατο μόρφωμα κυριολεκτικά την δωδέκατη ώρα, ήταν η πολιτική δραστηριότητα δύο κορυφαίων πνευματικών προσωπικοτήτων και η γενναία θυσία του τελευταίου Θρυλικού Αυτοκράτορα της. Οι δύο πνευματικοί άνδρες ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός (ο αυτοαποκαλούμενος «Πλήθων»), και ο τότε επίσκοπος Νικομήδειας Βησσαρίων. Αυτοί διατύπωσαν σε ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές ενέργειες που πιθανά να αναζωογονούσαν το ετοιμοθάνατο Βυζάντιο. Ο ηρωικός και έντιμος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄ προσπάθησε να εφαρμόσει το πρόγραμμα αυτό, που προέβλεπε ενίσχυση της Κεντρικής Εξουσίας, περιστολή της ασυδοσίας των «δυνατών», νομική προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανάταση του Εθνικού φρονήματος με την σύνδεση του απλού λαού με την ένδοξη Ελληνική κληρονομιά του, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, περιστολή των υπερβολικών Εκκλησιαστικών δικαιωμάτων, οχύρωση Εξαμιλίου (Ισθμού) κτλ.

Ήταν όμως πολύ αργά. Στα παλαιά αλλά επιβλητικά τείχη της Κωνσταντινούπολης παρατάσσονταν 10.000 σιδερόφραχτοι υπερασπιστές, όταν οι ιερείς και μοναχοί στον Ελλαδικό χώρο εκείνη την εποχή ξεπερνούσαν τις 100.000….Η προσωπική γενναιότητα και εντιμότητα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με την φαυλότητα και την ανικανότητα των περισσοτέρων προκατόχων του. Προάσπισε το συλλογικό συμφέρον έναντι της προσωπικής του υλικής ευμάρειας (που του δόθηκαν πολλές ευκαιρίες να εξασφαλίσει) και έπεσε όρθιος στα τείχη της Πόλης όπως επιτάσσει το καθήκον κάθε Βασιλιά.
Πάντως, παρά κάποιες αντίθετες διαβεβαιώσεις, είναι ιστορικά διασταυρωμένο ότι το άψυχο σώμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄, δεν βρέθηκε ποτέ….
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η Κωνσταντινούπολη δεν αλώθηκε ούτε από την στρατιωτική δύναμη του Μεχμέτ του Β΄ του Πορθητή, ούτε από το ανώτερο πυροβολικό του, ούτε από το άνοιγμα της Κερκόπορτας από τους ανθενωτικούς ιερωμένους ούτε από την προδοσία των Δυτικών που δεν ενίσχυσαν τον Αυτοκράτορα. Η άλωση της Πόλης προήλθε από την κοινωνική αναρχία και αποσάθρωση, την κοινωνική διαφθορά και ανισότητα. Η εξαθλίωση του δημόσιου βίου, η ανάρρηση σε δημόσια αξιώματα φαύλων και φιλήδονων ανθρώπων, η διαφθορά των Αξιωματούχων, η θρησκοληψία του Κλήρου, η ηττοπάθεια των Αρχόντων….
Πάσα ομοιότης με την σημερινή πραγματικότητα (δεν) είναι συμπτωματική….





Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΑΜΥΝΑ ΤΗΣ VIII ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ 27-28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940



Πρόλογος - Το ελληνικό αμυντικό δόγμα στα βόρεια σύνορα

Το Μεσοπολεμικό Ελληνικό αμυντικό δόγμα ως το καλοκαίρι του 1939 προετοίμαζε τις Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις για μια πιθανή επίθεση από την Βουλγαρία, που παρέμενε η μοναδική σταθερά αναθεωρητική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων. Όλα τα αμυντικά κονδύλια που είχαν εγκριθεί, διατέθηκαν για την οχύρωση της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου - την περίφημη γραμμή Μεταξά - μια αλυσίδα απόρθητων φρουρίων που λίγο έλειψε να σταματήσουν ακόμη και τις πανίσχυρες Γερμανικές τεθωρακισμένες μεραρχίες στην εισβολή του 1941. Για τον τομέα των συνόρων με την Αλβανία δεν υπήρχε πρόβλεψη αμυντικής θωράκισης καθώς η γειτονική χώρα, ασχέτως φιλοδοξιών και προθέσεων δεν αποτελούσε ρεαλιστικό επιθετικό κίνδυνο για την Ελλάδα.
Η Ήπειρος προμαχούσα έναντι της Ιταλικής απειλής

Αυτή η κατάσταση άλλαξε δραματικά μετά την εύκολη κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία το καλοκαίρι του 1939. Παρά τις επίσημες Ιταλικές διαβεβαιώσεις για τις αγνές προθέσεις έναντι της Ελλάδας, το Γ. Ε. Σ. αμέσως ξεκίνησε μια προσπάθεια εκπόνησης ενός πρόχειρου σχεδίου αμύνης έναντι μιας πιθανής Ιταλικής επίθεσης, ενώ ενέκρινε κάποια μικρά κονδύλια για την οχύρωση της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Ψυχή της προσπάθειας αυτής αναδείχθηκε ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII μεραρχίας Ηπείρου, ένας ικανότατος στρατιωτικός
ηγήτωρ και μελλοντικός ήρωας των πρώτων Ελληνικών αμυντικών επιτυχιών έναντι της Ιταλικής επίθεσης. Ο Κατσιμήτρος είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία με τον βαθμό του Λοχαγού, όπου είχε διακριθεί και τραυματιστεί σοβαρά. Είχε βαθιά γνώση του πολέμου και των απροσδόκητων δυσκολιών που ανέκυπταν τόσο στα χαμηλά επίπεδα διοίκησης όσο και στα ανώτερα.

Η μονάδα του Κατσιμήτρου στον Ελληνικό στρατιωτικό σχεδιασμό του ΓΕΣ όπως τον είχε εγκρίνει ο ίδιος ο Παπάγος, σε περίπτωση Ιταλικής επίθεσης, όφειλε να επιβραδύνει όσο περισσότερο μπορούσε την Ιταλική προέλαση ώσπου να ολοκληρωθεί η Ελληνική επιστράτευση και να μπει στον αγώνα ο κύριος όγκος του Ελληνικού στρατού. Όμοια αποστολή είχε και το απόσπασμα Δαβάκη στον τομέα της Πίνδου, όμως εκεί οι δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες λόγω των μικρών δυνάμεων στον τομέα (μόλις 3 τάγματα!). Ο Κατσιμήτρος διοικούσε την VIII μεραρχία στην περιοχή από το 1938 και είχε αναπτύξει ιδιαίτερες σχέσεις τόσο με τους ιφυσταμένους του και τους στρατιώτες του, όσο και με τον τοπικό πληθυσμό. Ηπειρώτης ο ίδιος (η καταγωγή του ήταν από τα Άγραφα), είχε αποφασίσει να μην δώσει στο εχθρό ούτε σπιθαμή εδάφους και να προτάξει αντίσταση μέχρι θανάτου στον τομέα του Καλπακίου, ορεινό σημείο που δέσποζε σε όλη την τοποθεσία και αποτελούσε μια άριστη εκ φύσεως οχυρή γραμμή για άμυνα. Ο Κατσιμήτρος πίστευε ότι η κύρια Ιταλική ενέργεια θα στρεφόταν εναντίον της τοποθεσίας αυτής και αποφάσισε να τα επικεντρώσει τις προσπάθειες του εκεί.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΤΑΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ (1878-1881)


Κωνσταντίνος Λινάρδος: Τον Φεβρουάριο του 1878 ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας έφτανε στο τέλος του. Οι νικητές Ρώσοι αναγκάζουν την Οθωμανική κυβέρνηση να υπογράψει την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου με την οποία πλησιάζουν όσο ποτέ άλλοτε στην υλοποίηση των φιλόδοξων σχεδίων τους. Ο  κίνδυνος όμως μονομερούς επίλυσης του ανατολικού ζητήματος προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις της Βρετανίας και της Αυστροουγγαρίας που θεωρούν ότι θίγονται ζωτικά τους συμφέροντα. Οι Ρώσοι που αρχικά δεν φαίνονται διατεθειμένοι να υποχωρήσουν , ελπίζουν σε μια γερμανική υποστήριξη ή έστω ανοχή που θα συγκρατούσε την Αυστροουγγαρία. Όταν όμως και οι Γερμανοί υιοθετούν τις απόψεις του αντίθετου στρατοπέδου  αναγκάζονται τελικά να αποδεχτούν την μερική αναθεώρηση της συνθήκης. Ως εκ τούτου οι ισχυροί  αποφασίζουν να επιλύσουν διπλωματικά το ζήτημα σε συνέδριο το οποίο θα διεξαγόταν τον Ιούνιο του 1878 στο Βερολίνο.




Το συνέδριο του Βερολίνου και οι αποφάσεις του



Οι αποφάσεις του συνεδρίου αποκατέστησαν τις διαταραχθείσες ισορροπίες , απομακρύνοντας το ενδεχόμενο ενός πανευρωπαϊκού πολέμου για τον οποίο δεν ήταν προετοιμασμένος κανείς.

Η σημαντικότερη διαφοροποίηση ήταν ο περιορισμός των εδαφών της Βουλγαρίας που διατηρούσε μεν την ανεξαρτησία της (τυπικά αυτόνομη ηγεμονία) , όμως τα εδάφη της μειώνονταν στο 1/3 του αρχικού , διατηρώντας μια έκταση περίπου 60.000 τ.χλμ (το βόρειο τμήμα της σημερινής Βουλγαρίας). Από εκεί και πέρα η Αυστροουγγαρία πέτυχε τον αντικειμενικό της στόχο που ήταν ο έλεγχος της δυτικής βαλκανικής , προσαρτώντας (αρχικά για 30 χρόνια και υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου) την Βοσνία –Ερζεγοβίνη. 



Η Ρωσία αναγκαζόταν να επιστρέψει μέρος των εδαφών που είχε καταλάβει στον Καύκασο, αλλά και μια μικρή λωρίδα γης της Βεσσαραβίας στη Ρουμανία , ενώ η Σερβία και το Μαυροβούνιο διατηρούσαν τα εδάφη που τους είχαν αποδοθεί  , όμως λόγω των αντιρρήσεων της Αυστροουγγαρίας το θέμα των θαλάσσιων συνόρων του Μαυροβουνίου παρέμενε σε εκκρεμότητα. Επιπλέον η Ανατολική Ρωμυλία (σημερινή νότια Βουλγαρία) δεν θα αποτελούσε επαρχία του βουλγαρικού κράτους , αλλά θα εξακολουθούσε να παραμένει ως αυτόνομη περιοχή  στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο διοικητής θα διοριζόταν από την Οθωμανική κυβέρνηση με την απαραίτητη όμως συγκατάθεση των ισχυρών δυνάμεων, ενώ τουρκικά στρατεύματα θα υπήρχαν μόνο στα σύνορα , παράλληλα την εσωτερική ασφάλεια θα εξασφάλιζε σώμα αστυνομίας και μονάδες πολιτοφυλακής που θα οριζόντουσαν βάση του κυρίαρχου κατά περιφέρεια θρησκεύματος.

Για την Μακεδονία και τη Θράκη απλώς τονίστηκε η ανάγκη ορισμένων διοικητικών μεταρρυθμίσεων , ενώ στο άρθρο 23 γινόταν μνεία για την Κρήτη και την υποχρέωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να τηρήσει απαρέγκλιτα τον κανονισμό του 1868 , αλλά και τις όποιες τροποποιήσεις θα κρίνονταν αναγκαίες.



Με ξεχωριστή συμφωνία η Βρετανία απαίτησε και πήρε από την Οθωμανική αυτοκρατορία την Κύπρο , ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών της προς αυτή… Για την Ελλάδα υπήρχε μια καταρχήν απόφαση να της δοθούν ορισμένα εδάφη , ώστε να διατηρηθούν οι εδαφικές ισορροπίες μεταξύ των βαλκανικών χωρών. Μάλιστα  η γαλλική πρόταση έκανε λόγο για νέα σύνορα που θα έφθαναν μέχρι την κοιλάδα του Πηνειού στη Θεσσαλία και τον ποταμό Καλαμά στην Ήπειρο (με τα Ιωάννινα). Η πρόταση αυτή έγινε καταρχήν αποδεκτή από τις άλλες χώρες πλην της Βρετανίας που εξέφραζε αντιρρήσεις.

Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε η Οθωμανική αντιπροσωπεία που εμφανιζόταν αρνητική σε οποιαδήποτε εδαφική παραχώρηση προς την χώρα μας. Έτσι οι ισχυροί πρόσθεσαν στη συνθήκη το άρθρο 24 στο οποίο προβλεπόταν οι δύο χώρες να διευθετήσουν με απευθείας συζητήσεις την
Αλέξανδρος Κουμουνδούρος
χάραξη νέων συνόρων , με βάση διαπραγμάτευσης την γαλλική πρόταση που θεωρείτο ευνοϊκή για την Ελλάδα. Αν δεν κατάφερναν να βρούνε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση τότε οι χώρες του συνεδρίου ως μεσολαβητές θα είχαν το δικαίωμα να επέμβουν και να  καθορίσουν αυτές τα νέα όρια του ελληνικού κράτους.




Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου



Η έναρξη του πολέμου  προβλημάτισε έντονα την Ελλάδα , αφού ο κίνδυνος να επέλθει συνολική λύση του ανατολικού ζητήματος σε βάρος των ελληνικών δικαίων ήταν κάτι παραπάνω από υπαρκτός.

Η Ελλάδα έβγαινε απότομα από τη χειμερία νάρκη , συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι τόσο το δίκαιο των εθνοτήτων αυτό που  καθορίζει τις διεθνείς αποφάσεις όσο τα συμφέροντα εκάστης χώρας. Το γεγονός αυτό αποκτούσε δραματικές διαστάσεις αφού συν τοις άλλοις η χώρα ήταν απαξιωμένη στρατιωτικά, ενώ η ρωσική πολιτική ήταν ηλίου φαεινότερο ότι στρεφόταν εναντίον των ελληνικών συμφερόντων. Ο κόσμος δυσανασχετούσε  και την άνοιξη του 1877 ο Πρωθυπουργός Κουμουνδούρος αποφασίζει να παραιτηθεί προκειμένου να αποφύγει την λαϊκή δυσαρέσκεια που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και με διαδηλώσεις … 



Ύστερα από αυτό και λόγω των εξελίξεων αποφασίζεται (με την καθοριστική παρέμβαση του Βασιλιά) να σχηματισθεί τον Μάιο οικουμενική κυβέρνηση  στην οποία θα συμμετείχαν όλα τα ηχηρά πολιτικά ονόματα της εποχής. (Κουμουνδούρος –Τρικούπης –Ζαΐμης - Δεληγεώργης - Δηλιγιάννης- Ζυμβρακάκης). Πρωθυπουργός κοινή συναινέσει επιλέχτηκε ο αγωνιστής του 1821 , Κωνσταντίνος Κανάρης  ενώ οι λοιποί πολιτικοί ηγέτες αναλαμβάνουν τα διάφορα υπουργεία. Το σχήμα αυτό ναι μεν ικανοποίησε τις λαϊκές προσδοκίες ήταν όμως αδύνατο να λειτουργήσει , αφού μεταξύ των συμμετεχόντων υπήρχε διαφορά θέσεων και αντιλήψεων για σειρά θεμάτων… Η κατάσταση θα
Χαρίλαος Τρικούπης
χειροτερεύσει όταν ο ένδοξος πυρπολητής της ελληνικής επανάστασης θα αποβιώσει πλήρης ημερών στις αρχές Σεπτεμβρίου. Οι πολιτικοί αρχηγοί αδυνατώντας να δεχτούν ο ένας κάποιον άλλον για Πρωθυπουργό καταλήγουν στο να είναι όλοι… ίσοι και ο κάθε υπουργός να έχει το δικαίωμα να συγκαλέσει το υπουργικό συμβούλιο όταν θα είχε να αναφέρει ζητήματα που αφορούσαν το υπουργείο του… Όμως η  κατάσταση αυτή , σε συνδυασμό και με την διεθνή διπλωματική ρευστότητα, είχε ως αποτέλεσμα να μην ληφθεί μια οριστική απόφαση για την τελική στάση της χώρας , γεγονός που δυσαρεστούσε πολλούς  εντός και εκτός χώρας. Στις αρχές του 1878 ο Βασιλιάς Γεώργιος αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Έτσι και αφού εξαναγκάζει ουσιαστικά τους υπουργούς σε παραίτηση , αναθέτει εκ νέου την Πρωθυπουργία στον Κουμουνδούρο που προχωρεί άμεσα στον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης στην οποία από τους λοιπούς πολιτικούς αρχηγούς συμμετέχει μόνο ο Δηλιγιάννης που αναλαμβάνει το υπουργείο εξωτερικών.



Ο Κουμουνδούρος επιθυμούσε την άμεση εισβολή του στρατού , όμως η ελλιπής και αντιφατική πληροφόρηση για το αν επίκειται ή όχι συνθηκολόγηση των Τούρκων θα οδηγήσει σε νέα καθυστέρηση… Έτσι όταν τελικά δίνεται εντολή στον στρατό να εισβάλλει στα Οθωμανικά εδάφη , η Οθωμανική κυβέρνηση έχει ήδη συνθηκολογήσει με την Ρωσία. Με την παρέμβαση των ισχυρών χωρών αποτρέπεται η όποια επιθυμία της Οθωμανικής κυβέρνησης για εισβολή στην Ελλάδα , όμως όλα αυτά τα  σφάλματα , πέρα από την πλήρη καταβαράθρωση του γοήτρου έδειχναν ξεκάθαρα σε όλους και το πόσο απαράσκευη ήταν στρατιωτικά η χώρα γεγονός που αναμφισβήτητα την αποδυνάμωνε και διπλωματικά.


Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

ΚΑΤΑΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟ ΒΑΡΥ ΙΠΠΙΚΟ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


            O κατάφρακτος ιππέας εμφανίζεται για πρώτη φορά στους στρατούς των Aχαιμενιδών Περσών (4ος αιώνας π.X.) λίγο πριν ο Mέγας Aλέξανδρος καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία. Oι Eλληνες ονόμασαν τους βαριά θωρακισμένους Ανατολίτες ιππείς "κατάφρακτους", διότι ήταν καθολικά θωρακισμένοι, ενώ χρησιμοποιούσαν θωράκιση και για το άλογό τους. Στη συνέχεια, οι Σελευκίδες χρησιμοποίησαν δικά τους σώματα κατάφρακτων, ενώ διάσημοι έγιναν οι Πάρθοι κατάφρακτοι. Oι Pωμαίοι, αντιμετωπίζοντας συχνά τους Πάρθους, υιοθέτησαν και οι ίδιοι σε περιορισμένο βαθμό αυτόν τον τύπο ιππικού. Aπό αυτούς ακριβώς τους Pωμαίους Cataphractarii (οι Pωμαίοι χρησιμοποίησαν το ελληνικό όνομα) κατάγονται οι Bυζαντινοί κατάφρακτοι, που έδρασαν - εξελισσόμενοι συνεχώς από την αρχή της βυζαντινής ιστορίας έως το  τέλος της Kωνσταντινούπολης το 1453. Ονομάζονται κατάφρακτοι ή κλιβανοφόροι ή λωρικάτοι.
            Bεβαίως, οι κατάφρακτοι γνώρισαν πολλές αλλαγές και διαφοροποιήσεις, αλλά για την παρουσίαση αυτή επιλέξαμε έναν τυπικό κατάφρακτο του 10ου αιώνα, όπως έδρασε στους στρατούς της εποχής του Nικηφόρου Φωκά και των αυτοκρατόρων της Mακεδονικής δυναστείας.

Oπλισμός - θωράκιση
           Oι κατάφρακτοι, όπως υπονοεί το όνομά τους, ήταν βαρύτατα θωρακισμένοι και με αυτόν τον τρόπο εξασφάλιζαν την επιβίωσή τους στο πεδίο της μάχης. Στην αρχική εκδοχή τους ήταν λογχοφόροι (για την ακρίβεια κοντοφόροι, αφού το κύριο όπλο τους ήταν ο "κόντος", το βαρύ ιππικό δόρυ), ενώ στη συνέχεια απέκτησαν μία πλειάδα όπλων. Δύο ήταν οι τύποι κατάφρακτου που κυριάρχησαν την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε. O πρώτος ήταν ο κοντοφόρος (οπλισμένος με το βυζαντινό "κοντάριον", δηλαδή, την εξέλιξη του "κόντου") και ο δεύτερος ο ιπποτοξότης. Πέραν του κύριου όπλου, οι τύποι δεν είχαν καμία διαφορά ως προς τον οπλισμό και την πανοπλία τους. Eίχαν όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, μεγάλη διαφορά ως προς τη λειτουργία τους στο πεδίο της μάχης.
          Πέραν του "κοντάριου" και του τόξου, οι κατάφρακτοι ήταν οπλισμένοι ακόμη με σπαθί, κεφαλοθραύστη και εγχειρίδιο. Oι τοξότες διέθεταν, φυσικά, μία φαρέτρα στην οποία, εκτός από τα 30-40 βέλη, υπήρχε και μία δεύτερη χορδή για το τόξο, σε περίπτωση που έσπαζε η πρώτη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι κατάφρακτοι οπλίζονταν και με δύο ακόντια. Στον αμυντικό οπλισμό τους συγκαταλεγόταν μία ασπίδα, που ήταν είτε στρογγυλή και πολύ μικρή (οπότε την έφεραν περασμένη στον αριστερό βραχίονα) είτε τριγωνική και μεγαλύτερη (οπότε την κρατούσαν με το αριστερό χέρι).
          H θωράκιση των καταφράκτων ήταν ιδιαίτερα βαριά. Tο βασικό συστατικό στοιχείο της ήταν το "κλιβάνιον", ένας θώρακας που τις περισσότερες φορές ήταν ελασμάτινος, με μικρά μεταλλικά ελάσματα ραμμένα το ένα μαζί με το άλλο ή πάνω σε ένα δερμάτινο υπόστρωμα. Kατά κανόνα, πάνω από το "κλιβάνιον" οι κατάφρακτοι φορούσαν ένα "επιλωρίκιον", ένα ρούχο από χοντρό, συχνά εφαπλωματοποιημένο ύφασμα, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κάτω από τον θώρακα φορούσαν έναν αλυσιδωτό θώρακα, που ονομαζόταν "ζάβα" ή "λωρίκιον", για ακόμη μεγαλύτερη προστασία. Tο κράνος ήταν σιδερένιο, σχετικά απλής κατασκευής, με ξεχωριστό εξάρτημα για την προστασία του αυχένα.
           Για την προστασία της ηβικής χώρας φρόντιζαν οι "πτέρυγες", ενώ για τους βραχίονες και τις γάμπες υπήρχαν αντίστοιχα τα "χειρόψελλα" ή "μανικέλια" και τα "ποδόψελλα" ή "χαλκότουμπα". Kατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα δεν ήταν σε ευρεία χρήση η θωράκιση και για το άλογο, που επανήλθε πάντως σε μία συγκεκριμένη υποκατηγορία κατάφρακτων που ονομάστηκαν "κλιβανοφόροι", οι οποίοι ήταν ακόμη βαρύτερα θωρακισμένοι.

Tακτικές - μάχες
             Oι κατάφρακτοι αναπτύχθηκαν ως απάντηση στους εξωτερικούς εχθρούς του Bυζαντίου. Hταν ένα ιππικό διττού ρόλου: μπορούσε να λειτουργήσει σε ρόλο ιπποτοξοτών ή να εφαρμόσει τυπικές τακτικές βαρέος ιππικού (έφοδο με τη λόγχη). Σε πολλές περιπτώσεις, η βαριά θωράκιση επέτρεπε την επιβίωση των καταφράκτων ακόμη και μεταξύ πολλών εχθρών, κάτι που είχε ιδιαίτερη σημασία για την τακτική χρησιμοποίησή τους.
            Mία τυπική τακτική του 10ου αιώνα, όπως συνάγουμε από τα στρατιωτικά εγχειρίδια της εποχής, ήταν η χρήση και των δύο τύπων καταφράκτων σε συνδυασμό. Oι ιπποτοξότες καταπονούσαν τον αντίπαλο με βέλη, ενώ οι λογχοφόροι έκαναν αλλεπάλληλες εφόδους, προσπαθώντας να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη. H ισχύς των καταφράκτων ήταν τρομερή, αφού πέραν της εξαιρετικής πανοπλίας τους διέθεταν και υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Eχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις, σε μάχες της εποχής, που η έφοδος ενός συντεταγμένου σώματος καταφράκτων διαλύει οποιαδήποτε άμυνα. Λόγω της βαριάς θωράκισής τους μπορούσαν να εκτελέσουν έφοδο ακόμη και ενάντια σε συντεταγμένο πεζικό (αρκεί αυτό να μην ήταν οπλισμένο με σάρισες), ενώ ακόμη και οι λαοί της στέπας, που μάχονταν ως ιπποτοξότες και ήταν απρόσβλητοι από τους συνήθεις τύπους βαρέος ιππικού, είχαν σοβαρό πρόβλημα με τους κατάφρακτους, εφόσον οι τελευταίοι είχαν τοξότες ανάμεσά τους (στην ιδανική αναλογία του 40% που αναφέρουν τα βυζαντινά εγχειρίδια).

 Οπλισμός

 

Kοντάριον: Eξέλιξη του κόντου, που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας, το κοντάριον ήταν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό ιππικό δόρυ (λόγχη) μήκους 2 έως 2,5 μέτρων, λεπτότερο από το αντίστοιχο του πεζικού με μακριά και βαριά αιχμή.

 Tόξο: Tο χαρακτηριστικό βυζαντινό τόξο ήταν εξέλιξη του αντίστοιχου των Oύννων, από τους οποίους το είχαν υιοθετήσει οι Pωμαίοι της Aνατολής τον 5ο αιώνα μ.X. Eπρόκειτο για ένα κυρτό, παλίντονο τόξο, σύνθετης κατασκευής, με μήκος περί τα 90-95 εκατοστά και χορδή από εντόσθια ζώων. Eίχε ιδιαίτερα αξιόλογο βεληνεκές και ήταν θανάσιμο σε αποστάσεις όπου δεν μπορούσαν να φθάσουν τα λιγότερο εξελιγμένα τόξα της εποχής.

  Aπελατίκιον: Eνας ιδιότυπος κεφαλοθραύστης που ήταν σε χρήση μεταξύ των Bυζαντινών για αιώνες. Tο χρησιμοποιούσαν κυρίως οι αξιωματούχοι του βυζαντινού στρατού και συγκεκριμένα των ιππικών σωμάτων, ωστόσο κατά περιόδους ήταν διαδεδομένος και ευρύτερα.

Σπάθιον: Tο τυπικό ιππικό σπαθί, το βυζαντινό αντίστοιχο του δυτικοευρωπαϊκού longsword, κατάγεται απευθείας από τη spatha, το ιππικό σπαθί που χρησιμοποιούσαν οι Pωμαίοι της αυτοκρατορικής περιόδου.

 Παραμήριον (ή Παραμέριον). Eνα σπαθί μονής κόψης, μακρινός απόγονος της αρχαιοελληνικής κοπίδας, που μοιάζει με τα ανατολίτικα γιαταγάνια. Iδιαίτερα αποτελεσματικό σε θλαστικά χτυπήματα με φορά από πάνω.

             Οι κατάφρακτοι αποτέλεσαν ουσιαστικό συστατικό των νικηφόρων πολέμων του Βυζαντίου κατά την περίοδο της λεγόμενης «βυζαντινής εποποιίας» (950-1025). Ήταν τόση  η φήμη τους και ο τρόμος που προκαλούσαν στους αντιπάλους,με αποτέλεσμα και μόνο το άκουσμα της άφιξης τους να αρκεί πολλές φορές για την υποχώρηση του εχθρού (όπως έγινε επί Βασιλείου Β', όταν λύθηκε η πολιορκία του Χαλεπίου από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου, και το 1030 σε ανάλογη πορεία στη Συρία). Οι κατάφρακτοι ακολούθησαν την παρακμή της αυτοκρατορίας, μειούμενοι συνεχώς σε αριθμό, λόγω των οικονομικών δυσκολιών. 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Η Iταλοκρατία στα Δωδεκάνησα και στη Ρόδο (1912-1939)


 
Η Ιταλία επεδίωκε να γίνει αποικιοκρατική δύναμη και το Σεπτέμβριο του 1911 έκανε απόβαση στη
Λιβύη για να εκδιώξει τους Τούρκους. Για να κάμψει την αντίστασή των Τούρκων μεταξύ ων οποίων ήταν ο νέος στην ηλικία αξιωματικός ο Κεμάλ ο στόλος των Ιταλών επιτηρούσε τα παράλια της Μικράς Ασίας να μην ανεφοδιάζονται οι Τούρκοι στη Λιβύη. Όμως για καλύτερη επιτήρηση σκέφθηκαν να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα.Στις 15 Απριλίου του 1912, 15 πολεμικά ιταλικά περιέζωσαν τη Ρόδο και το πρωινό εκείνο ο Ιταλός στρατηγός Giovanni Αmeglio αποβίβασε 15 χιλιάδες Ιταλούς στρατιώτες στο σημερινό Φαληράκι. Οι κάτοικοι της Ρόδου έπλεαν σε πελάγη χαράς. Επιτέλους ύστερα από αιώνες θα απαλλάσσονταν από τον επαχθή τουρκικό ζυγό που βύθισε τη Ρόδο και τα άλλα Δωδεκάνησα στην αμάθεια, στην οικονομική αθλιότητα και στην πολιτιστική υποβάθμιση. Περίπου 800 έως 1000 Ιταλοί ανέβηκαν προς τις Καλυθίες. Τους υποδέχθηκαν ως ελευθερωτές. Η καμπάνα της εκκλησίας του Σταυρού χτυπούσε χαρμόσυνα. Σμύρτα και δάφνες στης εκκλησιάς τα σκαλοπάτια κι ύστερα δοξολογία. Είχε φτερουγίσει στη Ρόδο κατά τον Ιταλό στρατηγό η Λευτεριά.
Κάτοικοι των Καλυθίων οδήγησαν τους Ιταλούς προς το χωριό Ψίνθος, όπου είχαν αποτραβηχτεί οι 1.300 Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι κάμφθηκαν στα γρήγορα. Μεγάλη ιταλική δύναμη κατευθύνθηκε από το Φαληράκι στην πόλη της Ρόδου και ο βαλής (νομάρχης) Σουπχή βέης πρόλαβε κι έφυγε προς τη Ψίνθο. Ο Ιταλός στρατηγός εξέδωσε διαταγή στην οποία ανέφερε, ότι η κατάληψη των Δωδεκανήσων ήταν προσωρινή. Οι Ιταλοί ζητωκραύγαζαν νiva la Grecia. Οι αιχμάλωτοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Στις 3 έως 5 Ιουνίου του 1912 οι Δωδεκανήσιοι οργάνωσαν συνέδριο στην Πάτμο και ανακήρυξαν τα Δωδεκάνησα Αυτόνομη Πολιτεία Αιγαίου για να προλειανθεί η οδός προς την ένωση με την Ελλάδα. Η Ιταλία δεν αντέδρασε, αλλά άρχισε τις υπεκφυγές. Τα Δωδεκάνησα ελευθερώθηκαν με ιταλικά όπλα διεκήρυξαν. Ούτε η κυβέρνηση του Βενιζέλου έδειξε ενδιαφέρον. Όμως ο ελληνικός λαός μυριζόταν την πρόθεση των Ιταλών να μην αποχωρήσουν και ο σατιρικός ποιητής στόλισε για καλά με σατιρικούς στίχους το στρατηγό Giovanni Ameglio.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1912 στη Λωζάνη Ιταλία και Τουρκία συνθηκολόγησαν. Η Τουρκία αναγνώρισε την κυριαρχία των Ιταλών στη Λιβύη και η Ιταλία έπρεπε να επιστρέψει τα Δωδεκάνησα στην Τουρκία. Στις 16 Μαρτίου του 1917 ο στρατηγός Ameglio έγινε διοικητής Λιβύης και στη θέση του ήρθε ο υποστράτηγος Ιταλός Bittorio Elia, ενώ μητροπολίτης Ρόδου έγινε ο Απόστολος Τρύφωνος που εξέδιδε το περιοδικό «Ορθόδοξος Διδαχή» με θρησκευτικό και πατριωτικό περιεχόμενο και σε 5 χρόνια απαγορεύτηκε. Τότε κυκλοφόρησε και η εφημερίδα «Ροδιακή» που σήμερα στα 2015 ακόμα κυκλοφορεί, αν και είχε επιβληθεί τότε η λογοκρισία από την Ιταλική διοίκηση. Τα χρόνια αυτά αναδείχθηκε μεγάλος ευεργέτης της Ρόδου ο Ιωάννης Καζούλης αλλά και συνάμα θερμός πατριώτης. Πρόσφερε 4 αεροπλάνα στους πολέμους 1912-13, 6 χιλιάδες λίρες για ρουχισμό του στρατού μας και κατετάγη ως έφεδρος αξιωματικός στον ελληνικό στρατό. Η Ιταλία διατυμπάνιζε, ότι κρατά τα Δωδεκάνησα έως ότου παγιωθεί η ηρεμία στη Λιβύη. Με τους νικηφόρους πολέμους 1912-13 η Ελλάδα απέκτησε γόητρο. Στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, στο πλευρό της AΝΤΑΝΤ. Ο Βενιζέλος δεν γνώριζε, ότι η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία υπέγραψαν μυστικό πρωτόκολλο στις 26 Απριλίου του 1915 με το οποίο υπόσχονταν τα Δωδεκάνησα, ότι θα καταχωρούνταν στην Ιταλία, αν συντασσόταν με τις δυτικές δυνάμεις, πρόταση που τη δέχθηκε η Ιταλία προθύμως.

Στο Συνέδριο της Νίκης στο Παρίσι στις 30 Δεκεμβρίου του 1918 ο Βενιζέλος υπέβαλε υπόμνημα με το οποίο ζητούσε τα Δωδεκάνησα και το πέτυχε. Όλα τα Δωδεκάνησα θα περιέρχονταν στην Ελλάδα πλην τη Ρόδου για μια πενταετία, οπότε θα γινόταν δημοψήφισμα. Οι Ρόδιοι που πληροφορήθηκαν την εξαίρεσή τους το Πάσχα του 1919 διενήργησαν συλλαλητήριο. Οι Ιταλοί αντέδρασαν και μάλιστα σκότωσαν το γέροντα ιερέα Οικονόμου Παπαλουκά και την Ανθούλα Ζερβού στο χωριό Παραδείσι δίπλα στο σημερινό αεροδρόμιο Διαγόρας της Ρόδου. Τελικά με το Σύμφωνο Βενιζέλου - Τιττόνι τα Δωδεκάνησα πλην της Ρόδου θα παραδίδονταν στην Ελλάδα γι’ αυτό γινόταν υποστολή των ιταλικών σημαιών και αναρτώνταν οι Ελληνικές. Δάκρυα χαράς. Οι Δωδεκανήσιοι εν μέρει δικαιώνονταν.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών στις 10 Αυγούστου του 1919 η Τουρκία παραιτείται από κάθε δικαίωμα για τα Δωδεκάνησα και η Ιταλία το ίδιο υπέρ της Ελλάδος. Οι πανηγυρισμοί στα Δωδεκάνησα ατελείωτοι. Μόνο στη Ρόδο η πικρία διαχέονταν στις καρδιές των Ροδίων, αλλά η ελπίδα βρίσκει καλό κλίμα στις ψυχές των Ελλήνων και δε μαραίνεται. Στη Ρόδο διορίζεται ο ιππότης Felice Maissa ως ο πρώτος πολιτικός Ιταλός διοικητής και ύστερα από ένα χρόνο ο κόμης Allesandro de Bosdari.
Με τη συμφορά στη Μικρά Ασία η Ιταλία κι ο Κεμάλ κατήγγειλαν τη Συνθήκη των Σεβρών και η Ελλάδα έχασε τη Σμύρνη και την ενδοχώρα της, την Ανατολική Θράκη και τα Δωδεκάνησα με τη νέα Συνθήκη της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου του 1923. Και η Ιταλία προσάρτησε και επίσημα τα Δωδεκάνησα. Το μαρτύριο της σκλαβιάς των Δωδεκανήσιων συνεχίστηκε υπό νέα σκληρή μορφή, γιατί στις 28 Οκτωβρίου του 1922 ο Benito Mussolini με την πορεία του προς τη Ρώμη εγκαθίδρυσε το φασισμό και ανακηρύχτηκε απόλυτος δικτάτορας με τη συγκατάθεση του βασιλιά της Ιταλίας Εμμανουήλ του Γ΄.


Στις 18 Αυγούστου του 1923 στη Ρόδο διορίζεται ο γερουσιαστής Μario Lago με απόλυτες εξουσίες νομοθετικής και διοικητικής στην κτήση της Ιταλίας, στα Δωδεκάνησα. Τα Δωδεκάνησα ήταν επισήμως κτήση της Ιταλίας. Οι Δωδεκανήσιοι υποχρεωτικά απέκτησαν ιταλική υπηκοότητα και ιταλική ταυτότητα, αλλά δεν επιστρατεύονταν. Όσοι αρνούνταν να πάρουν ιταλική υπηκοότητα και ιταλική ταυτότητα έπρεπε να εγκαταλείψουν τα Δωδεκάνησα. Παύθηκε ο δήμαρχος της Ρόδου και διορίστηκε ως δήμαρχος, ως Potesta ο Ιταλός Alfredo Billoti. ΟMario Lago διόρισε σε κάθε κοινότητα, σε κάθε χωριό δήμαρχο της αρεσκείας του και καθιέρωσε τον ιταλικό πανικό κώδικα. Ήταν απόλυτος άρχων ο Mario Lago.

Ο Γενικός Διοικητής προώθησε την επιγαμία. Άρχισαν οι Ιταλοί να παντρεύονται Ελληνίδες και αντίστροφα, αν και ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος αντιδρούσε και δεν επέτρεπε το γάμο. Στα κατοχικά αυτά χρόνια ο μητροπολίτης έγινε ο εθνάρχης των Ελλήνων. Είχε εξουσία να εγκρίνει διαζύγια, να δίνει άδειες γάμου, να εκδικάζει οικογενειακές διαφορές ακόμα και ιδιοκτησίας.

Τότε οι σχέσεις του Αποστόλου με το Mario Lago εντάθηκαν, διότι ο Ιταλός Γενικός Διοικητής κήρυξε την εκκλησία της Δωδεκανήσου Αυτοκέφαλη και απαγόρευσε κάθε σχέση της Δωδεκανησιακής εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Κατήργησε τα ελληνικά δικαστήρια και λειτουργούσαν μόνο τα ιταλικά και έβαλε στόχο τον εξιταλισμό των Δωδεκανησίων. Σχετικά με την παιδεία ο Mario Lago εξέδωκε στα 1926 τον Κανονισμό Σχολείων. Όσα χωριά πλήρωναν δασκάλους μπορούσαν να εφαρμόζουν το πρόγραμμα του ελληνικού υπουργείου Παιδείας, αλλά σ’ αυτά η ιταλική γλώσσα ήταν υποχρεωτική και εθεωρείτο πρωτεύον μάθημα. Οι τίτλοι τους όμως δεν αναγνωρίζονταν. Ιδρύθηκαν και ιταλικά σχολεία στα οποία όλα τα μαθήματα γίνονταν στα ιταλικά και οι τίτλοι τους ήταν επίσημοι. Σ’ αυτά τα βιβλία και η γραφική ύλη παρέχονταν δωρεάν. Επίσης ο γενικός Διοικητής ίδρυσε φροντιστήριο για όσους Έλληνες είχαν τίτλο Δημοτικού Σχολείου, τίτλο Γυμνασίου και οι οποίοι αφού μάθαιναν την ιταλική γλώσσα, θα διορίζονταν ως δάσκαλοι. Όσοι επιθυμούσαν ανώτερες σπουδές στέλνονταν στην Ιταλία. Ο Mario Lago τα’ βαλε και με το πηλήκιο, το οποίο φορούσαν οι μαθητές του ελληνικού Γυμνάσιου που τότε ήταν εξατάξιο, το οποίο πάνω από το γείσωμά του είχε επίχρυση τη γλαύκα, το δε χρώμα του ήταν μπλε και έγινε το σύμβολο του πατριωτισμού των Ελλήνων, γι’ αυτό και το απαγόρευσε. Τα ελληνικά σχολεία ως εθνικές γιορτές είχαν την εορτή των τριών Ιεραρχών και την 25ηΜαρτίου.

Ο Ιταλός διοικητής έφερε από την Ιταλία εποίκους Ιταλούς. Άρπαξε εκτάσεις καλλιεργήσιμες και ίδρυσε πρότυπα χωριά με πειραματικές καλλιέργειες, τα οποία είχαν καθολική εκκλησία, δημαρχείο, ιατρείο και κατάστημα τροφίμων και σχολείο. Η ύπαιθρος της Ρόδου που ήταν γεωργική, άρχισε να
κάμπτεται. Τα διαβόητα χωριά ήταν: το San Marco στην Κατταβιά, το San Benetetto στα Κολύμπια, το Campochiaro στην Ελεούσα και το Beveragno στον Καλαμώνα. Από τα 1921 οι Ιταλοί έκαμαν εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας στην πόλη της Ρόδου που η ζωή της ξεκίνησε από το 408 π.Χ. Οργάνωσαν ταχυδρομείο, τηλεγραφείο και συγκοινωνίες. Στα 1922 ίδρυσαν την εταιρεία τηλεφωνίας. Τα επόμενα χρόνια έως τα 1930 ιδρύθηκε η καπνοβιομηχανία, η λεγόμενη Τ.Ε.Μ.Ι., η βιομηχανία ταπήτων, οι οινοποιία, τα κεραμικά, η σαπωνοποιία, η μεταποίηση λαδιού και η αλευροβιομηχανία. Ανέπτυξαν την οικοδομική δραστηριότητα. Ιδρύθηκε η Κ.Α.Ι.R. στα 1928 ως ποτοποιία που ακόμα και σήμερα στα 2011 υπάρχει, η εταιρεία κεραμικών ΙΚΑΡΟΣ, και η εταιρεία παραγωγής πάγου και αεριούχων ποτών. Επίσης ιδρύθηκε στα 1927 η Τράπεζα Ιταλίας, η Τράπεζα Σικελίας στα 1928 και η Τράπεζα Ρώμης. Όμως το εξαγωγικό και εισαγωγικό εμπόριο διεξήγαγαν οι Ιταλοί και οι Εβραίοι που είχαν ιδρύσει και δικιά τους τράπεζα. Οι Εβραίοι δεν ανθίσταντο στην ιταλοποίηση της Δωδεκανήσου γι’ αυτό και τα παιδιά τους σήκωναν ιταλικές σημαίες χωρίς αντιρρήσεις, ενώ τα ελληνόπουλα αρνούνταν να παρελάσουν με ιταλικές σημαίες. Ο πόθος της ένωσης με την Ελλάδα έκαιγε τις καρδιές τους.

Από τα 1912 έως και τα 1923 οι Ιταλοί άρχισαν να ανοίγουν δρόμους, έκαμαν το αεροδρόμιο των Μαριτσών ως πολεμικό και επιβατικό, δημόσια κτίρια, αστυνομικούς σταθμούς, λιμενικές εγκαταστάσεις, ξενοδοχεία και όλα αυτά με χέρια ροδίτικα και με αγγαρείες ή εξευτελιστικό ημερομίσθιο. Στην πόλη της Ρόδου απαλλοτρίωσαν ιδιοκτησίες Ροδίων για να ιδρύσουν δημόσια κτίρια με εικονικά ποσά. Για την κατασκευή των έργων υποχρέωναν τους εύπορους να προσφέρουν ιταλικές λιρέτες και για την αξία τους, τους έδιναν ομόλογα, τα οποία ποτέ δεν εξοφλήθησαν. To ρυθμιστικό σχέδιο της επέκτασης της πόλης της Ρόδου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Ιταλό Florestano di Fausto, ο οποίος κατήργησε το τούρκικο νεκροταφείο. Από τα Πλατανάκια και προς το Μόντε Σμιθ έγινε ο νέος οικισμός των Ιταλών στον οποίο οικοδομήθηκε σε κήπο και η κατοικία του κυβερνήτη, τα δε τούρκικα νεκροταφεία που ήταν γύρω από το κάστρο των Ιπποτών καταργήθηκαν όλα. Στα 1928 ιδρύθηκε και το λοιμοκαθαρτήριο.

Άρχισαν περίπου στα 1928 και έως τα 1930 κατήρτισαν κτηματολόγιο, το οποίο και υφίστανται ακόμα, αλλά έχει αρκετά λάθη. Στους δε ιδιοκτήτες έδιναν μεγάλους εντυπωσιακούς τίτλους στην ιταλική γλώσσα. Από το 1923 έως και στα 1936 ιδρύθηκαν τα δημόσια κτίρια: η Νέα Αγορά, το κτίριο της Banca d’ Itaalia, το Ακταίο, το Δικαστικό Μέγαρο, το Ταχυδρομείο, το κτίριο για τις Δημόσιες Υπηρεσίες, το Δημαρχείο, το Νομαρχιακό Μέγαρο και η καθολική του San Giovanni, η σημερινή ορθόδοξη του Ευαγγελισμού εκκλησία και το Θέατρο Puccini. Το Δημαρχιακό Μέγαρο λεγόταν Μέγαρο Φασιστικής Ομοσπονδίας. Εμπρός στο Δημαρχείο ήταν στημένα τα αγάλματα του Ιουλίου
Καίσαρα και του Οκταβιανού, οι οποίοι κυβέρνησαν ως απόλυτοι αυτοκράτορες, γιατί και ο Μουσολίνι κυβερνούσε ως αυτοκράτορας. Η ιδρυθείσα εκκλησία του San Giovanni ήταν παρόμοια με εκείνη των Ιπποτών που ανατινάχθηκε, όταν κεραυνός έπεσε και ανεφλέγη η μπαρούτι που βρισκόταν κρυμμένη από τα 1522 στα υπόγεια του ναού τουSan Giovanni μέσα στο κάστρο στο τέρμα της οδού των Ιπποτών. Εμπρός από την νέα εκκλησία του San Giovanni στο Μανδράκι στήθηκε η διαβόητη βρύση καλλιτεχνικό αντίγραφο της βρύσης (της Fontana) που υπήρχε στην πόλη της Ιταλίας Viterbo και εκεί ήταν η granda (η μεγάλη). Η Viterbo φημιζόταν για τις βρύσες της, επειδή η μία συναγωνιζόταν την άλλη σε καλλιτεχνικότατα.

Οι Ιταλοί βέβαιοι, ότι ποτέ δεν θα έφευγαν από τη Ρόδο και τα Δωδεκάνησα επιδόθηκαν στην κατασκευήν και άλλων οικοδομών. Ίδρυσαν Σχολείο αρρένων και θηλέων, ορφανοτροφείο θηλέων, την μετέπειτα Παιδαγωγική Ακαδημία και το κτίριο της φασιστικής Νεολαίας. Ίδρυσαν ακόμα δύο στρατώνες, την Caserma Principeκαι την Caserma Regina, στους οποίους σήμερα στεγάζονται το Βενετοκλειο Γυμνάσιο και Λύκειο. Κατασκεύασαν το κτίριο της αεροπορίας στο οποίο λειτουργεί η Τουριστική Σχολή σήμερα και το Βασιλικό Νοσοκομείο, διότι ενώ στην Ιταλία κυβερνούσε ο φασίστας Μουσολίνι, είχε ταυτόχρονα κρατήσει και το θεσμό της βασιλείας με βασιλιά τον Εμμανουήλ τον Γ΄.

Επίσης η φασιστική διοίκηση στη Ρόδο ίδρυσε: το στάδιο Μουσολίνι, το σημερινό Στάδιο Διαγόρα, που ήταν στην αρχαία εποχή ο ολυμπιονίκης από τότε έως σήμερα όλων των αιώνων και τη Μονή Φιλερήμου. Στα 1932 στη Ρόδο υπήρχαν 9 ξενοδοχεία από τα οποία ξεχώριζαν το Έλαφος και η Ελαφίνα στον Προφήτη Ηλία και το ξενοδοχείο των Ρόδων που ήταν το μεγαλύτερο και ωραιότερο στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, το la Grande Albergo delle Rose».

Στα 1935 κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο Θέρμαι, διότι εκεί ανάβλυζε ζεστό ιαματικό νερό. Τη χρονιά του 1935 οικοδομήθηκε το Ενυδρείο που λειτουργεί έως και σήμερα. Επειδή οι Ιταλοί πίστεψαν, ότι η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα και κληρονομικά τους ανήκαν, αφού οι καθολικοί Ιππότες άφησαν την πολιτιστική τους ταυτότητα στη Ρόδο και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, γι’ αυτό προσπαθούσαν να αναδείξουν τη Ρόδο πνευματικά και πολιτιστικά. Ίδρυσαν Αρχαιολογικό Μουσείο στο χώρο του νοσοκομείου των Ιπποτών, Βιβλιοθήκη αρχαιολογικού και ιστορικού περιεχομένου, εξέδιδαν το περιοδικό «Clara Rhodos» (Λαμπρή Ρόδος), συνέστησαν τη Βιβλιοθήκη των Λουλουδιών (Biblioteca del Fiore), τη Βιβλιοθήκη Gioventu στο ναυαρχείο των Ιπποτών εντός του Κάστρου, τη Βιβλιοθήκη της καθολικής Αρχιεπισκοπής και του Βενετοκλείου Γυμνασίου.

Η Ρόδος για τους Ιταλούς ήταν το καμάρι τους, η περηφάνεια τους, ήταν η δόξα τους. Ακόμα και λέσχες ίδρυσαν όπως η λέσχη Ιταλία, των Κυνηγών και η Περιηγητική. Μόνο που οι Δωδεκανήσιοι και οι Ρόδιοι από τα βάσανα της τουρκοκρατίας και τη φτώχεια έπεσαν στα φασιστικά δεσμά. Το όνειρό τους να δουν το εθνικό τους σύμβολο να ριπίζεται από τ’ αγέρι του Ανατολικού Αιγαίου ξεθώριαζε. Σιγά – σιγά έσβηνε, ενώ οι Ιταλοί καυχόταν για τη Ρόδο και έγραφαν: Η Ρόδος είναι μια Πομπηία που επέζησε. Είναι πολύτιμο αντικείμενο. Η Ρόδος δεν είναι μόνο ιταλική, είναι ιδανική κληρονομιά, είναι αλλά κοινή κληρονομία τέχνης και ιστορίας.

Οι Ιταλοί επέβαλαν βαρύτατη φορολογία στους Έλληνες, τους οποίους δεν τους ονόμαζαν Έλληνες αλλά απλώς ορθόδοξους. Το ημερομίσθιο των Ελλήνων εργατών ήταν μία λιρέτα, ενώ των Ιταλών 10 λιρέτες. Οι ώρες εργασίες των Ορθόδοξων ήταν εξαντλητικές. Για τις ιταλικές εταιρείες η φορολογία ήταν ελαφρότατη. ιδιαίτερα οι Έλληνες στην οικονομική κρίση του 1929 – 1936 υπέφεραν πολύ, αλλά παρά τα καταπιεστικά μέτρα το πατριωτικό φρόνημα των Ελλήνων δεν εκάμθη. Πολλοί όμως μετανάστευσαν στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Βραζιλία και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο όπου ο Ελληνισμός άκμαζε οικονομικά και κυρίως ο οίκος Καζούλη γι’ αυτό και ευεργέτησαν τη Ρόδο ιδρύοντας την Αστική Σχολή, το Αμαράντειο και το Βενετόκλειο Σχολείο για να ξεφύγουν οι Ρόδιοι από το σκοτάδι της αμάθειας. Τη μετανάστευση των ορθοδόξων οι Ιταλοί τη βοηθούσαν ποικιλοτρόπως.

Οι Ιταλοί παντού ακόμα και στα 44 χωριά της Ρόδου ίδρυσαν τα κέντρα «DOPO LAVORO», μετά την εργασία. Σ’ αυτά ακουγόταν η προπαγάνδα υπέρ του φασισμού και του Μουσολίνι. Η Ιταλία ήταν αυτοκρατορία και ο Duce ο αυτοκράτορας, ενώ η Ελλάδα ήταν μια πάμπτωχη χώρα. Το μόνο που επέτρεπαν οι Ιταλοί ήταν το Ελληνικό Προξενείο, αλλά περιόριζαν τη δράση του. Απ’ αυτό οι Έλληνες δρόσιζαν την ελπίδα τους που άρχισε να μαραίνεται. Κυκλοφορούσαν δύο ελληνικές εφημερίδες η
Ροδιακή και η Νέα Ρόδος αλλά από αυστηρότατη λογοκρισία. Ευρύτατη κυκλοφορία είχε η ιταλική εφημερίδα «Messagero di Rodi».

Στα 1933 ο Νικόλαος Πλαστήρας κατέφυγε στη Ρόδο μετά την αποτυχημένη απόπειρα του να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία, αλλά οι Ιταλοί δεν του επέτρεψαν την παραμονή. Το ίδιο συνέβη και με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν στα 1935 που προσπάθησε να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία και απέτυχε. Ο Μario Lago παραιτήθηκε στα 1936 και στη Ρόδο κατέβηκε ο ένας εκ της τετραρχίας του φασισμού, ο σκληρός και άτεγκτος De Vecchi, ο οποίος καθύβρισε τους αρμόδιους Ιταλούς που ύστερα από τόσα χρόνια οι Ρόδιοι και οι Δωδεκανήσιοι μιλούσαν ελληνικά ακόμα και δημοσίως γι’ αυτό έλαβε σκληρότατα μέτρα.

Ø Κατήργησε το μπλε πηλίκιο με τη γλαύκα στους μαθητές του Βενετοκλείου Γυμνασίου και τους υποχρέωσε να παρελαύνουν στις ιταλικές γιορτές με ιταλικές σημαίες, αλλά ο Αλέξανδρος Διάκος μαθητής της προτελευταίας τάξης του εξατάξιου Γυμνασίου αρνήθηκε να κρατήσει την Ιταλική σημαία και ο πατέρας του νύχτα το φυγάδευσε για να μην τον φυλακίσουν. Στην Αθήνα τελείωσε το Γυμνάσιο, μπήκε στη Σχολή Ευελπίδων και ήταν ο πρώτος αξιωματικός που για να καταλάβει στην Πίνδο το ύψωμα Τσούκα όταν οι Ιταλοί την 28η Οκτωβρίου του 1940 εισέβαλαν στην Ελλάδα φώναξε: «Εμπρός… παιδιά… για μια ελεύθερη Ελλάδα και ελεύθερα Δωδεκάνησα». Ένα κρυμμένο ιταλικό πολυβόλο του ’κοψε το νήμα της ζωής του. Σήμερα το άγαλμά του δεσπόζει στο Μανδράκι της Ρόδου σε στάση επίθεσης και στη βάση του είναι τα ιερά οστά του.


Ø Απαγόρευσε επί ποινή φυλάκισης την ελληνική γλώσσα
Ø Ο χαιρετισμός σε δημόσιους χώρους έπρεπε να γίνεται ρωμαϊστί, με ανύψωση της δεξιάς παλάμης.
Ø Όταν γινόταν η έπαρση και η υποστολή της ιταλικής σημαίας, έπρεπε να γίνεται αυτόματη ακινητοποίηση με το βρόντο του πυροβόλου από το Μόντε Σμιθ και ρωμαϊκός χαιρετισμός. Οι πάντες πεζοί, μικροί και μεγάλοι, εποχούμενοι και μη ακόμα και τετράποδα με τους συνοδούς τους, κάρα και άμαξες. Υπεύθυνοι ήταν οι ιδιοκτήτες των ζωντανών.
Ø Στα λεωφορεία έβαλε Ιταλούς που δεν ήξεραν ελληνικά. Τα λεωφορεία ήταν δημόσιος χώρος.
Ø Για να ασκήσεις το επάγγελμα του γιατρού, του εμπόρου ακόμα και του πλανόδιου πωλητή έπρεπε ή ο ίδιος ή ένα από τα παιδιά σου να πάρουν την ιταλική υπηκοότητα ή να γραφτεί στο φασιστικό κόμμα. Όποιος αρνείτο, αφαιρείτο η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και εφυλακίζετο.
Ø Για κάθε τι έπρεπε οι ορθόδοξοι να παίρνουν permesso, άδεια. Οι Ιταλοί αστυνομικοί, οι carabinieri ήλεγχαν τα πάντα.
Ø Αντικατέστησε τους κοινοτάρχες και έβαλε άλλους που έπρεπε να είναι ντυμένοι με φασιστική στολή: πράσινο παντελόνι, μαύρο πουκάμισο (camicia nero), δίκοχο με το σήμα το φασιστικό, σακάκι πράσινο με εξάρτηση όπως οι αξιωματικοί.
Ø Σε κάθε επέτειο οι κάτοικοι της πόλης της Ρόδου έπρεπε να αναρτούν ιταλική σημαία με τα χρώματα verde, bianco και rossο, πράσινο, άσπρο και κόκκινο.
Ø Κάθε δημόσιο κτίριο και κάθε σχολείο όχι μόνο ιταλικό και ελληνικό ακόμα και στα χωριά στην πρόσοψή του έπρεπε να’ έχει την ανάγλυφη φυσιογνωμία του Μουσολίνι δεξιά και αριστερά το φάχιο, fachio το ρωμαϊκό σύμβολο ισχύος, ράβδους δεμένες με ένα πέλεκη στην άκρη που εσήμενε εν τη ενώσει η ισχύς, το δε τσεκούρι , ότι τσακίζει κάθε αντίσταση, κάθε ανταρσία.
Ø Απαγόρευσε τη χειροτονία νέων ιερέων, αλλά ύστερα από ικεσίες επέτρεψε στις εκκλησίες να γίνεται κατηχητικό στα Ελληνόπουλα και στις Ελληνοπούλες.

Ø Έκλεισε όλα τα ελληνικά σχολεία που λειτουργούσαν με το πρόγραμμα του Ελληνικού Υπουργείου Παιδείας και με νόμο όλα τα σχολεία μετετράπησαν σε ιταλικά με δασκάλους Ιταλούς ή Έλληνες που διδάχθηκαν την ιταλική γλώσσα και είχαν σχετική πιστοποίηση για την κατάρτιση τους στην ιταλική γλώσσα. Τα δημοτικά σχολεία σύμφωνα με το ιταλικό Υπουργείο Παιδείας ήταν πενταετή. Στα ιταλικά σχολεία ασκείτο η φασιστική προπαγάνδα. Η Ιταλία ήταν αυτοκρατορία, ενώ η Ελλάδα, la Grecia ήταν χώρα φτωχή. Όσα Ελληνόπουλα τελείωναν την Πέμπτη Δημοτικού και είχαν έφεση για γράμματα προσπαθούσαν να τα προωθήσουν προς το ιταλικό Γυμνάσιο της πόλης της Ρόδου που είχε και οικοτροφείο και όλα δωρεάν ακόμα η φοίτησή τους σε πανεπιστήμιο της Ιταλίας.

Κάθε πρωί σε κάθε σχολείο γινόταν έπαρση της ιταλικής σημαίας και τα παιδιά υποχρεωτικά τραγουδούσαν τον ύμνο για το Μουσολίνι του οποίου ο βίος του και η πορεία του προς τη Ρώμη διδασκόταν υποχρεωτικά και οι Ιταλοί δάσκαλοι υποχρέωναν τα παιδιά να διηγούνται τη ζωή και τη δόξα του ως μάθημα. Βιβλία και γραφική ύλη όλα δωρεάν. Επίσης ησκείτο προπαγάνδα τα παιδιά του δημοτικού σχολείου να γράφουν balilla, δηλαδή στην κατώτερη βαθμίδα του φασισμού. Όσα ήταν γραμμένα ή για λόγους ανάγκης των γονέων τους ή από φτώχεια ή από συμπάθεια το φασιστικό καθεστώς που υποσχόταν πλούτη και καλοπέραση είχαν πολλές απολαβές. Τους χορηγούσαν δωρεάν στολή. Κάθε Κυριακή καινούριο λεωφορείο τα ’παιρναν, τα πήγαιναν περιήγηση, εκδρομή και πλούσιο φαγοπότι. Όλα δωρεάν. Στα 1939 εγκαινιάστηκε ο νέος καθολικός ναός κοντά στη καπνοβιομηχανία παρουσία του De Vecchi. Ήταν και είναι αφιερωμένος στον San Franchisco, στον Άγιο καθολικό που μάγευε τα πουλιά γι’ αυτό και σήμερα στο άγαλμά του στο δεξί του χέρι και συγκεκριμένα στην παλάμη του κάθεται ένα πέτρινο πουλί. 

 ΠΗΓΗhttp://www.istorikathemata.com/

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ "ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ" ΤΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΦΛΙΑΝΗΣ 13 ΜΑΪΟΥ 1898


Το χωριό της Κουτσούφλιανης βρισκόταν στην ορεινή περιοχή της Καλαμπάκας τοποθεσίας που αντιστοιχεί σήμερα στην περιοχή ανάμεσα στους νομούς Τρικάλων και Γρεβενών. Η περιοχή αυτή εφαπτόταν με την μεθόριο μεταξύ Ελλάδας - Οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά την διαρρύθμιση των συνόρων του 1881 και την προσάρτηση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου στην Ελλάδα. Η Κουτσούφλιανη είχε περίπου επτακόσιους κατοίκους (όλοι βλαχοφωνοι) και λόγω της επίκαιρης θέσης της, της ορεινής τοποθεσίας της και της πυκνής βλάστησης της, αποτέλεσε πύλη εισόδου των ελληνικών τμημάτων των Μακεδονομάχων στην Οθωμανική Μακεδονία κατά τον "Μακεδονικό Αγώνα", αλλά και ορμητήριο των τμημάτων της "Εθνικής Εταιρείας" που δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή λίγο πριν την έναρξη του ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 εισβάλλοντας πρόωρα στα τουρκικά εδάφη.
Το 1897 έγινε η εκ νέου εξέγερση των Ελλήνων στην Κρήτη με αίτημα την Ένωση του πολύπαθου νησιού στην Ελλάδα. Ακολούθησε η η αποστολή ελληνικού αποσπάσματος υπό τον υπασπιστή του βασιλιά Γεωργίου Τιμολεοντα Βάσο. Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 βρήκε εντελώς ανέτοιμο τον ελληνικό στρατό ο οποίος ηττήθηκε αρχικώς στην ορεινή περιοχή του Τιρνάβου και αμέσως μετά σε διαδοχικές μάχες στα Φαρσαλα και στο Δομοκο. Οι Τούρκοι κατά την ορμητική
Ελληνικός στρατός 1897
προέλαση τους κατέλαβαν την Λάρισα αλλά απέτυχαν να καταλάβουν τον Βόλο λόγω της γενναίας αντίστασης που προέβαλλαν οι Ελληνικές δυνάμεις υπό τον Κωνσταντίνο Σμολένσκι, αλλά και την ορεινή δύσβατη περιοχή της Καλαμπακας με την Κουτσουφλιανη. Όταν υπογράφτηκε η ανακωχή μεταξύ των δυο εμπολεμων χάρις την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία), προβλεπόταν να δωθεί μεγάλη χρηματική αποζημίωση στον Σουλτάνο από την Ελλάδα αλλά και να μην υπάρξει μεταβολή των συνόρων εκτός από ασήμαντες μεθοριακες αλλαγές υπέρ των Οθομανών.

Μοναδική εδαφική αξίωση των Οθωμανών ήταν η προσάρτηση της ορεινής περιοχής της Κουτσουφλιανης, για την καλύτερη επίβλεψη της μεθορίου με την Ελλάδα που από τις οθωμανικής αρχές. Για τον σκοπό αυτό η Πύλη επικαλέστηκε επιστολή των κατοίκων του χωριού που ζητούσαν την επιστροφή τους στην αυτοκρατορία επειδή δήθεν ήταν ρουμανικής εθνικής συνείδησης. Οι Έλληνες διπλωμάτες έδιναν μάχη ώστε η περιοχή να μην χαθεί για την Ελλάδα αλλά αυτό ήταν αρκετά δύσκολο καθώς η ελληνική πλευρά είχε χάσει τον πόλεμο, δεν είχε περιθώρια ελιγμών και ο ρόλος της στην υπόθεση ήταν καθαρά συμβουλευτικός. Οι κάτοικοι της Κουτσουφλιανης δεν γνώριζαν ούτε για την δήθεν επιστολή που είχαν στείλει, ούτε ότι η περιοχή τους παζαρευόταν  σε διεθνές επίπεδο, καθώς την εποχή εκείνη στα ορεινά δύσβατα μέρη η ενημέρωση γινόταν με σημαντική καθυστέρηση. Όταν οι Κουτσοφλιανιωτες ενημερώθηκαν ότι ο τόπος τους έμελλε να προσαρτηθεί στην Οθωμανική αυτοκρατορία διαμαρτυρήθηκαν με επιστολές τους προς όλες τις ευρωπαϊκές αυλές, τα ανακτοβούλια και τους πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων. Η αντίδραση των κατοίκων του χωριού επέφερε εμπλοκή στην χάραξη των συνόρων Ελλάδας - Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, στις 17 Νοεμβρίου 1897 διακόπηκαν οι εργασίες της επιτροπής για την διαρρύθμιση των συνόρων και ενώ υπολειπόταν το κομμάτι της μεθορίου που αφορούσε την περιοχή της Κουτσούφλιανης και του Μαλακασίου (κοντινό χωριό). Σαν επίσημη δικαιολογία εμφανίστηκε το γεγονός ότι εκείνες τις ημέρες υπήρξε έντονο ψύχος και χιονοπτώσεις στην περιοχή. Μάλλον, όμως, ο αληθινός λόγος ήταν πως οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων στην επιτροπή οροθεσίας έκαναν έναν ελιγμό μετά την αίτηση των Κουτσουφλιανιωτών, για να δώσουν το χρόνο και την ευκαιρία στην Κουτσούφλιανη να κερδίσει την υπόθεση, ή να δεχθούν σιγά-σιγά όλοι οι Κουτσουφλιανιώτες την μοίρα τους αδιαμαρτύρητα.

Όταν η διεθνής επιτροπή χάραξης συνόρων άφησε τελικώς εκτός της ελληνικής επικράτειας την Κουτσουφλιανη οι κάτοικοι της έλαβαν μια τραγική όσο και μεγαλειώδη απόφαση: στις 13 Μαΐου 1898 έκαψαν τις πατρογονικές τους εστίες, ξέθαψαν τα οστά των προγόνων τους, έκαψαν τα λείψανα των νεκρών του πρόσφατου πολέμου του 1897 για να μην τα βεβηλώσουν οι Τούρκοι και με επικεφαλής τους προκρίτους και τον ιερέα τους με τα εικονίσματα από την εκκλησία τους ανά χείρας, διέβησαν την νέα μεθόριο και επέστρεψαν στην Ελλάδα διαλέγοντας μια νέα τοποθεσία για να ξαναχτίσουν το χωριό τους από την αρχή. Η τοποθεσία αυτή βρισκόταν κοντά στο μοναστήρι του Λιμποχόβου λίγα μόλις χιλιόμετρα από την αρχική τοποθεσία της Κουτσούφλιανης. Όπως άλλωστε είπε ένας κάτοικος της σε δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ»: «Εμείς δεν θα φύγουμε μακριά πολύ από το παλιό χωριό μας. Θέλουμε να το βλέπουμε. Απέναντι θα κάνουμε νέο χωριό. Κτήματα δημόσια και μοναστηριακά είναι εκεί. Χίλιες δραχμές άμα πάρει καθένας μας, θα φτιάξει το σπιτάκι του κι έχει ο Θεός, που ξέρεις, να ξαναπάμε γρήγορα στην Παλιά Κουτσούφλιανη ελευθερωμένη». Το νέο χωριό ονομάστηκε εύλογα "Νέα Κουτσούφλιανη" (σημερινή Παναγία Καλαμπάκας).

Το "ολοκαύτωμα της Κουτσουφλιανης" αποτέλεσε ένα μεγαλειώδες ξέσπασμα του ελληνισμού σε μια εποχή που το μικρό ελληνικό βασίλειο είχε ηττηθεί στρατιωτικά και δεχόταν συνεχώς διπλωματικές πιέσεις και εξευτελισμούς ενώ βρισκόταν και υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο. Η γενναία στάση των κατοίκων της Κουτσουφλιανης προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση, οι εφημερίδες της εποχής αναφέρθηκαν εκτεταμένα στο θέμα ("έφυγαν οι ήρωες της Κουτσούφλιανης" έγραφαν τα πρωτοσέλιδα της εποχής), ενώ πολλοί εύποροι Έλληνες προσήλθαν αυθόρμητα και προσέφεραν χρήματα υπέρ της δοκιμαζόμενης κοινότητας. Πολλοί ποιητές εμπνεύστηκαν και απαθανάτισαν σε έργα τους την υπερηφάνεια των κατοίκων (ανάμεσα τους και ο Γεώργιος Σουρης).

Στην Κουτσούφλιανη τη σκλάβα
που σκορπά φωτιές και λάβα.

Ω! χωριό που καις τα σπίτια, τους σταυρούς, τα μνήματα σου 
 τι ντροπές ασπρίζει μαύρες η καπνίλα της φωτιάς σου.
Μες στη στάχτη σου της Δόξας θεμελιώνετ' εκκλησιά,
κάθε σπίθα κι ένας ήλιος, κάθε φλόγα και δροσιά.

 (Γεώργιος Σουρής)

«Με το πύρινο το δάκρυ, φλόγα γίνετ' υψηλή κι αγκαλιάζει
πυρπολεί το χωριό απ' άκρη σ' άκρη σαν θριάμβου ανατολή.
Κι η μαρτυρική πατρίδα σκοτισμένη από ντροπή
ένοιωσε μιαν αστραπή να περνά σαν την ελπίδα στην καρδιά της χαρωπή.
Δόξα στο χωριό που χύνει στα σκοτάδια τα βαρεία, φλογερή παρηγοριά
κι ολοκαύτωμα έχει γίνει για τη θεία λευτεριά.»


(Αριστομένης Προβελέγγιος )

Η περιοχή αποτέλεσε εστία έντασης μεταξύ των ντόπιων κατοίκων και των Οθωμανικών αρχών για όλη την σύντομη περίοδο που ακολούθησε ως το 1912. Μετά την οριστική απελευθέρωση της περιοχής με τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913 κάποιοι κάτοικοι επέστρεψαν στην παλαιά Κουτσούφλιανη, ενώ το 1933 οι κάτοικοι της περιοχής ήγειραν θέμα κυριότητας, όταν η κυβέρνηση Τσαλδάρη με απόφαση της μοίραζε τις Οθωμανικές γαίες της περιοχής σε ακτήμονες, το οποίο ικανοποιήθηκε. Η επέτειος του "ολοκαυτώματος" της Κουτσούφλιανης γιορτάζεται στα δύο χωριά με λαμπρότητα κάθε χρόνο ανήμερα στις 13 Μαϊου, ως τις μέρες μας.


ΠΗΓΗ http://www.istorikathemata.com