Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΝΑΚΩΧΗ ΤΟΥ ΜΟΥΔΡΟΥ (17 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1919)

Μετά την διάρρηξη του Μακεδονικού μετώπου (χάρις την ενεργό συμμετοχή του Ελληνικού στρατού) και την αποδοχή των όρων της Αντάντ από την Βουλγαρία, ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος έβαινε προς τον τερματισμό του με μεγάλο ηττημένο τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Ήδη στο Μακεδονικό μέτωπο άρχισε να διαφαίνεται ο ενδόμυχος ανταγωνισμός μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας για την οικονομική και πολιτική κυριαρχία στην Ανατολή. Συγκεκριμένα στις 5 Οκτωβρίου 1918 στην διασυμμαχική διάσκεψη του Παρισιού ο Clemanseau πρότεινε τα συμμαχικά στρατεύματα στην Μακεδονία υπό τις διαταγές του Γάλλου στρατηγού Franchet d'Esperey να προελάσουν προς την Κωνσταντινούπολη, οι Άγγλοι όμως αρνήθηκαν επίμονα, καθώς δεν ήθελαν να αυξηθεί η Γαλλική επιρροή στην περιοχή και πρότειναν μια ναυτική επιχείρηση στην οποία οι ίδιοι θα είχαν το γενικό πρόσταγμα. Η βίαιη αυτή διένεξη φανέρωνε τις ενδοσυμμαχικές διενέξεις και ανταγωνισμούς λόγω της υποχώρησης της στρατιωτικής αναγκαιότητας και της εμφάνισης πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων.


ο Άγγλος ναύαρχος Calthorpe
Ουσιαστικά ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει με την Γερμανία εξουθενωμένη έτοιμη να υπογράψει ανακωχή και την οθωμανική Αυτοκρατορία να παρουσιάζει ένα θέαμα απόλυτης στρατιωτικής, οικονομικής και πολιτικής αποσύνθεσης. Ήδη στις 25 Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε η κυβέρνηση των Νεότουρκων υπό τον Ταλαάτ και σχηματίστηκε μια άλλη υπό τον μετριοπαθή Χαλίλ μπέη που προσπαθούσε - μάταια - να εξασφαλίσει κάποιο ευνοϊκό κλίμα με τις δυνάμεις των Συμμάχων. Οι διαπραγματεύσεις για την ανακωχή μεταξύ Αντάντ και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου στο λιμάνι του Μούδρου στην Λήμνο και διεξήχθησαν μονομερώς από τον Άγγλο ναύαρχο Calthorpe χωρίς την ενεργό συμμετοχή Γάλλου η Ιταλού εκπροσώπου.

Στις 14 Οκτωβρίου προσήλθε στον Μούδρο ο Τούρκος υπουργός ναυτικών Χουσεΐν Ραούφ για να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις και να υπογράψει το τελικό κείμενο, κάτι που έγινε στις 17 Οκτωβρίου. Το περιεχόμενο του κειμένου αποτελούσε ουσιαστικά μια άνευ όρων παράδοση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με ταπεινωτικούς όρους που ουσιαστικά προέβλεπαν την κατάλυση της κυριαρχίας της πάνω στα εδάφη που ως τότε κατείχε.

Αναλυτικότερα η ανακωχή του Μούδρου προέβλεπε:

1. Συνολική αποστράτευση του τουρκικού στρατού
2. Παράδοση των Τουρκικών πολεμικών πλοίων στους Συμμάχους
3. Σφράγιση όλων των Τουρκικών αποθηκών όπλων και παράδοσή τους στους Συμμάχους
4. Παράδοση των παραθαλάσσιων οχυρών των στενών της Καλλίπολης στους Συμμάχους
5. Άμεσο άνοιγμα των Στενών και ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή
6. Οι Τούρκοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να παραδώσουν άμεσα όλους τους Γερμανούς και Αυστριακούς αξιωματικούς που βρίσκονταν στα εδάφη τους
7. Οι Σύμμαχοι αποκτούσαν το δικαίωμα να καταλάβουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο της Αυτοκρατορίας έκριναν αυτοί σκόπιμο
8. Οι Τούρκοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να εφοδιάσουν τις συμμαχικές αποστολές με εφόδια και καύσιμα
9. Οι Σύμμαχοι αποκτούσαν το δικαίωμα να καταλάβουν στρατιωτικά τις πετρελαιοφόρες περιοχές του Βατούμ και της Μοσούλης
10. Τέλος, οι Τούρκοι όφειλαν άμεσα να εκκενώσουν στρατιωτικά τις περιοχές της Μεσοποταμίας, Κιλικίας, Παλαιστίνης, Συρίας και Αρμενίας (εδάφη που είχαν διανεμηθεί ήδη μεταξύ Άγγλων και Γάλλων με την περιβόητη μυστική συμφωνία Σάικς - Πικώ το 1916)

Η συμφωνία Σάικς - Πικώ
Δεν χρειάζεται εκτενής ανάλυση για να γίνει αντιληπτό ότι η ανακωχή του Μούδρου αποτελούσε πειστήριο της απόλυτης συντριβής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προοίμιο του οριστικού διαμελισμού της. Η ανακωχή του Μούδρου αποτέλεσε τον θρίαμβο της Αγγλικής πολιτικής στην Ανατολία, κάτι όμως που δυσαρέστησε τους Γάλλους και τους Ιταλούς που είχαν βλέψεις στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός των τριών δυνάμεων φάνηκε ακόμη και στις διαπραγματεύσεις για την ανακωχή κατά τις οποίες οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και της Ιταλίας είχαν παραμεριστεί εντελώς. Ακριβώς ο ανταγωνισμός των Συμμάχων και η αντιζηλία μεταξύ τους δεν επέτρεψαν την εφαρμογή των όρων της ανακωχής. Η Γαλλία και η Ιταλία δεν συμμετείχαν καθόλου στην εφαρμογή της ανακωχής, αλλά αντιθέτως οι εκπρόσωποι τους στην Κωνσταντινούπολη διεξήγαγαν επαφές με Τούρκους ιθύνοντες, θεωρώντας τον Τουρκικό εθνικισμό ως παράγοντα ανάσχεσης της Αγγλικής επιρροής στην περιοχή. Η Ιταλική κατοχή στην Αλικαρνασσό όχι μόνο δεν βοήθησε την επιβολή των όρων ανακωχής, αλλά αντιθέτως προμήθευε με νέα όπλα και αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο για τις άτακτες Τουρκικές ομάδες όταν αυτές παρενοχλούσαν τις Ελληνικές δυνάμεις.

Αλλά και η Αγγλία δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα στην εφαρμογή των όρων της ανακωχής. Κι αυτό γιατί δεν διέθετε αρκετά στρατεύματα για να καταλάβει ή να αστυνομεύσει τις αχανείς εκτάσεις της Μικράς Ασίας καθώς η ίδια έβγαινε οικονομικά τραυματισμένη από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ενώ τα στρατεύματα της αποστρατεύονταν μαζικά τόσο για πολιτικούς όσο και για οικονομικούς λόγους. Έτσι οι Άγγλοι περιορίστηκαν να καταλάβουν την περιοχή των Στενών και της
Κωνσταντινούπολης που αποτελούσε νευραλγικό οικονομικό κέντρο της περιοχής και περιορίστηκαν
Το Αγγλικό πολεμικό "Αγαμέμνων" όπου υπογράφτηκε η ανακωχή
να διασπείρουν αραιές αποστολές με Άγγλους αξιωματικούς στην ευρύτερη περιοχή, που τυπικά επέβαλλαν την συμμαχική θέληση σφραγίζοντας τις Τουρκικές αποθήκες με πυρομαχικά, ουσιαστικά αδυνατώντας να επιβάλλουν οτιδήποτε.

Πολύ σύντομα το περιεχόμενο των αποθηκών αυτών εξόπλισε συμμορίες ενόπλων Τσετών. Αργότερα το Γερμανικό στρατιωτικό υλικό των αποθηκών της Άγκυρας και της Σεβάστειας που η φύλαξη τους είχε δοθεί από τους Συμμάχους στις Οθωμανικές Αρχές παραδόθηκε ανέπαφο στον Κεμάλ. Το στρατιωτικό υλικό των αποθηκών της Καλλίπολης έπεσε στα χέρια μιας μικρής ομάδας ατάκτων Τούρκων τον Μάιο του 1919 καθώς φυλασσόταν μόνο από 12 άνδρες και 1 Λοχία. Η Συμμαχική αδυναμία φαινόταν από το γεγονός ότι οι ύπατοι αρμοστές των Μεγάλων Δυνάμεων διαμαρτύρονταν για τα φαινόμενα αυτά στην ανίσχυρη κυβέρνηση του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη, που έτσι ή αλλιώς είχε χάσει κάθε επαφή και επιρροή στις εξελίξεις στην Ανατολία. Χαρακτηριστικό της Συμμαχικής αδυναμίας να επιβάλλει στοιχειωδώς τους όρους της Ανακωχής ήταν η άρνηση του Κιαζήμ Καραμπεκίρ να διαλύσει τις έξι μεραρχίες του στην περιοχή του Καυκάσου, δυνάμεις που αποτέλεσαν βασικό πυρήνα του στρατού του Μουσταφά Κεμάλ μόλις ένα χρόνο μετά. Για να καλύψουν την αδυναμία αυτή και να ανασχέσουν την πορεία των Ιταλών προς την Σμύρνη, οι Άγγλοι θα χρησιμοποιήσουν τον Ελληνικό στρατό εμπλέκοντας την Ελλάδα στην μεγαλύτερη και καταστροφικότερη εκστρατεία της σύγχρονης Ιστορίας της.       

O Κιαζήμ Καραμπεκίρ δεξιά του Κεμάλ
Δεν είναι υπερβολή να πει κάποιος ότι η Τουρκική Εθνική αντίσταση ξεκίνησε να εκδηλώνεται όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν ότι οι Σύμμαχοι δεν ήταν σε θέση να επιβάλλουν στρατιωτικά και να περιφρουρήσουν ικανοποιητικά τους όρους που είχαν θέσει οι ίδιοι, αρκετούς μήνες πριν την αποβίβαση του Κεμάλ στην Σαμψούντα. Ήδη από την επομένη της υπογραφής της ανακωχής, αναπτύσσονταν Τουρκικοί εθνικιστικοί πυρήνες σε όλη την Ανατολία γύρω από ανώτατους Τούρκους αξιωματικούς, αλλά ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη και στη ίδια την κυβέρνηση του Σουλτάνου. Στελέχη του κομιτάτου "Ένωση και πρόοδος" προπαγάνδιζαν την αντίσταση στους ξένους ήδη από τις αρχές του 1919. Ο Αλή Φουάτ, διοικητής του 20ου Σώματος στρατού στην Άγκυρα ξεκίνησε την οργάνωση Τουρκικής αντίστασης ήδη από τον Μάρτιο του 1919. Οι ενδείξεις για τις Τουρκικές διαθέσεις ήταν πολλές, αλλά οι σύμμαχοι είτε δεν ήθελαν είτε δεν μπορούσαν να δράσουν και να σβήσουν την φλόγα της Τουρκικής αντίδρασης που σιγόκαιε.....   

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ORIA (11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1944)

MAMINA RITORNERO...





Μανούλα θα επιστρέψω…

Μια απίστευτη ιστορία, μια απίστευτη τραγωδία…



Κείμενο / Φωτό: Βασίλης Μεντόγιαννης

Ιστορικά αρχεία Oria: Αριστοτέλης Ζερβούδης

Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Βλαζάκη

Μεταφράσεις από τα γερμανικά αρχεία: Γιώργος Κουτσουφλάκης / Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων

Συντήρηση ευρημάτων: Παναγιώτης Μαρκόπουλος / Μουσείο Πολεμικής Αεροπορίας




Μια νεκροκεφαλή μας κόβει την ανάσα. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης




Σε όλες τις βιβλιογραφίες, σε όλες τις αναφορές που διάβασα, πουθενά δεν αναφέρεται το ναυάγιο αυτό. Φαίνεται πως στο εξωτερικό ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εμείς αρχικά μάθαμε για αυτό μελετώντας τυχαία, ένα βιβλίο σχετικά με τη Λέρο. Διαβάζουμε λοιπόν για ένα ναυάγιο που έγινε στο νησί Πάτροκλος, με 4.184 νεκρούς Ιταλούς αιχμαλώτους!

Αναλογιστείτε το μέγεθος όταν το «Τιτανικός» είχε 1.503 νεκρούς.

Αμέσως ξεκινήσαμε πιο μεθοδικά την έρευνά μας, για να εντοπίσουμε το στίγμα του ναυαγίου.

Έχοντας προσδιορίσει μια συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή, για αρκετό καιρό δεν εντοπίσαμε τίποτε.

Παρ’ όλες τις πληροφορίες που είχαμε για το ακριβές σημείο του ναυαγίου, δεν είχαμε καμιά ένδειξη ότι βρισκόμαστε τουλάχιστον κοντά. Πέρασε αρκετός καιρός όταν είδαμε σε μικρό βάθος, κάτι λαμαρίνες στο βορινό σημείο του νησιού, πολύ κοντά στην περιοχή που ψάχναμε.  ΩΣ τότε αγνοούσαμε και ούτε είχε περάσει από το μυαλό μας, ότι το ναυάγιο μπορεί να είχε ανελκυστεί για σκραπ. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο ηχοβολιστικό δεν παρουσιαζόταν κανένα ισχυρό ίχνος. Ακολουθώντας τις λαμαρίνες, το ναυάγιο εντοπίστηκε γρήγορα, με την πρώτη προσπάθεια. Κατευθυνόμενοι από τα συντρίμμια που ξεκινούσαν από τα 9 μέτρα βάθος και συνέχιζαν ως τα 38, συναντήσαμε διάσπαρτες μεγάλες λαμαρίνες, βαρέλια και το πιο συγκλονιστικό, σωρούς από θρυμματισμένα οστά. Σόλες από στρατιωτικά άρβυλα, παγούρια, καραβάνες, είναι ό,τι έχει απομείνει από αυτή τη βουβή τραγωδία.

Καραβάνες και ανθρώπινα οστά πλαισιώνουν τον χώρο του ναυαγίου. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης

«Εμείς τότε είχαμε πρόβατα και είχα πάει στη στρούγκα. Εκείνο το βράδυ είχε πολύ μεγάλη κακοκαιρία: αστραπές, βροντές, αέρας. Ξαφνικά είδα μια μεγάλη λάμψη στον ουρανό – πού να πάει ο νους μου. Την επομένη μάθαμε ότι είχε γίνει ναυάγιο και η λάμψη ήταν φωτοβολίδα. Το πρωί βρήκαμε όλη την παραλία των Λεγραινών γεμάτη πτώματα. Τρομερό θέαμα – σαν ψόφια ψάρια. Είχε νοτιά τότε, πράγμα σπάνιο για τα μέρη μας, και τους είχε ξεβράσει η θάλασσα. Περίπου 1.500 πτώματα· ήτανε φοβερό. Τα πτώματα, άλλα ντυμένα και μερικά γυμνά. Μετά ήρθανε οι Γερμανοί και μας έδιωξαν, δεν άφηναν να πλησιάσουμε. Ανοίξανε μια τάφρο 100 μέτρα μήκος στη παραλία του Κόρακα και τους θάψανε. Είχε ακουστεί ότι τους τορπίλισαν οι Γερμανοί για να τους πνίξουν. Λέγανε ότι ένας Έλληνας και πέντε Γερμανοί δεν έπαθαν τίποτε. Μέχρι τον Ιούνιο η θάλασσα έβγαζε πτώματα.

Αργότερα θυμάμαι ότι το καράβι το κόψανε. Ήρθανε μεγάλα ρυμουλκά με οξυγόνα και δυναμίτες και δουλεύανε καιρό εδώ». (Γιάννης Κωνσταντόπουλος, κάτοικος Λεγραινών)



Με την βοήθεια του Αριστοτέλη Ζερβούδη, ο οποίος είχε ολοκληρώσει ήδη μια ιστορική έρευνα, μαθαίνουμε και τα υπόλοιπα στοιχεία. Νορβηγικών συμφερόντων, το ατμόπλοιο «Oria», ναυπήγησης του 1920, επιτάσσεται από τους Γερμανούς και συμμετέχει στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Νορβηγίας μεταφέροντας στρατεύματα.

Το Σεπτέμβριο του 1943 χρησιμοποιείται πάλι στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Ιταλών στα Δωδεκάνησα.
ΤΟ ORIA

Στις 11 Φεβρουαρίου 1944, στη Ρόδο, φορτώνονται στα αμπάρια του πλοίου 4.233 Ιταλοί αιχμάλωτοι από τη Ρόδο και τη Λέρο. Ειδικότερα επιβιβάστηκαν 43 αξιωματικοί, 118 υπαξιωματικοί και 4.062 στρατιώτες και από τα τρία όπλα.

Το πλοίο αναχωρεί τις απογευματινές ώρες για τον Πειραιά, συνοδευόμενο από τρία ελαφρά αντιτορπιλικά «ΤΑ16», «ΤΑ17» και «ΤΑ19», που έχουν επιταχθεί από τους Ιταλούς. Στο ταξίδι το πλοίο αναπτύσσει ταχύτητα 9 κόμβων. Στο φορτηγό πλοίο επιβαίνουν επίσης 30 Γερμανοί στρατιώτες ως φρουρά ενώ άλλοι 60 στρατιώτες το χρησιμοποιούν ως μεταφορικό μέσο. Το πλήρωμά του αποτελείται από πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων, ένας Έλληνας μηχανικός και ο Νορβηγός καπετάνιος. Ανοιχτά της Κω δέχεται επίθεση από αγγλικά πλοία αλλά η νηοπομπή καταφέρνει να ξεφύγει· στη συνέχεια πλέει κοντά στο Σούνιο όπου συναντά σφοδρή κακοκαιρία.

Ο δίαυλος μεταξύ της νήσου Πατρόκλου και της ξηράς δεν ήταν διαπλεύσιμος, καθώς ήταν γεμάτος ξέρες και ρηχά. Προκείμενου να παραπλεύσουν από αυτό το νησί, έπρεπε να διατηρήσουν δυτική πορεία. Το «ΤΑ19» ακολούθησε αυτήν την πορεία, το «Oria» ανταποκρίθηκε στην διαταγή με σήμα «Verstanfen» (= κατανοητό).
Ελάχιστα πράγματα έχουν απομείνει. Το πλοίο ανελκύστηκε. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης

Ωστόσο το «φορτηγό Oria» δεν άλλαξε πορεία αλλά κατευθυνόταν απευθείας στον δίαυλο. Το «ΤΑ19» διέταξε εκ νέου να αλλάξει ρότα και να το ακολουθήσει, έριξε ερυθρές φωτοβολίδες ως σήμα κίνδυνου.


Ο Παναγιώτης Μαρκόπουλος ξεκινά την συντήρηση. Δεξιά: Παγούρι μετά την συντήρησή του και καραβάνα Άγγλου στρατιώτη. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης.


Το «Oria» όμως συνέχισε την ίδια επικίνδυνη πορεία. Το «ΤΑ19» άλλαξε αμέσως πορεία για να το προλάβει. Ακολούθησαν ερυθρές φωτοβολίδες από το «Oria» και στην ερώτηση του «ΤΑ19» - «τι συμβαίνει;» μια ακόμα κόκκινη φωτοβολίδα και η φωνή στον ασύρματο: «προσαράξαμε», σήμαναν την αρχή μιας απίστευτης τραγωδίας. Αυτό συνέβη στις 18:45.

Ο επικεφαλής αξιωματικός του στολίσκου διέταξε το «ΤΑ19» να γυρίσει πίσω. Επάνω στον ελιγμό αυτό βρήκε το πηδάλιό του σε ξέρα. Το «ΤΑ19» ακυβέρνητο γύρισε με την πάντα στον καιρό.

Στη γέφυρα επικρατούσε το απόλυτο χάος. Ο κυβερνήτης έπεσε κάτω από την γέφυρα και τραυματίστηκε με διπλό κάταγμα, ο αντιπλοίαρχος τραυματίστηκε επίσης.

Ο ανθυποπλοίαρχος προσπαθούσε να διορθώσει το πηδάλιο. Την διακυβέρνηση του σκάφους έπρεπε να αναλάβει ο ίδιος ο αρχηγός του στολίσκου, που επέβαινε στο «ΤΑ19» και να το βγάλει από αυτήν την εξαιρετικά δεινή κατάσταση. Την ίδια στιγμή το «Oria», είχε προσαράξει ενώ οι άλλες δυο τορπιλάκατοι ανέμεναν οδηγίες. Στη γέφυρα ο αρχηγός, με ένα μόνο πηδάλιο εν λειτουργία και εν μέσω κοχλαζούσης θαλάσσης, ήταν σχεδόν αδύνατον να κατευθύνει το σκάφος. Επίσης, ο πομπός είχε καταστραφεί και δεν μπορούσε να δώσει οδηγίες στα αλλά σκάφη για να βοηθήσουν το «Oria». Στις 21:30 έγινε ένα «θαύμα» και το πηδάλιο επαναλειτούργησε. Το «ΤΑ19» κατευθύνθηκε αμέσως προς τη βραχονησίδα Φλέβες. Λίγο μετά παρουσιάστηκε και πάλι η βλάβη στο πηδάλιο και το πλοίο κινδύνεψε να πέσει πάνω στα βράχια. Η βλάβη όμως γρήγορα επιδιορθώθηκε και το «ΤΑ19» μαζί με τα υπόλοιπα σκάφη έφτασαν στο λιμάνι του Πειραιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Το «Oria» όμως που συνόδευαν είχε χαθεί.

Με την ταχύτητα του ανέμου να ξεπερνά τα 11 μποφόρ, το «Oria» συνεχίζει την πορεία του και προσαράζει στα αβαθή του νησιού Πάτροκλος.

Το πλοίο χτυπημένο, με τη δεξιά πλευρά στα βράχια, πλημμυρίζει και αναποδογυρίζει σε ελάχιστα λεπτά, με την πλώρη του να εξέχει από το νερό. Το βάθος ποικίλλει στη συγκεκριμένη περιοχή από 5 ως 42 μέτρα. Την επόμενη μέρα, 12 Φεβρουαρίου, στέλνονται 5 ρυμουλκά από τον Πειραιά. Εξαιτίας της σφοδρής θαλασσοταραχής φτάνει μόνο ένα, το ρυμουλκό «Vulcan». Το «Vulcan», διακινδυνεύοντας και αυτό, πλησιάζει την πλώρη του ναυαγίου και διαπιστώνει ότι ακόμη παραμένουν ζωντανοί πέντε άνθρωποι. Διασώθηκε και ένας ο οποίος ήταν πιασμένος στα σχοινιά.

Με μια κινητή συσκευή οξυγόνου ξεκινά μια προσπάθεια για να ανοιχτεί ένα πέρασμα στο σκάφος και να σωθούν οι εγκλωβισμένοι. Η καρδιά τους χτυπάει δυνατά καθώς ελπίζουν ότι σύντομα θα βγουν από εκεί μέσα. Λόγω της έντονης θαλασσοταραχής, η συσκευή παρασύρεται από ένα κύμα και χάνεται.

Οι επιτόπου έρευνες για να μπορέσει να ανασυρθεί από το βυθό η συσκευή δεν πετυχαίνουν κι έτσι η προσπάθεια αναβάλλεται.

Στις 14 Φεβρουαρίου, σχεδόν δυο εικοσιτετράωρα μετά, ένα άλλο ρυμουλκό, το «Titan» από τον Πειραιά, επιστρέφει με μια καινούργια συσκευή οξυγόνου και τελικά απεγκλωβίζει ζωντανούς και τους πέντε ναυαγούς, σε κατάσταση σοκ.

Από τις καταθέσεις των διασωθέντων μάθαμε ότι σώθηκαν έξι Γερμανοί και ένας Έλληνας. Άλλες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεκαπέντε Γερμανοί στρατιώτες πνίγηκαν και ότι όλο το πλήρωμα, μαζί με τον Έλληνα, τον καπετάνιο και τους υπόλοιπους Γερμανούς στρατιώτες, σκαρφάλωσαν στα βράχια και σώθηκαν. Από τους 4.233 Ιταλούς που επέβαιναν στο πλοίο σώθηκαν μόνο 49. Το σύνολο των αιχμαλώτων που βρίσκονταν κλεισμένοι μέσα στο κύτος του καραβιού ετάφησαν μαζί με το ναυαγισμένο πλοίο (οι ιταλικές πήγες αναφέρουν το συνολικό αριθμό των νεκρών σε 4.184, ενώ οι γερμανικές στις 4.100)  Ακολούθησαν διάφορες αναφορές κατά του πλοίαρχου του «Oria»σχετικά με την πορεία που ακολούθησε και το γιατί δεν υπάκουσε στις οδηγίες να παραπλεύσει την νήσο Πάτροκλο. Ο πλοίαρχος απάντησε πως λόγω των σφοδρών καιρικών συνθηκών και λόγω του μεγάλου φορτίου του πλοίου, το πηδάλιο αδυνατούσε να υπακούσει. Ο ανώτατος Γερμανός διοικητής του στόλου του Αιγαίου διέταξε ανάκριση για τα γεγονότα αυτά και την βύθιση του «Oria».

«Το πλοίο κουβάλαγε πολλά βαρέλια με λάδι. Γέμισε ο κόσμος λάδι, το οποίο το πήρανε αυτοί που είχανε φορτηγάκια για να το μεταφέρουν. Μετά ήρθανε οι Γερμανοί και μας κυνηγήσανε. Το 1958, ο φούρναρης με το άλογό του είχε πάει να αλλάξει υνί. Τότε πρόσεξε ένα πράμα σαν μπάλα πιασμένο στο υνί. Όταν το έβγαλε είδε ότι ήταν ένα ανθρώπινο κρανίο. Η τάφρος υπήρχε εκεί για πολλά χρόνια, ακαλλιέργητη. Το 1960 ή ’65, δεν θυμάμαι καλά, ήρθαν οι Ιταλοί και τους πήρανε. Κάτσανε καιρό εδώ και ξεθάβανε τα οστά. Μέχρι και κόσκινα είχανε για να κοσκινίζουν το χώμα και να ξεχωρίζουν τα οστά». (Κώστας Κωνσταντόπουλος, κάτοικος Λεγραινών).

Στο χώρο του ναυαγίου δεν έχουν απομείνει και πολλά πράγματα. Διασκορπισμένα προσωπικά είδη από τον εξοπλισμό των στρατιωτών. Σόλες, καραβάνες, ένα κουτάλι, ένα ποτήρι και δίπλα από κάτι λαμαρίνες, οστά. Μεγάλα οστά… Συνεχίζω παρατηρώντας με δέος, λίγο παρακάτω αχνά, μισοθαμμένη στην άμμο - σαν να με κοιτάζει - μια νεκροκεφαλή. Είναι «τοποθετημένη» με τέτοιο τρόπο στην άμμο όπου φαίνεται μόνο τμήμα του προσώπου. Αμφιταλαντεύομαι, σηκώνω την φωτογραφική μου μηχανή και τραβάω μια φωτογραφία, σκέφτομαι τον εαυτό μου στη θέση του. Αναρωτιέμαι, αν είναι σωστό αυτό που κάνω. Συνεχίζω, δεν το ξανασκέφτομαι, λαμαρίνες, ένα παγούρι, βαρέλια, οστά, σόλες και πάλι οστά. Από το ναυάγιο ανελκύσαμε μερικές καραβάνες.

Καραβάνα μετά την συντήρηση. Διακρίνονται καθαρά τα μηνύματα που είχαν χαράξει Ιταλοί στρατιώτες. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης.
Οι καραβάνες παραδόθηκαν στο Μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας στο Τατόι, όπου ξεκίνησε και η συντήρηση τους. Ακόμα αγνοούσαμε το σημαντικότερο, καθώς ο Παναγιώτης Μαρκόπουλος, καθάριζε τις θαλάσσιες επικαθίσεις από τις καραβάνες, χαραγμένα ονόματα και μηνύματα, αρχίζουν να αποκαλύπτονται:

«ANAREOZZI FRANCESCO, ROMA, ITALIA , 1922, MAMINA RITORNERO», μανούλα θα επιστρέψω, γράφει το μήνυμα. Σε μια άλλη καραβάνα γράφει: «BIGAGLI» το επίθετο του, πιθανόν από το χωριό «VAINO», γεννηθείς το «1922», «MAMMA TORNERO PERCHE TI VOGLIO BENE», μαμά θα γυρίσω γιατί σ’ αγαπώ! Ήταν μόλις 22 χρονών!

Και τα ονόματα συνεχίζουν, «ANTONI HETTA», «DUCE», «LUCCIA», σε μια άλλη ένα εγγλέζικο όνομα με τα αρχικά της μονάδος του «JR J. ROBERTS 4127148, LC.H.R.», αρχικά, σήματα μονάδων και αριθμοί, μας κάνουν να φανταζόμαστε τις τελευταίες στιγμές αυτών των ανθρώπων. Ξαφνικά και ενώ ο Παναγιώτης Μαρκόπουλος συνεχίζει την διαδικασία καθαρισμού, μας λέει:

«νομίζω πως είχα διαβάσει για αυτό το ναυάγιο», «πού;» τον ρωτάμε, «εάν θυμάμαι καλά στο βιβλίο, [Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων], σε αυτό το ναυάγιο πρέπει να αναφέρεται», μας άπαντα και τρέχουμε να αγοράσουμε το βιβλίο.

«…Άξαφνα το αυτί της πήρε κάτι παράξενο. Άκουσε ιταλικά. Ήταν πολλοί που κουβέντιαζαν σα σωστοί Ναπολιτάνοι. Φαινόντουσαν εργατικοί, ένα κοπάδι.

Ότι είχαν ξεμπαρκάρει, κάποιος τους οδηγούσε. Οι νησιώτες, τους περιεργάζονταν, τα παιδία τρέχαν γύρω τους. Τι είναι αυτοί; ρώτησε η Ελισάβετ.

Ιταλοί είναι κύρια. Θα δουλέψουν για το βουλιαγμένο ιταλικό παπόρι στα ανοιχτά της Αγίας Μαρίνας. Για αυτό ήρθαν. Είναι άνθρωποι μιας κομπανίας ιταλικής που αγοράζει τα ναυάγια. Τι ιστορία είναι αυτή; Ρώτα ξανά η Ελισάβετ.

Μια νύχτα του 1943, έμπαινε ο χειμώνας, όταν στα ανοιχτά της Αγίας Μαρίνας ένα εγγλέζικο υποβρύχιο τορπίλισε ένα γερμανικό μεταγωγικό. Το μεταγωγικό ήταν φορτωμένο σιδερένια βαρέλια γεμάτα ρετσινόλαδο. Κουβαλούσε ακόμα για τον Πειραιά κάπου δυο χιλιάδες Ιταλούς αιχμάλωτους από τα Δωδεκάνησα, που είχαν παραδοθεί όταν συνθηκολόγησε η Ιταλία. Το βαπόρι ερχόμενο είχε παρεκκλίνει από την πορεία του για να ξεφύγει από το υποβρύχιο και έτσι βρέθηκε ανοιχτά της Αγίας Μαρίνας. Όμως δεν τα κατάφερε. Λίγα βαρέλια και λίγοι Ιταλοί ήταν στο κατάστρωμα. Τα αλλά βαρέλια και οι πολλοί Ιταλοί ήταν παστωμένοι μες στα αμπάρια. Εκεί, κλεισμένους, τους βρήκε ο υγρός θάνατος. Το κύμα πήρε ό,τι ήταν στο κατάστρωμα, ανθρώπους και βαρέλια και τα ξέβρασε, άλλα κατά το Σούνιο, στις ακρογιαλιές της Αναβύσσου, άλλα στην ακρογιαλιά της Αίγινας, κατά τα νότια. Τα γερμανικά περιπολικά που πήγαν την άλλη μέρα μάζεψαν τα ξεβρασμένα βαρέλια, έθαψαν τους πνιγμένους. Σε λίγες μέρες δοκίμασαν να βγάλουν από τα αμπάρια του βουλιαγμένου βαποριού τα βαρέλια με το πολύτιμο λάδι. Μα ο χειμώνας ήρθε άγριος, πέσαν φουρτούνες, οι βουτηχτάδες δε μπορούσαν να δουλέψουν. Για αυτό παράτησαν το βουλιαγμένο βαπόρι με τις δυο χιλιάδες Ιταλούς και τα βαρέλια στο κύτος του, για να ξανάρθουν την άνοιξη.

Ήρθε η άνοιξη του 1944. Τότε οι Γερμανοί πήγαν με ένα ναυαγοσωστικό, και με τους βουτηχτάδες άρχισαν την δουλειά. Ίσαμε με δυο μήνες βάσταξε το έργο τούτο. Οι βουτηχτάδες βγαίναν τη νύχτα στη στεριά και λέγαν τα νέα. Ήταν φοβερό. Βαθιά, λέει, μες στα αμπάρια του βαποριού, παστωμένοι οι πνιγμένοι Ιταλοί, περίμεναν ολόρθοι, αλύωτοι οι πιο πολλοί με τα μάτια ανοιχτά. Οι βουτηχτάδες έπρεπε να τρυπήσουν τούτο το πηχτό ανθρώπινο στρώμα, να φτάσουν στο πάτο του αμπαριού, που βρίσκονταν τα βαρέλια, να τα δέσουν στο βίντζι που θα τα ανέβαζε στην επιφάνεια.

Λοιπόν, οι βουτηχτάδες σπρώχναν με τα χέρια τους πνιγμένους για να ανοίξουν δρόμο. Μα την ίδια στιγμή ο δρόμος που άνοιγαν έκλεινε από πάνω τους με τα σώματα, που πλέοντας ξανάπαιρναν την θέση τους. Ύστερα, όταν έπρεπε να ανέβουν οι βουτηχτάδες απάνω, κάναν πάλι το ίδιο έργο, παραμέριζαν τους πνιγμένους και τρυπούσαν δρόμο ανάμεσα τους. Και οι πνιγμένοι, δυο χιλιάδες κορμιά, κοίταζαν με ορθάνοιχτα μάτια το φάντασμα που περνούσε ανάμεσα τους, κοίταζαν σα ρωτούσαν γιατί.

Όταν τελείωσαν τα βαρέλια, οι βουτηχτάδες σκέπασαν πάλι τα αμπάρια με τα καπάκια τους, άφησαν κλεισμένα εκεί τα σώματα και φύγαν.

Έτσι έμεινε εκεί, σκεπασμένος από το νερό, τόσος πόνος και τόση φρίκη. Και τώρα τι είναι να γίνει, ρώτησε η Ελισάβετ;

Καταπώς έμαθα, είναι να γίνει τούτο: μια ιταλική εταιρία αγόρασε το ναυάγιο. Θα το βγάλει από τη θάλασσα, θα το διαλύσει σε κομμάτια σίδερο και θα το ταξιδέψει το σίδερο στην Ιταλία. Τούτοι εδώ που ήρθαν είναι τεχνίτες, που θα κόβουν τα κομμάτια το σίδερο με το οξυγόνο και θα το φορτώσουν.

Οι βουτηχτάδες είναι κιόλα εκεί, με ένα καράβι καμωμένο για τέτοιες δουλειές.

…..Η Ελισάβετ πλησίασε. Κείτονταν εκεί πελώρια κομμάτια από τα αμπάρια του βαποριού. Εκεί που μαρτύρησαν οι πνιγμένοι Ιταλοί αιχμάλωτοι. Η θάλασσα είχε φάει, τόσα χρόνια τώρα, το κάθε τι, τα σώματα των ανθρώπων, τα κόκαλα. Ωστόσο έμενε κάτι στα αμπάρια, σημάδια ανατριχιαστικά. Αρβύλες μισοσαπισμένες, που το νερό δεν είχε μπορέσει να τις λιώσει ολότελα, κάτι παγούρια, σουγιάδες.

Από τόσες ψυχές μέναν μόνο αυτά τα παλιοπράματα. Είχαν φωλιάσει μες τους αρμούς, τις σιδεροδεσιές των αμπαριών, απάνω τους είχαν κολλήσει όστρακα. Οι Ιταλοί εργάτες περιεργάζονταν τα λείψανα, κουνούσαν το κεφάλι τους λυπημένα, τα πετούσαν. Τα έπαιρναν οι Έλληνες ψαράδες, τα παιδιά, τα περιεργάζονταν, κουνούσαν το κεφάλι τους, τα πετούσαν. Ένωνε τους ανθρώπους, χτεσινούς εχτρούς, ο πόνος, η ματαιότητα. Και είδες πως γύρισε το πράγμα! Είπε ένας ψαράς, Ιταλοί να πάρουν το ναυάγιο, Ιταλοί να ξεθάβουν τώρα από τη θάλασσα τους συντρόφους τους! Ο Θεός πληρώνει τον πάσα ένα κατά τα έργα του, είπε ένας άλλος. Μη λες για πληρωμή σε τέτοια ώρα!

Για πνιγμένους μιλάμε. Και είμαστε και εμείς της θάλασσας. Ο Θεός ακούγει. Ποιος ξέρει τι τραβήξανε μέσα στα αμπάρια…»

(Από το βιβλίο «Το μυθιστόρημα των Τεσσάρων» Βενέζης-Καραγάτσης-Μυριβήλης-Τερζάκης, Εκδόσεις Εστία).




Αντικείμενα που ανελκύστηκαν από το ναυάγιο μετά την συντήρησή τους. ΦΩΤΟ: Βασίλης Μεντόγιαννης



Η τρίτη σε αριθμό μεγαλύτερη ναυτική τραγωδία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η τρίτη σε κατάταξη από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες στον κόσμο. Το ναυάγιο του «Oria», ήταν και η τελευταία απώλεια των Ιταλών μετά από μια σειρά ναυαγίων με βαριές απώλειες.

Στη Μεσόγειο μόνο, χάθηκαν 13.000 και συνολικά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου χάθηκαν 33.000 Ιταλοί αιχμάλωτοι. Για μια στιγμή θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει ένας μεγάλος Έλληνας ιστορικός, πως «οι Ιταλοί υπήρξαν ένα από τα μεγαλύτερα θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου», αυτό γιατί σε πολλές περιπτώσεις σφαγιάστηκαν χωρίς να έχουν πολεμήσει, χωρίς να γνωρίζουν ούτε τον εχθρό τους. Αρχικά εναντίον των Βρετανών, μετά των Γερμανών και τελικά να εκτελούνται μαζικά σαν προδότες.

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ 335 π.Χ


(Αρριανός Α.7-10, Διόδωρος 1Ζ.8-14, 15.1-5, 16.4, 17.1, Πλούταρχος Αλέξανδρος 11-13, 31.8, Δημοσθένης 14.2, 20. 4-5, 23.3-4, Ιουστίνος 11.2-5.5)
 Ενώ ο Δαρείος επιχειρούσε κατά της Αιγύπτου και απείχε μόλις λίγους μήνες από την υποταγή της, οι επιτυχίες του Αλεξάνδρου στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια επιβεβαίωναν τους φόβους των Περσών ότι παρά τη δολοφονία του Φιλίππου ο μακεδονικός κίνδυνος δεν είχε αποσοβηθεί και η αχαιμενιδική διπλωματία άρχισε να χρησιμοποιεί ένα-ένα τα αντίμετρα, που διέθετε. Οι πρέσβεις του Μεγάλου Βασιλέως με τα 300 τάλαντα αναζητούσαν στην Ελλάδα συμμάχους δικούς τους και εχθρούς του Αλεξάνδρου. Οι Αθηναίοι δεν δέχθηκαν να εξαγορασθούν, αλλά ο Δημοσθένης για πολλοστή φορά δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη δωροληψία, πόσο μάλλον που τώρα μπορούσε να προφασισθεί ευγενείς σκοπούς και ανώτερα ιδανικά. Πήρε λοιπόν 70 τάλαντα και οι Σπαρτιάτες πήραν τα υπόλοιπα 230. Σύμφωνα μάλιστα με τον Ιουστίνο, ο Δημοσθένης, «που είχε δωροδοκηθεί από τους Πέρσες με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό», ισχυριζόταν ότι οι Τριβαλλοί είχαν εξοντώσει τον Αλέξανδρο και όλο του το στράτευμα και, για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, παρουσίασε στην Εκκλησία των Αθηναίων κάποιον, που δήλωσε ότι τραυματίσθηκε στη μάχη όπου σκοτώθηκε κι ο Αλέξανδρος.

Μέσα στη γενικότερη σύγχυση κάποιοι ακραίοι φιλοπέρσες Θηβαίοι εξόριστοι μπήκαν νύχτα στην πόλη. Λόγω των άριστων σχέσεων των Θηβαίων με την Αυλή της Περσέπολης, και της δραστήριας ανάμιξης του Δημοσθένη, δηλαδή της φιλοπερσικής (ή αντιμακεδονικής) παράταξης των Αθηνών, είναι μάλλον βέβαιο ότι κινήθηκαν με παρότρυνση των Περσών. Στην Εκκλησία των Θηβαίων εν ονόματι των πολύπαθων ιδεωδών της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας ξεσήκωσαν το θηβαϊκό λαό σε εξέγερση, διαβεβαιώνοντας ότι ο Αλέξανδρος είχε σκοτωθεί στις κλεισούρες της Ιλλυρίας. Οι Θηβαίοι πείσθηκαν πρόθυμα, εξεγέρθηκαν και απέκλεισαν τη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη των Θηβών κατασκευάζοντας γύρω της διπλό χάρακα (φράχτη).

Τα γεγονότα της Θήβας θεωρήθηκαν από τους Αρκάδες, Ηλείους, Αργείους και Αιτωλούς ως ευκαιρία, για να εξεγερθούν και ο συνεργάτης των Περσών, Δημοσθένης, έστειλε στη Θήβα πολλές πανοπλίες, τις οποίες αγόρασε με το περσικό χρυσάφι. Η εξοπλιστική δαπάνη ήταν δυσβάσταχτη, αφού τηρουμένων των αναλογιών οι πολεμικοί εξοπλισμοί στην αρχαιότητα ήταν εξίσου δαπανηροί με τους σημερινούς. Η κατάσταση ήταν πλέον πολύ σοβαρή για τον Αλέξανδρο.

Οι Αθηναίοι δεν είχαν ξεχάσει τις ηγεμονικές φιλοδοξίες τους, αν και για κάποιον άγνωστο λόγο απέρριψαν την προσφορά του Δαρείου. Άραγε έκριναν τα 300 τάλαντα ως ανεπαρκή για τη χρηματοδότηση πολεμικών επιχειρήσεων; Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν είχαν αναγνωρίσει την Μακεδονική Ηγεμονία και συνεπώς δεν είχαν συμβατική υποχρέωση να την σεβαστούν. Η εξέγερση των Θηβαίων είχε ως πρώτο στόχο την απελευθέρωση των Θηβών και ως απώτερο σκοπό την επανάκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος. Τα ήδη εξεγερμένα κράτη μπορούσαν να παρασύρουν κι άλλα, οπότε η σύμπηξη αντιμακεδονικών συμμαχιών θα ήταν αυτόματη και η κατάσταση θα ξέφευγε από τον έλεγχο των Μακεδόνων. Ευτυχώς όμως για τον Αλέξανδρο, οι Αθηναίοι επέλεξαν την τακτική του καιροσκοπισμού, η οποία συνήθως χαρακτήριζε τους Σπαρτιάτες. Έτσι η Θήβα απέμεινε η μόνη επικίνδυνη εστία εξέγερσης.




Ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα και, αμέσως μόλις νίκησε τους Ιλλυριούς, στράφηκε προς Νότο. Μάλιστα φέρεται να είπε ότι ο Δημοσθένης, που τον αποκαλούσε παιδί όταν επιχειρούσε στη Θράκη και μειράκιον (παιδαρέλι) όταν διέσχιζε τη Θεσσαλία, μπροστά στα τείχη της Θήβας θα διαπίστωνε ότι ήταν άντρας. Επειδή οι Θηβαίοι δεν αποστατούσαν μόνο από τη Μακεδονική Ηγεμονία, αλλά και από το Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων, πήρε μαζί του όλο το στράτευμα του Κοινού Συνεδρίου. Διέσχισε την Εορδαία και την Ελιμιώτιδα, πέρασε από τα όρια της Τυμφαίας (όλα αυτά ήταν κρατίδια της Άνω Μακεδονίας) και της Παρυαίας και σε μία εβδομάδα βρισκόταν στην Πέλιννα της Θεσσαλίας. Έξι ημέρες μετά μπήκε στην Βοιωτία, ενώ οι Θηβαίοι αντιλήφθηκαν ότι «είχε περάσει τις Θερμοπύλες» μόνον όταν έφτασε στον Ογχηστό, περί τα 20 χμ έξω από τη Θήβα. Συνολικά διήνυσε πολύ περισσότερα από 600 χμ σε 13 ημέρες, δηλαδή κινήθηκε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από 46 χμ ανά ημέρα. Η κίνησή του αυτή ήταν τόσο ταχεία, ώστε αρκετοί Θηβαίοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν, πως ήταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος με τα στρατεύματα, που είχε πάρει μαζί του στον Βορρά. Έλεγαν λοιπόν ότι είναι άλλα στρατεύματα με επικεφαλής άλλον Αλέξανδρο, τον Λυγκηστή γιο του Αερόπου.

Εκ πρώτης όψεως η άμυνα της Θήβας οργανώθηκε υποδειγματικά, σύμφωνα με τους κανονισμούς θα έλεγε κανείς. Τα στρατεύματα, ιππείς και πεζοί, βρίσκονταν σε διασπορά γύρω από την πόλη και κάλυπταν μία σειρά από κωλύματα (τάφρους και χάρακες) που δημιουργούσαν τουλάχιστον δύο γραμμές άμυνας. Τα τείχη θα αποτελούσαν την έσχατη γραμμή άμυνας και για το λόγο αυτό τα είχαν επανδρώσει με μέτοικους, φυγάδες και απελευθερωμένους δούλους, δηλαδή τους πιο απαίδευτους στα πολεμικά θέματα. Όλοι οι ικανοί και έμπειροι πολεμιστές βρίσκονταν εκτός των τειχών για την καθοριστική μάχη.

Ο Αλέξανδρος γενικά απέφευγε να συγκρουστεί ανοιχτά με τα ισχυρά κράτη του νότου και προτιμούσε να τα υποχρεώνει σε υπακοή δια του εκφοβισμού. Αν συγκρουόταν μαζί τους θα έπρεπε να ικανοποιήσει τις ηθικές και οικονομικές απαιτήσεις των Μακεδόνων και των συμμάχων τους, βλάπτοντας ηθικά και οικονομικά τους απείθαρχους. Επιπλέον θα προκαλούσε και θα υφίστατο απώλειες σε ανθρώπινους πόρους, που ήταν χρήσιμοι για την υλοποίηση του οράματός του, την κατάλυση της Περσικής αυτοκρατορίας. Έτσι, μπροστά στα τείχη της Θήβας ανέπτυξε τις δυνάμεις του, αλλά δεν προχώρησε αμέσως σε επίθεση. Άφησε το περιθώριο στους πιο συνετούς να μεταπείσουν την Εκκλησία των Θηβαίων και να δώσουν αναίμακτο τέρμα στην εξέγερση. Φαίνεται ότι ήθελε να φερθεί στους Θηβαίους, όπως τους είχε φερθεί κι ο Φίλιππος μετά τη μάχη της Χαιρώνειας.

Για να τους βοηθήσει περισσότερο και να κάνει σαφείς τις συμφιλιωτικές του προθέσεις, διακήρυξε ότι ζητούσε να του παραδώσουν μόνο τους δύο πρωταίτιους της εξέγερσης, τον Προθύτη και το Φοίνικα, και ότι σε όλους τους άλλους χορηγούσε αμνηστία, για να απολαύσουν την «κοινή ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων». Τότε οι Θηβαίοι νομίζοντας ότι ήταν ίσοι ή ισοδύναμοι ζήτησαν από τον Αλέξανδρο να τους παραδώσει τον Φιλώτα και τον Αντίπατρο και κάλεσαν όποιον από τους συμμάχους του ήθελε, να συστρατευθεί μαζί τους, για να ελευθερώσουν την Ελλάδα από τον τύραννό της με τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέως. Δηλαδή οι ευεργέτες του Πέρση βασιλιά, οι ενθουσιώδεις συνεργάτες των Περσών στους περσικούς πολέμους, προσφέρθηκαν με τη βοήθεια του Πέρση βασιλιά να … ελευθερώσουν την Ελλάδα! Επιπλέον αποκάλεσαν τύραννο τον Ηγεμόνα της Ελλάδος, λες κι εκείνοι ούτε τα άλλα βοιωτικά κράτη καταδυνάστευαν συστηματικά, ούτε Ηγεμόνες της Ελλάδος υπήρξαν ποτέ. Καλούσαν δηλαδή τους μεν στρατιώτες των κρατών-μελών του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων να στασιάσουν και να αρνηθούν να πολεμήσουν κατά των Περσών, τα δε κράτη προέλευσής τους να εγκαταλείψουν την προοπτική επέκτασης στην Ασία και να ξαναβυθιστούν στο τέλμα της κοινωνικής και οικονομικής ύφεσης, που χαρακτήρισε την Ελλάδα κατά τη Θηβαϊκή Ηγεμονία. Ο Αλέξανδρος μόνο μετά από αυτήν τη βαριά προσβολή φέρεται να άρχισε τις τελικές ετοιμασίες για την πολιορκία και τη συναρμολόγηση των πολιορκητικών μηχανών.

Τα παραπάνω είναι η εκδοχή των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων της «λαϊκής παράδοσης», ωστόσο η πιο λογική και πιστευτή εκδοχή είναι εκείνη του Πτολεμαίου, την οποία καταγράφει ο Αρριανός. Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε να επιτεθεί για τους λόγους, που αναφέραμε και οι δύο στρατοί παρέμειναν για μερικές ημέρες παρατεταγμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο αλλά αδρανείς. Ίσως μάλιστα ο Αλέξανδρος να προσδοκούσε και σε κάποια παρέμβαση τρίτων, για να λήξει αναίμακτα η υπόθεση. Όταν το θηβαϊκό ιππικό υποστηριζόμενο από αρκετούς ψιλούς, προσέβαλε τις προφυλακές των Μακεδόνων και σκότωσε μερικούς, ο Αλέξανδρος περιορίσθηκε να μετακινήσει τις δυνάμεις του παράλληλα προς τα τείχη της Θήβας και να στρατοπεδεύσει κοντά στην αποκλεισμένη μακεδονική φρουρά στην Καδμεία.
 
Απεικόνιση ενός συντάγματος της φάλαγγας (256 άνδρες). Έξι Συντάγματα αποτελούσαν μία τάξη (1536 άνδρες) 


 Ο Περδίκκας (του οποίου οι φιλοδοξίες φάνηκαν καθαρά μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου) όντας στρατοπεδάρχης επιτέθηκε με την τάξη του, γκρέμισε τον πρώτο χάρακα και συγκρούσθηκε με την Θηβαϊκή προφυλακή. Ο γκρεμισμένος χάρακας ενθάρρυνε και τον Αμύντα του Ανδρομένη να ακολουθήσει με τη δική του τάξη , όμως οι Θηβαίοι ξεπέρασαν γρήγορα τον αρχικό τους αιφνιδιασμό και καθήλωσαν τους Μακεδόνες στο δεύτερο χάρακα, τραυμάτισαν δε σοβαρά τον Περδίκκα, που μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο σε πολύ κακή κατάσταση. Βλέποντας τις δύο τάξεις της φάλαγγας να καταπονούνται στριμωγμένες ανάμεσα στους δύο χάρακες κι επειδή τα δύο διαδοχικά κωλύματα δεν ευνοούσαν τις κινήσεις της φάλαγγας και του ιππικού, ο Αλέξανδρος έστειλε τους τοξότες και τους Αγριάνες ακοντιστές να καλύψουν την υποχώρηση των δύο τάξεων. Οι ψιλοί στην αρχή απώθησαν και καταδίωξαν τους Θηβαίους, οι οποίοι με μία αιφνιδιαστική και ορμητική αναστροφή έτρεψαν σε φυγή τους διώκτες τους και τους υποχρέωσαν να αναζητήσουν καταφύγιο έξω από τους χάρακες, στο μακεδονικό άγημα και τους βασιλικούς υπασπιστές.

Το γεγονός ότι οι άντρες του Περδίκκα γκρέμισαν με τόση ευκολία τον πρώτο χάρακα και ότι μόλις στον δεύτερο συνάντησαν σοβαρή αντίσταση, αποτελεί σαφέστατη ένδειξη του αιφνιδιασμού που προκάλεσε η αυθαίρετη ενέργειά του. Ακριβώς επειδή οι κυρίως δυνάμεις του Αλεξάνδρου δεν έδειχναν πρόθεση εμπλοκής, οι Θηβαίοι είχαν την πεποίθηση ότι επρόκειτο για μία ακόμη αψιμαχία. Ίσως πρέπει να συνεκτιμήσουμε την γενικά ανεπιτυχή πολεμική δράση των Θηβαίων από τη μάχη των Λεύκτρων (371) και μετά και ειδικά κατά των Φωκέων στον εννεαετή Ιερό πόλεμο (354-345), για να δικαιολογήσουμε το γιατί, αφού απέκρουσαν τους Μακεδόνες, διέλυσαν την παράταξή τους και όρμησαν σε καταδίωξή τους. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι αυτό ήταν το μοιραίο τακτικό σφάλμα τους.

Η απερισκεψία του Περδίκκα παρ’ ολίγο να του στοιχίσει τη ζωή, όπως τη στοίχισε στον αρχηγό των τοξοτών Κλέανδρο και σε άγνωστο αριθμό άλλων στρατιωτικών, αλλά η σημαντικότερη ζημία ήταν ότι δύο τάξεις της φάλαγγας, οι τοξότες και οι Αγριάνες τράπηκαν σε φυγή από τους Θηβαίους, που ούτως ή άλλως δεν είχαν δώσει σημάδια συνδιαλλαγής και τώρα πια θα είχαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ένα λόγο παραπάνω να αρνηθούν κάθε συζήτηση. Έχοντας υπόψη αυτά και μη θέλοντας να διακυβεύσει το γόητρό του ο Αλέξανδρος έρριξε στη μάχη όλο το υπόλοιπο στράτευμα.

Όπως ήταν απόλυτα φυσιολογικό, οι διασκορπισμένοι Θηβαίοι δεν μπόρεσαν να προβάλουν αντίσταση στους συντεταγμένους Μακεδόνες και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Εγκατέλειψαν την πρώτη γραμμή άμυνας, έσπευσαν μαζικά στις διόδους των κωλυμάτων της δεύτερης γραμμής, διωκόμενοι κατά πόδας και ο αιφνιδιασμός μετατράπηκε σε πανικό με αποτέλεσμα οι ιππείς να ποδοπατούν τους πεζούς και να επιτείνουν τον πανικό. Κάθε σκέψη να επανδρώσουν τις άλλες γραμμές άμυνας εγκαταλείφθηκε και οι Θηβαίοι έσπευσαν να κλειστούν στα τείχη, αλλά εξαιτίας της αλλοφροσύνης δεν πρόλαβαν να κλείσουν τις πύλες. Το θηβαϊκό ιππικό αφού μπήκε στην πόλη, διέφυγε στην πεδιάδα από κάποια άλλη πύλη, διότι απλώς μπορούσε να αποφύγει το επερχόμενο μοιραίο. Δηλαδή οι διάσημοι Θηβαίοι ιππείς συμπεριφέρθηκαν σαν να είχαν ηττηθεί σε κάποιο μακρυνό πεδίο μάχης και δεν λογάριασαν ότι εγκατέλειπαν απροστάτευτη την πατρίδα τους και τις οικογένειές τους, ενώ λίγο νωρίτερα ήθελαν να απελευθερώσουν ολόκληρη την Ελλάδα από τον «τύραννο». Οι Μακεδόνες και οι σύμμαχοί τους, αφού σάρωσαν με ανέλπιστη ευκολία τις αμυντικές γραμμές των Θηβαίων, εισέβαλαν ανεμπόδιστοι στην πόλη. Οι 6.000 νεκροί Θηβαίοι κατά την άλωση έναντι των 500 Μακεδόνων σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων δείχνουν τη σκληρότητα της σφαγής, που ακολούθησε.

Όσον αφορά στην αμιγώς στρατιωτική επιχείρηση, το γεγονός ότι η στρατιά του Αλεξάνδρου έφτασε σε απόσταση 20 χμ από τη Θήβα, χωρίς προηγουμένως να γίνει αντιληπτή, σημαίνει ότι κανένα κράτος μεταξύ Μακεδονίας και Θήβας δεν συμπαθούσε τους Θηβαίους και την εξέγερσή τους, ώστε να τους ενημερώσει για τη θέση της στρατιάς. Επίσης σημαίνει ότι οι Θηβαίοι δεν είχαν ούτε άμεση ούτε έμμεση πρόσβαση στα ημεροσκοπεία επί βοιωτικού εδάφους. Δηλαδή εξεγέρθηκαν χωρίς την απαραίτητη οργάνωση στον κρισιμότερο απ’ όλους τους στρατιωτικούς τομείς, τις πληροφορίες, είναι δε γνωστό ότι η κακή στρατιωτική οργάνωση σε καμία περίπτωση δεν αντισταθμίζεται από τον ηρωισμό και την αποφασιστικότητα. Εν ολίγοις οι Θηβαίοι στρατιωτικοί ηγήτορες με την εντυπωσιακή ανεπάρκειά τους κατέστησαν διακοσμητικές όλες τις προετοιμασίες, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να αποκρούσουν την επίθεση ενός εχθρού αποφασισμένου να κυριεύσει την πόλη τους. Ίσως διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή η πόλη τους δεν ανήκε σ’ εκείνες, που κινδύνευαν πραγματικά από πολιορκία. Οι πολιτικοί των Θηβών φέρουν κάποιες ευθύνες, τις οποίες όμως δεν δικαιούμαστε να μεγαλοποιήσουμε, αφού οι αποφάσεις ήταν συλλογικές. Οι στρατευμένοι πολίτες, εφόσον δεν προέβαλαν συντεταγμένη αντίσταση στο πεδίο της μάχης και αρχικά εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, είναι αδιάφορο αν τελικά έπεσαν ηρωικά ή εκλιπαρώντας για τη ζωή τους. Είναι λοιπόν προφανής η προχειρότητα της στρατιωτικής προετοιμασίας, αυταπόδεικτη δε και βαρύτατη η ευθύνη του Δημοσθένη και των άλλων συνεργατών των Περσών για τη μοίρα της Θήβας.

Μετά την άλωση ο Αλέξανδρος συγκάλεσε σύσκεψη για την τύχη της Θήβας. Ο Διόδωρος λέει ότι «αφού συγκέντρωσε τους συνέδρους των Ελλήνων ανέθεσε στο Κοινό Συνέδριο [να αποφασίσει] πώς να χειριστεί την πόλη των Θηβαίων», είναι λοιπόν σαφής ότι παρέπεμψε το θέμα στο Κοινό Συνέδριο των Ελλήνων. Φυσικά, οι Σύνεδροι δεν ακολουθούσαν τη στρατιά κι ο Διόδωρος φαίνεται μάλλον να εννοεί ότι το θέμα παραπέμφθηκε σε συνεδρίαση των Ελλήνων στρατηγών από τα κράτη μέλη του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων. Αντίθετα, ο Αρριανός λέει ότι «ανέθεσε στους συμμάχους του να ρυθμίσουν τα της Θήβας κι αυτοί διαμοίρασαν μεταξύ τους τη γη των Θηβαίων» και συνεπώς περιορίζει τη σύσκεψη κατά κύριο λόγο στους Βοιωτούς γείτονες των Θηβαίων. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να συμπεράνουμε χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο Αλέξανδρος επεδίωκε τη σκληρότερη δυνατή απόφαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατά την εκδοχή του Διόδωρου η τύχη των Θηβαίων θα ήταν πολύ διαφορετική. Αρκετά γειτονικά κράτη μισούσαν τους Θηβαίος για την αλαζονεία τους ως Ηγεμόνες της Βοιωτίας, πολύ πριν γίνουν Ηγεμόνες της Ελλάδος, και τελικά εύκολα έπεισαν και τους άλλους συνέδρους να πάρουν μία εκδικητική απόφαση. Σ’ αυτήν τη συνεδρίαση είχε έλθει η ώρα να πληρώσουν οι Θηβαίοι με το ίδιο νόμισμα τις καταστροφές και τους εξανδραποδισμούς, που είχαν επιβάλει παλαιότερα σε άλλες πόλεις της περιοχής, ακόμη και σε μερικές βοιωτικές (Θεσπιές, Ορχομενός, Πλαταιές) καθώς και το ότι ποτέ δεν συμμερίσθηκαν τις πανελλήνιες επιδιώξεις, ούτε καν κατά την εισβολή των Περσών. Οι αντιπρόσωποι των παθόντων κρατών ζητούσαν εκδίκηση, για όσα είχαν υποστεί, και θύμισαν στους υπόλοιπους ότι οι Θηβαίοι στην εισβολή του Ξέρξη είχαν μηδίσει, ότι ήταν οι μόνοι Έλληνες, που τιμούνταν από τους Πέρσες βασιλείς ως ευεργέτες, και ότι οι πρέσβεις τους είχαν το προνόμιο να κάθονται σε κάθισμα μπροστά στο Μεγάλο Βασιλέα, ενώ όλοι οι άλλοι πρέσβεις υποχρεούνταν να τον προσκυνούν.

Κατά τον Ιουστίνο, «οι Θηβαίοι μετά την ήττα τους υπέστησαν όλες τις τρομακτικές ποινές, που ακολουθούν μία ατιμωτική παράδοση». Η τελική απόφαση προέβλεπε την ισοπέδωση της πόλης, τον εξανδραποδισμό των κατοίκων και τον χαρακτηρισμό των Θηβαίων φυγάδων ως αγωγίμων, ώστε να μην μπορεί κανείς Έλληνας να τους παράσχει καταφύγιο. Επίσης αποφάσισαν να εγκαταστήσουν φρουρά στην πόλη και να μοιραστούν την ύπαιθρο εξαιρώντας τις ιδιοκτησίες των ναών, τέλος δε να ξαναχτίσουν και να τειχίσουν τις Πλαταιές και τον Ορχομενό, τις ανέκαθεν αντιθηβαϊκές πόλεις της Βοιωτίας που είχαν ισοπεδώσει οι Θηβαίοι. Από τον εξανδραποδισμό εξαίρεσαν τους ιερείς, τους συγγενείς του ποιητή Πίνδαρου, όσους εναντιώθηκαν στην εξέγερση και όσους είχαν φιλοξενήσει τον Φίλιππο κατά την ομηρία του εκεί. Όλοι οι υπόλοιποι, περί τις 30.000, πουλήθηκαν ως δούλοι και από την πώληση των ανδραπόδων συγκεντρώθηκαν 440 τάλαντα. Χαρακτηριστικό του μίσους των γειτόνων των Θηβαίων είναι ότι έσυραν δια της βίας έξω από τους ναούς, όσους γέρους και γυναικόπαιδα είχαν καταφύγει εκεί ως ικέτες και συνεπώς είχαν ασυλία.

Καταγράφεται με σαφήνεια ότι η απόφαση για την καταστροφή της Θήβας ελήφθη από συλλογικά όργανα και ότι προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζαν όσοι επιζητούσαν να εκδικηθούν τους Θηβαίους. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσουμε ότι πράγματι αυτό συνέβη, εντούτοις είναι αυταπόδεικτο ότι την πλήρη ευθύνη για την καταστροφή της Θήβας φέρει ο Αλέξανδρος. Είναι δε αυταπόδεικτο, διότι ήταν γνωστή σε όλους η αλαζονεία των Θηβαίων και η εχθρότητα, που είχαν δημιουργήσει σε πολλούς γείτονές τους. Ο Αλέξανδρος λοιπόν γνώριζε πολύ καλά ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, αν ζητούσε από τους εχθρούς των Θηβαίων να αποφασίσουν την τύχη των Θηβαίων, και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάσθηκε απ’ την απόφαση ή ότι οι σύνεδροι ξέφυγαν από τον πολιτικό του έλεγχο. Όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση στα νότια της Μακεδονίας, η καταστροφή ενός ισχυρού και απείθαρχου κράτους ήταν ταυτόχρονα η καλύτερη μέθοδος εκφοβισμού όλων των υπολοίπων, που αμφισβητούσαν τη μακεδονική Ηγεμονία της Ελλάδος, αλλά και όσων Μακεδόνων αμφισβητούσαν τη θέση του Αλεξάνδρου στο θρόνο. Έτσι, ο Αλέξανδρος απλώς επέτρεψε να εφαρμοσθούν οι δημοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες ήταν εκ των προτέρων γνωστό, που θα κατέληγαν.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της καταστροφής άλλων πόλεων παλαιότερα και αυτής των Θηβών ήταν η κατάργηση του κώδικα αλληλοσεβασμού μεταξύ των πρωταγωνιστών στις πολεμικές συγκρούσεις. Μέχρι τότε οι διεκδικητές της κορυφαίας πολιτικής διάκρισης στην Ελλάδα, της Ηγεμονίας, δεν έβλαπταν σοβαρά ο ένας τον άλλο. Ενώ ισοπέδωναν άλλες πόλεις και εξανδραπόδιζαν τους κατοίκους τους, δεν το έπρατταν ο ένας εναντίον του άλλου. Ακόμη και όταν η Θήβα ζητούσε την καταστροφή και τον εξανδραποδισμό της ηττημένης στον Πελοποννησιακό πόλεμο Αθήνας, οι αναδειχθέντες σε Ηγεμόνες της Ελλάδος, Σπαρτιάτες, περιόρισαν την ποινή της Αθήνας στην καταστροφή των τειχών της, την αφαίρεση του στόλου της και την επιβολή τυραννικού πολιτεύματος. Δηλαδή ενώ της αφαίρεσαν την στρατιωτική ισχύ και την έκαναν πολιτικά υποχείριό τους, δεν έβλαψαν τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της, προφανώς αναλογιζόμενοι την έκταση των επιδράσεων σε όλη την Ελλάδα. Η καταστροφή αυτών των δομών σε μικρότερες πόλεις λάμβανε χώρα, διότι απλώς δεν είχε πανελλαδική επίδραση. Το νέο στοιχείο, όμως που εισήγε τώρα η καταστροφή της Θήβας, ήταν η εξομοίωση της μοίρας των μεγάλων με εκείνη των μικρών κρατών. Αυτό δεν προξένησε αναστάτωση μόνο μεταξύ των μεγάλων, για τους οποίους αποτελούσε καινούργια ανησυχία, αλλά και μεταξύ των μικρών. Αν ο ισχυρός σύμμαχος και διεκδικητής της Ηγεμονίας, τον οποίο επέλεξαν και υποστήριζαν, απειλούνταν με καταστροφή και εξανδραποδισμό, τι μπορούσαν να ελπίζουν οι ίδιοι; Η διεκδίκηση της Ηγεμονίας από αγώνας επικράτησης μετατρεπόταν πλέον σε αγώνα επιβίωσης. Αυτός ακριβώς ο φόβος της κοινής μοίρας έκανε τους Αθηναίους να ξεχάσουν τις μακρόχρονες εχθρικές σχέσεις τους με τους Θηβαίους (παρά την πρόσφατη και περιστασιακή συμμαχία τους), να αναστείλουν τους εορτασμούς των Μυστηρίων, να περιθάλψουν τους φυγάδες και να προσπαθήσουν να μεταπείσουν τους Μακεδόνες.

Υπήρχε όμως και μία ακόμη σημαντική παράμετρος. Η μοίρα της Θήβας δεν αποφασίσθηκε μόνο από τους Μακεδόνες, αλλά κυρίως από τους συμμάχους τους. Οι διαθέσεις του ενός ελληνικού κράτους προς το άλλο ήταν ανέκαθεν γνωστές, αλλά τώρα ο Ηγεμών της Ελλάδος εμφανιζόταν πρόθυμος να υλοποιήσει κάθε απόφαση των συμμάχων του και όποιο κράτος προσαγόταν προς κρίση κινδύνευε να υποστεί όλα όσα είχε διαπράξει στο παρελθόν. Τα απείθαρχα κράτη διαπίστωσαν με τρόμο ότι τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα δεν λειτουργούσαν πλέον με τις συνήθεις πολιτικές συναλλαγές και προέβησαν σε σπασμωδικές, σχεδόν κωμικές, ενέργειες.

Οι Αρκάδες ανακάλεσαν τα στρατεύματα, που είχαν στείλει σε ενίσχυση των Θηβαίων και καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς, που τους υποκίνησαν. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω όσους διέκειντο φιλικά προς τον Αλέξανδρο, και τους οποίους είχαν εξορίσει νωρίτερα. Οι Αιτωλοί έστειλαν πρέσβεις κατά έθνη ζητώντας άφεση αμαρτιών, που παρασύρθηκαν. Οι Αθηναίοι διέκοψαν τις τελετές των Μυστηρίων και άρχισαν να μαζεύουν τις περιουσίες τους από την ύπαιθρο μέσα στα τείχη φοβούμενοι τα χειρότερα. Θυμήθηκαν πως είχαν παραλείψει την απαραίτητη διπλωματική αβρότητα να συγχαρούν τον Αλέξανδρο, που γύρισε σώος και νικητής από τις επιχειρήσεις στη Θράκη και την Ιλλυρία, και του έστειλαν πρέσβεις να τον συγχαρούν για τις νίκες του επί των βαρβάρων και για την τιμωρία της Θήβας. Με τους ίδιους πρέσβεις ο Αλέξανδρος έστειλε στους Αθηναίους επιστολή, με την οποία για τις κακές σχέσεις Αθήνας και Μακεδονίας, τα δεινά που επέβαλαν οι Μακεδόνες στους Αθηναίους μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, αλλά και την καταστροφή της Θήβας, καθιστούσε υπεύθυνη την αντιμακεδονική παράταξη της πόλης. Ζητούσε ακόμη να του εκδώσουν τους σημαντικότερους αντιμακεδόνες ηγέτες μεταξύ αυτών και τους Δημοσθένη, Λυκούργο, Υπερείδη, Πολύευκτο, Χάρητα, Χαρίδημο, Εφιάλτη, Δήμωνα, Καλλισθένη, Διότιμο και Μοιροκλή.

Σε απάντηση του αιτήματος έκδοσης οι Αθηναίοι πολιτικοί επικαλέσθηκαν τις βασικές αρχές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, που προέβλεπαν την αυτονομία των κρατών μελών. Με ενέργειες του Δημάδη, ο οποίος φέρεται να ανταμείφθηκε από τον Δημοσθένη με 5 αργυρά τάλαντα για αυτήν την εξυπηρέτηση, ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Αλέξανδρο ο ίδιος ο Δημάδης ως πρέσβης. Σ’ αυτό το ψήφισμα οι Αθηναίοι πρακτικά τόνιζαν ότι η πολιτική δράση των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας εντός της επικρατείας της και μέσα από τα θεσμοθετημένα όργανά της δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο έκδοσής τους σε άλλα κράτη, όσο ενοχλητική ή επιζήμια κι αν ήταν για τα κράτη αυτά. Οποιαδήποτε δίωξη Αθηναίου πολίτη μπορούσε να ασκηθεί μόνο από αθηναϊκό δικαστήριο με βάση την αθηναϊκή νομοθεσία. Επιπλέον ζήτησαν να τους επιτραπεί να δέχονται Θηβαίους φυγάδες αντίθετα προς την καταδικαστική απόφαση. Ο Αλέξανδρος, επειδή χρειαζόταν αλώβητο και ισχυρό το Κοινό Συνέδριο, αναγνώρισε ότι η άρνηση των Αθηναίων να του εκδώσουν τους ενοχλητικούς πολιτικούς ήταν νομικώς ορθή και παραιτήθηκε από την απαίτησή του. Η εξαίρεση των Αθηναίων από την υποχρέωση έκδοσης των Θηβαίων φυγάδων ήταν επιβεβλημένη πολιτική πράξη. Η Αθήνα είχε ήδη δεχθεί πολλούς Θηβαίους φυγάδες και αν αρνούνταν να τους εκδώσει, ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να θέσει την τύχη της Αθήνας στην κρίση των συμμάχων του, όπου οι εχθροί των Αθηναίων αναμφίβολα θα πετύχαιναν μία απόφαση παρόμοια με εκείνη της Θήβας. Το ενδεχόμενο αυτό ήταν εφιαλτικό κι έτσι προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα προνόμιά του και να τους απαλλάξει, διέταξε ωστόσο τον Χαρίδημο να εγκαταλείψει την Αθήνα. Φαίνεται πως αυτός ήταν ο πιο επικίνδυνος και όχι ο Δημοσθένης, ο οποίος ήταν εξαιρετικά προβεβλημένος λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Ο Χαρίδημος ακολουθώντας την παράδοση των απόβλητων και έκπτωτων Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών κατέφυγε –πού αλλού;- στην Αυλή του Πέρση βασιλιά και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του