Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

ΤΡΙΗΡΗΣ : ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ναυτικός
Μέλος Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.)


ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΕΛΛΗΣ
Η τριήρης υπήρξε το πλοίο που πρωταγωνίστησε στις ναυμαχίες κατά την κλασσική περίοδο και υμνήθηκε τόσο για την ομορφιά όσο και για την πολεμική του ισχύ.  Ναυπηγήθηκε περί τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. από τον περίφημο Κορίνθιο ναυπηγό Αμεινοκλή. Η εμφάνιση της τριήρους σηματοδότησε την ουσιαστική εξέλιξη του πολεμικού ναυτικού στην Αρχαία Ελλάδα δημιουργώντας μια νέα κλάση πέραν της πεντηκοντόρου και της διήρους. Ο εξελιγμένος αυτός τύπος επέφερε μικρή αύξηση στις διαστάσεις (μήκος, ύψος και πλάτος) του σκάφους. Η σημαντικότερη καινοτομία σημειώθηκε στην κινητήρια δύναμη προωθήσεως (οι 50 κωπηλάτες που διέθετε η πεντηκόντορος τριπλασιάσθηκαν φθάνοντας τους 170).
Αν και οι πρώτοι που ναυπήγησαν τριήρεις ήταν οι Κορίνθιοι, εντούτοις, ήταν οι Αθηναίοι εκείνοι που έφθασαν στο αποκορύφωμα της ναυπηγικής τους τέχνης, σε συνδυασμό με την αισθητική, ώστε να θεωρούνται οι αθηναϊκές τριήρεις ως οι πιο όμορφες [1].
 
ΠΛΗΡΩΜΑ
Η τυπική οργανική σύνθεση του πληρώματος στα πλοία της αρχαίας Ελλάδος αποτελείτο από τον κυβερνήτη, τον πρωρέα (δηλαδή τον υποπλοίαρχο), τους ναύτες και τους κωπηλάτες. Πολλές φορές εν πλω επέβαιναν οι πλοιοκτήτες ή οι ναυλωτές. Στα πολεμικά σκάφη υπήρχαν επίσης και αξιωματικοί, υπαξιωματικοί,  καθώς και μάχιμα πληρώματα, ενώ σε μεταγενέστερα χρόνια, σε σκάφη αναψυχής, υπηρετούσαν κι έτερα πληρώματα όπως μάγειροι, θαλαμηπόλοι, αλιείς, δύτες κ.λπ.
Το πλήρωμα της τριήρους αποτελείτο από 200 άτομα ήτοι τους ερέτες, το πλήρωμα καταστρώματος και την στρατιωτική δύναμη που επέβαινε σε αυτήν.
Το κυρίως πλήρωμα καθώς και την κινητήρια δύναμή της τριήρους αποτελούσαν οι 170 κωπηλάτες της (από κάθε πλευρά: 27 θαλαμίτες, 27 ζυγίτες και 31 θρανίτες).
Οι κωπηλάτες, αλλιώς ονομάζονταν κι ερέτες από το ρήμα ερέσσω =κωπηλατώ (εξ ου και ειρεσία = κωπηλασία), ήταν ελεύθεροι πολίτες οι οποίοι με άριστο συντονισμό κατάφερναν να κάνουν απίθανους ελιγμούς.
Διάταξη των ερετών της τριήρους. Σχέδιο John F. Coates. Πηγή: Trireme Trials 1998
Διαιρούντο σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με τις θέσεις στις οποίες κάθονταν. Οι ερέτες στο κατώτατο διάζωμα ονομάζονταν θαλαμίτες (εκ του θάλαμος) και ήταν 27 από κάθε πλευρά. Χειρίζονταν τις θαλάμιες κώπες οι οποίες απείχαν 40 εκατοστά πάνω από την ίσαλο γραμμή [2]. Στο μέσο διάζωμα, στα «ζυγά» του σκάφους, ονομάζονταν ζυγίτες και ήταν επίσης 27. Χειρίζονταν τις ζύγιες κώπες οι οποίες ήταν υψηλότερα από την επιφάνεια της θαλάσσης (1 μέτρο πάνω από την ίσαλο γραμμή). Τέλος, οι θρανίτες (εκ του θράνος/θρανίο) που ήταν 31, χειρίζονταν τις θρανίτιδες κώπες οι οποίες απείχαν 1,60 μ. από την ίσαλο γραμμή.
Τα πιο μακριά και βαριά κουπιά ήταν προς το κέντρο του πλοίου (4.65μ) σε αντίθεση με εκείνα που βρίσκονταν στην πλώρη και στην πρύμνη (4.41 μ.) [3].
Η διάταξη των κουπιών σε σχέση με τα σέλματα των κωπηλατών, ήταν  κλιμακωτή τόσο κατά το μήκος των πλευρών όσο και κατά το πλάτος.
Επικεφαλής ήταν ο τριήραρχος, ο οποίος είχε το γενικό πρόσταγμα και κάλυπτε τα έξοδα της συντηρήσεως του πλοίου. Ακολουθούσε ο κυβερνήτης ο οποίος ασκούσε καθήκοντα συγχρόνου πλοιάρχου, δηλαδή ήταν υπεύθυνος για την καλή διοίκηση του πλοίου και την ασφάλεια αυτού, του φορτίου, των επιβαινόντων, καθώς και για την τήρηση της τάξεως. Είχε ιδιαίτερη μόρφωση και γνώσεις ώστε να κυβερνά αυτοπροσώπως το σκάφος.  Ο πρωρεύς, ή πρωράτης, ήταν αξιωματικός της πλώρης, όπως ο σύγχρονος υποπλοίαρχος. Ήταν επίσης  ο άμεσος συνεργάτης του πλοιάρχου για κάθε τι που αφορούσε το πλοίο, τους επιβαίνοντες και το φορτίο.
Ο κελευστής [4] ήταν ο προγυμναστής των πληρωμάτων και ο υπεύθυνος για την πειθαρχία τους. Έδιδε τον ρυθμό της ειρεσίας, της κωπηλασίας, συνήθως τραγουδιστά, ενώ υπήρχε και ο τριηραύλης, ο οποίος συνόδευε τον κελευστή με τον αυλό του. Σε περιόδους ειρήνης τα τραγούδια των ερετών ήταν πολύ μελωδικά με αποτέλεσμα ένα κωπήλατο σκάφος να δημιουργεί κατά το πέρασμά του ευχάριστα συναισθήματα σε όσους τα άκουγαν. Αντίθετα σε περιπτώσεις ναυμαχίας, όπου ο θόρυβος από τις κραυγές και τα χτυπήματα δεν επέτρεπε στους κελευστές να ακούγονται, οι εντολές, πολλές φορές, δίδονταν με στριγκλιές ή κραυγές [5]. 
Ο πεντηκόνταρχος ήταν επικεφαλής των πληρωμάτων την εποχή της πεντηκοντόρου. Αργότερα  ανέλαβε καθήκοντα ταμία.
Ο τοίχαρχος (τοίχος [6] + άρχω) ήταν ο αξιωματικός ο οποίος ήταν επίσης υπεύθυνος για την ειρεσία. Συγκεκριμένα  επόπτευε τους άνδρες μιας συγκεκριμένης τοιχαρχίας, αριστερής ή της δεξιάς.
Οι επιβάτες στην αρχαιότητα ήσαν  τοξότες, οπλίτες, πελταστές, ακοντιστές και γενικά όσοι δεν ασκούσαν υπηρεσία κωπηλάτου ή ναύτου. 
«ο μη κωπηλάτης αλλά πλέων μαχητής» [7].
Οι τοξότες αποτελούσαν την σωματοφυλακή του τριηράρχου και του κυβερνήτου κατά την διάρκεια της ναυμαχίας.
Οι ναύτες ήταν επιφορτισμένοι με τις εργασίες συντηρήσεως και καθαρισμού σκάφους, με τον χειρισμό των ιστίων ενώ βοηθούσαν σε πολλές υπηρεσίες και πολλές φορές έκαναν χρήση όπλων. Οι ναύτες επίσης γνώριζαν και την τέχνη του πλεξίματος των σχοινιών. Ναύτες ή ναυτιλλόμενους ή και ναυτίλους [8] αποκαλούσαν πολλές φορές με μια γενική έννοια όλους τους ναυτικούς συμπεριλαμβανομένων και των κωπηλατών.
Η Θέση του πηδαλιούχου, μπροστά από τον τριήραρχο ή τον κυβερνήτη. Σχέδιο John F. Coates ΠΗΓΗ: 1st International Symposium oh Ship Constrauction in Antiquity 1985
Δούλοι δεν ναυτολογούνταν υπό κανονικές συνθήκες. Σε περιόδους  εκστρατειών ή αναγκών, προκειμένου να καλύψουν τον απαιτούμενο αριθμό των πληρωμάτων, ο δούλος τύγχανε ιδίας αντιμετωπίσεως με το υπόλοιπο πλήρωμα (εκπαιδευόταν κι έπαιρνε κανονικό μισθό ).
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ – ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ
Οι εκπαιδεύσεις δεν περιορίζονταν στις ακριβείς αρμοδιότητες του κάθε μέλους του πληρώματος, αλλά υπήρχε μία ευρύτερη γνώση. Έτσι πολλές φορές συναντούμε σε κείμενα ερέτες, οι οποίοι είχαν την ικανότητα επίσης να πολεμούν με όπλα [9].
Ο μισθός [10] και η μισθοδοσία είναι λέξεις αρχαίες ελληνικές και το πλήρωμα πληρώνονταν για τις υπηρεσίες του [11]. Ο μισθός παρείχετο από το κράτος και ήταν ανάλογος με την θέση, τον βαθμό που είχε ο ναυτικός [12]. Εάν τα πράγματα δεν ήταν έτσι τότε ο ναυτικός με την σειρά του  αντιδρούσε, είτε με στάσεις είτε με λιποταξία. Όπως και σήμερα το φαινόμενο διασκορπίσεως των πληρωμάτων λόγω μη κανονικής καταβολής μισθοδοσίας αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για την εποχή μας, το ίδιο συνέβαινε τότε:

[Διότι είναι αποδεδειγμένο ότι η διασκόρπιση του πληρώματος ενός πλοίου οφείλεται πρώτον στο να μην  καταβάλλεται ο μισθός…]
«Τριήρους γαρ ομολογείται κατάλυσις είναι, πρώτον μεν, εάν  μη μισθόν τις διδώ…» [13].
Άποψη Τριήρους "Ολυμπιάς". ΦΩΤΟ: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Ε. Ιωαννίδου)
 
Η τριήρης ως όπλο
Η κωπηλασία στην τριήρη, παρά την όμορφη εικόνα στα μάτια του παρατηρητού, ήταν έργο επίπονο που απαιτούσε μυϊκή δύναμη, μεγάλη αντοχή και εξαιρετικό συντονισμό. Για τον ανακουφισμό των γλουτών, υπήρχε το υπηρέσιον, ένα ατομικό μαξιλάρι πάνω στο οποίο κάθονταν οι ερέτες. Το υπηρέσιον , το κουπί και ο τροπός (δερμάτινος ιμάντας ο οποίος στήριζε την κώπη επάνω στο σκαλμό) ήταν συνήθως ατομικά εξαρτήματα του κάθε ερέτου, ο οποίος είχε την ευθύνη να τα φυλάττει στην οικία του και να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση [14].
Η τριήρης έδειχνε την υπεροχή της στην ναυμαχία κυρίως γιατί ως σκάφος ήταν ελαφρύ, γεγονός που επέτρεπε να εκτελεί θαυμάσιους ελιγμούς [15], αλλά και να διευκολύνει την γρήγορη ανέλκυση και καθέλκυσή του [16], όπως και γιατί ήταν ταχύτατο [17].
Όμως, εκείνο το επιχειρησιακό γνώρισμα που χάρισε την ιδιότητα να θεωρείται το ίδιο το πλοίο ως όπλο, ήταν το έμβολο. Πρόκειται για μια μυτερή προεξοχή επενδεδυμένη με χαλκό, η οποία βρισκόταν στην πλώρη, λίγο πιο κάτω από την ίσαλο γραμμή. Με αυτό η τριήρης εμβόλιζε το εχθρικό πλοίο, τρυπώντας τη γάστρα, προκαλώντας σοβαρές ζημιές. Θα πρέπει να διασαφηνίσουμε ότι το έμβολο δεν ήταν εξάρτημα αλλά οργανικό τμήμα του σκάφους το οποίο δεν κινδύνευε να αποσπασθεί κατά την ανάκρουση. Για να σχηματίσουν οι ναυπηγοί το έμβολο, προέκτειναν την στείρα στο κάτω μέρος με χονδρά οριζόντια δοκάρια, στο επίπεδο της ισάλου δημιουργώντας έτσι μια αιχμή. Αυτό βοηθούσε και στον κλονισμό, κατά τον εμβολισμό, ο οποίος μοιραζόταν πάνω στο πλοίο ακτινωτά  και κατά το διάμηκες. Έτσι το πλοίο, κατά τον εμβολισμό υπέφερε λιγότερο και δεν κινδύνευε να διαλυθεί [18].
Ο εμβολισμός δεν ήταν τυχαία κίνηση. Απαιτούσε δεξιοτεχνία. Αν εκτελείτο με μεγάλη ταχύτητα και ορμή τότε το σκάφος που επιτίθετο κινδύνευε να κολλήσει στο εχθρικό και στην ουσία να αχρηστευτούν και τα δύο σκάφη. Σε αυτήν την περίπτωση το μόνο που μπορούσε να συμβεί – αν δεν βυθίζονταν τα σκάφη -  ήταν η πεζομαχία. Για τον λόγο αυτό το ενδεχόμενο να «κολλήσουν» δύο σκάφη μετά από εμβολισμό, καταλογιζόταν ως αποτέλεσμα αδεξιότητας των κυβερνητών και υπήρχαν σαφείς εντολές αποφυγής της.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι η κατασκευή της τριήρους ήταν τέτοια, ώστε να επιτρέπει την αλλαγή ρόλου σε βοηθητικό πλοίο, κατά τη διάρκεια μιας ναυτικής εκστρατείας. Για παράδειγμα μπορούσε να μετατραπεί σε οπλιταγωγό και να μεταφέρει 160 οπλίτες ή να γίνει ιππαγωγό σκάφος [19] ικανό να μεταφέρει 30 ίππους με τους ιππείς τους και τις εξαρτήσεις τους.
Άποψη Τριήρους "Ολυμπιάς". ΦΩΤΟ: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Ε. Ιωαννίδου)

Επίλογος
Η τριήρης υπήρξε το βασικότερο πολεμικό πλοίο στην Μεσόγειο μέχρι την τελική καταστροφή της Αθηναϊκής ναυτικής ισχύος στην ναυμαχία της Αμοργού (322 π.Χ.) ενώ από την εποχή της εν λόγω ναυμαχίας μέχρι την ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.) σταδιακά επεκράτησε η πεντήρης.
Η εφεύρεση της πεντήρους υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ναυπηγική εξέλιξη πλοίων τεραστίου για την εποχή μεγέθους και εκτοπίσματος. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους αφορούσε πλέον τον χειρισμό ενός μεγάλου κουπιού από πολλούς ερέτες. Ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο, μεγαλύτερα και βαρύτερα σκάφη έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά ύδατα. Η ταχύτητα και η δεξιοτεχνία είχαν αποκτήσει μικρότερη σημασία. Η εξέλιξη αυτή υπήρξε απόρροια της αλλαγής του επιχειρησιακού ρόλου (λόγω των αναγκών της εποχής) διότι πλέον το κύριο όπλο για τη διεξαγωγή μιας ναυμαχίας δεν ήταν πια το ίδιο το σκάφος (με το έμβολο), αλλά τα διάφορα όπλα (μηχανήματα λιθοβολίας, σιδερένιες αρπάγες, καταπέλτες κ.ο.κ.) που μετέφερε για την προσβολή του αντιπάλου από απόσταση. Σταδιακά με τον ναυτικό ανταγωνισμό ένα σκάφος έφθασε να ξεπερνά τα κλασσικά ναυπηγικά δεδομένα και εξελίχθηκε σε μια ογκώδη και πλωτή πολύ-πολιορκητική μηχανή [20]. Τη συγκεκριμένη περίοδο η ναυτική τακτική έμπαινε διακριτικά στο περιθώριο, αφού η τέχνη του να τάσσονται τα πλοία προς μάχη με κύριο όπλο το ίδιο το πλοίο δεν λάμβανε χώρα. Τα σκήπτρα έπαιρναν τα διάφορα «τεχνάσματα», που αφορούσαν στην χρήση εκηβόλων όπλων προσβολής, τα οποία απλώς μετέφερε επάνω του το ίδιο το πλοίο.

Ναυμαχία Σαλαμίνος ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΕΛΛΗΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Αριστοφάνους, Όρνιθες, 108-111
[2] Οι μετρήσεις είναι σύμφωνα με τις μελέτες του John Morrison, «The Age of the Galley», Chapter 3 “The Trireme”.
[3] John Morrison, «The Age of the Galley», Chapter 3 “The Trireme”
[4] Η λέξη κελευστής προέρχεται από τα αρχαία ρήματα : α) κέλλω = πλέω προς την ξηρά,  κατευθύνω το πλοίο προς την ακτή,  β) κέλομαι = ωθώ προς τα εμπρός, παρακινώ, διατάσσω, γ) κελεύω = κινώ, ωθώ προς τα εμπρός, δίδω το πρόσταγμα στους κωπηλάτες προς τήρηση του ρυθμού κωπηλασίας (Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης Ι. Σταματάκου).
[5] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ 70
[6] Τοίχο ή σελίδα καλούσαν την πλευρά του σκάφους (αριστερή ή δεξιά).
[7] Λεξικόν Ησυχίου Αλεξανδρέως στο λήμμα επιβάτης.
[8] Βλ. λήμμα στο Λεξικόν Σούδα και Λεξικόν Ησυχίου Αλεξανδρέως
[9] Ομήρου: Ιλιάς, Β 719
[10] Περισσότερα για την μισθοδοσία στην αρχαία Ελλάδα όρα: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2008): «Η μισθοδοσία των αρχαίων Ελλήνων Ναυτικών», «Ναυτική Ελλάς», <έκδοση της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης>,  τεύχος 896, (Απρίλιος),  σελ. 63
[11] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Γ, 17
[12] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ 31
[13] Δημοσθένους, Προς Πολυκλέα, 11
[14] Θουκυδίδου, Ιστοριών, Β 93
[15] Σχετική μελέτη περί ελιγμών όρα: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2009): «Ο παράγων ελιγμός κατά τις ναυμαχίες των αρχαίων Ελλήνων», Ναυτική Επιθεώρηση, <εκδ. ΓΕΝ /Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού>, τεύχος 568, σελ. 87. Επίσης στο διαδίκτυο όρα:  Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου (2011), «Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΝΑΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ». Περί Αλός http://perialos.blogspot.com/2011/04/blog-post_13.html
[16] Η τριήρης είχε την ανάγκη να ανελκύεται στην ξηρά και να στεγνώνει καθώς η μεγάλη παραμονή της στο νερό δημιουργούσε προβλήματα στα ξύλα (υγρασία και εν συνεχεία σήψη). (Θουκυδίδου, Ιστοριών, Ζ, 12)
[17] Από το Γ βιβλίο των Ιστοριών του Θουκυδίδου γνωρίζουμε την καταγραφή πλου 184 ναυτικών μιλίων σε 24 ώρες. Αυτό δίχως στάση και δίχως την χρήση ιστίων. Έτσι προκύπτει ότι η μέση ταχύτητά της κυμαινόταν στους 7,5 κόμβους. Διασαφηνίζουμε ότι οι μεγάλες ταχύτητες στις τριήρεις διατηρούνταν για λίγο χρονικό διάστημα λόγω της κοπώσεως του ανθρωπίνου δυναμικού.
[18] Αντιπλοίαρχος (Μ) Θεόδωρος Μπέτσος Π.Ν. «Η ναυπηγική τέχνη στην αρχαία Ελλάδα» περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση» τεύχος 562, σελ.349-350)
[19] Θουκυδίδου, Ιστοριών Ζ 43. Συνήθως τις τριήρεις που δεν προόριζαν για ναυμαχία (λόγω μικρο-προβλημάτων κυρίως γιατί υστερούσαν σε ταχύτητα) τις μετέτρεπαν ώστε να μπορούν να φιλοξενούν τους ίππους, τους αναβάτες και τα εξαρτήματά τους. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί ο τρόπος που μετέτρεπαν μια τριήρη σε ιππαγωγό αλλά υπάρχουν πολλές αναφορές για την ύπαρξή τους.   
[20] Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, η τεσσαρακοντήρις του Πτολεμαίου του Φιλοπάτωρος η οποία είχε μήκος 280 πήχες (0,46 Χ 280 = 128,8 μέτρα) και ύψος (εξάλων) 48 πήχες (0,46 Χ 48 = 22,8 μέτρα) μέχρι την κορυφή της πρύμνης. Διέθετε 400 ναύτες, 4.000 κωπηλάτες, 3.000 οπλίτες. Όπως ακριβώς αναφέρει ο Πλούταρχος «Τούτο το πλοίο ήταν μόνο για επίδειξη, και, καθώς λίγο διέφερε από στερεό οικοδόμημα, ήταν μόνο για να το βλέπουν κι όχι να το χρησιμοποιούν, κινούνταν με δυσκολία κι επικίνδυνα.» (Πλουτάρχου, Δημήτριος, 43, 5)

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΙΛΤΟΣ ΜΑΝΑΚΗΣ: ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

Οι αδελφοί Μανάκη (ή Μανάκια) υπήρξαν πρωτοπόροι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές στο χώρο των Βαλκανίων. Έλληνες στην καταγωγή, κατάγονται από την Αβδέλα Γρεβενών, ένα κεφαλοχώρι-βλαχοχώρι της Πίνδου, για την εθνικότητα τους όμως ερίζουν ως σήμερα οι Σέρβοι, οι Σκοπιανοί, οι Τούρκοι και οι Ρουμάνοι. Έδρασαν στα Βαλκάνια όπως οι αδελφοί Λυμιέρ στο Παρίσι και ο Έντισον στην Αμερική την ίδια περίπου περίοδο: ασχολήθηκαν και προώθησαν τη νέα Τέχνη του Κινηματογράφου ανοίγοντας το δρόμο στους μεγάλους δημιουργούς των επόμενων δεκαετιών και αφήνοντας πίσω τους μοναδικά ιστορικά φωτογραφικά και κινηματογραφικά ντοκουμέντα των αρχών του 20ου αιώνα στα Βαλκάνια.

Η ζωή τους και το πρώιμο έργο τους

Οι αδελφοί Μανάκη, ο Γιαννάκης και ο Μίλτος, γεννήθηκαν στην Αβδέλα Γρεβενών στις 18.05.1878 και 09.09.1882 αντίστοιχα. Ο Γιαννάκης από μικρός ενδιαφερόταν για τη ζωγραφική και φοίτησε στο γυμνάσιο του Μοναστηρίου για να πάρει δίπλωμα δασκάλου αλλά και ζωγράφου με ιδιαίτερες ικανότητες στην «ιχνογραφία» και «καλλιγραφία». Ο Μίλτος, τέσσερα χρόνια πιο μικρός απ’ τον Γιαννάκη, σε αντίθεση με τον αδελφό του, είχε ενδιαφέρον κυρίως για τη φύση και τη φυσική ζωή και πολλά χρόνια πέρασε στην Αβδέλα. Κατόρθωσε να γίνει καλός φωτογράφος και στη συνέχεια κινηματογραφιστής με βοηθό τον αδελφό του Γιαννάκη. Αρχικώς δραστηριοποιήθηκαν στα Ιωάννινα ανοίγοντας φωτογραφείο, αλλά μετά από διώξεις που υπέστησαν από τις Οθωμανικές Αρχές μετέφεραν το ατελιέ τους στο Μοναστήρι.



Την πρώτη μεγάλη πόλη που επισκέφθηκαν ήταν η Κωνσταντινούπολη, το καλοκαίρι του 1905. Την ίδια χρονιά πήγαν στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί τους δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθούν στο γύρισμα μιας ταινίας και, με αυτό τον τρόπο, να μαγευτούν από τον κινηματογράφο. Αρκετά χρόνια αργότερα ο Μίλτος θα διηγηθεί: «Στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας καταλάβαμε ότι στην Αγγλία και στη Γαλλία πουλάνε μηχανές για γύρισμα «ζωντανών φωτογραφιών». Αυτή η είδηση για εμάς, εκείνη την εποχή, ήταν απίστευτη και μας προκάλεσε σοκ, παρόλο που δε μας άφηνε περιθώρια για υποψίες, αφού
"υφάντρες"
μάλιστα είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την προβολή μιας ταινίας μικρού μήκους. Οι άνθρωποι σε αυτές τις ταινίες θύμιζαν ένα είδος μαριονέτων, επειδή οι κινήσεις τους ήταν διακεκομμένες. Και θύμιζαν, θα έλεγα, εκείνες τις σκηνές, που τα χέρια και τα πόδια (των μαριονέτων) τα τραβούσαν με το σκοινί! Αυτό, όμως, δε στάθηκε εμπόδιο ώστε να μας απορροφήσει η ταινία, να μας γεμίσει αισθήματα και να μας καταμαγέψει. Ο Γιαννάκης δεν μπορούσε πλέον να αποβάλλει με τίποτε την επιθυμία που τον είχε καταλάβει… Δεν ήθελε να γυρίσει στην Μπίτολια χωρίς αυτή την κινηματογραφική μηχανή. Ακόμα και στον ύπνο του παραμιλούσε για αυτήν. Και μέχρι που να γυρίσω εγώ στο σπίτι εκείνος ξεκίνησε για το Λονδίνο, απ’όπου έφερε την κινηματογραφική μηχανή Bioscop.».  

Η πρωτοπριακή κινηματογράφηση της καθημερινής ζωής και Ιστορικών γεγονότων στα Βαλκάνια

Οι Μανάκηδες γύρισαν το 1905, στο χωριό τους, την πρώτη κινηματογραφική ταινία στα Βαλκάνια τις περίφημες "υφάντρες". Πρωταγωνίστρια της πρώτης και σύντομης σε διάρκεια ταινίας τους ήταν η γιαγιά τους κυρά-Λουκία Μανάκη, ετών 117, που έγνεθε μαλλί και ύφαινε στον αργαλειό. Το δεύτερο σε σειρά ντοκυμαντερ τους "το υπαίθριο σχολείο στην Πίνδο" ξεκινάει με ένα είδος λιτανείας όπου σε μια πλαγιά βαδίζουν κληρικοί και λαικοί μαζί με παιδιά που μεταφέρουν μια θρησκευτική εικόνα. Στα επόμενα πλάνα αποθανατίζεται το υπαίθριο Ελληνικό σχολείο της Αβδέλλας εν ώρα μαθήματος. Το υλικό αυτό αποτελεί μοναδικό τεκμήριο για την Ελληνορθόδοξη εκπαίδευση στην Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και συμπληρώνει το πλούσιο σχετικό φωτογραφικό υλικό. Δύο άλλα κλασικά ντοκιμαντέρ των αδερφών Μανάκη με πλούσιο υλικό από την οικονομική και κοινωνική ζωή στην Μακεδονία τα χρόνια της Οθωμανοκρατίας είναι ο "βλάχικος γάμος" και η "εμποροπανήγυρις".
Με την κάμερά τους τύπου «Bioscop 300», αγορασμένη από το Λονδίνο το 1905 από το Γιάννη Μανάκη, αποθανάτισαν πολλά από τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα (περίπου 40) του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου στα Βαλκάνια μεταξύ των οποίων το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913.  Ξέρουμε ότι το 1908 φωτογράφησαν και

Ο σουλτάνος Μεχμέτ στην θεσσαλονίκη
κινηματογράφησαν στρατιωτικές ασκήσεις των Νεότουρκων, υπό την καθοδήγηση του Νιάζι Μπέη. Το 1909 κινηματογράφησαν την επίσκεψη προσωπικοτήτων από τη Ρουμανία που επισκέφθηκαν το Γκόπεσι, το Ρέσεν, την Οχρίδα και το Σμίρντες. Το 1911 όμως έκαναν το πιο ολοκληρωμένο ρεπορτάζ για την επίσκεψη του Σουλτάνου Μεχμέτ Ε΄ Ρεσιάντ, την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη, το ταξίδι του και την παραμονή του στην Μπίτολια.

Ήταν εύκολο να φωτογραφίζουν και να κινηματογραφούν ακόμη και στις περιοχές όπου υπήρχαν αντάρτες (Νεότουρκοι) επειδή είχαν πολύ καλές σχέσεις με την αυλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κατά συνέπεια, ανάλογα χαρτιά και φιρμάνια. Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί κινηματογράφησαν και την Απελευθέρωση της πόλης στις 26 Οκτωβρίου 1912 αν και υπάρχουν γι’ αυτό επιφυλάξεις. Το διάστημα 1916-1919 ο Γιαννάκης Μανάκιας ήταν εξόριστος στη Φιλιππούπολη, γιατί μέσα στο φωτογραφείο τους είχαν βρεθεί όπλα και πυρομαχικά και γι’ αυτό είχε κατηγορηθεί ως κατάσκοπος από τους Βούλγαρους. Στο βουλγαρικό Πλόβντιφ λειτούργησε εκείνο το χρονικό διάστημα φωτογραφείο των Μανάκια. Ο Γιαννάκης φωτογράφησε μάλιστα τότε εκεί και το βασιλιά Φερδινάρδο.
Ο κινηματογράφος "Μανάκια" και το τελευταίο στάδιο της ζωής των αδερφών Μανάκη



Μετά την λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, οι αδελφοί Μανάκη επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μοναστήρι αποφασίζοντας να δημιουργήσουν την δική τους κινηματογραφική αίθουσα. Στις 7 Ιουλίου 1921 πήραν την άδεια και νοίκιασαν μια γεννήτρια από το Βλάχο Χρήστο Κίργιο ή Κυρατζή, ο οποίος είχε τυπογραφείο, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τον κινηματογράφο τους. Υπέγραψαν τη συμφωνία στις 9 Αυγούστου 1921 και δανείστηκαν μια μηχανή προβολής από τον Κώστα Τσιόμο, Βλάχος και αυτός, που ήταν ένας από τους κυριότερους διανομείς ταινιών στη Μακεδονία. Ένα χρόνο αργότερα, το 1922, το φθινόπωρο, απέκτησαν τη δική τους αίθουσα που την έκτισαν σε ένα οικόπεδο που το αγόρασαν από το Θεσσαλονικιό Λουκά Βρέττα. Αγόρασαν δικά τους μηχανήματα, συνεταιρίστηκαν με άλλους συμπατριώτες τους, όμως επειδή οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά, το 1927 αποχώρησαν από την επιχείρηση οι άλλοι και έμεινε μόνο σε αυτούς ο κινηματογράφος «Μανάκια». Με αυτό τον τρόπο θεμελίωσαν την επιχείρησή τους. Δυστυχώς η αίθουσά τους καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά, το 1939.

 Μετά την καταστροφή της κινηματογραφικής τους αίθουσας τα δύο αδέρφια χώρισαν. Ο Γιαννάκης επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στη Ρουμάνικη Εμπορική Σχολή και εργαζόταν ως φωτογράφος στην παραλία. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε γλυκιά φυσιογνωμία, έξυπνος αλλά μοναχικός, με καλλιτεχνικές αγωνίες και θρήσκος. Ο Γιάννης Μανάκιας πέθανε σε ηλικία 76 ετών στη Θεσ/νίκη στις 19/5/1954, συντετριμμένος μετά και από το θάνατο του γιου του Δημήτριου σε ηλικία 22 ετών. Στο τέλος της ζωής του ήταν έρημος και πάμπτωχος.



Ο Μίλτος Μανάκιας έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μετά το τέλος του Β΄παγκοσμίου πολέμου στην Γιουγκοσλαβία, εργαζόμενος ως φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Ευτύχησε μάλιστα να δει το πρόσωπό του σε γραμματόσημο που εκδόθηκε προς τιμήν του. Για τους Γιουγκοσλάβους υπήρξε εθνικός κινηματογραφιστής και παρασημοφορήθηκε από τον ίδιο τον στρατάρχη Τίτο τον οποίο άλλωστε είχε φωτογραφήσει. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταξινομώντας τις χιλιάδες φωτογραφιών και τις δεκάδες ταινιών που δημιούργησαν τα δύο αδέλφια. Ο Μίλτος ως το τέλος της ζωής του λαχταρούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά τελικά δεν τα κατάφερε. Πέθανε στα Μοναστήρι στις 5/3/1964 σε ηλικία 82 ετών, όπου και θάφτηκε με τιμές που του απέδωσε το γιουγκοσλαβικό καθεστώς του Τίτο.

Αποτίμηση του έργου τους

Κατά την διάρκεια των δημιουργικών τους χρόνων οι αδελφοί Μανάκια έφτιαξαν ένα αρχείο με περισσότερες από 12.000 φωτογραφίες και 67 ταινίες μικρής διάρκειας συνολικού μήκους 1.500

Το άγαλμα του Μίλτου Μανάκη στο Μοναστήρι
μέτρων. Το αρχείο αυτό πουλήθηκε σε δύο δόσεις – και μετά από πολλές περιπέτειες – στο «Αρχείο της Μακεδονίας», ένα ίδρυμα της Δημοκρατίας των Σκοπίων, και στη συνέχεια πέρασαν στην ιδιοκτησία του Ιστορικού Αρχείου της Μπιτόλια. Οι ανεκτίμητες αυτές καταγραφές μιας εποχής και κάποιων συνθηκών που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί είχαν μείνει εν πολλοίς άγνωστες στην Ελλάδα μέχρι σχετικά πρόσφατα.

Αναμφίβολα το έργο των αδερφών Μανάκη είναι πρωτότυπο, πληθωρικό και έχει μεγάλη εθνολογική, ιστορική και καλλιτεχνική αξία. Η λήψη της πρώτης κινηματογραφικής ταινίας έγινε το 1906, από το Γάλλο οπερατέρ Λεόν, ο οποίος ανήκε στην εταιρεία Γκωμόν Αιγύπτου. Είχε έρθει στην Ελλάδα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και κινηματογράφησε το Στάδιο. Πρωτοπόροι όμως στο Βαλκανικό χώρο αναμφισβήτητα ήταν οι αδελφοί Μανάκια, αφού χωρίς να διακόψουν, παρά από ανωτέρα βία, κινηματογραφούσαν αυτά που λάμβαναν χώρα, κάνοντας ταινίες που σήμερα θα τις ονομάζαμε ντοκιμαντέρ. Πρώτα φωτογράφοι, κατόπιν κινηματογραφιστές δεν έπαψαν να υπηρετούν την τέχνη, κινηματογραφική ή φωτογραφική, με μεγάλη αφοσίωση, απόρροια του έρωτα τους για την τέχνη και πιο ειδικά για τη φωτογραφία και της θέλησής τους να ενημερώνονται και να χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες, με απώτερο σκοπό να εξυπηρετούν τα καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα.

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

ΜΟΝΑΔΕΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

 
Αργυρός στατήρας Αίγινας 480 Π.Χ.

 

Μῆκος

1 σταθμός = 5 παρασάγγαι = 150 στάδια = 27,5 km
1 στάδιον = 6 πλέθρα = 100 ὄργυιαι = 400 πήχεις = 600 πόδες = 9600 δάκτυλοι = 178,6 m
1 πλέθρον = 16,6 ὄργυιαι = 66,6 πήχεις = 100 πόδες = 1600 δάκτυλοι = 29,6 m
1 ὄργυια = 4 πήχεις = 6 πόδες = 96 δάκτυλοι = 1,78 m
1 πήχυς = 1,5 ποὺς = 24 δάκτυλοι = 44,4 cm
1 πούς = 16 δάκτυλοι = 29,6 cm
1 δάκτυλος = 1,85 cm

Βεβαίως ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχὴ διέφεραν τὰ μεγέθη π.χ.

Πούς

ὀλυμπιακός 32,05 cm
αἰγινήτικος 33,3 cm
σάμιος 35 cm
ἀθηναϊκός 29,57 cm
ὀλυμπιακὸ στάδιο 192 m
αἰγινητικὸ-ἀττικὸ στάδιο 164 m
ἑλληνιστικὸ-ῥωμαϊκὸ στάδιο 185 m

Ἄλλα

1 κόνδυλος = 2 δάκτυλοι = 3,7 cm
1 παλαιστή = 1 δῶρον = 1 δοχμή = 1 δακτυλοδοχμή
1 παλαιστή = 4 δάκτυλοι = 7,4 cm
1 διχάς = 1 ἡμιπόδιον = 8 δάκτυλοι=14,8 cm
1 λιχάς = 10 δάκτυλοι = 18,5 cm
1 ὀρθόδωρον = 11 δάκτυλοι = 20,4 cm
1 σπιθαμή= 12 δάκτυλοι = 22,2 cm
1 πυγμή = 1,12 πόδες = 34,7 cm
1 πυγών = 1,25 πόδες = 37,0 cm
1 βῆμα = 2,5 πόδες = 0,74 m
1 ξύλον = 4,5 πόδες = 1,34 m
1 κάλαμος = 1 ἄκαινα = 1 δεκάπους = 10 πόδες = 2,96 m
1 ἄμμα = 60 πόδες = 17,76 m

1 δίαυλος = 2 στάδια = 355 m
1 ἱππικόν = 4 στάδια = 710 m
1 δόλιχος = 12 στάδια = 2150 m
1 παρασάγγης = 30 στάδια = 5,5 km

Ἐπιφάνεια

1 πλέθρον = 4 ἄρουραι = 100 ἄκαιναι = 10.000 πόδες = 876 qm
1 ἄρουρα = 25 ἄκαιναι = 2.500 πόδες = 219 qm
1 ἄκαινα = 100 πόδες = 8,76 qm
1 πούς = 0,0087 qm

Μονάδες μετρήσεως ὄγκου ὑγρῶν (παλαιό ἀττικὸ σύστημα)

Οἱ παρακάτω τιμὲς καὶ στὰ ὑγρὰ καὶ στὰ ξηρὰ εἶναι κατὰ τὸ παλαιὸ ἀττικὸ σύστημα καθῶς μεταβάλλονταν ἀναλόγως τὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο.

1 (ἀμφορεύς) μετρητής = 12 χόες = 144 κοτύλαι = 864 κύαθοι = 8640 κοχλιάρια = 39 l
1 χοῦς = 12 κοτύλαι = 72 κύαθοι = 720 κοχλιάρια = 3,3 l
1 κοτύλη = 6 κύαθοι = 60 κοχλιάρια = 0,27 l
1 κύαθος = 10 κοχλιάρια = 0,045 l
1 κοχλιάριον = 0,0045 l
1 κοτύλη = 1 ἡμίνα
1 χήμη = 2 κοχλιάρια = 1/100 l
1 μύστρον = 2,5 κοχλιάρια = 1/80 l
1 κόγχη = 5 κοχλιάρια = 1/40 l
1 ὀξύβαφον = 1,5 κύαθοι = 1/16 l
1 τέταρτον = 1 ἡμικοτύλιον = 3 κύαθοι = 1/8 l
1 ξέστης = 12 κύαθοι = 1/2 l

Μονάδες μετρήσεως ὄγκου ξηρῶν

1 μέδιμνος = 48 χοίνικες = 96 ξέσται = 192 κοτύλαι = 1152 κύαθοι = 52 l
1 χοῖνιξ = 2 ξέσται = 4 κοτύλαι = 24 κύαθοι = 1,09 l
1 ξέστης = 2 κοτύλαι = 12 κύαθοι = 0,54 l
1 κοτύλη = 6 κύαθοι = 0,27 l
1 κύαθος = 0,045 l

1 κοχλιάριον = 0,1 κύαθοι = 1/200 l
1 ὀξύβαφον = 1,5 κύαθοι = 1/16 l
1 ἡμίεκτον = 16 κοτύλαι = 13/3 l
1 ἑκτεύς (μόδιος) = 32 κοτύλαι = 35/4 l

1 χοῖνιξ σίτου θεωρεῖτο ὄτι χρειαζόταν ἕνας ἐνήλικας ἡμερησίως.
1 μέδιμνος σίτου ἦταν ἡ ὑπὸ ἐνηλίκου μεταφερτὴ ποσότητα σίτου. Στὴν Σπάρτη 71,16 l μὲ 77,88 l.


Αργυρό τετράδραχμο Αθηνών (440 - 420 Π.Χ.)

 

Βάρη καὶ νομίσματα

1 τάλαντον = 60 μναῖ = 6.000 δραχμαί = 36.000 ὀβολοί = 28.8000 χαλκοῖ = 26,2 kg
1 μνᾶ = 100 δραχμαί = 600 ὀβολοί = 4.800 χαλκοῖ = 436 gr
1 δραχμή = 6 ὀβολοί = 48 χαλκοῖ = 4,36 gr
1 ὀβολός = 8 χαλκοῖ = 0,73 gr
1 χαλκοῦς = 0,09 gr

Τὸ νόμισμα χαλκοῦς ἦταν ἕνα χάλκινο νόμισμα βάρους 0,09 gr, ὁ ὀβολὸς καὶ ἠ δραχμὴ ἀργυρᾶ καὶ ἀντιστοίχου τοῦ ὀνόματος βάρους. Ἡ μνᾶ καὶ τὸ τάλαντον δὲν ἦταν ποτὲ νομίσματα.
Τὰ χρυσᾶ νομίσματα εἶχαν 10 μὲ 13 φορὲς τὴν ἀξία τοῦ ἀντιστοίχου ἀργυροῦ.

Ἄλλα νομίσματα:
1 λεπτόν = 1/7 χαλκοῖ
1 δίχαλκον = 2 χαλκοῖ
1 ἡμιωβόλιον = 4 χαλκοῖ
1 διώβολον = 2 ὀβολοί
1 τριώβολον = 3 ὀβολοί
1 τετρώβολον = 4 ὀβολοί
1 δίδραχμον = 2 δραχμαί
1 τετράδραχμον = 4 δραχμαί
1 σίγλος (περσ.) = 1,25 δραχμαί

Χρυσᾶ νομίσματα
στατήρ = δαρεικός = 20 δραχμαί (ἄργυρος)
κυζικηνός = 28 δραχμαί (ἄργυρος)

Κυριότερα τάλαντα

αἰγινήτικο τάλαντον = 37 kg
ἀττικὸ τάλαντον = 36 kg
εὐβοϊκὸ τάλαντον = 26 kg

Χρόνος

Ἡ ἡμέρα χωριζόταν ὡς:
πρῴ: ἀνατολὴ τοῦ Ἡλίου μέχρι 10 π.μ.
ἀμφὶ ἀγορὰν πλήθουσαν 10 - 12
μεσημβρία 12- 14
δείλη 14 μέχρι τὴν δύσι

Ἡ νύκτα χωριζόταν σὲ τρία μέρη:
Ἑσπέρα- μέσαι νύκτες-ὄρθρος

Ὁ μείς, μήν

1. νουμηνία
2.-10. δευτέρα-δεκάτη ἱσταμένου μηνός
11.-19. πρώτη ἐπὶ δέκα-ἐνάτη ἐπὶ δέκα
20. εἰκάς
21. δευτέρα- ἐνάτη μετ'εἰκάδα
ἢ δεκάτη-δευτέρα φθίνοντος
30.ἕνη καὶ νέα


ΠΗΓΗ http://ellinon-pnevma.blogspot.gr
                  http://www.ekivolos.gr

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ (961) ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΦΩΚΑ


Ιστορικό πλαίσιο
Το έτος 815 μ.Χ στην Ισπανία το επαναστατικό κίνημα κατά του εμίρη Al Hakam της δυναστείας των Ομμεϋάδων απέτυχε, αναγκάζοντας τον αρχηγό της επανάστασης Abu Hafs (Αποχάβος κατά τους Βυζαντινούς) να καταφύγει στην Αίγυπτο μαζί με τους υποστηρικτές του. Εκμεταλλευόμενοι τους εμφυλίους εντός του Αραβικού κόσμου κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 816 και σε μια από τις πειρατικές επιδρομές τους έφτασαν ως τη Κρήτη και όπως χαρακτηριστικά δήλωσαν «Ιδού η γη όπου σ’ αυτήν ρέει μέλι και γάλα» (Σκυλιτζής Ι., Χρονογραφία σελ.56). Το 824-5 ο εμίρης Al Mamun ανεκατέλαβε την πόλη υποχρεώνοντας τον δαιμόνιο Abu Hafs να εγκαταλείψει τη χώρα και να αποβιβαστεί στη Κρήτη, πιθανόν κοντά στα Μάταλα.
Η απουσία του αυτοκρατορικού στόλου λόγω εμπλοκής σε εμφύλιες διαμάχες, έδωσε την ευκαιρία στους Σαρακηνούς να κατακτήσουν σταδιακά το νησί ως το έτος 828. Μετά από μια πρόχειρα οργανωμένη και ανεπιτυχή προσπάθεια ανακατάληψης των Βυζαντινών υπό τους πρωτοσπαθάριους Φωτεινό και Δαμιανό, οι Άραβες οχυρώνουν μια τοποθεσία με ισχυρό τείχος και τάφρο και την ονομάζουν Αλ – Χαντάκ δηλαδή το σημερινό Ηράκλειο. Από τότε ξεκινά η πειρατική τους δράση η οποία δεν είχε σκοπό την υποδούλωση άλλων νησιών, αλλά την απόσπαση λύτρων ή λείας από διερχόμενα εμπορικά πλοία.
Δύο ακόμη προσπάθειες απελευθέρωσης του νησιού, υπό τον στρατηγό Κρατερό και τον στρατηγό Ωορύφα κατέληξαν σε αποτυχία. Το γεγονός όμως που άλλαξε τις ισορροπίες στη σύγκρουση ήταν η άλωση και εξαπονδρισμός της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς υπό τον εξωμότη Λέοντα Τριπολίτη το 904 μ.Χ.. Μετά από μια παραπλανητική πορεία προς τη Κωνσταντινούπολη, ο αραβικός στόλος κινήθηκε προς την ανυπεράσπιστη και με χαμηλά ναυτικά τείχη πρωτεύουσα της Μακεδονίας, όπου μετά από πολιορκία μόλις δύο ημερών προξένησε μεγάλες καταστροφές.
Ήταν πλέον φανερό πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπρεπε πάση θυσία να επανακτήσει την Μεγαλόνησο, αλλά οι συνεχείς εσωτερικές έριδες καθυστερούσαν την ανάληψη αυτής της παράτολμης εκστρατείας, ισχυροποιώντας τα θεμέλια της εξουσίας των Σαρακηνών στη Κρήτη και στο Νότιο Αιγαίο, θέτοντας σε κλοιό την ναυτική εμπορική δραστηριότητα στο Αρχιπέλαγος.
Το 959 μ.Χ. ανεβαίνει στον θρόνο της Πόλης ο Ρωμανός Β’, πρώτος σύζυγος της περίφημης Θεοφανούς των οποίων απόγονος ήταν ο σπουδαίος αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ ο Βουλγαροκτόνος. Ο Ρωμανός αποφασίζει να αναλάβει δράση απέναντι στους Άραβες και επιλέγει τον Νικηφόρο Φωκά, μέλος γνωστής οικογένειας στρατιωτικών, ως Δομέστικο των σχολών της Ανατολής. Την επόμενη χρονιά ο Αυτοκράτορας μαζί με τον στρατηγό ετοιμάζουν μία κολοσσιαίων διαστάσεων αρμάδα αποτελούμενη από 2.000 πυροφόρα χελάνδια, 1.000 δρόμωνες και 307 καματηρά (πλοία εφοδιοπομπής) τα οποία συνέθεταν έναν άνευ προηγουμένου στόλο αποτελούμενο από χιλιάδες πολεμιστές.
χελάνδιον
Το Χελάνδιο ήταν τύπος βυζαντινού πολεμικού πλοίου, παραλλαγή του δρόμωνα, είχε δύο σειρές κουπιών ανά πλευρά, καθώς και δύο ιστούς με τετράγωνα πανιά που χρησιμοποιούνταν βοηθητικά εκτός πολεμικής εμπλοκής.
Αποτελούσε τον βασικό τύπο πολεμικού πλοίου του Βυζαντίου, κατά τον 9ο αιώνα. Υπήρχαν δύο παραλλαγές: το «ουσιακόν χελάνδιον» με πλήρωμα περίπου 100 ατόμων και το «πάμφυλον χελάνδιον» με πλήρωμα 120 έως 150 ατόμων. Ενίοτε ήταν εξοπλισμένο με έναν ή περισσότερους σίφωνες για την εκτόξευση υγρού πυρός, οπότε εκαλείτο πυροφόρο χελάνδιο.
Βυζαντινός δρόμων
Ο Δρόμων ήταν γρήγορο και ευκίνητο πλοίο. του Βυζαντινού πολεμικού ναυτικού.
Έφερε δύο σειρές των 50 κουπιών ανά πλευρά, με δυο κωπηλάτες ανά κουπί (αντίστοιχο της αρχαίας δίκροτης τετριήρους). Είχε πλήρωμα περίπου 200 ερέτες (κωπηλάτες) και έφερε πανί στον κύριο ιστό του.
Κατά τον 6ο αι. μ.Χ. Οι δρόμωνες αποτελούσαν τον κορμό του βυζαντινού στόλου.
Περί το τέλος του 7ου αιώνα τα πλοία αυτά έφεραν στη πλώρη τους ειδική συσκευή (σίφωνες) με την οποία εξακοντίζονταν το υγρό πυρ.

Οι αραβικές πηγές αναφέρουν στόλο επτακοσίων πλοίων με 72.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Ακόμα και αν ισχύουν οι μετριοπαθείς εκτιμήσεις των αράβων ιστορικών, το μέγεθος του στόλου και του στρατού ήταν ικανό να προκαλέσει πανικό σε οποιοδήποτε βασίλειο της εποχής. Ο στόλος πέρασε από αρκετά νησιά του Αιγαίου αλλά στη Σαντορίνη σταμάτησε διότι οι Βυζαντινοί ναυτικοί δεν γνώριζαν την διαδρομή νοτιότερα, καθότι λόγω του φόβου που ενέπνεαν οι Σαρακηνοί πειρατές οι κυβερνήτες των αυτοκρατορικών πλοίων δεν τολμούσαν για πολλά χρόνια να προσεγγίσουν την Κρήτη. Τελικά τη λύση την έδωσαν Καρπάθιοι ναυτικοί που οδήγησαν τη πανστρατιά του Φωκά στη νησίδα Δία στις ακτές του νησιού.
Η πολιορκία
Από τη νησίδα ο Φωκάς έστειλε κατασκοπευτικά σκάφη ενώ ανέμενε να καταφθάσει ολόκληρος ο στόλος. Οι Σαρακηνοί αιφνιδιάστηκαν από το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος αλλά γρήγορα αναθάρρησαν και έλαβαν θέσεις στις ακτές για να εμποδίσουν την απόβαση. Καθώς δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο λιμάνι στη περιοχή για να υποστηρίξει τη δύσκολη επιχείρηση, ο Φωκάς αφού έφτασαν όλα τα πλοία, τα εξόπλισε με επικλινείς σανίδες ώστε να διευκολυνθεί η έξοδος των στρατιωτών από αυτά. Τα πληρώματα διετάχθησαν να κωπηλατήσουν προς τη στεριά και μόλις έφτασαν σε κοντινή απόσταση πλήθος τοξευμάτων κατευθύνθηκε προς τους αμυνόμενους Άραβες. Όλες οι κλίμακες των πλοίων κατέβηκαν στη στεριά σχεδόν ταυτόχρονα κάνοντας αδύνατη τη προσπάθεια των Σαρακηνών να εμποδίσουν την απόβαση.
Συντεταγμένες οι βαριά οπλισμένες φάλαγγες των Βυζαντινών χωρίστηκαν στα τρία και βάδισαν εναντίον των εχθρών. Τους έτρεψαν με σχετική ευκολία σε φυγή. Όσοι διεσώθησαν, κατέφυγαν στο οχυρό του Χάνδακα. Οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά στρατοπέδευσαν έξω από τη πόλη, τη περικύκλωσαν με πασσάλους και έφτιαξαν και δική τους τάφρο για να αποφύγουν τον αιφνιδιασμό από κάποια νυκτερινή επίθεση των Αράβων. Αυτός εξάλλου ήταν και ο τρόπος πολέμου των Αράβων απέναντι στους σιδερόφρακτους στρατούς τόσο του Βυζαντίου όσο και της Δύσης. Ένα μείγμα ανταρτοπολέμου, ενεδρών και πολέμου φθοράς. Έτσι είχαν αντιμετωπίσει και τις προηγούμενες προσπάθειες των Βυζαντινών με μεγάλη επιτυχία.
Ο νέος όμως στρατηγός της Αυτοκρατορίας ήταν διαφορετικός από τους προηγούμενους. Εμπειροπόλεμος και αποφασισμένος για την επικράτηση, αλλά και υπομονετικός, συνετός και καρτερικός. Είδε πως το τείχος της πόλης είναι μεγάλο και ισχυρό και πως μια κατά μέτωπο επίθεση τόσο νωρίς θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα την απώλεια πολλών δικών του στρατιωτών. Έτσι απέκλεισε την πόλη αλλά και διέταξε ναυτικό αποκλεισμό ολόκληρου του νησιού καθώς ο μεγάλος αριθμός πλοίων του το επέτρεπε. Παράλληλα έστελνε ισχυρές δυνάμεις σε όλη τη Κρήτη για να αποκαταστήσουν τη Βυζαντινή κυριαρχία στο νησί. Έδινε πολλές συμβουλές για επαγρύπνηση καθώς ο κίνδυνος αιφνιδιαστικής επίθεσης ήταν μεγάλος. Οι στρατηγοί  άκουσαν τις συμβουλές του εκτός από τον Νικηφόρο Παστιλά που με ένα άγημα Βαράγγων ενώ γλεντούσαν μετά από κάποια νίκη, δέχθηκαν ξαφνική επίθεση και κατεκόπησαν όλοι από τους Αγαρηνούς.
Ο στόλος των Σαρακηνών πλέει κατά της Κρήτης_Ιστορικά Ιωάννου Σκυλίτζη_Εθνική βιβλιοθήκη Ισπανίας
Ο στόλος των Σαρακηνών πλέει κατά της Κρήτης_Ιστορικά Ιωάννου Σκυλίτζη_Εθνική βιβλιοθήκη Ισπανίας Μαδρίτη

Ο ηγέτης των Σαρακηνών της Κρήτης Abd al Aziz ibn Schu ‘ab (Κουρουπής για τους Βυζαντινούς) έστειλε μηνύματα για βοήθεια στους ομόθρησκους ηγέτες. Οι εμφύλιες έριδες όμως στον Αραβικό κόσμο έκαναν αδύνατη οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια αντιμετώπισης του κινδύνου. Η Αίγυπτος έστειλε μικρές δυνάμεις που αντιμετωπίστηκαν εύκολα και ο εμίρης του Χαλεπίου έστειλε 30.000 ιππείς στη Μικρά Ασία ως αντιπερισπασμό αλλά και αυτοί αναχαιτίσθηκαν από τον Λέοντα Φωκά, αδερφό του Νικηφόρου.
Ο Βυζαντινός αρχιστράτηγος έδωσε βαρύτητα στον ψυχολογικό πόλεμο. Βομβάρδιζε τα τείχη καθημερινά, περισσότερο για κλονισμό του ηθικού των πολιορκημένων παρά των οχυρώσεων. Παράλληλα οι κατάσκοποι του εντόπισαν ένα μέρος του τείχους που ενώ ήταν χτισμένο πάνω σε πέτρα, όπως όλο το τείχος άλλωστε, κάτω από τη πέτρα υπήρχαν ψαμμιτικά στρώματα. Σε εκείνο το σημείο απέστειλε σκαπανείς για να υπονομεύσουν τους αμυντικούς πύργους της πόλης προετοιμάζοντας τον στρατό για την τελική έφοδο.
Με αυτές τις ενέργειες και με στρατιωτικά γυμνάσια περνούσε ο χειμώνας του 960-961 ο οποίος υπήρξε δριμύς με αποτέλεσμα να εξαντληθούν τα εφόδια του στρατού και να κλονισθεί το ηθικό των ανδρών. Όμως η προσωπική παρέμβαση και το κύρος του Νικηφόρου Φωκά απέτρεψαν τη διάλυση του εκστρατευτικού σώματος……. συγκεκριμένα ο παρακοιμώμενος (πρωθυπουργεύων) του αυτοκράτορα αγόρασε τεράστιες ποσότητες σιταριού, εκ των οποίων το μισό σιτάρι το πούλησε στη μισή τιμή ώστε να ρίξει τις ανεβασμένες τιμές των κερδοσκόπων και το άλλο μισό το έστειλε στη Κρήτη ώστε να ανεφοδιαστεί ο στρατός που βρισκόταν στα όρια της πείνας.
Κάτοψη Χάνδακα
Κάτοψη Χάνδακα
Οι Σαρακηνοί αποφάσισαν εκείνη την εποχή να πραγματοποιήσουν ηρωική έξοδο. Χίλιοι πεντακόσιοι ιππείς και τριάντα έξι χιλιάδες πεζοί πραγματοποίησαν επίθεση φανατισμένοι από τα λόγια του εμίρη τους. Ξύρισαν τα κεφάλια τους και βάδισαν εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού με έκδηλο τον θρησκευτικό φανατισμό που χαρακτήριζε τις αραβικές στρατιές της εποχής. Ο Νικηφόρος είχε πληροφορηθεί μέσω κατασκόπων την επικείμενη επίθεση και εφήρμοσε ένα λαμπρό σχέδιο. Έστησε τέσσερις ενέδρες και όταν οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν, ο στρατός του προσποιήθηκε υποχώρηση οδηγώντας έτσι τους αντιπάλους στην ενέδρα. Όταν ο έκλεισε ο κλοιός των Βυζαντινών η μάχη είχε μετατραπεί σε σφαγή. Ο Κουρούπης έκλεισε τις πύλες του Χάνδακα ώστε να αναγκάσει τους πολεμιστές του να αγωνιστούν μέχρι τέλους. Ύστερα από επτά αποτυχημένες επιθέσεις αναγκάστηκε να ανοίξει δίοδο να μπουν οι στρατιώτες του μέσα ώστε να μη χαθεί ολόκληρος ο στρατός του και αναγκαστεί να παραδώσει το οχυρό του εκείνη τη μέρα.
Στις 7 Μαρτίου αποφάσισε να πραγματοποιήσει την τελική του έφοδο. Τα τείχη είχαν υπονομευθεί κατάλληλα και βομβαρδιστεί ανηλεώς από τους καταπέλτες. Ο αντίπαλος στρατός είχε αποδεκατιστεί κατά την ηρωική του έξοδο και πλέον δεν επαρκούσε για την αποτελεσματική άμυνα του Χάνδακα. Έφερε όλο τον στρατό του μπροστά από τα τείχη και παρέταξε τις φάλαγγες σε πυκνή τετραγωνική διάταξη. Τέλεσε τις απαραίτητες χριστιανικές λειτουργίες (ως βαθιά θρησκευόμενος και ο ίδιος) και ξεκίνησε την επίθεση. Τότε έγινε κάτι που ανέβασε περισσότερο το ηθικό του στρατού. Μια Σαρακηνή μάγισσα ανέβηκε πάνω στα τείχη και έριχνε κατάρες στους στρατιώτες του Βυζαντίου. Ένας επιδέξιος τοξότης βγήκε μπροστά από τους συμπολεμιστές του και με τη πρώτη βολή την γκρέμισε από τις οχυρώσεις.
Ο Αποχάβος διατάσσει την πυρπόληση του στόλου του_Ιστορία Ιωάννου Σκυλίτζη_Μουσείο μαδρίτης
Ο Αποχάβος διατάσσει την πυρπόληση του στόλου του_Ιστορία Ιωάννου Σκυλίτζη_ Εθνική βιβλιοθήκη Ισπανίας Μαδρίτη
Το σύνθημα δόθηκε και οι μηχανικοί έβαλαν φωτιά στα τούνελ και το τείχος κατακρημνίστηκε, αφήνοντας μια μεγάλη δίοδο στους πολιορκητές να μπουν στην πόλη. Οι Σαρακηνοί μαζεύτηκαν στο άνοιγμα ώστε να εμποδίσουν την είσοδο των ανδρών του Νικηφόρου Φωκά αλλά δεν κατάφεραν να αντέξουν για πολύ ώρα. Ήταν απλώς λιγοστοί στον αριθμό πλέον. Όταν οι στρατιώτες μπήκαν εντός της πόλης ξεκίνησαν οι οδομαχίες που πολύ σύντομα μετατράπηκαν σε άγρια σφαγή του πληθυσμού. Μόνο η παρέμβαση του αρχιστράτηγου σταμάτησε το μακελειό. Χιλιάδες άραβες σκοτώθηκαν ενώ πάρα πολλοί αιχμαλωτίστηκαν είτε για να πουληθούν ως σκλάβοι, είτε για να ανταλλαχθούν με χριστιανούς αιχμαλώτους. Ο Κουρούπης και ο γιος του Ανεμάς αιχμαλωτίστηκαν και αυτοί και στόλισαν τον θρίαμβο του Φωκά στη Κωνσταντινούπολη. Αργότερα ο Ανεμάς θα γινόταν ένας πολυνίκης και πιστός στρατηγός της Αυτοκρατορίας!
Μετά από 137 χρόνια η Κρήτη επέστρεψε στην αγκαλιά του Βυζαντίου.
Αποτέλεσμα
Η ανακατάληψη της Κρήτης ήταν θεμελιώδους σημασίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το πολύτιμο θαλάσσιο εμπόριο άρχισε να ανθίζει και πάλι λειτουργώντας ως σημαντική πηγή πλουτισμού των δημόσιων ταμείων. Οι εκκαθαρίσεις στο νησί και ο «επαναχριστιανισμός» του πληθυσμού ήταν οι πρώτες προτεραιότητες του στρατηγού. Ως πραγματικός πιστός έδωσε αρκετά λεφτά από τα λάφυρα στον φίλο και πνευματικό του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος ίδρυσε το πρώτο μοναστήρι στο Άγιο Όρος την μονή της Μεγίστης Λαύρας. Έτσι ξεκίνησε ένας θεσμός που αποτελεί σημείο αναφοράς τόσο για τους Ορθόδοξους χριστιανούς αλλά και για όλες τις εκφάνσεις της Χριστιανοσύνης.
Πριν προλάβει να τελειώσει την αναδιοργάνωση του νησιού, κλήθηκε επειγόντως στη πρωτεύουσα ώστε να αναλάβει το ανατολικό μέτωπο που δοκιμαζόταν σκληρά από τους Άραβες και μετά από πολλές επιτυχίες κατάφερε να τους περιορίσει σημαντικά. Στις 15 Μαρτίου 963 ο αυτοκράτορας Ρωμανός Β΄ απεβίωσε σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Τότε ο Νικηφόρος επέστρεψε εσπευσμένα και πάλι στη Κωνσταντινούπολη όπου δήλωσε μπροστά στη Σύγκλητο πίστη στα δύο παιδιά του Ρωμανού τον Κωνσταντίνο Η’ και τον Βασίλειο Β΄ (Βουλγαροκτόνο). Αναγκάσθηκε όμως από τον στρατό του να αναλάβει τις τύχες της αυτοκρατορίας αφού αναγορεύθηκε αυτοκράτορας στις 2 Ιουλίου 963 μ.Χ. Νυμφεύτηκε τη Θεοφανώ και εξεστράτευσε εκ νέου εναντίον των Αράβων. Όσο έλειπε στη πρωτεύουσα άφησε στο μέτωπο τον ανιψιό του και μετέπειτα δολοφόνο του – σύζυγο της Θεοφανούς αλλά και αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Έναν λαμπρό στρατιωτικό αλλά σκοτεινό και αδίστακτο χαρακτήρα.
Νικηφόρος Φωκάς
Ο Νικηφόρος Φωκάς, ως σταυροφόρος αυτοκράτορας συνεχίζοντας στο δρόμο που χάραξε ο Ηράκλειος, ανέκτησε όλη τη Μικρά Ασία αλλά και πολλές περιοχές στη Μεσοποταμία και απείλησε όσο κανένας άλλος τους Άραβες αφού τους εξανάγκασε σε αμυντικό αγώνα διαρκείας. Μέσα σε έξι μόνο χρόνια βασιλείας έθεσε τις βάσεις ώστε οι επόμενοι διάδοχοι Τσιμισκής και Βουλγαροκτόνος να παγιώσουν τη δύναμη της κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ο αντίκτυπος των επιτυχιών του ήταν τέτοιος ώστε οι Δυτικοί που συνήθως λοιδορούσαν τους Βυζαντινούς του απέδωσαν τον τίτλο “Pallida Mors Saracenorum” δηλαδή ο Χλωμός Θάνατος των Σαρακηνών. Μετά τη δολοφονία του το 969 μ.Χ. από τη σύζυγο του Θεοφανώ και τον ανιψιό του Τσιμισκή αγιοποιήθηκε και στον τάφο του ο Μητροπολίτης Μελιτηνής χάραξε σε πέτρα τους ακόλουθους στίχους:
Τον ανδράσι πριν και τομώτερον ξίφους.
Πάρεργον ούτος και γυναικός και ξίφους.
Ος τω κράτει πριν γης είχεν όλον κράτος, ώσπερ μικρός γης μικρόν ώκησε μέρος.
Το πριν σεβαστόν, ως δοκώ, και θηρίοις, ανείλεν η σύγκοιτος έν δοκούν μέλος.
O μηδέ νυξί μικρόν υπνώττειν θέλων εν τω τάφω νυν μακρόν υπνώττει χρόνον.
Θέαμα πικρόν!
Αλλ’ ανάστα νυν, άναξ, και τύπτε πεζούς, ιππότας, τοξοκράτας,το σον στράτευμα, τας φάλαγγας, τους λόχους.
Ορμά καθ’ ημών ρωσική πανοπλία, Σκυθών έθνη σφύζουσιν εις φονουργίας, λεηλατούσι παν έθνος την σην πόλιν, ους επτόει πριν και γεγραμμένος τύπος προ των πυλών σος εν πόλει Βυζαντίου.
Ναι, μη παρόψει ταύτα˙ ρίψον τον λίθον τον σε κρατούντα, και λίθοις τα θηρία τα των εθνών δίωκε˙ δως δε και πέτρας στηριγμόν ημίν αρραγεστάτην βάσιν.
Ει δε ου προκύψαι του τάφου μικρόν θέλεις, καν ρήξον εκ γης έθνεσιν φωνήν μόνην˙ίσως σκορπίσεις ταύτη και τρέψει μόνη.
Ειδ’ ουδέ τούτο, τω τάφω τω σω δέχου. Σύμπαντας ημάς˙ ο νεκρός γαρ αρκέσει.
Σώζειν τα πλήθη των όλων χριστονύμων, Ώ πλην γυναικός τα δ’ άλλα Νικηφόρος


ΠΗΓΗ http://chilonas.wordpress.com

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΡΓΑΣ



To κάστρο της Πάργας βρίσκεται επάνω σε έναν οχυρό λόφο-ακρωτήριο που δεσπόζει στην είσοδο του λιμανιού της Πάργας αλλά και της διπλανής τεράστιας παραλίας του Βάλτου.

Ιστορία

Το κάστρο καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές κάθε φορά που το καταλάμβανε κάποιος κατακτητής. Αυτό που σώζεται σήμερα είναι αυτό που έχτισαν οι Βενετσιάνοι τον 16ο αιώνα, με τις προσθήκες που έκανε ο Αλή Πασάς όταν αγόρασε την Πάργα από τους Άγγλους. Το κάστρο της Πάργας ήταν απόρθητο σε όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης με τον Αλή Πασά και πρόσφερε μεγάλη ανακούφιση στους Σουλιώτες που τον αντιμάχονταν.

Το κάστρο κτίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 14ου αιώνα, βασικά από τους Νορμανδούς. Το 1401 οι Ενετοί έγιναν κυρίαρχοι της Πάργας.
Το 1452 η Πάργα έπεσε προσωρινά στα χέρια των Τούρκων που κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος του κάστρου. Μετά 2 χρόνια οι Ενετοί επέστρεψαν. Το κάστρο καταστράφηκε ξανά το 1537 από τον Τούρκο πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα

Οι Ενετοί ξανάχτισαν το κάστρο και του έδωσαν την οριστική του μορφή το 1572. Αυτή τη φορά έκτισαν 8 πύργους εξωτερικά. Στο εσωτερικό στοιβάχτηκαν με τον καιρό 400 σπίτια των κατοίκων που ελλείψει χώρου διέθεταν ένα μόνο δωμάτιο.
Από το λιμάνι της Πάργας εφοδιάζονταν σε τρόφιμα και πυρομαχικά για τον αγώνα τους ενάντια στον τύραννο, στο κάστρο της Πάργας κατέφευγαν όταν αναγκάζονταν προσωρινά να εγκαταλείψουν το Σούλι. Στην Πάργα κατέφυγαν μετά την πτώση του Σουλίου και εκεί από εκεί ξεριζώθηκαν μαζί με τους υπόλοιπους Παργινούς όταν ο Άγγλος διοικητής των Επτανήσων Maitland πούλησε την πολύπαθη Πάργα στον Αλή Πασά.

Προηγουμένως η Πάργα είχε περάσει στην κατοχή των Γάλλων το 1797, αλλά στο τέλος των Ναπολεοντείων πολέμων οι Παριανοί επαναστάτησαν αναζήτησαν την προστασία των Βρετανών οι οποίοι όμως σε λίγα χρόνια τους πρόδωσαν και παρέδωσαν την πόλη στους Τούρκους.

Ο Αλή πασάς έκανε τις τελευταίες μεγάλες προσθήκες στο κάστρο με πιο χαρακτηριστική αυτή της κατασκευής ενός χαμάμ.

ΠΗΓΗ http://www.kastra.eu

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΠΟΛΥΒΟΛΟ COLT ΥΠΟΔ. 1914, ΔΙΑΜ. 6.5 ΧΙΛ









 Α) Τεχνικά χαρακτηριστικά 


                ΣΤΟΙΧΕΙΑ                                                      ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

01.  Διαμέτρημα                                                                 6.5 χιλ
02.  Σύστημα λειτουργίας                                   Δι' αερίων μέσω εμβόλου
03.  Τροφοδοσία                                             Πάνινη ταινία 300 φυσιγγίων
04.  Μήκος όπλου                                                 1.030 - 1.20 μ.
05.  Μήκος κάνης                                                  0.712 - 0.720 μ.
06.  Βάρος όπλου                                           17 Kg σώμα   19 Kg τρίποδας σύνολο 46 Kg
07.  Ραβδώσεις                                                      4 δεξιόστροφες
08.  Κλισιοσκόπιο                                                        1830 μ.
09.  Αρχική ταχύτητα                                           838 - 855 μ/δ
10   Ταχυβολία                                                        400 - 500 β/λ



 Το πολυβόλο έβαλλε το φυσίγγιο του τυφεκίου Mannlicher Schoenauer των 6.5 χιλ (6.5x54)













Β) Γενικά περί πολυβόλου Colt

  Το πρώτο σύγχρονο αυτόματο πολυβόλο που κατασκεύασε ο Αμερικανός John Browing το 1890 λειτουργούσε με το σύστημα αερίων (gas-operated) και την επινόηση του αυτή την πούλησε στην εταιρία Colt, η οποία και άρχισε το 1895 να το κατασκευάζει ως πολυβόλο Colt-Browing υποδείγματος 1895. Το USN το 1896 άρχισε δοκιμές με το αυτόματο όπλο και το έκανε παραδεκτό, αγόρασε δε 50 πολυβόλα διαμετρήματος 6 χιλιοστών, και κατόπιν άλλα 150 όμοια πολυβόλα, ενώ ο Αμερικάνικος στρατός, ο οποίος, επίσης το δοκίμασε, προτίμησε να παραμείνει με τα πανάρχαια μηχανικά (χειροκίνητα) πολυβόλα Gatling που διέθετε.

  Το πολυβόλο Colt-Browing υποδείγματος 1895 ήταν ένα αερόψυκτο αυτόματο όπλο, χωρίς, όμως, ικανοποιητικό σύστημα εξαερισμού της κάνης, γεγονός που συχνά προκαλούσε την υπερθέρμανσή της και ανεπιθύμητες πυροδοτήσεις. Έβαλε μόνον κατά ριπάς από πάνινη ταινία των 300 φυσιγγίων και η λειτουργία του στηριζόταν στο σύστημα των αερίων με την προς τα κάτω ώθηση ενός εμβόλου, το οποίο το οποίο ενεργοποιούσε έναν μεγαλύτερο βραχίονα, που βρισκόταν στο κάτω μέρος του όπλου. Αν το πολυβόλο τοποθετείτο σε μικρή απόσταση από το έδαφος, για να κινηθεί ο βραχίονας και να λειτουργήσει, θα έπρεπε να ανοιχθεί μια μικρή λακκούβα στο έδαφος, γι' αυτό τον λόγο πήρε και το παρατσούκλι "potato digger". Παρά τα μειονεκτήματά του, όμως αυτά στους άλλους τομείς η λειτουργία του ήταν καλή και δεν προκαλούσε προβλήματα. 
  Το USN χρησιμοποίησε το πολυβόλο αυτό κατά τον Ισπανοαμερικανικό πόλεμο του 1898 στον κόλπο του Guandanamo της Κούβας και οι Αμερικανοί πεζοναύτες εναντίον των Boxers στο Πεκίνο το 1900. Κατά την έναρξη του Α' παγκοσμίου πολέμου, το USN είχε 158 πολυβόλα Colt-Browing, ενώ ο Αμερικανικός στρατός αγόρασε αργότερα περίπου 1500 υποδείγματα 1914, διαμετρήματος 0,3-0,6. Το πολυβόλο αυτό το 1917 κατασκευάσθηκε και από την εταιρία Marlin-Rockwell Corporation, η οποία έκανε μια μικρή τροποποίηση στο έμβολο των αερίων και αντικατέστησε τον προς τα κάτω βραχίονα, το δε πολυβόλο ονομάσθηκε Marlin Machine Gun Μ1917 διαμετρήματος 0,3. Πολλές χώρες αγόρασαν το πολυβόλο Colt κατά τον Α' παγκόσμιο πόλεμο, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο, η Ρωσία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα κλπ. Κατά των Β' παγκόσμιο πόλεμο, μερικά τέτοια πολυβόλα χρησιμοποίησαν οι Άγγλοι για την εθνοφρουρά τους, καθώς και οι Βέλγοι και οι σοβιετικοί για μονάδες β' γραμμής. 

Γ) Η πορεία του πολυβόλου Colt στην Ελλάδα

  Όταν άρχισε ο Α' παγκόσμιος πόλεμος το θέρος του 1914, η Ελλάδα βρέθηκε με περίπου 4 εκατοντάδες πολυβόλα Schwarzlose και μερικά Maxim εκ των λαφύρων των Βαλκανικών Πολέμων και χωρίς καμιά δυνατότητα αγοράς νέων, λόγω της ουδετερότητας που τηρούσε, στάση η οποία της στοίχισε το κλείσιμο όλων των ευρωπαϊκών αγορών οπλισμού.

  Η κατάσταση αυτή και η αναμενόμενη θύελλα προβλημάτισαν την κυβέρνηση Βενιζέλου, η οποία την περίοδο εκείνη ζούσε το δικό της δράμα του επερχόμενου Εθνικού Διχασμού. Όλα αυτά έκαναν τον Βενιζέλο να στραφεί προς όσες αγορές οπλισμού μπορεί να βρει ανοικτές, ακόμη και εκτός Ευρώπης. Έτσι, το 1915 κατόρθωσε και αγόρασε από τις ΗΠΑ μια παρτίδα 160 πολυβόλων Colt υποδείγματος 1914, διαμετρήματος 6,5 χιλιοστών, τα οποία ήταν κάποια λύση στις δύσκολες εκείνες ώρες.
  Τα πολυβόλα αυτά, όταν η Ελλάδα μπήκε στον Α' παγκόσμιο πόλεμο το θέρος του 1917, δόθηκαν στην II Μεραρχία του Α'ΣΣ και, στην συνέχεια, χρησιμοποιήθηκαν και κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας. τον Ιούνιο, μάλιστα,του 1920, το Υπουργείο Στρ/κών εξέδωσε και τον σχετικό κανονισμό του πολυβόλου αυτού. Έκτοτε τα ίχνη του όπλου αυτού είχαν χαθεί και στους πίνακες του διασωθέντα από την Μικρασιατική καταστροφή οπλισμού δεν γινόταν καμιά αναφορά σε αυτό. Μόνον στην εισηγητική έκθεση της "προσωρινής διδασκαλίας επί του οπλισμού και υλικού βολής, τεύχος Α' οπλισμός", που εξέδωσε το υπουργείο Στρ/κών το 1929, αναφερόταν ότι η επιτροπή συντάξεως του βοηθήματος αυτού θεωρούσε ότι θα έπρεπε να καταρτισθεί περιληπτική διδασκαλία, που θα περιλάμβανε και "τον μη κοινής χρήσεως οπλισμόν, όστις ενδεχομένως δυνατόν να χρησιμοποιηθεί εν επιστρατεύσει, ήτοι τυφέκια Μάουζερ και Γκρα και πολυβόλα Σβαρτσλόζε, Κολτ και Μαξίμ, δοθέντος μάλιστα ότι, με τινά των ανωτέρω συστημάτων όπλων είναι εφοδιασμένοι στρατοί των ομόρων Κρατών.
 Πιθανολογείται, λοιπόν, ύστερα από τα ανωτέρω, ότι  αριθμός  πολυβόλων Colt καταστράφηκε στην Μικρά Ασία και, όσα διασώθηκαν, αποσύρθηκαν οριστικά από την ενεργό χρήση, λόγω παλαιότητας και προβληματικότητάς τους. Παρά ταύτα, φαίνεται πως παρέμειναν στις στρατιωτικές αποθήκες και έτσι μπορεί να εξηγηθεί η αναφορά τους στον κανονισμό του 1929.
  Η τελευταία επαφή με τα όπλα αυτά έγινε τον Φεβρουάριο του 1941, όταν στον Έλληνα αξιωματικό σύνδεσμο στην Ουάσιγκτον, αν/χη Γεωργίου Παπαβασιλείου-Φίλια, προσφέρθηκαν 3.000 αερόψυκτα πολυβόλα Marlin υποδείγματος 1917, διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών για κάλυψη των πιεστικών αναγκών του στρατού σε πολυβόλα. Τότε το ΓΕΣ διέταξε περαιτέρω διερεύνηση του θέματος και όταν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για παλαιά και  προβληματικά αυτόματα όπλα, η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε. Έκτοτε, καμιά αναφορά δεν έχει γίνει, είτε σε πολυβόλα Colt υποδείγματος 1895/1914, είτε σε πολυβόλα Marling υποδείγματος 1917. Σήμερα, δύο τέτοια πολυβόλα της προμήθειας του 1915 βρίσκονται στο μουσείο της ΣΣΕ.


 ΠΗΓΗ  ΧΡΗΣΤΟΥ Ζ. ΣΑΖΑΝΙΔΗ "ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995.  

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Ο "ΜΗΔΙΣΜΟΣ" ΤΗΣ ΘΗΒΑΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ: ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Άρθρο του Περικλή Δεληγιάννη

 a1

Αρκετοί  σύγχρονοι   μελετητές  και ιστορικοί  (με  σημαντικότερο  τον  Καναδό  Μπακ)  θεωρούν  ότι  ο   «μηδισμός»  της  Θήβας  και  των  περισσότερων  πόλεων  της  Βοιωτίας  δεν  είχαν  την  διάσταση  που  τους  προσέδωσε  ο  αρχαίος  ιστορικός  Ηρόδοτος,  η  κύρια  πηγή  για  τους  Περσικούς  πολέμους.  Είναι  φανερό  από  τα  γραπτά  του  Ηροδότου,  ότι  μεροληπτούσε  υπέρ  της  Αθήνας  και  της  Σπάρτης,  σε   βάρος  της  Θήβας,  του  Άργους  κ.α.  Για  τη  Μακεδονία, τη  Θεσσαλία  και  το  Άργος, άλλα  ελληνικά  κράτη  που  έχουν  επίσης  «κατηγορηθεί»  για  φιλοπερσική  στάση  την  ίδια  εποχή,  έχει  αναγνωρισθεί  ότι  αυτή  δεν ήταν  ιδιαίτερα  έντονη.  Οι  πόλεις  της  Βοιωτίας (κυρίως  η  Θήβα)  φέρουν  το  μεγαλύτερο  βάρος  αυτής  της  «κατηγορίας»  λόγω  του  Ηροδότου  που  μάλλον  παραποίησε  την  ιστορική  αλήθεια,  υπερτονίζοντας  τον  «μηδισμό»  τους, ο  οποίος  δεν  ήταν  περισσότερο  έντονος  από  εκείνον  των  προαναφερόμενων  κρατών.  Οι  Θηβαίοι  και  οι  Βοιωτoί  πράγματι  επιθυμούσαν  νίκη  των  Περσών,  μόνο  λόγω  της εχθρότητας  τους  προς  τους  Αθηναίους.  Γι’  αυτό  μάλλον  δεν  συμμετείχαν  στην  ελληνική  κοινή  συμμαχία (αν  και  αυτό  στην  πραγματικότητα  δεν  είναι  καθόλου  βέβαιο)  επειδή  εκείνη  είχε  ως  ηγέτιδες  πόλεις  την  Αθήνα  και  την  Σπάρτη.  Το  ίδιο  συνέβη  με  το  Άργος  λόγω  της  εχθρότητας  του  προς  τη  Σπάρτη.
b
Βοιωτική  περικεφαλαία.  Αρχικά  χρησιμοποιείτο  από  τους  Βοιωτούς  πεζούς  και  ιππείς  αλλά  αργότερα  έγινε  δημοφιλής  σε  όλους  τους  Έλληνες  ιππείς  (φωτογραφία  από  τον  Βρετανικό  Σύλλογο   Ιστορικών   Μελετών  Comitatus).
-
Ειδικά  ο  Μπακ  θεωρεί  ότι  ο  Ηρόδοτος   «μετακίνησε»  επιτηδευμένα  το  χρονικό  σημείο  του  μηδισμού  της  Βοιωτίας  προς  τα  άνω,  προκειμένου  να  δώσει  αρνητική  εικόνα  των  Βοιωτών.  Οι Βοιωτοί  μάλλον  έδωσαν  «γη  και  υδωρ»  στους  Πέρσες  απεσταλμένους  πριν  τη  μάχη  των  Θερμοπυλών (480  π.Χ.), αλλά  επρόκειτο  για  μια  διπλωματική  ενέργεια  προκειμένου  να  εξασφαλισθούν  σε  περίπτωση  ήττας,  ακριβώς  όπως  και  οι  Αιγινήτες  έδωσαν  «γη  και  υδωρ»  πριν  από  τη  μάχη  του  Μαραθώνα, παρότι  ανήκαν  στην  Πελοποννησιακή  συμμαχία  η  οποία  είχε  επιλέξει  την  αντίσταση  στους  Πέρσες.  Από  την  άλλη  πλευρά,  υπάρχουν  σαφείς  ενδείξεις ότι  οι  Βοιωτοί  βοήθησαν  ηθελημένα   στρατιωτικά  την  ελληνική  συμμαχία  και  πιθανώς  αποτελούσαν  επίσημα  μέλη  της  (π.χ.  η  αποστολή  τριών  λόχων  τους,  ενός  θηβαϊκού  και  δύο  θεσπιϊκών,  προς  ενίσχυση  των  κοινών  ελληνικών  δυνάμεων  που  υπεράσπιζαν  τις  Θερμοπύλες  το  480,  η  οποία  αποστολή  πρέπει  να  θεωρείται  αυθόρμητη  και  από  την  πλευρά  των  Θηβών  επειδή  κανείς  δεν  ανάγκαζε  τη  Θήβα  να  το  πράξει, και  άλλες  ενδείξεις).  Το  εκδικητικό  μένος  των  Περσών  δεν  απευθυνόταν  στην  Βοιωτία  αλλά  στην  Αθήνα,  εξαιτίας  της  ήττας  τους  στον  Μαραθώνα.  Η  Βοιωτία  και  η  Αττική  βρίσκονται  βόρεια  του  Ισθμού  και  ήταν  έτσι  εκτεθειμένες  στον  περσικό  στρατό.  Ωστόσο  η  Αττική  ήταν  εξαρχής  καταδικασμένη  από  τους  Πέρσες, ενώ  η  Βοιωτία  δεν  ήταν.  Ήταν  λοιπόν  εύκολο  για  τους  Αθηναίους  να  κατηγορούν  τους  Βοιωτούς  για   «μηδισμό»  και  να  αυτοχαρακτηρίζονται  πατριώτες  από  τη  στιγμή  που  έδιναν  έτσι  κι  αλλιώς  έναν  αγώνα  ζωής  και  θανάτου, κάτι  που  όμως  δεν  συνέβαινε  για  τους  Βοιωτούς.
Ομοίως  ήταν  προκαταδικασμένες  από  τους  Πέρσες  και  οι  βοιωτικές  Πλαταιές,  επειδή  είχαν  ενισχύσει  τους Αθηναίους  στον  Μαραθώνα.  Αυτός  ήταν  ένας  βασικός  λόγος  που  οι  Πλαταιείς  έμειναν  σταθερά  στην  ελληνική  συμμαχία  μετά  τον  επίσημο  μηδισμό  της  υπόλοιπης  Βοιωτίας.
Η  Βοιωτία  δεν  «μήδισε»  επίσημα  παρά  μόνο  μετά  τις  Θερμοπύλες  και  την  απόφαση  των  Ελλήνων  συμμάχων  για  υποχώρηση  προς  τον  Ισθμό, η  οποία  την  άφηνε  εκτεθειμένη  στον  περσικό  στρατό.  Οι  Αθηναίοι,  αντίθετα  από  τους  Βοιωτούς,  είχαν  αρκετά  πλοία  και  λιμάνια  προς  την  Πελοπόννησο  προκειμένου  να  μεταφέρουν  γοργά  και  να  διασώσουν  τα   γυναικόπαιδα τους,  και  δεν  στηρίζονταν  τόσο  στην  αγροτική  οικονομία  όσο  οι   δεύτεροι  οι  οποίοι  έπρεπε  να  σώσουν  με  κάθε  τρόπο  τις  απέραντες  καλλιέργειες  τους,  προκειμένου  να  μη  λιμοκτονήσουν  οι  οικογένειες  τους  μέχρι  θανάτου.  Επιπρόσθετα  οι  Θηβαίοι  και  Βοιωτοί  δεν  είχαν  καθόλου  στόλο  και  μόνο  λίγα  μικρά  λιμάνια  προς  την  Πελοπόννησο (Σιφαι,  Κορσιαι  κ.α.).
c
Εδώ  θα  πρέπει  να  επισημάνουμε  και  την  μεμπτή  άποψη  των Αθηναίων  και  άλλων  Ελλήνων,  ότι  οι  Βοιωτοί, οι  Μακεδόνες, οι  Θεσσαλοί, ακόμη  και  οι  Κρήτες, ήταν  φορείς  ενός  κατωτέρου  αγροτικού  πολιτισμού  που  δεν  άρμοζε  σε  Έλληνες, φθάνοντας  ενίοτε  και  στον  χλευασμό  αυτών  των  λαών.  Λόγω  αυτής  της  συμπεριφοράς, είναι  επόμενο  αυτά  τα  ελληνικά  φύλα  να  μην  ένιωθαν  ιδιαίτερο  πάθος  για  τον  πανελλήνιο  αγώνα  εναντίον  των  Περσών:  οι  Θεσσαλοί  τήρησαν  τελικά  φιλοπερσική  στάση,  οι  Κρήτες  αδιαφόρησαν  για  την  προσπάθεια,  ενώ  οι  Μακεδόνες  ήταν  ήδη  υποτελείς  των  Περσών  έχοντας  προσαρτηθεί  πολύ  νωρίτερα  στην  Περσική  σφαίρα  ως  υποτελές  βασίλειο.  Ειδικά  οι  Θεσσαλοί  “μήδισαν”  για  τους  ίδιους  ακριβώς  λόγους με  τους  Βοιωτούς:  ‘εγκαταλείφθηκαν’ (ακολουθώντας  τη  λογική  του  Ηροδότου)  από  τους  νοτιότερους  Έλληνες  οι  οποίοι  έκριναν  ότι η  αμυντική  γραμμή  του  Ολύμπου  δεν  ήταν  δυνατόν  να  υπερασπισθεί  και  δεν  μπορούσαν  να  απομακρύνουν  τα  πολυάριθμα  γυναικόπαιδα  τους  στην  Πελοπόννησο,  όπου  έτσι  κι  αλλιώς  δεν  μπορούσαν  να  τα  θρέψουν.  Οι  600.000  κάτοικοι  της  Θεσσαλίας  δεν  ήταν  δυνατόν  να  απομακρυνθούν (εξάλλου  και  οι  Θεσσαλοί  δεν  διέθεταν  στόλο).  Έτσι  και  οι  Θεσσαλοί,  ένα  επίσης  κατεξοχήν  αγροτικό  φύλο  όπως  οι  Βοιωτοί,  έπρεπε  να  σώσουν  με  κάθε  τρόπο  τις  καλλιέργειες  τους  αν  δεν  ήθελαν  να  δουν τις  γυναίκες  και  τα  παιδιά  τους  να πεθαίνουν  στα  χέρια  τους  από  την  πείνα:  τα  σπαρτά  τους  θα  είχαν  γίνει  στάχτη  από τον  περσικό  στρατό.  Τα  ίδια  ακριβώς  ισχύουν  και  για  τους  Μακεδόνες,   ένα  ακόμη  κατεξοχήν  αγροτικό  ελληνικό   φύλο  με  απέραντες  καλλιέργειες  στη  μακεδονική  πεδιάδα.
Οι  Βοιωτοί, με  την  διπλωματική  ενέργεια  τους  πριν  τις  Θερμοπύλες  και  τον  επίσημο  «μηδισμό»  τους  μετά  την  εγκατάλειψη  τους  από  τους  άλλους  Έλληνες  συμμάχους (μία  πράξη  η  οποία  με  τη  λογική  του  Ηροδότου,  μπορεί  φυσικά  να  χαρακτηρισθεί  επίσης  «προδοσία»  των  άλλων  Ελλήνων  σε  βάρος  των  Βοιωτών),  διέσωσαν  τις  οικογένειες  και  τη  χώρα  τους  από  τον  περσικό  στρατό  (εκτός  των  Θεσπιών  και  των  Πλαταιών  που  κατεστράφησαν).  Όπως  έχει  παρατηρηθεί  ορθά  από  τον  Μπακ,  οι  Βοιωτοί  ήταν  ένας  λαός  ρεαλιστών.  Όταν  είδαν  ότι  δεν  υπήρχε  ελπίδα  να  γλυτώσουν  από  την  περσικό  όλεθρο,  «εμήδισαν»  και  εξαναγκάσθηκαν  να  πολεμήσουν  υπέρ  του  Μαρδόνιου  στη  μάχη  των  Πλαταιών.  Η  πράξη  τους  δεν  είναι  κατηγορητέα  διότι  έχει  πολλά  αντίστοιχα  στην  παγκόσμια  Ιστορία,  τόσο  σε  κράτη  όσο  και  σε  προσωπικότητες:  οι  Βοιωτοί,  Θεσσαλοί  και  Μακεδόνες  ήταν  υποχρεωμένοι  να  σώσουν  τα  τέκνα  και  τις  οικογένειες  τους.  Ο  φιλοαθηναίος  Ηρόδοτος  στρέβλωσε  τον  ρόλο  τους.  Υπάρχουν  αποδείξεις  ότι  ο  «μηδισμός»  δεν  ήταν  γενικά  επιθυμητός  στις  βοιωτικές  πόλεις, αλλά  αναγκαίος.  Όλα  τα  αναφερόμενα  τα  αναγνώρισαν  οι  Έλληνες  σύμμαχοι  επειδή  η  τιμωρία  που  επιφύλαξαν  στους  Βοιωτούς  μετά  τη  νίκη  τους  στις  Πλαταιές, ήταν  ελαφριά.  Εκτελέσθηκαν  μόνο  οι  αρχηγοί  της  φιλοπερσικής  παράταξης  της  Θήβας, γεγονός  που  δείχνει  ότι  ο  «μηδισμός»  αφορούσε  στην  πραγματικότητα  μόνο  ένα  περιορισμένο  μέρος  του  πληθυσμού.  Φαίνεται  πως  οι  Αθηναίοι  οι  οποίοι  είχαν  απομακρύνει  με  τα  πλοία  τους  τα  γυναικόπαιδα  τους  κυρίως  στην  Πελοπόννησο  κατά  τις  επιχειρήσεις,  και  οι  Πελοποννήσιοι  οι  οποίοι  προστατεύονταν  από  τις   θαλάσσιες  “τάφρους”  του  Κορινθιακού και   του  Σαρωνικού,  και  από  τον  υπερσπίσιμο  Ισθμό,  αναγνώρισαν  σιωπηρά  ότι  δεν  μπορούσαν  να  κατηγορούν για  μηδισμό  τους  εκτεθειμένους   γεωγραφικά  Βοιωτούς  και  Θεσσαλούς.
d
Ελληνικά  οπλιτικά  ξίφη (ανακατασκευή  του  Βρετανικού  Συλλόγου   Ιστορικών   Μελετών  Hoplite Association).
-
Σχετικά  με  τις  δύο  βοιωτικές  πόλεις  που  δεν  «μήδισαν», δηλαδή  τις  Θεσπιές  και  τις  Πλαταιές, έχουν  δοθεί  διάφορες  εξηγήσεις  για  τη  στάση  τους,  με  κύρια  την  παλαιά  εχθρότητα  τους  προς  τη  Θήβα, την  ηγεμονίδα  της  Βοιωτίας, και  τη  συμπάθεια  τους  προς  την  Αθήνα.  Εντούτοις, αυτό  το  γεγονός  δεν  εξηγεί  πλήρως  αυτήν  την  επιλογή  τους, επειδή  οι  περισσότερες  βοιωτικές  πόλεις  εχθρεύονταν  τη  Θήβα (π.χ.  περισσότερο  από  όλες  την  εχθρευόταν  ο  Ορχομενός  ο  οποίος  όμως  «εμήδισε»  συντασσόμενος  μαζί  της). Ούτε  θα  ήταν  ορθό  να θεωρηθεί  ότι  οι  Θεσπιές  και  οι  Πλαταιές  υπερέβαιναν  σε  πατριωτισμό  τις  άλλες  βοιωτικές  πόλεις.  Βέβαια  όπως  αναφέρθηκε,  οι  Πλαταιές  αντιμετώπιζαν  τη  βέβαιη  καταστροφή  τους  από  τον  Περσικό  στρατό  λόγω  του  Μαραθώνα.
Υπάρχει  μια  παράμετρος  που  συχνά  λησμονείται  και  εξηγεί  εν  μέρει  την  φιλοαθηναϊκή  στάση  αυτών  των  δύο  πόλεων.  Όπως  έχει  εκτιμηθεί (κυρίως  από  Γερμανούς  ιστορικούς), το  φύλο  των  Βοιωτών  εγκαταστάθηκε  στην  χώρα  στην  οποία  έδωσε  το  όνομα  του   τον  12ο  αιώνα  π.Χ., χωρίς  όμως  να  επικρατήσει  εθνολογικά  σε  ολόκληρη  την  έκταση  της.  Στο  νότιο  τμήμα  της  χώρας, εκτός  της  περιοχής  της  Θήβας, οι  Βοιωτοί  αποτέλεσαν  μειοψηφία  έναντι  των  παλαιών  Ιώνων  κατοίκων.  Οι  εντόπιοι  Ίωνες  της  Παρασωπίας (όπου  βρίσκονταν  οι Πλαταιές)  και  των  Θεσπιών, αποτέλεσαν  την  πληθυσμιακή  βάση  αυτών  των  περιοχών  κατά  την  κλασσική  περίοδο  παρότι  η  βοιωτική  διάλεκτος  επικράτησε  μερικώς  στις  περιοχές  τους.  Ήταν  επόμενο  οι  Θεσπιείς, οι  Πλαταιείς  και  οι Παρασώπιοι  γενικά, να  νιώθουν  στενότερη  συγγένεια  με  τους  Ίωνες  Αθηναίους  και  Ευβοείς  γείτονες  τους, παρά  με  τους  άλλους  Βοιωτούς.  Μάλιστα, μια  από  τις  βοιωτικές  αλλά  ιωνόφωνες  παρασώπιες  κοινότητες, οι  Ελευθερές, τέθηκε  ηθελημένα  υπό  αθηναϊκή  εξουσία.  Είναι  βέβαιο  ότι  στην  Τανάγρα, στην  Αυλίδα, κ.α.,  μιλιόταν  η  ιωνική  ευβοϊκή  διάλεκτος  αντί  της  βοιωτικής.  Όμως  η  Τανάγρα  επέλεξε  να  έχει   αντι-αθηναϊκή  στάση  λόγω  των  εδαφικών  βλέψεων  της  στον  Ωρωπό.

ΠΗΓΗhttp://periklisdeligiannis.wordpress.com